Legislator Case Law & Legislation
574/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding inheritance and debt repayment claims.

Case Number 574/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment of 4935/2007. The appellant, acting as sole heir to her deceased mother, challenged the lower court's findings on the validity of a Belgian lawsuit and the defendant's alleged lack of diligence in executing a debt order. The court rejected these arguments as unsupported by evidence and contrary to the established facts, ruling that the appellant's claims were baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 558 of the Civil Procedure Code; Articles 1710, 1813, 1820 of the Civil Code; Article 559 of the Civil Procedure Code: An appeal must be substantiated by valid legal grounds; arguments based on unproven assertions regarding foreign law application or unverified allegations of collusion are rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
civil appeal procedure inheritance rights debt repayment order lack of diligence foreign law application court costs allocation evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Civil Procedure Code
Article 556 of the Civil Procedure Code
Article 558 of the Civil Procedure Code
Article 1710 of the Civil Code
Article 1813 of the Civil Code
Article 1820 of the Civil Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 574 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 574/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής συνεναγόμενης μητέρας της Ε. χας Α. Κ., το γένος Λ. Β., που απεβίωσε στις 30 Νοεμβρίου 2007. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χας Ι. Σ., το γένος Α. Ν., 2) Χ. - Κ. Σ. του Ι. και 3) Ε. Σ. του Ι., κατοίκων ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Ι. Ε. Σ., που απεβίωσε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2007. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2004 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ι. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3636/2006 και 4935/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2010 αίτησή της και τους από 25-8-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των επ' αυτής από 25-8-2010 προσθέτων λόγων για αναίρεση της 4935/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 4935/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών παραδεκτά ασκήθηκαν (οι πρόσθετοι λόγοι και εμπρόθεσμα κατ' άρθ. 569 ΚΠολΔ, δηλ. με αυτοτελές δικόγραφο που κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου και επιδόθηκε σε κάθε μία αναιρεσίβλητη περισσότερες από 30 πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της υπόθεσης και δη την 30-12-2010, βλ. με αριθ. 5564, 5565 και 5566/3012-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...) από την αναιρεσείουσα ατομικά και ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της αρχικά συνεναγομένης μητέρας της κατά των τριών αναιρεσιβλήτων ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων, κατά τα αναφερόμενα εκεί ποσοστά, του αρχικά ενάγοντος, και δη της 1ης ως συζύγου και των λοιπών ως τέκνων του, των ως άνω αρχικών διαδίκων θανόντων μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθ. 68, 556, 558 ΚΠολΔ, 1710, 1813,1820 ΑΚ, γεγονότα που δεν αμφισβητούνται.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Εξάλλου, κατά αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός σε σχέση με την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών δημιουργείται, μόνον εάν το δικαστήριο έχει προβεί πράγματι στην εφαρμογή των ως άνω κανόνων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του (αρχικώς) ενάγοντος Ι. Σ., δικηγόρου, δικαιοπαρόχου των εδώ αναιρεσιβλήτων, κατά της αναιρεσείουσας και της αρχικά συνεναγομένης μητέρας της και δικαιοπαρόχου αυτής, για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής, με την προσβαλλομένη 4935/2007 απόφασή του (α) αναφέρεται στο προσκομισθέν από τις εναγόμενες (αναιρεσείουσα και αρχικά εναγομένη μητέρα της) από 5-3-2002 συμφωνητικό, στο οποίο περιέχονται οι εντολές από τις εναγόμενες κλπ.

προς τους δικηγόρους Ι. Σ. (αρχικά ενάγοντα) και Παν. Ρίζο, μνημονεύει τις σχετικές ενέργειες που έπρεπε να κάνουν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι σύμφωνα με την σύμβαση αυτή και τις δικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων σε εκτέλεση της εντολής αυτής, ουδεμία, όμως, αναφορά κάνει για τον καθοριζόμενο από το ως άνω συμφωνητικό τρόπο υπολογισμού των αμοιβών των πληρεξουσίων δικηγόρων, με το οποίο ορίζεται αμοιβή με ποσοστά για κάθε αγωγή και την επίτευξη συμβιβασμού, μη περιλαμβανομένων εξόδων και αμοιβών τρίτων κλπ., και ότι σε περίπτωση απόρριψης των αγωγών και ματαίωσης του συμβιβασμού οι ως άνω δικηγόροι δεν δικαιούνται αμοιβής, καθώς και εφάπαξ καταβολή ποσού 5.000.000 δρχ.

για την διεκπεραίωση των δικαστικών ενεργειών (β) με βάση το περιεχόμενο του συμφωνητικού αυτού και τις γενόμενες από την αναιρεσείουσα εναγομένη καταβολές δημιουργούνται κενά και αμφιβολίες ως προς την σχετική συμφωνία των διαδίκων, στα οποία ουδόλως αναφέρεται το Εφετείο, το οποίο δεν κατέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ και δεν ασχολήθηκε με το θέμα της καταβολής χρημάτων πριν και μετά το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, με τον τρόπο δε αυτόν παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις ως άνω διατάξεις.

Σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του (αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας. καίτοι διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού, ασάφειας κλπ. στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες), πρέπει ν' απορριφθεί ως προς αμφότερα τα σκέλη του προεχόντως ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) ζήτησε αμοιβές σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια και αυτές οι αμοιβές επιδικάσθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση, και όχι με βάση την ως άνω σύμβαση, η οποία, άλλωστε, δεν ασκεί επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση και δεν λήφθηκε υπόψη, ούτε εφαρμόσθηκε (και δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί) από το Εφετείο ως προς τον τυχόν προβλεπόμενο με αυτήν τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του (αρχικά) ενάγοντος (η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει τέτοιες παραδοχές), καθόσον, εάν με αυτήν προβλεπόταν αμοιβή του κατώτερη των καθοριζομένων με τον κυρωθέντα με το ν.δ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων ελαχίστων ορίων, η σχετική συμφωνία θα ήταν άκυρη (άρθ. 91§1, 92§1, 98 επ.

Κώδικα περί Δικηγόρων, 174 και 180 ΑΚ).

ΙΙΙ. (Α) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκού ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία).Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 8 του αυτού άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.

αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. (Β) Εξάλλου : (1) Από τις διατάξεις των άρθ. 91§1, 92, 98 και 99 επ.

του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, εκτός από την δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη που κατέβαλε εξ ιδίων, και αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία του, σε περίπτωση δε μη ύπαρξης σχετικής συμφωνίας κλπ. το ελάχιστο όριο της αμοιβής του για την εκτέλεση δικαστικών ενεργειών σε πολιτικές υποθέσεις, όταν το αίτημα της αγωγής συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, ορίζεται σε ποσοστό επί του ζητουμένου να πληρωθεί ή ν' αναγνωρισθεί ότι οφείλεται ή δεν οφείλεται χρηματικού ποσού. (2) Από το άρθ. 91§1 του ως άνω Κώδικα, που ορίζει ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, εκτός από τις δικαστηριακές ή άλλες δαπάνες που κατέβαλε εξ ιδίων, και αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία του, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 46 του ίδιου Κώδικα που αναφέρεται στα καθήκοντα του δικηγόρου κατά την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και ορίζει ότι ο δικηγόρος οφείλει να εκτελεί την ανατιθεμένη σ' αυτόν εντολή ευσυνείδητα και με επιμέλεια, προσπαθώντας να λύει με συμβιβασμό τις δεκτικές συμβιβασμού διαφορές, και να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του ανατίθεται κλπ., προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει και της φύσεως της σχέσης του με τον εντολέα του, που είναι κατεξοχήν σχέση εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβή για ενέργειες που (α) δεν περιλαμβάνονται στην δοθείσα σ' αυτόν εντολή και κατά μείζονα λόγο γι' αυτές που ρητά εξαιρέθηκαν από τον εντολέα ή (β) υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες έγιναν και από τον σκοπό για τον οποίο τελέσθηκαν, κρίνεται ότι δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στην συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη του συμφέροντος του εντολέα του, εκτός εάν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή εκείνου.

Μη αναγκαίες και μη ενδεδειγμένες ενέργειες από τον δικηγόρο είναι οι περιττές, άσκοπες ή και βλαπτικές για τον εντολέα ενέργειες. Πάντως και όταν ο δικηγόρος δεν επέδειξε την απαιτουμένη ως άνω επιμέλεια στον χειρισμό των υποθέσεων το δικαστήριο μπορεί να μην αυξήσει κατ' άρθ. 98 του Κώδικα το ύψος της ελάχιστης αμοιβής, ο δικηγόρος, όμως, δεν μπορεί να στερηθεί το ελάχιστο όριο αμοιβής για ενέργειες που έγιναν κατόπιν εντολής και στα πλαίσια αυτής.

Τέλος, η εκτέλεση από τον δικηγόρο των αναγκαίων και ενδεδειγμένων ενεργειών αποτελεί σε κάθε περίπτωση, είτε δηλ. η αμοιβή ζητείται με βάση την συμφωνία περί του ύψους αυτής είτε με βάση τα ελάχιστα όρια του Κώδικα, στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής του δικηγόρου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων μερών, επί της ένδικης αγωγής του αρχικά ενάγοντος δικηγόρου Ι. Σ., του οποίου οι αναιρεσίβλητες είναι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά της αναιρεσείουσας και της κληρονομηθείσης απ' αυτήν μητέρας της, με αντικείμενο δικηγορική αμοιβή, με την προσβαλλομένη 4935/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο περί τα πράγματα και την ουσία της υπόθεσης κρίση του (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ), ότι : (1) Ο (αρχικά) ενάγων ήταν δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και οι εναγόμενες μέλη της εταιρείας παραγωγής και εμπορίας προϊόντων σοκολατοποιίας με την επωνυμία "Confisserie Leonidas S.A." και έδρα τις Βρυξέλλες (2) Οι εναγόμενες μετά την μη εκλογή τους ως μελών στο Δ.Σ.

της παραπάνω εταιρείας απευθύνθηκαν τον Απρίλιο του 1999 στον δικηγόρο Π. Ρ. και τον ενάγοντα, στους οποίους έδωσαν προφορικά την εντολή να προβούν στις αναγκαίες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, είτε στο όνομά τους είτε για λογαριασμό της ιδρυθείσας προς όφελος της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "Confy Investents Holding S.A", προκειμένου να επιτύχουν την επανεκλογή τους στο Δ.Σ.

της ως άνω εταιρείας "Confisserie Leonidas S.A." ή τον έλεγχο της διαχείρισης αυτής, η εντολή δε αυτή στην συνέχεια διατυπώθηκε και εγγράφως και καταρτίσθηκε το από 5-3-2002 συμφωνητικό μεταξύ των εναγομένων, που ενεργούσαν ατομικά και για λογαριασμό των εταιρειών "Alexandros s.a.r.I" και "Confy s.a.r.I" και των δικηγόρων Παν. Ρόζου και ενάγοντος (3) Ειδικότερα με το συμφωνητικό αυτό (α) οι εναγόμενες με την ιδιότητά τους ως μετόχων, ιδιοκτητριών και κατόχων 9.261 ανωνύμων μετοχών της εταιρείας βελγικού δικαίου "Confisserie Leonidas S.A." (περίπου 42%) δήλωσαν ότι επιθυμούν να προκαλέσουν διά της νομίμου δικαστικής οδού ή συμβιβαστικής λύσης την συμμετοχή τους στο Δ.Σ.

της ΛΕΩΝΙΔΑΣ με όρους ευνοϊκής και αποτελεσματικής διαχείρισης των υποθέσεών της, ή την πώληση των μετοχών τους στους υπόλοιπους μετόχους ή την εξαγορά του πακέτου μετοχών των υπολοίπων μετόχων (ή τμήματος αυτών ώστε να επιτευχθεί εκ μέρους τους η πλειοψηφία) απ' αυτές ή την προσφυγή τους στην διαδικασία της υποχρεωτικής πώλησης ή εξαγοράς (β) προς επίτευξη των ανωτέρω σκοπών ανέθεσαν στους δικηγόρους Παν.

Ρίζο και Ι. Σ. (ενάγοντα) την άσκηση όλων των ενδεδειγμένων αστικών αγωγών ή μηνύσεων ή άλλων ενδίκων μέσων στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ειδικότερα δε οι εντολοδόχοι πληρεξούσιοι δικηγόροι θα καταθέσουν : (Α) Αγωγή των δύο πρώτων κατά της Μ. Κ. για την απόδοση αριθμού ανωνύμων μετοχών από τον διαθέτη Β., τις οποίες η Μ.Κ.

παρανόμως απέκτησε, καθώς επίσης και την έντοκη επιστροφή των μερισμάτων που απέκτησε η Μ.Κ. ως κάτοχος των ανωνύμων μετοχών από το 1989 μέχρι σήμερα (Β) Αγωγή της εταιρείας "Confy s.a.r.I" κατά των μελών του Δ.Σ. της εταιρείας ΛΕΩΝΙΔΑΣ για την αποκατάσταση των διαχειριστικών ζημιών της ΛΕΩΝΙΔΑΣ του διαχειριστικού έτους 2000, ιδίως την απώλεια των μεταπωλητών και σημείων πωλήσεων στην Γαλλία (Γ) Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για τη προσωρινή αλλαγή των μελών του Δ.Σ.

της ΛΕΩΝΙΔΑΣ (Δ) Αγωγή της Β. Κ. (αναιρεσείουσας) κατά Μ.Κ. και Δ.Κ (Ε) Όποιο άλλο ένδικο μέσο θεωρηθεί κατά περίπτωση αναγκαίο (γ) Αναγνωρίζεται ότι ήδη σε εκτέλεση του ανωτέρω σκοπού έχει ήδη ασκηθεί η από ... αγωγή της Confy κατά των Μ.Κ. και Δ.Κ. και έχει εκδοθεί η 325/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ έχει υποβληθεί μήνυση κατά του Δ.

Κ., συνεπεία της οποίας έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος για πλαστογραφία κλπ. (4) Σε εκτέλεση της πιο πάνω εντολής : (Α) Ο ενάγων συνέταξε και κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 3-5-1999 αγωγή της "Confisserie Leonidas S.A." κατά των Μ., Δ. και Β. Κ., όπως η άσκηση της αγωγής αυτής αναγνωρίσθηκε από τις εναγόμενες στο προαναφερθέν από 5-3-2002 συμφωνητικό, με αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο κάθε ένας, να καταβάλουν στην (εκεί) ενάγουσα το ποσό των 1.106.562 βελγικών φράγκων, κατά την συζήτηση δε της αγωγής αυτής την 13-10-1999 ο ενάγων παραστάθηκε ως πληρεξούσιος της ενάγουσας και κατέθεσε προτάσεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 325/2000 προδικαστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου που έκρινε ότι εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις του βελγικού δικαίου και διέταξε αποδείξεις και την προσκόμιση έγγραφης γνωμοδότησης του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, μετά την διεξαγωγή των οποίων οι διάδικοι συμβιβάσθηκαν και η ενάγουσα παραιτήθηκε την 20-3-2004 από το δικόγραφο και το δικαίωμα αγωγής, για τις ενέργειές του δε αυτές ο ενάγων δικαιούται τις κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστες νόμιμες αμοιβές, ανερχόμενες, κατά τα αναλυτικά στην προσβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα, στο συνολικό ποσό των 831.073,2 €.

Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι η ως άνω αγωγή ήταν απαράδεκτη σύμφωνα με τις διατάξεις του βελγικού δικαίου, άλλως ότι η προβαλλομένη με αυτήν αξίωση ήταν ήδη παραγεγραμμένη κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, λόγοι για τους οποίους υποχρεώθηκαν να συναινέσουν στην παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής και, επικουρικά, ότι η άσκησή της δεν ήταν ενδεδειγμένη ενέργεια, είναι απορριπτέοι, καθόσον ο ενάγων ενήργησε μέσα στα πλαίσια της δοθείσης σ' αυτόν εντολής και οι ενέργειές του ήταν αναγκαίες και ενδεδειγμένες, σε καμία δε περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν βλαπτικές και άσκοπες για τις εναγόμενες εντολείς του, ενώ εξάλλου ο ενάγων ζητεί το ελάχιστο της αμοιβής κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων. (Β) Επίσης συνέταξε (ο ενάγων) την 8-9-1999 μήνυση, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, της εταιρείας "Confy Investments S.A.", συμφερόντων της δεύτερης εναγομένης, κατά του Δ.

Κ., με την μήνυση δε αυτή ζητήθηκε η άσκηση ποινικής δίωξης κατά του μηνυομένου για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης σε βάρος της εταιρείας "Confisserie Leonidas S.A.", για τις οποίες εκκρεμούσε δίωξη κατά των συναυτουργών του Μ. Κ. και Β. Κ. (αναιρεσείουσας). Μετά την διαταχθείσα κύρια ανάκριση εκδόθηκε το 1992/2002 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε έφεση της μηνύτριας, επ' αυτής δε εκδόθηκε το 2001/2002 βούλευμα, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση και παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο Δ. Κ. για να δικασθεί για κακουργηματική υπεξαίρεση ποσού 650.000.000 ελβετικών φράγκων σε βάρος της εταιρείας "Confisserie Leonidas S.A.".

Κατά την συνεδρίαση του Συμβουλίου Εφετών ο ενάγων παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος της μηνύτριας και πολιτικώς ενάγουσας και κατέθεσε τα από 8-5-2002, 26-6-2002 και 28-6-2002 υπομνήματα. Για τις παραπάνω ενέργειες (σύνταξη της μήνυσης και των τριών υπομνημάτων, παράσταση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών κατά την συνεδρίαση της 27-6-2002 και λήψη αντιγράφων της συναφούς δικογραφίας που είχε σχηματισθεί στις δικαστικές αρχές των Βρυξελλών και την μετάφραση στην ελληνική γλώσσα) ο ενάγων δικαιούται, κατά τα ειδικότερα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα, ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή το ποσό των 1.801,5 € (Γ) Συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 3-6-2002 αγωγή της εταιρείας "Confy s.a.r.I." και της δεύτερης εναγομένης κατά των μελών του Δ.Σ.

της εταιρείας "Confisserie Leonidas S.Α." με αίτημα την καταβολή στις (εκεί) ενάγουσες ποσού 1.335.880 € για την αποθετική ζημία της εταιρείας και ποσού 30.000.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτή, για την οποία (αγωγή), μη επιδοθείσα στους εναγομένους, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων ποσού 1.467,35 €, συνολικά δε για όλες τις παραπάνω αιτίες, καταρχήν, το ποσό των 834.342,05 €. (5) Ως προς τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι έναντι του ποσού αυτού έχουν καταβάλει περί τις 700.000 €, σύμφωνα με τα παραστατικά των τραπεζών που προσκομίσθηκαν από την πρώτη εναγομένη έχουν καταβληθεί με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος (α) 249.449,74 € την 31-5-2001 (β) 176.082,17 € την 20-9-2001 (γ) 161.400 € την 21-9-2001 και (δ) 102.714 € την 2-5-2002 και συνολικά 689.646 €, πέραν δε των ποσών δεν αποδείχθηκαν (άλλες) καταβολές από τις εναγόμενες με μετρητά ή επιταγές και επομένως το ποσό που οφείλουν τελικά αυτές για τις ως άνω αιτίες ανέρχεται (μετ' αφαίρεση του ως άνω συνολικά καταβληθέντος απ' αυτές ποσού) σε 144.696,05 € (6) Κατ' εντολή της δεύτερης εναγομένης ο ενάγων την 3-4-2001 συνέταξε αγωγή της κατά του Π.

Σ.-Κ. με αίτημα να υποχρεωθεί να της παραδώσει τα δοθέντα προς εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης εντολής, καθώς επίσης και όσα απέκτησε ως εντολοδόχος της, συγκεκριμένα δε αντικείμενο της διαφοράς ήταν (α) o τίτλος της υπεράκτιας εταιρείας "Clyndale Investments L.T.D" (β) τα 1.000 εταιρικά μερίδια της εταιρείας "Cοrfy s.a.r.I", ονομαστικής αξίας 1.250.000 βελγικών φράγκων (γ) οι 600 μετοχές της εταιρείας "Confisserie Leonidas S.A.", αξίας 2.400.000 € και (δ) το ποσό των 11.440.000 βελγικών φράγκων ή 286.050 €, ταυτόχρονα δε συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση των προαναφερομένων τίτλων και να χορηγηθεί στην αιτούσα η άδεια συντηρητικής κατάσχεσης κάθε περιουσιακού στοιχείου του καθού μέχρι του ποσού των 100.000.000 δρχ. (293.470 €).

Στην συνέχεια συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 11-5-2001 νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, οι αιτήσεις δε αυτές συνεκδικάσθηκαν και έγιναν δεκτές με την 6877/2001 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Επιπλέον ο ενάγων συνέταξε και κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και την από 21-7-2001 μήνυση της δεύτερης εναγομένης κατά του Π.

Σ.-Κ.. Τέλος, με βάση το από 20-9-2001 πληρεξούσιο του Προξένου της Ελλάδος στις Βρυξέλλες, με το οποίο, μεταξύ άλλων, η δεύτερη εναγομένη εξουσιοδότησε τον ενάγοντα να συμβιβασθεί με τον ως άνω εναγόμενο ως προς όλες τις προαναφερόμενες εκκρεμείς μεταξύ τους υποθέσεις, συνετάγη από τον ενάγοντα το από 20-9-2001 πρακτικό συμβιβασμού, υπογραφέν από τον ενάγοντα για λογαριασμό της εναγομένης και τον ειδικό πληρεξούσιο του αντιδίκου της, με το οποίο συμφωνήθηκαν ειδικότερα τα εξής (α) ο εναγόμενος (Π Σ.-Κ.) θ' αποδώσει στην (εκεί) ενάγουσα (Ε.

Κ., αρχικά πρώτη εναγομένη) 600 μετοχές της εταιρείας "Confisserie Leonidas S.A.", αξίας 2.400.000 €, και τα 49.000 εταιρικά μερίδια της εταιρείας "Confy s.a.r.I" αξίας 181.250 € (β) ο εναγόμενος αναγνωρίζει την ενάγουσα ως μοναδική κυρία των επιδίκων τίτλων τους οποίους και παραδίδει σ' αυτήν (γ) την κυριότητα ολόκληρης της υπεράκτιας εταιρείας "Dalkan Inc" μαζί με τα πρωτότυπα συνοδευτικά έγγραφα θα κρατήσει ο εναγόμενος (δ) η ενάγουσα παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προαναφερομένης αγωγής της, της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και από την πολιτική αγωγή που δήλωσε στην από 3-7-2001 μήνυση (ε) η ενάγουσα συμφωνεί όπως ο εναγόμενος κρατήσει το ποσό των 7.000.000 βελγικών φράγκων ως αποζημίωση για τις παρασχεθείσες εργασίες κατά το έτος 2000 και αναγνωρίζει επίσης ότι τα ποσά των 8.000.000 και 15.000.000 βελγικών φράγκων αποτελούσαν την αποζημίωσή του για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του κατά τα έτη 1998 και 1999, και (στ) η ενάγουσα συμφωνεί να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000.000 δρχ.

που αποτελεί την δικαστική δαπάνη αυτού και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων του. Με τον συμβιβασμό αυτόν τα μέρη επέλυσαν όλες τις εκκρεμείς διαφορές τους και η (εκεί) ενάγουσα (δεύτερη εναγομένη) ωφελείται το ποσό των 2.581.000 € και ο εναγόμενος το ποσό των 750.005 € και επιπλέον το ποσό των 100.366 €, η αμοιβή δε του ενάγοντα για τον συμβιβασμό ανέρχεται κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων στο ποσό των 86.531,45 €, το οποίο υποχρεούται να του καταβάλει η δεύτερη εναγομένη εντολέας του, ενώ οι ισχυρισμοί των εναγομένων, προβληθέντες με αντίστοιχους λόγους έφεσης, ότι η δεύτερη εναγομένη δεν έδωσε εντολή για συμβιβασμό και ότι ο ενάγων επέδειξε βαρειά αμέλεια και χειρίσθηκε πλημμελώς το σύνολο των υποθέσεων που του ανέθεσε κρίθηκαν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά μερική παραδοχή της έφεσης των εναγομένων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον κάθε μία, μαζί με άλλες αξιώσεις του που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το ποσό των 144.696,05 €, επιπλέον δε η πρώτη εναγομένη το ποσό των 2.848 € και η δεύτερη το ποσό των 86.531,45 €.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : (Α) Δεχθέν ότι όλες οι ως άνω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες έγιναν από τον ενάγοντα κατόπιν και σε εκτέλεση εντολής των εναγομένων και ότι αυτός δικαιούται για τον λόγο αυτόν κατά πάσα περίπτωση την καθοριζομένη από τον Κώδικα περί Δικηγόρων νόμιμη (ελάχιστη) αμοιβή, άρα και ότι οι ενέργειες αυτές ήσαν αναγκαίες και ενδεδειγμένες και όχι περιττές και βλαπτικές για τις εναγόμενες, έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν ρητά αλλά και εκ του πράγματος, με αντίθετες προς αυτόν παραδοχές, τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο ενάγων δεν εξετέλεσε με ευσυνειδησία και επιμέλεια την ανατεθείσα σ' αυτόν εντολή, και δη ότι (α) κατά το βελγικό δίκαιο η από 3-5-1999 αγωγή ήταν απαράδεκτη και η προβαλλομένη με αυτήν αξίωση παραγεγραμμένη και (β) στην από 8-9-1999 μήνυση η αναιρεσείουσα εμφανίζεται ως συναυτουργός της καταγγελλόμενης πράξης, ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί άρνηση της αγωγής, διέλαβε δε σχετικά πλήρεις αιτιολογίες για τα ζητήματα αυτά, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (α) η άσκηση της ως άνω αγωγής αναγνωρίσθηκε από τις εναγόμενες με το από προαναφερθέν από 5-3-2002 συμφωνητικό (β) η παραπάνω μήνυση στρεφόταν κατά του Δ.

Κ. και όχι κατά της αναιρεσείουσας, η κατά της οποίας δίωξη ήδη εκκρεμούσε. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθώς και αμφότεροι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου (Β) Έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν (ως αναπόδεικτο) τον ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων περί καταβολής στον ενάγοντα, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του, έναντι της οφειλής τους και ποσού 70.432,87 € (πέραν του γενομένου δεκτού με την προσβαλλομένη απόφαση ποσού 689.646 €), στο πόρισμα δε αυτό κατέληξε, κατά την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, αφού συνεκτίμησε, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ώστε σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, στην οποία μάλιστα γίνεται λεπτομερής ανάλυση και εκτίμηση των σχετικών με τον ισχυρισμό αυτόν αποδεικτικών μέσων και δη των προσκομισθέντων εγγράφων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τ' αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (παραστατικά καταβολών) σε σχέση με την καταβολή και του ως άνω ποσού, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος (και τελευταίος) κύριος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 8 και11 περ.

γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατ' αμφότερα τα σκέλη του.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. άρθ. 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2010 αίτηση και τους επ' αυτής από 25-8-2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 4935/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ