Legislator Case Law & Legislation
974/2017 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal for lack of direct legal interest in a future tender participation right.

Case Number 974/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a tender bid by a football federation. The court held that the appellant lacked a direct and present legal interest because the right to participate in a future, unspecified tender was merely hypothetical. Consequently, the court rejected the claim for annulment of the lower court's decision and ordered the costs to be shared.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 70 of the Code of Civil Procedure; A third party must have a direct and present legal interest to seek the recognition of a contract's invalidity, which requires an existing uncertainty regarding their legal relations, not a hypothetical future possibility.

Keywords

AI generated
legal interest requirement direct and present interest tender participation rights annulment of judgment third party standing hypothetical legal relations Greek civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 70 of the Code of Civil Procedure
Articles 174, 180 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 39/2016
Case 772/2014
Case 205/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 974 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 974/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ" (ΕΠΟ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χριστόφορο Αργυρόπουλο και Δημήτριο Σιώτο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... AE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου - Αλμπανίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 731/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2026/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 12-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 13-7-2015 αίτησης για αναίρεση της 2026/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 70 ΚΠολΔ και 174, 180 ΑΚ προκύπτει ότι και ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος στη σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ άλλων, έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της, όταν γι’ αυτό έχει έννομο συμφέρον. Το έννομο όμως συμφέρον του, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (αρθρ.73 ΚΠολΔ), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν.

Άμεσο δε έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, όπως μιας άκυρης δικαιοπραξίας, προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού(άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.

Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον, όταν η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες (ΑΠ 39/2016, 772/2014, 205/2014). Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος την με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής προστασία, μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα όμως του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που το δικαιολογούν (Ολ.ΑΠ 25/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθρ.561 παρ.2ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 18-2-2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε, για τους λόγους που εκθέτει σ’ αυτή, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 18-1-2013 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ (ΕΠΟ)" και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία, 1)ακυρώθηκε η δική της συμμετοχή στον πλειοδοτικό διαγωνισμό παραχώρησης των τηλεοπτικών δικαιωμάτων μετάδοσης αγώνων ποδοσφαίρου του Κυπέλλου Ελλάδος της περιόδου 2013-2016 και 2)αναδείχθηκε, πλειοδότρια και παραχωρήθηκαν τα εν λόγω δικαιώματα στην εταιρία "...

Ltd". H προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία ζήτημα της ύπαρξης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος για την θεμελίωση της αγωγής ως προς το άνω με αριθμό 2 αίτημα της δέχθηκε το εξής: "Αποδείχθηκε εξάλλου ότι συντρέχει έννομο συμφέρον στην ενάγουσα - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής.

Και τούτο διότι με την αναγνώριση...της ακυρότητας της επίμαχης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου που εκφράζει τη δικαιοπρακτική βούληση της εναγομένης Οποσπονδίας (ήδη αναιρεσείουσας)... η ενάγουσα αποκτά τη δυνατότητα να μετάσχει (εκ νέου) στη διεκδίκηση της επίδικης άδειας εκμετάλλευσης εφόσον πληροί την περιοριστική και αναγκαία προϋπόθεση της ως άνω διάταξης (ενν.

του άρθρου 84 του ν.2725/1999) (είναι ραδιοτηλεοπτικός φορέας). Είναι λοιπόν πρόδηλο το έννομο συμφέρον της ενάγουσας, αφού η ύπαρξη της άκυρης αυτής απόφασης δημιουργεί αντικειμενικά .....άμεσο κίνδυνο για τα έννομα συμφέροντα της ενάγουσας που δεν μπορεί να αποτραπεί παρά μόνον μέσω της συγκεκριμένης αποφάσεως που αναγνωρίζει το ανενεργές (λόγω της ακυρότητας) του σκοπούμενου αποτελέσματος.

Το γεγονός δε, ότι προηγουμένως η ενάγουσα αποκλείσθηκε από τον πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενεργήθηκε λόγω μη κατάθεσης της εγγυητικής επιστολής δεν αναιρεί την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, με δεδομένο μάλιστα ότι η τελευταία και η "... ltd" ήσαν οι μόνοι ενδιαφερόμενοι (υποψήφιοι ανάδοχοι) στο συγκεκριμένο διαγωνισμό και ουδείς έτερος πλειοδότης υπήρξε που να μετέχει νόμιμα στη διαδικασία διεκδίκησης".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο είχε προβάλει την σχετική έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. ‘ Ετσι που έκρινε όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεχόμενη ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος για την επιδίωξη της αναγνώρισης της ακυρότητας της επίμαχης απόφασης της αναιρεσίβλητης, συνιστάμενο στη δυνατότητα συμμετοχής της σε ένα νέο διαγωνισμό στον οποίο μάλιστα, θεώρησε ως δεδομένο ότι η ίδια θα ήταν και η μοναδική πλειοδότης, επειδή στον επίδικο δεν υπήρξε άλλη συμμετοχή.

Η απλή δυνατότητα όμως συμμετοχής της αναιρεσίβλητης, (που πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τις μη ελεγχόμενες με την ένδικη αίτηση παραδοχές της προσβαλλόμενης είχε τελεσίδικα αποκλειστεί από τον επίδικο διαγωνισμό, με αποτέλεσμα η τυχόν αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής, να μην της δημιουργεί δικαίωμα επ’ αυτού), σε ένα άλλο διαγωνισμό (που δεν είχε προκηρυχθεί, οι όροι του οποίου ήταν άγνωστοι, όπως και ο αριθμός των υποψηφίων), αφορά μία ενδεχόμενη, μελλοντική και υποθετική έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων, η οποία δεν μπορεί να προστατευθεί με την αιτούμενη δικαστική προστασία, λόγω έλλειψης του απαιτούμενου άμεσου και παρόντος εννόμου συμφέροντος.

Επομένως, είναι βάσιμη η προβληθείσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης σχετική αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού. Εν’ όψει δε του ότι, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, εφοσον η από 18-2-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ.580 παρ.3 εδ.α), να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα από 12 Μαρτίου 2014 έφεση κατά της 731/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να γίνει αυτή δεκτή (κατά τον προαναφερθέντα λόγο της που αφορά στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος), να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την ανωτέρω αγωγή και να απορριφθεί η τελευταία. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από την ίδια παραβόλου (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) τόσο για την άσκηση της αναίρεσης, όσο και της έφεσης και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθρ.179 εδ.τελευταίο,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2026/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την από 12 Μαρτίου 2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 731/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξαφανίζει την ανωτέρω απόφαση, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την από 18 Φεβρουαρίου 2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης

Απορρίπτει την άνω αγωγή (κατά το ίδιο μέρος).

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα των παραβόλων που είχε καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης και της έφεσής της.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα όλων των βαθμών δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ