Legislator Case Law & Legislation
785/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on personal detention duration, ruling it within judicial discretion and proportional.

Case Number 785/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to impose one month of personal detention. The lower court reduced the detention period from three months to one month based on the appellant's financial status and the nature of the debt. The court held that this reduction did not exceed judicial discretion or violate the principle of proportionality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The duration of personal detention as a coercive measure must be reviewed for proportionality and must not exceed the extreme limits of judicial discretion.

Keywords

AI generated
personal detention duration judicial discretion limits principle of proportionality coercive execution measures civil procedure appeal financial status relevance Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Constitution
Article 25 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary 9/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 785 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 785/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στο ..., εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4680/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1812/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.

Περαιτέρω, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο, που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ/τος 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.

Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012).

Οι διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του παραπάνω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ’ εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.

Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ’ αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά μπορεί να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, με την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ ΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/2010).

Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρ. 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 705/2007).

Περαιτέρω, την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής δεν αποκλείει το γεγονός ότι την υπέγραψε αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας και απλώς στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και μάλιστα ανεξάρτητα από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, αφού και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικά για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (AΠ 1083/2008, 1051/2012).

Συνακόλουθα για τις εναντίον του απαιτήσεις από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του μπορεί ως μέσο εκτέλεσης να διαταχθεί κατά το άρθρ. 1047 § 1 ΚΠολΔ και η προσωποκράτησή του, αφού η εξαίρεση της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου εμποδίζει την προσωποκράτησή του για χρέη που βαρύνουν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας (Α.Ε.

ή Ε.Π.Ε.) και όχι ατομικά το ίδιο το φυσικό πρόσωπο, έστω και αν αυτό αδικοπράκτησε στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (ΑΠ 1380/2013, 1720/2010). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "Η ... ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμη εταιρεία ... πωλούσε εμπορεύματα στην εταιρεία με την επωνυμία "..." (εφεξής "..." και έδρα την ... ... Συγκεκριμένα, από το έτος 2004 η πρώτη προμήθευε τη δεύτερη με μονωτικά υλικά και είδη αλουμινίου για έργα που η τελευταία εκτελούσε, για δε την πληρωμή του τιμήματος για τα πωλούμενα αυτά εμπορεύματα είχε συμφωνηθεί να εκδίδονται από την αγοράστρια στην πωλήτρια μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές.

Στο πλαίσιο αυτών των μεταξύ των άνω εταιρειών συναλλαγών η εταιρεία "..." εξέδωσε διά του τότε νομίμου εκπροσώπου της και παρέδωσε στην ... ενάγουσα δύο (2) μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες σε διαταγή της τελευταίας". Ακολούθως, το Εφετείο αναφέρει λεπτομερώς τα στοιχεία των επιταγών αυτών (αριθμοί επιταγών, αναγραφόμενες ημερομηνίες εκδόσεως, ποσά, πληρώτριες Τράπεζες), την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους και τη μη πληρωμή αυτών λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου στους λογαριασμούς της εκδότριας και τη βεβαίωση επ’ αυτών της πληρώτριας Τράπεζας κάθε επιταγής περί μη πληρωμής για την ανωτέρω αιτία.

Και συνεχίζει: "Περαιτέρω, αποδεικνύονται και τα εξής: Το πρόσωπο που εξέδωσε αμφότερες τις παραπάνω επιταγές, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας "...", ήτοι ως νόμιμος εκπρόσωπός της, ήταν ο ... εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), ... ο οποίος συνδεόταν τότε, και ήδη από το έτος 1997, με την εκδότρια αυτή εταιρεία ...

και ... ειδικότερα εργάστηκε στην εν λόγω επιχείρηση αρχικά ως λογιστής, στη συνέχεια ως προϊστάμενος του λογιστηρίου αυτής και μετέπειτα ως οικονομικός διευθυντής. Με το από 18-10-2006 πρακτικό του ... Δ.Σ. της εν λόγω εταιρείας, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ... φύλλο του τεύχους Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της ΕτΚ, ο ... εναγόμενος ορίστηκε μέλος του συγκεκριμένου οργάνου ...

μεταξύ δε των αρμοδιοτήτων, που στον ίδιο, υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητά του και σύμφωνα με το άρθρο 12 του εταιρικού καταστατικού, ανατέθηκαν, περιλαμβανόταν και εκείνη της, υπό την εταιρική επωνυμία και με μόνη την υπογραφή του, έκδοσης, οπισθογράφησης και εξόφλησης επιταγών μέχρι του ποσού των ... 30.000 ευρώ ανά συναλλαγή ή/και ανά έκαστο συναλλασσόμενο.

Επίσης, με το από 28-1-2008 πρακτικό του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ... φύλλο του τεύχους Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της ΕτΚ, το ποσό ανά συναλλαγή ή/και ανά έκαστο συναλλασσόμενο ανακαθορίστηκε σε ... 60.000 ευρώ. Ο ... εναγόμενος, εξάλλου, παρέμεινε στη εταιρεία αυτή, διατηρώντας τη θέση του ως μέλους του Δ.Σ.

της τελευταίας έως και τις 22-7-2008, καθώς με το από 27-6-2008 πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ... φύλλο του τεύχους Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της ΕτΚ, εκλέχθηκε νέο Δ.Σ., στο οποίο δεν περιλαμβανόταν. Στο μεταξύ ... με το άνω από 28-1-2008 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας "...", που δημοσιεύθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, στο πλαίσιο του ανακαθορισμού των αρμοδιοτήτων και εξουσιών εκπροσώπησης, που είχαν ανατεθεί στον ...

εναγόμενο, ως μέλος του εν λόγω οργάνου (Δ.Σ.), χορηγήθηκε στον ίδιο η δυνατότητα, με μόνη την υπογραφή του και άνευ χρηματικού περιορισμού, μεταξύ των άλλων ...". Ακολούθως το Εφετείο αναφέρει ειδικότερα τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες που χορηγήθηκαν στον αναιρεσείοντα, και συνεχίζει: "Ο ... εναγόμενος, όταν εξέδωσε, υπό την ως άνω ιδιότητά του ως μέλους του Δ.Σ., επιφορτισμένου με την οικεία προς τούτο αρμοδιότητα, τις παραπάνω επιταγές, γνώριζε ότι δεν υπήρχαν και δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια της εκδότριας Τράπεζας (ενν.

εταιρείας) στην πληρώτρια Τράπεζα για την πληρωμή τους. Και ναι μεν ο ... εναγόμενος ... ισχυρίζεται ... ότι κατά το χρόνο της υπογραφής, ήτοι της πραγματικής έκδοσης, των επιταγών από μέρους του ο ίδιος όχι μόνο δεν γνώριζε περί της μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή τους, αλλά αντιθέτως είχε την, στηριζόμενη σε ρεαλιστικές εκτιμήσεις, βεβαιότητα ότι αυτές θα πληρώνονταν κανονικά, δεδομένης μάλιστα της ανάληψης από την εκδότρια εταιρεία νέων σημαντικών έργων και της καλής οικονομικής κατάστασης της τελευταίας, η οποία παρουσίαζε επαρκή ταμειακά διαθέσιμα.

Σε κάθε περίπτωση διατείνεται ακόμη ότι ο ίδιος ήταν απλώς υπάλληλος της εταιρείας "...", ασκώντας τα καθήκοντα του διευθυντή λογιστηρίου της, εντός των οποίων (καθηκόντων) περιλαμβανόταν και η έκδοση επιταγών στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, και μάλιστα έως ένα συγκεκριμένο χρηματικό όριο, και πάντα στο πλαίσιο των δεσμευτικών κατευθύνσεων της διοίκησης της επιχείρησης.

Δεν ήταν δε, υποστηρίζει επιπροσθέτως, εκ των βασικών μετόχων της εκδότριας εταιρείας, ούτε ήλεγχε, αμέσως ή εμμέσως, το ιδιοκτησιακό καθεστώς της, ενώ έως την αποχώρησή του στις 30-4-2008 δεν διέθετε τη γενική εξουσία εκπροσώπησής της και χάραξης της πολιτικής των πληρωμών των προμηθευτών της, των στοιχείων και ιδιαιτεροτήτων των οποίων (προμηθευτών) άλλωστε δεν είχε γνώση, ούτε και την εξουσία να μεταβάλει σε οποιοδήποτε βαθμό την ορισθείσα από τη διοίκηση καταβολή.

Όσα ... υποστηρίζει ο ... εναγόμενος, ωστόσο, δεν ευσταθούν και κρίνονται αβάσιμα. ... Ειδικότερα, ο ... εναγόμενος από τις 18-10-2006 μέχρι τις 22-7-2008 υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της εκδότριας εταιρείας και οικονομικός διευθυντής αυτής, συμμετέχοντας, ως εκ τούτου, ενεργά, υπό τις ιδιότητές του αυτές στη διαδικασία λήψης όλων των κρίσιμων αποφάσεων και πάντως τουλάχιστον εκείνων που αφορούσαν στην οικονομική διαχείριση και πορεία της.

Του ανατέθηκαν δε τέτοιας έκτασης και σπουδαιότητας αρμοδιότητες και εξουσίες, ώστε ήταν σε θέση να συνάπτει συμβάσεις και να δεσμεύει την εταιρεία απέναντι σε τρίτους και δημόσιους φορείς και οργανισμούς, γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης και χωρίς να είναι απλό εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων του Δ.Σ.

Επίσης, ναι μεν κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης της πρώτης από τις άνω επιταγές, ποσού ... 43.231,66 ευρώ ο ... εναγόμενος είχε την αρμοδιότητα έκδοσης αξιογράφων και δέσμευσης της εταιρείας μέχρι του ποσού των ... 30.000 ευρώ, πλην όμως, ... έλαβε προς τούτο την έγκριση του Προέδρου του Δ.Σ. της εκδότριας εταιρείας, δεσμεύοντας έτσι την τελευταία.

Η εταιρεία "..." περαιτέρω, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών ... δεν ήταν οικονομικά εύρωστη και συνεπώς ούτε δικαιολογείται ούτε αποδεικνύεται η επικαλούμενη βεβαιότητά του ότι οι εν λόγω επιταγές θα πληρώνονταν. Πιο συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθ. 1114/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εκδότρια εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, με ημερομηνία παύσης των πληρωμών της την 1-6-2008, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της αποχώρησης του ...

εναγομένου από τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Σύμφωνα δε με την αμέσως προαναφερόμενη απόφαση, από την εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας "..." σωρεύθηκαν σημαντικά χρέη της προς τις συνεργαζόμενες με αυτήν Τράπεζες, το Ι.Κ.Α. και ιδιώτες, τα οποία υπερέβαιναν το ποσό των ... 1.500.000 ευρώ, ενώ μεταξύ των προσώπων, τα οποία έχουν απαιτήσεις σε βάρος της, περιλαμβάνονται και είκοσι (20) εργαζόμενοί της, οι οποίοι υπέβαλαν και την αίτηση για την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης και προς τους οποίους από το μήνα Ιούνιο του έτους 2008 η εν λόγω εταιρεία αδυνατούσε να καταβάλει τις αποδοχές.

Από τα ανωτέρω ... καταδεικνύεται ότι η εκδότρια εταιρεία παρουσίαζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, που ναι μεν οδήγησαν σε παύση των πληρωμών της από την 1-6-2008, όμως προϋπήρχαν για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από το χρονικό αυτό σημείο και πάντως υφίσταντο και κατά το χρόνο έκδοσης των επίμαχων επιταγών.

Η δυσμενής οικονομική κατάσταση της εκδότριας, δηλαδή, δεν προέκυψε ταυτόχρονα με την παύση των πληρωμών, αλλά προϋπήρχε αυτής και ο ... εναγόμενος, και εκ της θέσης του (μέλος του Δ.Σ. και οικονομικός διευθυντής της), εκδίδοντας τις επιταγές τελούσε σε γνώση της εν λόγω κατάστασης, καθώς και του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την κάλυψη των επιταγών και του ότι αυτές δεν θα πληρώνονταν κατά την εμφάνισή τους προς πληρωμή.

Σε αντίθετη κρίση περί της γνώσης αυτής του ... εναγομένου ... δεν δύναται να οδηγήσει κάποιο στοιχείο, μεταξύ δε αυτών ούτε και τα υποστηριζόμενα από αυτόν ότι η εταιρεία "..." δανείστηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2008 σημαντικού ύψους ποσό, χωρίς μάλιστα την εγγραφή προσημειώσεων επί της ακίνητης περιουσίας της, ότι η ίδια διατηρούσε ανείσπρακτες απαιτήσεις έναντι τρίτων, ανερχόμενες σε ύψος αρκετών εκατομμυρίων ευρώ και ότι είχε προχωρήσει σε μεγάλη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου.

Και τούτο διότι τα στοιχεία αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αναιρούν την κατά τα ανωτέρω δυσμενή και επισφαλή οικονομική κατάσταση, στην οποία η εν λόγω εταιρεία είχε περιέλθει ήδη κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών και η οποία άλλωστε, όπως και από την επακολουθήσασα κήρυξή της σε πτώχευση καταδεικνύεται, δεν αποκαταστάθηκε, αλλά ούτε και βελτιώθηκε.

Με βάση όσα ήδη πιο πάνω γίνονται δεκτά, εξάλλου, σε διαφορετική περί της προαναφερόμενης γνώσης του ... εναγομένου κρίση δεν δύναται να οδηγήσει ούτε το ότι αντίστοιχες με την υπό κρίση αγωγές σε βάρος του ... για επιταγές που επίσης ο ίδιος είχε εκδώσει υπό την επωνυμία της εταιρείας "..." απορρίφθηκαν ...

ως ουσιαστικά αβάσιμες με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε πως ο ίδιος, κατά το χρόνο έκδοσης των κατά περίπτωση αυτών επιταγών, ασκώντας τα καθήκοντα του διευθυντή του λογιστηρίου, εντός των οποίων συμπεριλαμβανόταν και έκδοση επιταγών στο όνομα και για λογαριασμό της συγκεκριμένης εταιρείας, χωρίς να έχει την εξουσία να πραγματοποιεί τον οικονομικό σχεδιασμό αυτής καθώς και να προβαίνει στη διαχείριση των οικονομικών της, γνώριζε όντως ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους.

Και τούτο διότι, στην προκειμένη υπόθεση, τόσο ο ουσιαστικός ρόλος του στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εκδότριας εταιρείας όσο και η κατά τα προαναφερόμενα γνώση του αποδεικνύονται αναμφιβόλως από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο ... εναγόμενος ... κρίνονται αβάσιμα. ...

Ενεργώντας ως ανωτέρω, ο ... εναγόμενος προέβη σε έκδοση ακάλυπτων επιταγών, δηλαδή τέλεσε πράξη η οποία είναι αξιόποινη ... Συνακόλουθα, διέπραξε σε βάρος της ... ενάγουσας και αδικοπραξία ... τη δε αδικοπρακτική του ευθύνη ... δεν αποκλείει το γεγονός ότι υπέγραψε τις επίμαχες επιταγές ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρείας και κατά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων του ...

Από αυτή την παράνομη και υπαίτια πράξη του ... εναγομένου ... προξενήθηκε σε βάρος της ... ενάγουσας θετική περιουσιακή ζημία ισόποση με το συνολικό ποσό των επιταγών, τις οποίες αυτός ... εξέδωσε, δηλαδή ζημία ύψους ... 45.031,66 ευρώ, ... η οποία προήλθε από τις ως άνω επιταγές. ... Αντίστοιχη δε με την ως άνω ζημία που υπέστη η ...

ενάγουσα είναι και η αποζημίωση που η τελευταία δικαιούται έναντι του ... εναγομένου προς αποκατάστασή της". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ευθύνη του για αποζημίωση της αναιρεσίβλητης από την έκδοση των δύο ως άνω επιταγών και την είχε καθορίσει στο ποσό των 45.031,66 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 914, 298 ΑΚ και 79 ν. 5960/1933, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ήδη κατά το χρόνο που εξέδωσε για λογαριασμό της εταιρείας "..." τις ως άνω επιταγές, ότι αυτές θα ήταν ακάλυπτες κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα, και μάλιστα στήριξε την παραδοχή του στο ότι αυτός ως μέλος του Δ.Σ. και οικονομικός διευθυντής της εκδότριας εταιρείας γνώριζε από τότε τη δυσμενή οικονομική κατάστασή της, καθώς και ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την κάλυψη των επιταγών και ότι αυτές δεν θα πληρώνονταν κατά την εμφάνισή τους προς πληρωμή.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, και ειδικότερα ότι κατά το χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής των επιταγών ο αναιρεσείων είχε ήδη αποχωρήσει από το Δ.Σ. της εκδότριας εταιρείας και συνεπώς δεν την δέσμευε, ούτε είχε τη δυνατότητα να αποτρέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, και επομένως δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εκ μέρους του εκδόσεως των επιταγών και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών ως προς το στοιχείο της γνώσεως τούτου αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εκδότριας εταιρείας, καθώς και ως προς το ότι η κατάσταση αυτή δεν θα ήταν αναστρέψιμη, και μάλιστα σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την αποχώρησή του από την εταιρεία, αφού στην πραγματικότητα και με πρόσχημα τις εν λόγω πλημμέλειες επιχειρείται να πληγεί ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ) η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (την ανωμοτί εξέταση του νομίμου εκπροσώπου - ομορρύθμου εταίρου της αναιρεσίβλητης εταιρείας και τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο εκτέθηκε παραπάνω κατά την έρευνα των τριών πρώτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

O από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν δημιουργείται αν εξαιτίας της μη υπάρξεως διατάξεως που να προσδίδει ορισμένη αποδεικτική δύναμη σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, το δικαστήριο, εκτιμώντας αυτό ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα και σημασία κατά την ανέλεγκτη κρίση του. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο προσέδωσε πλήρη αποδεικτική βαρύτητα στη διαλαμβανομένη ανωμοτί εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, σχετικά με την οικονομική κατάσταση της εκδότριας εταιρείας, και σε κάθε περίπτωση ίση αποδεικτική βαρύτητα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχαν κατά νόμο επαυξημένη αποδεικτική δύναμη, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τόσο η ως άνω ανωμοτί εξέταση, όσο και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Κατά το άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ’ αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, το πταίσμα του υπόχρεου, τη φερεγγυότητα αυτού, την τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει περιστάσεις.

Η δε σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται κατ’ αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Ωστόσο, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ.

ΑΠ Ολομ. 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ως προς το αίτημα της αναιρεσίβλητης για την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως σε βάρος του αναιρεσείοντος δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Λόγω της αδικοπραξίας που τελέστηκε και αφού ληφθούν υπόψη το ύψος της απαίτησης (ενν. το ποσό των 45.031,66 ευρώ), η βαρύτητα της πράξης και οι συνέπειές της, το πταίσμα και η φερεγγυότητα του ...

εναγομένου, οι ιδιαίτερες συνθήκες και οι συντρέχουσες περιστάσεις, και γενικά η όλη συμπεριφορά του τελευταίου, καθώς και η οικονομική κατάσταση των μερών ... πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος του ... εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) μηνός ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς τη διάρκεια της προσωπικής του κρατήσεως ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μειώνοντας αυτήν στον ένα (1) μήνα έναντι των τριών (3) μηνών, που είχε ορίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, καθορίζοντας τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης στον ένα (1) μήνα, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως απαγγελλομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις, διέλαβε δε στην απόφασή του όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τον καθορισμό της διάρκειας της προσωπικής κράτησης, δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών να εκτίθενται στην απόφαση, αν ο αναιρεσείων βρίσκεται ή όχι σε καλλίτερη οικονομική κατάσταση από την αναιρεσίβλητη, αν το χρέος για το οποίο ευθύνεται αυτός προς αποζημίωσή της είναι προσωπικό ή αλλότριο ή, τέλος, αν είχε αυτός τη δυνατότητα να εκπληρώσει την υποχρέωσή του αυτή και απέφυγε να το πράξει από δόλο και δυστροπία.

Συνακόλουθα τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση του Χ. Ι. Ν. για αναίρεση της 1812/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ