Legislator Case Law & Legislation
1460/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against detention order citing lack of proportionality argument and enforcement necessity.

Case Number 1460/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to annul a first-instance judgment ordering personal detention. The appellant argued the detention was disproportionate and used as pressure for debt collection, but the court found no specific challenge to the duration or substantive grounds. Consequently, the court ruled the detention was a necessary and proportional measure for enforcement given the debtor's lack of assets.

Legislator headnote

AI generated

Art. 10 AC; Art. 1 of Law 791/1978; Art. 559(1), (19) CPolD; Art. 2(1), 25 Constitution: The Supreme Court's review of personal detention orders is limited to duration and proportionality; vague claims of inability to pay without challenging the measure's necessity or length are inadmissible.

Keywords

AI generated
personal detention order enforcement measure proportionality principle annulment appeal debt collection pressure lack of assets CPolD Art 559

Cited Legislation

AI generated
Art. 10 AC
Art. 1 of Law 791/1978
Επειδή κατά το άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση "μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες".
Art. 559(1), (19) CPolD
Art. 2(1), 25 Constitution
Art. 495 CPolD
Art. 176, 183, 191 CPolD
Law 2462/1997

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1460 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1460/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Η. Χ.. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξ. Α..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2017 που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του ίδιου Δικαστηρίου, 2020/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 497/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-8-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα, που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του.

Ως "έδρα" δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν.791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν 27/1975 ή των ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται, ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.

Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν.791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους, διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν 27/1975. Οι παραπάνω αναφερθείσες δύο περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ` απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, εταιρείες των οποίων τα όργανα διοίκησης λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη "εθνικότητα" ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδος.

Αν, συνεπώς, διαπιστωθεί, ότι η πραγματική έδρα της εταιρείας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ίδρυσης (σύστασης και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρεία είναι άκυρη και θεωρείται ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, οι δε εταίροι των εταιρειών αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012.

Τούτο, όμως, δεν ισχύει, προκειμένου περί ναυτιλιακών εταιρειών πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών πλοίων υπό ελληνική σημαία ή πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, δυνάμει αδείας ή τα πλοία αυτών διαχειρίζονται ή διεχειρίζοντο γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών εγκατεστημένα εντός της ημεδαπής, δυνάμει ομοίως αδείας, καθόσον, κατά τα παραπάνω, διέπονται ως προς τη σύσταση, τη νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ευρίσκεται η καταστατική έδρα αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου διεύθυνσης των εταιρικών υποθέσεων.

Η άδεια εγκατάστασης των εταιρειών αυτών, των γραφείων ή των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα, χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται, κατά το άρθρο 25 του πιο πάνω νόμου, (Ν. 27/1975) όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 28 Ν. 814/1978, 77 παρ. 5 Ν. 1892/1990 και 4 Ν. 2234/1994, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έκτοτε επέρχονται και οι έννομες συνέπειές της.

Σε περίπτωση όμως που ανακληθεί η άδεια εγκατάστασης των ως άνω εταιρειών, οι εταιρείες αυτές, από τη δημοσίευση ομοίως της σχετικής υπουργικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία τους, επειδή δεν έχουν συσταθεί κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, θεωρούνται κατά τα ανωτέρω ως ομόρρυθμες "εν τοις πράγμασι" και τα μέλη της διοίκησης και οι μέτοχοι αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012 (ΟλΑΠ 2/2003, 2/1999, ΑΠ 1402/2021, ΑΠ 1183/2019, ΑΠ 803/2010, ΑΠ 812/2008).

Περαιτέρω, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρο 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρο 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 με το άρθρου 1 του ΝΔ 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.

Έτσι, δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής, όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν θα έχει κατά την έκδοση ή την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του, κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό.

Οι διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής (ΑΠ 1536/2000, 571/2010, 798/2010) και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του παραπάνω άρθρου με το άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ` εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.

Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ` αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της. Δεν αποκλείεται δε η αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής από το γεγονός ότι την υπέγραψε ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας, αφού στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και μάλιστα ανεξάρτητα από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής (AΠ 1183/2019, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 1069/2017, ΑΠ 1051/2012). Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, μη συναρτώμενη προς τη συνδρομή ευθύνης του νομικού προσώπου (ΑΠ 705/2007, ΑΠ 1031/2007, ΑΠ 1845/2006).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του, ή πρόκειται για ισχυρισμό, ο οποίος παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 382/2021, 268/2021, ΑΠ 231/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξη είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών, με την ιδιότητα του, ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που σύμφωνα με το καταστατικό της εδρεύει στις ..., στην πραγματικότητα όμως εδρεύει στην ...

και έχει αντικείμενο δραστηριότητας την διαχείριση πλοίων, εξέδωσε, περί τα τέλη του έτους 2010, στην ..., τρεις μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές με αριθμούς ..., της τράπεζας "....", ποσού 10.800 ευρώ, ... της τράπεζας "....", ποσού 21.000 ευρώ και ... της πρώτης ως άνω τράπεζας, ποσού 20.000 ευρώ, με φερόμενες ημεροχρονολογίες αντίστοιχα, 20-3-2011, 15-4-2011 και 15-6-2011, αντίστοιχα, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας "....", χάριν καταβολής των οφειλών της προς αυτήν από επισκευαστικές εργασίες επί πλοίων διαχείρισης της, με χρέωση των λογαριασμών, που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στις πληρώτριες τράπεζες.

Τις επίδικες επιταγές η εις διαταγήν δικαιούχος μεταβίβασε με οπισθογράφηση και παρέδωσε στον ενάγοντα, ο οποίος, ως νόμιμος κομιστής, τις εμφάνισε νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 24-3-2011, 15.4.2011 και 20.6.2011 αντιστοίχως, εντούτοις όμως αυτές δεν πληρώθηκαν, ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων βεβαιωμένου τούτου στα σώματα των επιταγών, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες βεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων των ανωτέρω τραπεζών.

Από τη μη πληρωμή των επιταγών ο ενάγων υπέστη ισόποση με την αξία των επιταγών περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 51.800 ευρώ. Ο εναγόμενος εξέδωσε τις επίμαχες μεταχρονολογημένες επιταγές μολονότι γνώριζε ότι ήταν αδύνατο να εξασφαλίσει τα αντίστοιχα χρηματικά κεφάλαια για την πληρωμή τους, έστω και κατά τους μεταγενέστερους φερόμενους χρόνους της έκδοσης και της πληρωμής τους, καθόσον η ως άνω διαχειριζόμενη και εκπροσωπούμενη από τον ίδιο εμπορική εταιρία αντιμετώπιζε, κατά τον επίδικο χρόνο της πραγματικής έκδοσης των επιταγών, σοβαρά οικονομικά προβλήματα, με κύρια συνέπεια την έλλειψη ρευστότητας προς εξόφληση των εμπορικών χρεών της, που δεν οφειλόταν σε πρόσκαιρη ταμειακή αδυναμία, αλλά αντίθετα σε γενική και μόνιμη αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά της χρέη, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κατάσταση πλήρους παύσης πληρωμών, όπως αποδεικνύεται ιδίως από την υπ' αριθμ. 3693/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εκουσίας δικαιοδοσίας, που έκρινε ότι συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις περί κήρυξης της σε πτώχευση, πλην όμως, ελλείψει επαρκών περιουσιακών στοιχείων, προς κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας, απέρριψε την σχετική αίτηση, καταχωρώντας όμως την καθ' ης η αίτηση ανωτέρω εταιρεία στα οικεία Μητρώα Πτωχεύσεων των αρμόδιων Δικαστηρίων, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Ενόψει των ανωτέρω, ο αρνητικός ισχυρισμός του εναγομένου περί του δόλου του για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση του, αφενός στο ότι η εκπροσωπουμένη απ' αυτόν εκδότρια εταιρία μετά την παύση πληρωμών στερούνταν τη δυνατότητα να πληρώσει τις επίδικες επιταγές και άρα θα είχε ποινική ευθύνη, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον συνεπεία της πτώχευσης, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του εναγόμενου διαχειριστή, που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές εντεύθεν δε και η αστική του ευθύνη προς αποζημίωση.

Τούτο, γιατί το αποτέλεσμα της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, που επήλθε με βάση το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν.3588/2007, που στερεί αυτοδικαίως τον πτωχεύσαντα της διοίκησης (διάθεσης και διαχείρισης) της πτωχευτικής περιουσίας και την επιλεκτική εξόφληση των εταιρικών χρεών, δεν επεκτείνεται και στην περιουσία του νομίμου αντιπροσώπου της πτωχεύσασας εταιρείας, του οποίου η ποινική και αστική ευθύνη από την έκδοση της ακάλυπτης και μη πληρωθείσας επιταγής διατηρείται, χωρίς να επηρεάζεται από την επελθούσα, λόγω της πτώχευσης, μεταβολή στη νομική κατάσταση της εταιρίας και με δεδομένο ότι η πτώχευση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, όπως εν προκειμένω, δεν επάγεται κατά νόμο αυτόθροη συμπτώχευση και του νομίμου εκπροσώπου της, όπως συμβαίνει στην ομόρρυθμη εταιρία (ΑΠ 271/2015).

Αφετέρου δε αλυσιτελώς επιχειρείται η θεμελίωση της έλλειψης του αναγκαίου στοιχείου του δόλου του εναγομένου, στην μη πληρωμή των επιταγών από ανωτέρα βία, που συνίσταται, κατά τους ισχυρισμούς του, στην καταγγελία των δανειακών συμβάσεων της εκδότριας εταιρείας και εντεύθεν την διακοπή χρηματοδότησης της από τα αγγλικά κεφάλαια, εν συνεχεία δε την ανεπιτυχή προσπάθεια εξαγοράς του δανείου από την ελληνική τράπεζα ..., την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό των πλοίων, που διαχειριζόταν, με συνέπεια την οικονομική της κατάρρευση, καθόσον τα δυσμενή αυτά γεγονότα, ως προς την οικονομική της πορεία, δεν αναιρούν τη γνώση του εναγομένου περί της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, κατά τους κρίσιμους χρόνους της έκδοσης και πληρωμής των επιταγών, εφόσον δεν διαδραματίστηκαν αίφνης μετά τον χρόνο πραγματικής έκδοσης των επίμαχων επιταγών, όπως ισχυρίζεται για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, ούτε ήταν απρόβλεπτα, αντίθετα τότε αυτός γνώριζε τη γέννηση τους με την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, που αποτέλεσε την αιτία της οικονομικής δυσπραγίας της εταιρείας του εναγομένου τους τελευταίους μήνες του 2010 και οδήγησε στην γενικευμένη κατάσταση παύσης των πληρωμών της στα τέλη του 2010 και συνεπώς, μπορούσε βάσιμα να προβλεφθεί από τον εναγόμενο το γεγονός της μη πληρωμής των επιταγών, κατά τους χρόνους εμφάνισης τους, λόγω και της επικείμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της εκδότριας εταιρείας, συνεπεία των κατασχέσεων που είχαν επιβληθεί στα πλοία της και δεν στοιχειοθετείται ανωτέρα βία, ως αβασίμως υποστηρίζει ο εναγόμενος, οι δε απέλπιδες προσπάθειες του για την εξαγορά του δανείου και την σωτηρία της εταιρείας του, που εμποδίστηκαν από την δυστροπία του αγγλικού πιστωτικού ιδρύματος, συνηγορεί μεν στην μη ύπαρξη δόλιας προαίρεσης εξαπάτησης, εκ μέρους του, του ενάγοντος, όπως και έτερων δανειστών του από την ναυτιλιακή του δραστηριότητα, αλλά δεν αίρει την υπαιτιότητα του στην έκδοση των εν λόγω ακάλυπτων επιταγών.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την κατάφαση των απαιτουμένων για τη θεμελίωση της αποδιδομένης σε βάρος του αδικοπρακτικής ευθύνης προϋποθέσεων, με συνοπτική αιτιολογία, που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται από την παρούσα (534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών του, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της έφεσης του, ως ουσιαστικά αβασίμων.

Περαιτέρω, ενόψει του ύψους της απαίτησης, της βαρύτητας της αδικοπραξίας και των συνεπειών της, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου, της εν γένει συμπεριφοράς του και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος του αδικοπραγήσαντος εναγομένου, προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, διάρκειας ενός (1) μηνός.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ως προς την αναγκαιότητα και την διάρκεια της προσωπικής κράτησης του εναγομένου, χωρίς επαρκή αιτιολογία, που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των διαλαμβανομένων στον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμών του εναγομένου-εκκαλούντος περί μη νόμιμης απαγγελίας της, ένεκα μη τέλεσης του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, λόγω μη ύπαρξης δόλου εκ μέρους του για την έκδοση τους, καθώς επίσης αναντιστοιχίας της επιβαλλομένης με την εκκαλουμένη προσωπικής κράτησης, με την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του ενός έτους, που του επιβλήθηκε για το ομώνυμο ποινικό αδίκημα, κατ' έφεση, με την υπ 'αριθμ. 943/2017 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...

και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ μέτρου και σκοπού, λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του από τις επιταγές, ως ουσιαστικά αβασίμων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που είχε βάση την αδικοπραξία από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών από τον αναιρεσείοντα, και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 52.800 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, δεχόμενο, ειδικότερα, κατά τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων κατά τον χρόνο έκδοσης των ένδικων μεταχρονολογημένων επιταγών, είχε υπογράψει αυτές ως νόμιμος εκπρόσωπος της εγκατεστημένης στις ...

αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας με αντικείμενο τη διαχείριση πλοίων και κατά τον ίδιο χρόνο είχε εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα, δυνάμει της προβλεπόμενης αδείας. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη τις από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ήτοι ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός μεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 10 και 71 ΑΚ, καθώς επίσης και των άρθρων 1 ν. 791/1978, 25 ν. 27/1975, Α.Ν. 89/1967 και 378/1968 και 249 παρ. 1 και 258 ν. 4072/2012, αφετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης άλλως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας για ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον α) δεν ερεύνησε το νομικό καθεστώς που διείπε την εταιρία "...", θεώρησε αυτόν νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εν λόγω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "προφανώς κατά τις διατάξεις του ν. 3198/1955 περί ΕΠΕ", ενώ σύμφωνα με το καταστατικό της εδρεύει στις ...

και επομένως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις η ικανότητα, η ίδρυση και διαχείριση του νομικού προσώπου καθώς και η αντιπροσωπευτική εξουσία και ευθύνη κρίνονται κατά το δίκαιο της έδρας του και β) δεν ερεύνησε το ζήτημα λειτουργίας της ως άνω εταιρείας ως ομόρρυθμης "εν τοις πράγμασι", καθόσον αυτή είχε συσταθεί και διέπονταν από το δίκαιο των ...

και είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα με την Κ.Υ.Α. 3122.1/4110/24480 που δημοσιεύθηκε νόμιμα (...), αλλά η άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας της ανακλήθηκε με την από 25-9-2012 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Ανάπτυξης και Ναυτιλίας για παραβάσεις αναγόμενες στο έτος 2011 (κρίσιμος χρόνος εκδόσεως των επιταγών), οπότε από την ανάκληση της υπουργικής απόφασης η εταιρία μεταβλήθηκε σε εταιρία "εν τοις πράγμασι", μολονότι προέβαλε το σχετικό ισχυρισμό με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της ασκηθείσας έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από τον αναιρεσείοντα - εκκαλούντα με λόγο έφεσης, ούτε γίνεται επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης και του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος, σημειωτέον, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, καίτοι, πρωτοδίκως είχε γίνει δεκτό ότι "ο εναγόμενος...

συνομολογεί την εκ μέρους του έκδοση των επιδίκων επιταγών υπό την ιδιότητά του ως καταστατικού οργάνου της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας". Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού ρητά αναφέρεται σ' αυτόν ότι η προαναφερόμενη εταιρεία με αντικείμενο τη διαχείριση πλοίων, είχε συσταθεί και διεπόταν από το δίκαιο των ..., έχοντας εγκατασταθεί νομίμως στην Ελλάδα κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών, και συνεπώς ο αναιρεσείων ενεργούσε πράγματι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας ενεργώντας έτσι για λογαριασμό του νομικού προσώπου νόμιμα συνεστημένης εταιρίας και όχι ως ομόρρυθμος εταίρος άκυρης εταιρίας που λειτουργούσε "εν τοις πράγμασι", αφού, κατά τα εκτιθέμενα στον αναιρετικό λόγο, η εταιρεία εξομοιώθηκε με "εν τοις πράγμασι" λειτουργούσα εταιρεία, σε χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ανάκλησης της άδειας εγκατάστασης του γραφείου της στην Ελλάδα, που έλαβε χώρα στις 25-9-2012, πέραν δε αυτού, όπως ήδη εκτέθηκε, η ευθύνη του αναιρεσείοντος ως εκδότη των ένδικων επιταγών, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας είναι πρόσθετη με αυτή του νομικού προσώπου, αλλά αυτοτελής και ανεξάρτητη από αυτήν.

Επειδή κατά το άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση "μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες". Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997 και κατά το οποίο: "Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 1353/2011, ΑΠ 1160/2004). Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (πρβλ. ΟλΑΠ 1/2009, ΑΠ 29/2020).

Συνεπώς σε περίπτωση αδικοπραξίας σύμφωνα με το προμνημονευθέν άρθρο (1047 παρ. 1 ΚΠολΔ) παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ' αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, το πταίσμα του υπόχρεου, τη φερεγγυότητα αυτού, την τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει περιστάσεις.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1049 ΚΠολΔ αν αποδείχθηκε αδικοπραξία, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται να διατάξει ή όχι προσωπική κράτηση. Η κρίση δε αυτή δεν υπόκειται κατ' αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 76/2008, ΑΠ546/2011, ΑΠ788/1993), αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΑΠ785/2018), πλην όμως συνιστά λόγο αναιρέσεως η υπό του δικαστηρίου χρήση απρόσφορων στοιχείων η κριτηρίων, κειμένων εκτός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως (ΑΠ 1138/2019, ΑΠ 361/2016, ΑΠ 554/2007).

Τέλος σημειώνεται ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ.

ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 785/2018).

Εν προκειμένω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με την απαγγελία σε βάρος του αναιρεσείοντος προσωπικής κρατήσεως παραβίασε το άρθρο 11 του ν. 2462/1997 ευθέως και εκ πλαγίου, διότι "δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις για την επιβολή του, δεν υφίσταται οποιαδήποτε αιτιολογία στην απόφαση γι' αυτό, καθώς και ότι είναι (το μέτρο τούτο) δυσανάλογο και καταχρηστικό".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η απαγγελθείσα προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης επιβλήθηκε λόγω αδικοπραξίας και η κρίση αυτή δεν ελέγχεται κατ' αρχήν αναιρετικά σύμφωνα με όσα στην ανωτέρω σκέψη εκτέθηκαν, εφόσον δεν προσάπτεται αιτίαση ως προς τη διάρκειά της, αλλά απλώς ο αναιρεσείων επικαλείται αορίστως ότι βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να καταβάλει το επιδικασθέν ποσό και ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μέσον πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης, στοιχεία που δεν επαρκούν για τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ούτε και περί διαπίστωσης υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου.

Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού τα ως άνω συγκεκριμένα στοιχεία, που έλαβε υπόψη το Εφετείο στηρίζουν την κρίση αυτού για την αναγκαιότητα της απαγγελίας προσωπικής κράτησης καθώς και τη διάρκεια αυτής σε βάρος του αναιρεσείοντος, η οποία με βάση αυτά τα στοιχεία τελεί, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς μέτρο πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο, αν ληφθεί υπόψη και το ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται κατά τα λοιπά δεκτή η μη ύπαρξη εμφανών περιουσιακών στοιχείων αυτού.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-8-2020 αίτηση του Γ. Κ. του Ν., για αναίρεση της υπ` αριθ. 497/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ