Legislator Case Law & Legislation
56/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify facts and evidence in appeal grounds.

Case Number 56/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a claim for damages. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts and evidence, but the court found the appeal grounds insufficiently detailed. The court ruled that merely citing legal articles without specifying the exact facts, evidence, or legal errors precludes the necessary review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact facts, evidence, and legal errors alleged, not merely cite the relevant articles.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure specific facts required evidence specification legal error definition appeal grounds court review scope

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 118, number 4, 566, paragraph 1, and 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 623/2017
Case 1486/2014
Case 161/2017
Case 173/2017
Case 99/2016
Case 58/2008
Case 309/2016
Case 166/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 56 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 56/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. Δ. του Θ., χήρας Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Σούφη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρίδωνα Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 806/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 845/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την ανακοπή ερημοδικίας της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 19/5/2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1238/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/5/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1238/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-5-2015 ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της 845/2015 οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε η συζήτηση ερήμην αυτής, είχε απορριφθεί η από 3-4-2014 έφεσή της κατά της 806/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 2-3-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατ' αυτής, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η αίτηση αναίρεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να θεμελιώνεται σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, έστω και αν είναι απαράδεκτος ή αόριστος ο προτεινόμενος λόγος (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 1486/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιον από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 275/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αναίρεσης, στηριζόμενη στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...αλλά ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος της μαζί με τις προτάσεις κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης", ισχυρίζεται ότι "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατέθεσε ο ίδιος τις προτάσεις με τη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει υπογραφή του, εις την πράξη καταθέσεώς των, καθόσον ο ίδιος ασθενούσε κι ανέθεσε, εις συνεργάτη του την συγκεκριμένη κατάθεση, προς τούτο δε, κατετέθη και η άνω δήλωσις.

Κατά συνέπειαν λόγω ανωτέρας βίας εξ αιτίας του προβλήματος υγείας του πληρεξουσίου δικηγόρου μου δεν παραστάθηκε με ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου, δοθέντος ότι εγώ προσωπικά δεν εγνώριζα το πρόβλημα, το οποίο είχε προκύψει με την υγεία του κατά τον χρόνο εκδικάσεως της συγκεκριμένης υποθέσεως και συνεπώς βάσιμα επικαλέστηκα τον άνω λόγο ανωτέρας βίας, εις την υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας μου και αναιτιολογήτως η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι αβασίμως το επικαλούμαι".

Με βάση το εκτιθέμενο περιεχόμενο της αίτησης, εκτιμάται ότι η αναίρεση επιχειρείται να θεμελιωθεί στον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο, σύμφωνα με τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή του λόγου ανώτερης βίας που επικαλέστηκε για τη μη παράστασή της στη δίκη επί της εφέσεώς της κατά της 806/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνιστάμενου σε πρόβλημα υγείας του πληρεξουσίου δικηγόρου της.

Όμως, έτσι διατυπούμενος ο λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον αφενός είναι αόριστος, διότι δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που κατά την αναιρεσείουσα παραβιάστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή αυτού του κανόνα, η απαιτούμενη πληρότητα των αιτιολογιών και να κριθεί η βασιμότητα των λόγων της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αρκείται στη γενική έκφραση της αναιτιολόγητης, χωρίς να εξειδικεύει το σφάλμα της απόφασης, ούτε ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013) και αφετέρου, προσβάλλει, υπό την επίφαση της εκ της ως άνω διάταξης πλημμέλειας, την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με το επιχείρημα της προσβαλλόμενης για την αντίκρουση της επικαλούμενης αδυναμίας του συνηγόρου της λόγω προβλήματος υγείας να εμφανιστεί στη συζήτηση, ότι κατέθεσε ο ίδιος τις προτάσεις για τη συζήτηση και την του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση, καθώς και του μη ουσιώδους ισχυρισμού περί γνώσης της για το πρόβλημα υγείας του δικηγόρου της, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής ανώτερης βίας για τη μη εμφάνισή της στη δίκη (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 156/2017 ΑΠ 472/2017) Πέραν δε τούτων, ο ως άνω λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αναφέρεται στην ανωτέρα βία, την οποία ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανώτερης βίας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της νομικής έννοιας της ανώτερης βίας.

Περαιτέρω, η απλή αναφορά στο αναιρετήριο των αριθμών 8, 11 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπουν τους αντίστοιχους λόγους αναίρεσης και η επανάληψη του κειμένου των σχετικών διατάξεων, δεν αρκεί για να ιδρύσει τους θεμελιούμενους στις διατάξεις αυτές λόγους αναίρεσης, αφού ουδόλως προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι αναίρεσης.

Συγκεκριμένα α) για τη στοιχειοθέτηση του εκ του αρ. 8 λόγου, δεν αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016), β) για τη θεμελίωση του εκ του αρ. 11 σφάλματος, δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, με προσδιορισμό και του περιεχομένου αυτών, καθώς και ότι έγινε επίκληση αυτών και προσαγωγή τους, ούτε καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 58/2008) και γ) αναφορικά με τον εκ του αρ. 10 λόγο αναίρεσης, δεν εκτίθεται ποια "πράγματα" έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη, ενώ, εξ άλλου, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά τις παραδοχές του, άντλησε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση (έγγραφα), ενώ ως προς την ορθότητα ή μη του αποδεικτικού του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, η κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 309/2016, ΑΠ 166/2016) και συνεπώς, δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 25-5-2017 αίτηση για αναίρεση της 1238/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 25-5-2017 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-5-2017 αίτηση της Ι. Θ. Δ., χήρας Γ. Μ. για αναίρεση της 1238/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ