Supreme Court remands pension fund case to clarify if new rules guarantee benefits not lower than old regime ceiling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded a pension dispute to the Athens Court of First Instance for further examination. The plaintiff argued that the new pension fund's rules violated constitutional equality by potentially capping benefits lower than the old regime's ceiling. The Court agreed that the new rules must ensure benefits are not less than the previous maximum, but found the lower court's interpretation insufficient to resolve the specific calculation conflict. Consequently, the case was sent back to the same court with a new panel to determine the exact financial outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(5) of the Constitution; The legislature is bound not to treat similar cases differently unless justified by public interest, and pension regulations must ensure that benefits under new schemes are not lower than those available under the old regime.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 787 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 787/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Βλάχο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Α.Τ.Π.Ε.-Α.Τ.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 500/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4335/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/6/2013 αίτησή του και τους από 12/12/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 3/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1ου, 2ου και 3ου κυρίων καθώς και των προσθέτων αναιρετικών λόγων της ένδικης αίτησης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων.
Όταν, όμως, το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
Εξάλλου, η Φ46/3239/23.2.1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β` 108) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:
α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην AT.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιριών.
Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".
Εξάλλου, η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει, ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις: α) ... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου...
ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4) αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής:
Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος".
Περαιτέρω, το άρθρο 37 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α` 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ` Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993" Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίζει ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".
Εξάλλου, ο ίδιος Ν. 2084/1992 στο άρθρο 57 του Δ` Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992" ορίζει τα εξής: "1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: ....και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας "H Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.
Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος 2) ... 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.
Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1. 1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης, 4) (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν, δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του Ν. 2676/99 ΦΕΚ Α` 1).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγουμένης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων". Κατ` εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και, ειδικότερα, η απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (7/οικ. 1231/1.6.93 (ΦΕΚ Β` 404) και οι αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ. 1490/24.8.94 (ΦΕΚ Β` 653) και 7/οικ. 1237/6.7. 95 (ΦΕΚ Β` 646)), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994 και 1995, αντιστοίχως.
Επειδή, από τις εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό Κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν κα` όλο το χρόνο ασφαλίσεως του καθ` ου μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους και, ειδικότερα, σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε 1.1. 1993 και έως την έξοδο του καθ` ου από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων, όσο και της εργοδότριας Τράπεζας με τη διαφορά ότι οι εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες.
Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ` έως ε` της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εργασίες της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιριών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του εν λόγω Ταμείου) πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επιδίκου εφ` άπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω Κλάδου Πρόνοιας.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Εξ άλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου έτσι, ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (ΑΕΔ 5/2007, Ολ.
ΑΠ 17/2005). Τέλος, στο άρθρο 24 παρ. 5 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος ορίζονται τα εξής: "για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού". Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Ο εφεσίβλητος - ενάγων προσλήφθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 31-5- 1976, με το βαθμό του Λογιστή Β' (Οικονομικών)και υπηρέτησε σ' αυτήν μέχρι την 1-1-2008, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω συνταξιοδότησης σε ηλικία 64 ετών, έχοντας συμπληρώσει 31 έτη και 7 μήνες συνεχούς υπηρεσίας.
Από της πρόσληψής του στην Α.Τ.Ε. ασφαλίστηκε στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Α.Τ.Ε". Όπως προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθμ. Φ. 80000/233 58/1 107/2004 κοινή ΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Φ.Ε.Κ. Τεύχος Β', 2/7-1- 2004), η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, ο Κλάδος Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού της Α.Τ.Ε., που ήταν ο αρμόδιος κλάδος για τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος, μετατράπηκε στο εκκαλούν - εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ" (Α.Τ.Π.Ε.
ΑΤΕ), το οποίο αποτελεί αυτοτελή, αυτόνομο και αυτοδιοικούμενο φορέα που εδρεύει στην Αθήνα και είναι καθολικός διάδοχος του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού της Α.Τ.Ε. Ο εφεσίβλητος - ενάγων με την από 2-1-2008 αίτησή του προς το εκκαλούν - εναγόμενο Ταμείο ζήτησε την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος.
Το εκκαλούν Ταμείο εφαρμόζοντας το άρθρο 17 του ισχύοντος καταστατικού και συγκεκριμένα τον ανωτέρω τύπο: Συντάξιμες Αποδοχές Χ Χρόνος Ασφάλισης Χ συντ. ΒΧ συντ. Α, όπου οι συντάξιμες αποδοχές (Μ.Ο πενταετίας)του εφεσιβλήτου ανέρχονταν σε 4.816,12 ευρώ, ο χρόνος ασφάλισης σε 398/12, ο συντελεστής Β σε 0,90 και ο συντελεστής Α σε 1, με την υπ' αριθμ. 2792/29/15-1-2008 πράξη απονομής εφάπαξ υπολόγισε το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούται να λάβει ο εφεσίβλητος - ενάγων στο ποσό των 143.761,18 ευρώ (Μ.Ο πενταετίας 4.816,12 ευρώ Χ 398/12 Χ 0,90 Χ 1), το οποίο και κατέβαλε στον εφεσίβλητο, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους.
Η καταβολή του ως άνω ποσού των 143.761,18 ευρώ για εφάπαξ βοήθημα, έγινε σύμφωνα με την ανωτέρω ειδική μεταβατική διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 24 του καταστατικού του εκκαλούντος Ταμείου, η οποία έχει εφαρμογή εν προκειμένω, αφού ο εφεσίβλητος αποχώρησε από την Α.Τ.Ε. την 1-1-2008, ήτοι εντός της πενταετίας από της έναρξης εφαρμογής του καταστατικού του εκκαλούντος Ταμείου (9-2-2004), δεδομένου ότι το ποσό αυτό δεν είναι λιγότερο από αυτό που θα ελάμβανε ο εφεσίβλητος αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/1992).
Ειδικότερα, το ποσό αυτό των 143.761,18 ευρώ που εισέπραξε ο εφεσίβλητος για εφάπαξ βοήθημα, ναι μεν είναι χαμηλότερο εκείνου που θα ελάμβανε βάσει του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού του Ταμείου, χωρίς την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, η οποία ορίζει ότι το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών και η οποία κρίθηκε αντισυνταγματική με τις υπ' αριθμ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 182.123,55 ευρώ (βλ.
την ως άνω πράξη του εκκαλούντος). Πλην όμως, είναι ασυγκρίτως υψηλότερο εκείνου που θα ελάμβανε σύμφωνα με το παλαιό καταστατικό υπό τον περιορισμό (πλαφόν) του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992 και το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 58.469,16 ευρώ (10.000.000 δρχ ή 52.012,75 ευρώ Χ 33/35). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για εφαρμογή της ως αντισυνταγματικής κριθείσας επιβολής ανωτάτου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα, αφού το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που κατεβλήθη στον εφεσίβλητο είναι ασυγκρίτως υψηλότερο του ανωτάτου ορίου του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, αλλά για ειδική ρύθμιση του καταστατικού του εκκαλούντος Ταμείου στα πλαίσια της καταστατικής ελευθερίας και της εξασφάλισης της αναλογιστικής του ισορροπίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, με την οποία καθορίζεται το ελάχιστο ποσό το οποίο μπορεί να καταβληθεί από το εκκαλούν Ταμείο στους ασφαλισμένους οι οποίοι αποχωρούν από την Τράπεζα εντός του χρονικού διαστήματος από 9-2-2004 έως 9-2-2009 και η οποία (μεταβατική διάταξη) τέθηκε με σκοπό να ενισχυθούν οι ασφαλισμένοι που σε διάστημα μιας πενταετίας από της έναρξης εφαρμογής του νέου καταστατικού, θα ελάμβαναν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό με πλαφόν του Ν. 2084/1992).
Επομένως, ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι το εκκαλούν Ταμείο όφειλε να του καταβάλει εφάπαξ βοήθημα ποσού 182.123,55 ευρώ, δηλαδή το ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων Πρόνοιας Προσωπικού Α.Τ.Ε., για το λόγο ότι το ποσό αυτό είναι μεγαλύτερο από το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που προκύπτει από τον υπολογισμό του άρθρου 17 του καταστατικού του και δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992 και επομένως ότι δικαιούται να λάβει τη διαφορά μεταξύ του δικαιουμένου και του καταβληθέντος ποσού, ήτοι το ποσό των 38.369,37 (182.123,55 - 143.761,18) ευρώ, είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ν' απορριφθεί".
Με βάση αυτά, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, στη συνέχεια απέρριψε αυτήν, ως μη νόμιμη. Όμως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εσφαλμένα οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του και μη ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού, υπό τα δεδομένα αυτά και εφόσον ο αναιρεσείων απεχώρησε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 24 του ανωτέρω Καταστατικού πενταετίας, ο υπολογισμός του ύψους του καταβλητέου σ' αυτόν "εφάπαξ" έπρεπε να γίνει πλήρης, ήτοι αφενός μεν χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084|1992, αφετέρου δε με εφαρμογή της μεταβατικής ως άνω διατάξεως του άρθρου 24 και του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού, το οποίο ίσχυε πριν την, κατά το έτος 2004 ισχύ του νέου, αφού, σύμφωνα με την εν λόγω (μεταβατική) διάταξη, ο υπολογισμός του ύψους του εφάπαξ έπρεπε να γίνει με τον "παλαιό τρόπο" (βασικός μισθός Χ14 Χ 255%) και όχι κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του νέου Καταστατικού (μ.ο πενταετίας τακτικών αποδοχών Χ 398|12 Χ 0,900 - βλ.
σχ. Α.Π. 794|2013, Α.Π. 1770|2012, Α.Π. 7,8,10|2012,). Επομένως, και κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο, η ένδικη αίτηση, με την οποία, με τους τρεις πρώτους καθώς και με τους προσθέτους λόγους της, όπως αυτοί εκτιμώνται, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη.
Κατά τη γνώμη, όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, ήτοι του Αρεοπαγίτη Χριστοφόρου Κοσμίδη, ¨με την ΥΑ Φ.46/3239/1987 Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 108/1987), τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ανασυντάχθηκε το καταστατικό του "Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΑΤΕ). Με το άρθρο 34 του καταστατικού αυτού καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και ο τρόπος υπολογισμού του εφ' άπαξ βοηθήματος, το οποίο, κατά περίπτωση, χορηγείται στους υπαλλήλους της Τράπεζας που αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία για διάφορους λόγους.
Ακολούθως, με το άρθρο 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 εισήχθη ο περιορισμός ότι "Το ακαθάριστο ποσό του εφ' άπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών" (= 29.347,03 ευρώ). Στους φορείς του άρθρου 57 παρ.1 του ν. 2084/1992, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγεται ρητώς και το εν λόγω Ταμείο.
Η διάταξη, όμως, του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, στο μέτρο που περιορίζει το εφ' άπαξ βοήθημα, όταν αυτό έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα (πράγμα που συμβαίνει όταν καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο, το οποίο σχηματίζεται αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων είτε και του εργοδότη που τους απασχολεί, ανεξαρτήτως, μάλιστα, του ύψους των εισφορών του εργοδότη), κρίθηκε αντισυνταγματική (ΑΕΔ 3-5/2007, ΟλΑΠ 17/2005, ΑΠ 794/ 2013, ΑΠ 1769/2012, ΣτΕ 3400/2009) και, κατά συνέπεια, μη εφαρμόσιμη.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ.20 εδ.α' του ν. 3029/2002 (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 138 παρ.8 του ν. 3655/2008), σε μια προσπάθεια ορθολογικής αναμόρφωσης του συστήματος επικουρικής ασφάλισης με στόχο τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, μεταξύ άλλων ορίσθηκε και ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το διοικητικό συμβούλιο εκάστου ταμείου".
Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ Φ.80000/23358/1107/2004 (ΦΕΚ Β' 2/2004), με την οποία μετετράπη ο κλάδος προνοίας του "Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ" σε αυτοτελές ΝΠΙΔ και αποτέλεσε το εναγόμενο Ταμείο (ήδη αναιρεσίβλητο). Με την ίδια ΚΥΑ εγκρίθηκε το καταστατικό του νέου Ταμείου. Στο άρθρο 17 του καταστατικού του εναγομένου καθορίσθηκαν και πάλι οι προϋποθέσεις και ο τρόπος υπολογισμού του εφ' άπαξ βοηθήματος, με τρόπο, όμως, που είναι δυσμενέστερος εκείνου, τον οποίο προέβλεπε το καταστατικό του παλαιού, ενιαίου Ταμείου.
Στο άρθρο 24 παρ.5 του καταστατικού του εναγομένου, ως μεταβατική διάταξη και από διάθεση επιείκειας προς τους παλαιούς ασφαλισμένους, ορίσθηκε ότι "Για όσους [Όσοι] αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992)".
Εν όψει του ότι η διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 του νέου καταστατικού τέθηκε σε χρόνο (7-1-2004) κατά τον οποίο δεν είχαν εκδοθεί ακόμη οι ως άνω αποφάσεις περί της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 (οι αποφάσεις εκδόθηκαν κατά το έτος 2005 και μετέπειτα), καθίσταται σαφές ότι η επιείκεια, η οποία υπαγόρευσε το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 24 παρ.5, απέβλεπε στο να μην είναι μικρότερο το καταβλητέο ποσό του βοηθήματος, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 17 του καταστατικού του εναγομένου, είτε από το ποσό του βοηθήματος με βάση το άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού (εάν αυτό ήταν έλασσον του ποσού των 29.347,03 ευρώ) είτε από το ποσό των 29.347,03 ευρώ (εάν το ποσό με βάση το άρθρο 34 ήταν μείζον των 29.347,03 ευρώ, ήτοι του πλαφόν που τότε εφαρμοζόταν).
Με άλλα λόγια, δηλαδή, η δια του άρθρου 24 παρ.5 του καταστατικού του εναγομένου αναφορά στο πλαφόν του ν. 2084/1992 δεν έγινε για να περιορίσει το ύψος του βοηθήματος, οπότε η λειτουργία του πλαφόν θα ήταν απαγορευμένη ως αντισυνταγματική, αλλά για να εξασφαλίσει στους συνταξιούχους τη βεβαιότητα ότι, εξερχόμενοι από την ενεργό υπηρεσία μετά την έναρξη της ισχύος του καταστατικού του νέου Ταμείου, δεν θα λάβουν εφ' άπαξ παροχή μικρότερη, από εκείνη που θα ελάμβαναν με το παλαιό καθεστώς, που προέβλεπε, βέβαια, το ανώτατο όριο του ν. 2084/1992, το οποίο είχαν υπ' όψη τους τα πρόσωπα που κατάρτισαν το νέο καταστατικό, διότι δεν είχε κριθεί ακόμη αντισυνταγματικό.
Άλλως, εάν στην πρόθεση των συντακτών του καταστατικού του νέου Ταμείου (του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου), το οποίο ως προς τις κανονιστικές του ρυθμίσεις έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ήταν το να μην είναι μικρότερο το ποσό του βοηθήματος, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 17 αυτού, από το ποσό που προέκυπτε με εφαρμογή του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού ανεξαρτήτως του πλαφόν, θα είχαν διαλάβει διάταξη στην οποία, με πολύ σαφέστερο τρόπο, θα οριζόταν ότι "η νέα ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τους υπαλλήλους που θα συνταξιοδοτηθούν κατά τη διάρκεια μιας πενταετίας μετά την έναρξη εφαρμογής της".
Τέτοια διάταξη, όμως, δεν υπήρξε, με συνέπεια οι ρυθμίσεις του νέου καταστατικού να είναι υποχρεωτικές και για τους εν λόγω ασφαλισμένους, υπό την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 24 παρ.5 αυτού (εγκριθέντος με την ΚΥΑ Φ.80000/23358/1107/2004), της οποίας η αληθινή έννοια είναι αυτή που αναφέρθηκε. Σύμφωνα με τη μειοψηφούσα γνώμη, το Εφετείο, που δέχθηκε πάντα τα ανωτέρω, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
Π' αυτό και οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων θα έπρεπε να κριθούν αβάσιμοι.¨ Μετά από αυτά, και εφόσον παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, δεδομένου ότι χρειάζεται διευκρίνιση της υπόθεσης, κατά το ουσιαστικό μέρος της, πρέπει να παραπεμφθεί αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4335/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών,
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ