Legislator Case Law & Legislation
1464/2019 AI generated

Supreme Court overturns appeal court ruling on pension cap constitutionality and remands case for full calculation.

Case Number 1464/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the First Instance Court's dismissal of the appeal, ruling that the pension cap was unconstitutional for retirees leaving within five years. The Court found the lower courts erred by applying the cap and failing to use the correct transitional calculation method for pre-2004 retirees. Consequently, the case was remanded for a full recalculation of the lump-sum benefit without the cap.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 22(5) of the Constitution; The State's obligation to provide equal social security benefits to employees requires that statutory caps on lump-sum pensions be unconstitutional if they create arbitrary discrimination without sufficient public interest justification, necessitating a full recalculation of benefits for those within the transitional period.

Keywords

AI generated
constitutional equality principle social security lump sum pension cap unconstitutionality transitional provisions remand for recalculation

Cited Legislation

AI generated
Articles 4(1) and 22(5) of the Constitution
Article 24 of the new Statute
Article 34 of the old Statute
Article 57(3) of Law 2084/1992
Article 17 of the new Statute

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1464 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1464/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ... 3) Α. Π. του Μ., κατοίκου ... 4) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... 5) Β. Χ. του Α., κατοίκου ... και 6) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου(Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βυτινιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 169/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1457/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-2-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος-αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.

Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων.

Όταν, όμως, το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.

Περαιτέρω, η Φ46/3239/23.2.1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β' 108) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:

α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιριών.

Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".

Εξάλλου, η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει, ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις: α) ... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου...

ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4) αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής:

Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος".

Ακολούθως, το άρθρο 37 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α' 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993" Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίζει ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".

Εξάλλου, ο ίδιος Ν. 2084/1992 στο άρθρο 57 του Δ'Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992" ορίζει τα εξής: "1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: 1) ... 2 ... 3) Αγροτικής .... και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας "Η Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.

Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος 2) ... 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1. 1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης, 4) (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν, δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του Ν. 2676/99 ΦΕΚ Α' 1).

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγουμένης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων". Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και, ειδικότερα, η απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (7/οικ. 1231/1.6.93 (ΦΕΚ Β' 404) και οι αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ. 1490/24.8.94 (ΦΕΚ Β' 653) και 7/οικ. 1237/6.7. 95 (ΦΕΚ Β' 646)), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994 και 1995, αντιστοίχως.

Από τις εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό Κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους και ειδικότερα, σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε 1.1.1993 και έως την έξοδο των μισθωτών από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων, όσο και της εργοδότριας Τράπεζας με τη διαφορά ότι οι εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες.

Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ' έως ε' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εργασίες της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιριών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του εν λόγω Ταμείου) πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επιδίκου εφ' άπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω Κλάδου Πρόνοιας.

Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Εξ άλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου έτσι, ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (ΑΕΔ 5/2007, Ολ.

ΑΠ 17/2005). Τέλος, στο άρθρο 24 παρ. 5 του Καταστατικού του αναιρεσίβλητου ορίζονται τα εξής: "για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο συλλογισμού''. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησαν σ' αυτήν μέχρι την 4-12-2008 ο πρώτος, 1-1-2009 ο δεύτερος, 18-5-2006 ο τρίτος, 12-9-2008 ο τέταρτος, 6-5-2006 ο πέμπτος και 30-11-2007 ο έκτος, οπότε αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, λόγω συνταξιοδότησης, έχοντας συμπληρώσει 36, 38, 32, 34, 33 και 36 περίπου £ΧΠ υπηρεσίας αντιστοίχως.

Από της πρόσληψής τους στην ΑΤΕ ασφαλίσθηκαν στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού Α.Τ.Ε". Με την υπ' αριθμ. Φ. 80000/23358/1107/2004 κοινή ΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Τεύχος Β' , 2/7-1-2004), η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, ο κλάδος Πρόνοιας του ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού της ΑΤΕ, που ήταν ο αρμόδιος κλάδος για τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος, μετατράπηκε στο εναγόμενο ΝΙΉΔ με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ" (Α.Τ.Π.Ε ΑΤΕ), το οποίο αποτελεί αυτοτελή, αυτόνομο και αυτοδιοικούμενο φορέα που εδρεύει στην Αθήνα και είναι καθολικός διάδοχος του κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού της ΑΤΕ.

Οι ενάγοντες με τις από 4-12-2008, 5-1-2009, 18-5-2006, 12-9-2008, 5-4-2006 και 4-12-2007 αιτήσεις τους, αντιστοίχως, προς το εναγόμενο Ταμείο ζήτησαν την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος. Το εναγόμενο Ταμείο, εφαρμόζοντας το άρθρο 17 του ισχύοντος καταστατικού του, υπολόγισε το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούνται να λάβουν οι ενάγοντες στο ποσό των 99.605,92 ευρώ ο πρώτος, 131.375,62 ευρώ ο δεύτερος, 85.799,59 ευρώ ο τρίτος, 117.059,06 ευρώ ο τέταρτος, 73.089,63 ευρώ ο πέμπτος και 117.428,14 ευρώ ο έκτος, τα οποία και κατέβαλε στους ενάγοντες, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους.

Η καταβολή των ως άνω για εφάπαξ βοήθημα, έγινε σύμφωνα με την ανωτέρω ειδική μεταβατική διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 24 του καταστατικού του εναγομένου Ταμείου, η οποία έχει εφαρμογή εν προκειμένω, αφού οι ενάγοντες αποχώρησαν από την ΑΤΕ στις 4-12-2008, 1-1-2009, 18-5- 2006, 12-9-2008, 6-5-2006 και 30-11-2007, αντιστοίχως, ήτοι εντός της πενταετίας από της έναρξης εφαρμογής του καταστατικού του εναγομένου Ταμείου (9-2-2004), δεδομένου ότι τα ποσά αυτά δεν είναι λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν οι ενάγοντες αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/1992).

Ειδικότερα, τα ποσά αυτά των 99.605,92 ευρώ, 131.375,62 ευρώ, 85.799,59 ευρώ, 117.059,06 ευρώ, 73.089,63 ευρώ και 117.428,14 ευρώ, αντιστοίχως, που εισέπραξαν οι ενάγοντες για εφάπαξ βοήθημα, ναι μεν είναι χαμηλότερα εκείνων που θα ελάμβαναν βάσει του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού του Ταμείου, χωρίς την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, η οποία κρίθηκε αντισυνταγματική με τις υπ' αριθμ. 3,4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, και τα οποία ανέρχονται σε 137.489,63 ευρώ, 164.709,90 ευρώ, 133.455,35 ευρώ, 171.097,47 ευρώ, 100.501,93 ευρώ και 165.932,72 ευρώ, αντιστοίχως, (βλ.

υπ' αριθμ. 173/28-8-2009, 271/9-10-2009, 114/29-6-2009, 138/10-8-2009, 2475/1- 8-2007 και 2905/8-7-2008 πράξεις του εναγομένου). Πλην όμως είναι ασυγκρίτως υψηλότερα εκείνων που θα ελάμβαναν σύμφωνα με το παλαιό καταστατικό υπό τον περιορισμό (πλαφόν) του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, και τα οποία ανέρχονται σε 67.012,04 ευρώ, 70.734,93 ευρώ, 54.516,70 ευρώ, 62.048,18 ευρώ, 56.220,35 ευρώ και 63.784,54 ευρώ, αντιστοίχως.

Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για εφαρμογή της ως αντισυνταγματικής κριθείσας επιβολής ανωτάτου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα, αφού τα ποσά του εφάπαξ βοηθήματος που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες είναι ασυγκρίτως υψηλότερα του ανωτάτου ορίου του άρθρου 57 παρ.3 του Ν. 2084/1992, αλλά για ειδική ρύθμιση του καταστατικού του εναγομένου ταμείου στα πλαίσια της καταστατικής ελευθερίας και της εξασφάλισης της αναλογιστικής του ισορροπίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, με την οποία καθορίζεται το ελάχιστο ποσό το οποίο μπορεί να καταβληθεί από το εναγόμενο Ταμείο στους ασφαλισμένους οι οποίοι αποχωρούν από την Τράπεζα εντός του χρονικού διαστήματος από 9-2-2004 έως 9-2-2009 και η οποία (μεταβατική διάταξη) τέθηκε με σκοπό να ενισχυθούν οι ασφαλισμένοι που σε διάστημα μιας πενταετίας από της έναρξης εφαρμογής του νέου καταστατικού θα ελάμβαναν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/1992).

Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το εναγόμενο κακώς εφάρμοσε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του ισχύοντος καταστατικού και υπολόγισε το εφάπαξ βοήθημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 αυτού, ενώ θα έπρεπε να υπολογισθεί μόνο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού και χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, και ότι επομένως εκ της αιτίας αυτής δικαιούνται να λάβουν τις προκύπτουσες ως άνω επίδικες διαφορές, είναι αβάσιμος στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί.

Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη..." Mε βάση αυτά το Εφετείο αφού δέχθηκε τυπικά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως ότι η ένδικη αγωγή, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, όμως με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εσφαλμένα οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα του και μη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή αλλά και υπό τα δεδομένα που έγιναν δεκτά, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον οι αναιρεσείοντες απεχώρησαν εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 24 που ανωτέρω καταστατικού πενταετίας, ο υπολογισμός του ύψους του καταβλητέου σ' αυτούς ''εφάπαξ'' έπρεπε να γίνει πλήρης, ήτοι αφ' ενός μεν χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν.2084/1992, δηλαδή χωρίς το προβλεπόμενο ανώτατο όριο (πλαφόν) του παραπάνω άρθρου, το οποίο κρίθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή της απόφασης αυτής, ως αντισυνταγματικό με τις υπ' αριθμ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ που δημοσιεύθηκαν την 16-4-2007, αφ' ετέρου δε με εφαρμογή της μεταβατικής ως άνω διατάξεως του άρθρου 24 του νέου καταστατικού και του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού, το οποίο ίσχυε πριν κατά το έτος 2004 ισχύ του νέου, δεδομένου ότι σύμφωνα με την εν λόγω μεταβατική διάταξη ο υπολογισμός του ύψους της εφάπαξ παροχής έπρεπε να γίνει με τον ''παλαιό τρόπο'' (βασικό μισθός x 14x255%) και όχι κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του νέου καταστατικού (μέσος όρος πενταετίας τακτικών αποδοχών x398/12x0,900) (AP 974/2017, AP 667/2015, ΑΠ 215/2015, ΑΠ 816/2014, ΑΠ 787/2014).

Τέλος, και όσον αφορά τους τρίτο και πέμπτο των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων Α. Π. και Β. Χ., οι οποίοι συνταξιοδοτήθηκαν την 18-5-2006 και 6-5-2006 αντίστοιχα, η διάταξη του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 με βάση την οποία υπολογίσθηκε το ύψος του καταβλητέου σ' αυτούς ποσόν, κατά τα ανωτέρω, είχε ήδη κριθεί αντισυνταγματική κατά τον χρόνο συνταξιοδότησης αυτών σύμφωνα με την υπ' αριθμ, 17/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επακολουθήσαν δε οι ως άνω αποφάσεις του ΑΕΔ με όμοιο περιεχόμενο και ανεξαρτήτως από αυτές.

Επομένως αμφότεροι οι λόγοι της αίτησης αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας είναι βάσιμοι.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι χρειάζεται διευκρίνηση της υπόθεσης κατά το ουσιαστικό μέρος της πρέπει να παραπεμφθεί απ' αυτή προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλον δικαστή (αρθ., 580 παρ.3) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2) που κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, την υπ' αρΙθμ 1457/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλη δικαστή και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσείοντων ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ