Supreme Court dismisses appeal against lease contract transfer ruling due to lack of substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against the First Instance Court's decision regarding a lease contract transfer. The appellant argued that the lower court violated substantive law by incorrectly attributing rights and obligations to the new lessee. The court found the appeal inadmissible because the appellant's claim of contradictory reasoning was based on an incomplete excerpt of the lower court's judgment, failing to demonstrate a genuine legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 577(1) & (3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and claims of contradictory reasoning are rejected if they rely on incomplete excerpts of the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1449 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1449/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Σ. και 2) Ν. Κ. - Γ. του A., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κατσιλιέρη και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κατσιλιέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 338/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 2/2022, 1/2016, Α.Π. 663/2021, Α.Π. 1076/2020, Α.Π. 672/2020).
Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 258/2021, Α.Π. 42/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 1285/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 927/2020).
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, 2/2021, 3/2020, Α.Π. 1111/2021, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 500/2020).
Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί, είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία συνάγεται ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, που δημιούργησε την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004), με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 355/2018, Α.Π. 849/2017, Α.Π. 548/2017, Α.Π. 338/2016, Α.Π. 1520/2014).
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο σταθμίζει, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών, και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, λαμβάνει δε επίσης υπόψη τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά δύναται να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτική του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (Α.Π. 1134/2019, Α.Π. 1636/2018, Α.Π. 679/2018, Α.Π. 374/2013).
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 355/2018, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 115/2013). Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (Α.Π. 1565/2017, Α.Π. 1457/2017, Α.Π. 849/2017).
Συγκεκριμένα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (Α.Π. 1636/2018, Α.Π. 870/2017, Α.Π. 529/2017, Α.Π. 763/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος ενάγων Δ.
Π. και οι μη διάδικοι Α. Κ. Γ. του Ν. και Ά. Χ. του Γ. ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό αντίστοιχα 1/2, 1/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, ενός ισογείου καταστήματος με υπόγειο και πατάρι, ωφελίμου επιφανείας 59,22 τ.μ., που βρίσκεται στο εμπορικό κέντρο της πόλης των …, επί της οδού .... Δυνάμει του από 7-7-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, που συνήφθη μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ", με έδρα τη Λευκωσία της Κύπρου, όπως επίσης και του από 7-7-2000 ομοίου περιεχομένου ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως μεταξύ των λοιπών δύο συνιδιοκτητών και της ιδίας ως άνω Τράπεζας, οι πρώτοι εκμίσθωσαν στη δεύτερη ολόκληρο το εν λόγω κατάστημα για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, αρχής γενομένης από 1-10-2000, με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως της μισθώσεως από τη μισθώτρια για τέσσερα επί πλέον έτη κάθε φορά και για τρεις φορές συνολικά, μέχρι τη συμπλήρωση συνολικού διαστήματος είκοσι ενός (21) ετών, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος ποσού 500.000 δραχμών (ήδη 1.467,35 ευρώ) για την πρώτη μίσθωση και 300.000 δραχμών (ήδη 880,41 ευρώ) για τη δεύτερη, αναπροσαρμοζόμενου μετά διετία και ακολούθως κατ' έτος, κατά ποσοστό ίσο με εκείνο του τιμαρίθμου, όπως αυτό καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες από τον μήνα της αναπροσαρμογής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτή, κατόπιν συνενώσεώς του με το όμορο, επίσης μισθωμένο από την ίδια τράπεζα, δυνάμει του με ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού, καταστήματος, ιδιοκτησίας των Ε.
και Χ. Π., για τη στέγαση και τις ανάγκες του υποκαταστήματός της καθώς και των θυγατρικών αυτής εταιρειών ή άλλων, στις οποίες αυτή συμμετείχε. Ως εγγύηση για την ακριβή εκτέλεση των όρων της κάθε μισθώσεως, συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε στους εκμισθωτές για την πρώτη μίσθωση το ποσό των 1.00.000 δραχμών (ήδη 2.934,70 ευρώ) και για τη δεύτερη το ποσό των 600.000 δραχμών (ήδη 1.760,82 ευρώ).
Το μίσθιο ήταν πετρόκτιστο, κατασκευής προ του έτους 1955, συγκεκριμένα δε του έτους 1920, χωρίς ωστόσο να έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο. Το έτος 1998 είχε ανακαινισθεί προκειμένου να στεγάσει κατάστημα εμπορίας υποδημάτων του πρώτου ενάγοντος. Ενόψει αφενός του μικρού μεγέθους του καταστήματος, και της κατασκευαστικής παλαιότητας αυτού και αφετέρου της επιδιωκόμενης χρήσης του ως χώρου συγκέντρωσης και εξυπηρέτησης ανθρώπινου κοινού στα πλαίσια τραπεζικών συναλλαγών, με σχετικό όρο σε κάθε ένα των άνω συμφωνητικών (9° για το πρώτο, 8° για το δεύτερο), συμφωνήθηκε τότε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η μισθώτρια είχε τη δυνατότητα να προβεί με δαπάνες της και κατά την ελεύθερη κρίση της σε οποιαδήποτε τροποποίηση, μεταρρύθμιση, βελτίωση, πρόσθεση ή επισκευή στο μίσθιο, ώστε να καταστεί αυτό κατάλληλο για την προοριζόμενη χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα θιγόταν η στατική και η ασφάλεια του κτιρίου, των εργασιών διενεργουμένων με ευθύνη και με δαπάνες της μισθώτριας, υπό την επίβλεψη διπλωματούχου μηχανικού αμειβόμενου από τη μισθώτρια.
Αναφέρονταν δε χαρακτηριστικά, ότι μεταξύ άλλων και όλως ενδεικτικώς, χωρίς να αποκλείεται οτιδήποτε άλλο, η μισθώτρια δικαιούνταν να προβεί στη διαμόρφωση όψεως, στην καθαίρεση υφιστάμενων διαχωριστικών τοίχων, στην ανύψωση του δαπέδου, στην αφαίρεση πλακών, στην κατασκευή νέων αποχωρητηρίων, στην αφαίρεση ή κατασκευή νέων εσωτερικών κλιμάκων ή εσωτερικών ανελκυστήρων, στην τοποθέτηση εγκατάστασης εσωτερικού κλιματισμού, στη διαρρύθμιση των ηλεκτρικών και άλλων εγκαταστάσεων του μισθίου, οιανδήποτε προσθήκη κ.λπ.
Ειδικά για την εγκατάσταση στο μίσθιο εσωτερικού κλιματισμού, οι εκμισθωτές παρείχαν στη μισθώτρια τη ρητή συναίνεση να προβεί στην οιαδήποτε απαιτούμενη σχετική εργασία. Στην ίδια παρέχονταν ακόμη, το αποκλειστικό δικαίωμα να τοποθετήσει γεννήτρια και μηχανήματα εξαερισμού και κλιματισμού στην ταράτσα και σε οποιοδήποτε άλλο χώρο έκρινε αναγκαίο.
Επίσης στη μισθώτρια παραχωρούνταν η αποκλειστική χρήση της ταράτσας του κτιρίου για την τοποθέτηση φωτεινών ή μη επιγραφών και συμβόλων, καθώς και διαφημιστικών πινακίδων και μηχανημάτων, καθώς και το δικαίωμα να τοποθετήσει στο μίσθιο θησαυροφυλάκια και θυρίδες ασφαλείας. Επιπλέον σε σχετικό όρο αναφορικά με την απόδοση (εκάστου μεριδίου) του μισθίου (12° για το πρώτο, 11° για το δεύτερο), ορίσθηκε ότι η μισθώτρια δικαιούνταν κατά τη λήξη ή τη λύση της μίσθωσης, να αφαιρέσει ό,τι είχε τοποθετήσει στο μίσθιο, οι δε προσθήκες που θα γινόταν σε αυτό θα παρέμεναν σε όφελος του μισθίου.
Σε εκτέλεση των συμβάσεων και σε εφαρμογή των ανωτέρω όρων, η μισθώτρια παρέλαβε το μίσθιο και προέβη με δικές της δαπάνες, ευθύνη και επιμέλεια και με την επίβλεψη μηχανικού, στη διενέργεια εκτεταμένων τεχνικών και οικοδομικών εργασιών διαρρυθμίσεως και συνενώσεώς του με την όμορη ιδιοκτησία Π., προκειμένου τα δύο όμορα ακίνητα να χρησιμοποιηθούν ως ενιαίος χώρος καταστήματος τραπεζικών συναλλαγών της εναγομένης, καθαιρώντας εξ ολοκλήρου τον διαχωριστικό τοίχο μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών.
Ειδικότερα, η μισθώτρια κατά το μήνα Οκτώβριο του 2000, με τη βοήθεια συνεργείου εργατοτεχνιτών, ενήργησε στο μίσθιο τα εξής: α) Προέβη σε συνένωση του μισθίου με την όμορη ιδιοκτησία Π.. Συγκεκριμένα προέβη σε καθαίρεση ολοκλήρου του εξωτερικού φέροντα οργανισμού του μισθίου και της κατακόρυφης φέρουσας τοιχοποιίας από πέτρα σε όλο το μήκος (13,66 μ.) της πλευράς που συνόρευε με την ιδιοκτησία αδελφών Π.
και σε όλο το ύψος της (στάθμη υπογείου, ισογείου και ορόφου), με παράλληλη κατεδάφιση των δαπέδων του καταστήματος σε όλες τις στάθμες, προκειμένου να εξαλειφθούν οι διαφορές στα ύψη με το όμορο κατάστημα των αδελφών Π. με το οποίο θα συνενώνονταν και στην κατεδάφιση του υπάρχοντος εσωτερικού κλιμακοστασίου του καταστήματος, ενόψει του ότι με τη συνένωση θα υφίσταντο δύο κλιμακοστάσια που θα καταλάμβαναν ωφέλιμο χώρο, καθώς και της όψης της οικοδομής σε όλο το ύψος της, β) Προέβη στην κατεδάφιση μέρους του φέροντος οργανισμού και της στάθμης των δαπέδων με γενική εκσκαφή σε βάθος περίπου 3 μέτρων και σε επιφάνεια 54,58 τ.μ.
και κατασκευή νέου φέροντα οργανισμού από οπλισμένο σκυρόδεμα με νέα θεμελίωση και νέου υπογείου από οπλισμένο σκυρόδεμα για την εξασφάλιση στατικής επάρκειας στον διαμορφωθέντα χώρο συνάθροισης κοινού και για μεγαλύτερη πλευρική θωράκιση και ασφάλεια του κτιρίου από τυχόν διατρύπηση του τοίχου προς αποτροπή ενδεχόμενης διάρρηξης και κλοπής με τη μέθοδο του ριφιφί, πράγμα το οποίο ήταν εύκολο να πραγματοποιηθεί από τις τρεις γειτονικές πλευρές του κτιρίου, καθώς το σύστημα δόμησης των κτιρίων επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, όπου το μίσθιο, είναι συνεχές, δηλαδή με κτίρια σε επαφή μεταξύ τους με απλή τοιχοποιία κατά τα πλαϊνά τους όρια, χωρίς κενά και με συνεχή πρόσοψη σε δρόμο, γ) Στο υπόγειο, όπου εγκαταστάθηκε και το θησαυροφυλάκιο, έγινε κατασκευή πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα, καθώς και νέων περιμετρικών τοιχίων στις κατακόρυφες πλευρές, με ενσωμάτωση κατακόρυφων υποστυλωμάτων κατά μήκος της όψεως, στην πλευρά με την ιδιοκτησία Κ.
και στην πίσω πλευρά με όριο ιδιοκτησίας Λ., καθώς και εσωτερικό τοιχίο με ενσωμάτωση κάποιων υποστυλωμάτων, ενώ αφέθηκε μεταξύ άλλων υποστυλωμάτων εδαφικό τμήμα ως διάδρομος επικοινωνίας της ιδιοκτησίας των εκμισθωτών με την ιδιοκτησία Π., μέσω της οποίας και μόνο (μετά την κατάργηση του κλιμακοστασίου) επικοινωνούσε με το ισόγειο.
Επιπλέον, κατασκευάστηκε θησαυροφυλάκιο από οπλισμένο σκυρόδεμα, όπως και τα χωρίσματα του υπογείου, με επιπλέον όμως εσωτερική μεταλλική ενίσχυση για αποφυγή κατεδαφίσεώς του, ενσωματωμένο στατικά με την θεμελίωση και την οροφή του υπογείου, δ) Στο ισόγειο κατασκευάστηκαν υποστυλώματα εσωτερικά της εναπομένουσας μη κατεδαφισθείσας κατακόρυφης περιμετρικής τοιχοποιίας, τα οποία αποτελούσαν καθ' ύψος επέκταση εκείνων που κατασκευάστηκαν στη στάθμη του υπογείου για τους προαναφερόμενους λόγους.
Επί των υποστυλωμάτων περιμετρικά εδράστηκαν οριζόντια δοκάρια πάνω στα οποία τοποθετήθηκε πλάκα πάχους 0,15 μ. περίπου, ενώ καταργήθηκε και το υφιστάμενο κλιμακοστάσιο προς δημιουργία νέου, σύμφωνου με τις προδιαγραφές της νέας χρήσης, ε) Στον όροφο κατασκευάστηκαν νέα υποστυλώματα από οπλισμένο σκυρόδεμα εσωτερικά της εναπομένουσας τοιχοποιίας, όπως και στο ισόγειο.
Επί των υποστυλωμάτων περιμετρικά εδράστηκαν οριζόντια δοκάρια πάνω στα οποία τοποθετήθηκε πλάκα πάχους 0,15 μ. περίπου, επί της οποίας εδράστηκε σκεπή με επικάλυψη κεραμιδιών, στ) Επιπλέον, καταργήθηκε ο προηγούμενος ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός του μισθίου και τοποθετήθηκε νέος στον οποίο περιλήφθηκε και τοποθέτηση εγκαταστάσεων εσωτερικού κλιματισμού, ενώ ζ) κατεδαφίστηκε η προηγούμενη όψη του καταστήματος μαζί με την φέρουσα τοιχοποιία από πέτρα και κατασκευάστηκε νέα από οπλισμένο σκυρόδεμα και εξωτερική επένδυση (βλ.
σχετ. την από 02.06.2016 έκθεση αυτοψίας και τα τοπογραφικά διαγράμματα αποτύπωσης μισθίου του πολιτικού μηχανικού Ι. Π., σε συνδυασμό με τις από 9-10-2017 τεχνικές παρατηρήσεις της πολιτικού μηχανικού Ι. Ζ.). Οι προαναφερόμενες οικοδομικές εργασίες εκτελέσθηκαν χωρίς την έκδοση νόμιμης άδειας από την αρμόδια Πολεοδομία, μολονότι υποβλήθηκε η από 18-10-2000 αίτηση της μισθώτριας προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας της τότε Νομαρχίας Τρικάλων.
Μετά το πέρας των εργασιών αυτών, η άνω μισθώτρια εγκαταστάθηκε στο μίσθιο και προέβη στη συμφωνημένη ενιαία χρήση αυτού, ενώ η μίσθωση, ως εμπορική, αφού αφορούσε την επιχείρηση στο μίσθιο τραπεζικών εργασιών που συνιστά πρωτότυπη εμπορική πράξη, υπάγονταν στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995.
Οι μισθώσεις συνεχίστηκαν και μετά την 30-9-2009, καθόσον η μισθώτρια συνέχισε να ποιείται ανενόχλητη χρήση του μισθίου με τη συναίνεση των εκμισθωτών και, ακολούθως, με τις από 28-12-2011 και 20-2-2012 πρόσθετες πράξεις των άνω μισθωτηρίων, συμφωνήθηκαν μεταξύ των άνω συμβαλλομένων αφενός μεν οι παρατάσεις αυτών μέχρι την 30-9-2013, αφετέρου δε οι μειώσεις των αντιστοίχων μισθωμάτων, τα οποία έτσι διαμορφώθηκαν από 1-12-2012 στο ποσό των 1.686,33 ευρώ για την πρώτη και στο ποσό των 1.160 ευρώ για τη δεύτερη μίσθωση. [................] Στη συνέχεια, επειδή το μήνα Σεπτέμβριο του 2014 οι εργασίες του καταστήματος της "Τράπεζας Κύπρου" μεταφέρθηκαν σε άλλο κατάστημα της "Τράπεζας Πειραιώς", στα ..., η τελευταία κατήγγειλε τις εν λόγω μισθώσεις με την από 4-9-2014 εξώδικη καταγγελία της, που κοινοποιήθηκε στον πρώτο ενάγοντα στις 9-9-2014 και με την από 24-11-2014 εξώδικη καταγγελία της που κοινοποιήθηκε στον εκμισθωτή Ά.
Χ. και στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος στις 4-7-2014 έτερου εκμισθωτή Α. Κ. και δη στη σύζυγο του Σ. Κ. και στον γιο του Ν. Κ., στις 4-12-2014, κατ' ενάσκηση του παρεχόμενου από το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 δικαιώματός της ως μισθώτριας μετά την πάροδο έτους από τη σύναψη της μισθώσεως, κάλεσε αυτούς να παραλάβουν το μίσθιο μετά την πάροδο 3 μηνών από την κοινοποίηση, με την ταυτόχρονη απόδοση σ' εκείνη της καταβληθείσας από την αρχική μισθώτρια χρηματικής εγγυήσεως.
Απαντώντας στην καταγγελία αυτή ο πρώτος ενάγων, με την από 18-9-2014 εξώδικη δήλωσή του, εξέφρασε όλως εσφαλμένως την άποψη ότι η άνω καταγγελία ήταν άκυρη, καθώς δεν ίσχυε η παλιά μίσθωση, αλλά ότι την 26-3-2013 είχε καταρτισθεί με την εναγομένη νέα μίσθωση - χωρίς να λαμβάνεται έτσι υπόψη η αρχική - από την οποία και μόνο έπρεπε να υπολογισθεί η προθεσμία του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, ώστε τα αποτελέσματα της καταγγελίας να επέρχονται στις 25-3-2015, οπότε και όφειλε να του παραδώσει τα κλειδιά του μισθίου, ενώ ταυτόχρονα ζητούσε από την εναγομένη να αποκαταστήσει στο μίσθιο κατάστημά του την μεσοτοιχία με το διπλανό μίσθιο, το υπόγειο και το w.c., το ισόγειο και τον όροφο με την τοποθέτηση σκάλας που υπήρχε για επικοινωνία του υπογείου-ισογείου-1ου ορόφου και κάθε είδους συνδέσεις ήτοι ΔΕΗ, ΟΤΕ και ΔΕΥΑΤ που είχε το κατάστημα.
Η εναγομένη με την από 26-11-2014 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στον πρώτο ενάγοντα στις 4-12-2014, αρνήθηκε τα εκ μέρους του ισχυριζόμενα περί ακυρότητας της καταγγελίας και γνωστοποίησε σ' εκείνον ότι θα προέβαινε, μολονότι δεν είχε συμφωνηθεί, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την κατασκευή της καθαιρεθείσας για τις ανάγκες συνένωσης των μισθίων μεσοτοιχίας, αξιώνοντας την ταυτόχρονη με την απόδοση του μισθίου επιστροφή σε εκείνη της καταβληθείσας αρχικώς εγγυήσεως.
Στις 3-11-2014 εκπρόσωποι της εναγομένης Τράπεζας επισκέφθηκαν το μίσθιο στα ... και συζήτησαν με τους ιδιοκτήτες Δ. Π. και Π. για την παράδοση των ιδιοκτησιών τους, μεταφέροντάς τους έτσι τότε την πρόθεση της εναγομένης να κάνει όλες τις απαραίτητες εργασίες για τον διαχωρισμό των ιδιοκτησιών τους. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντα, τον διαβεβαίωσαν ότι θα εκτελούσαν όλες τις εργασίες που ανέφερε ο ίδιος στην από 18-9-2014 εξώδικη απάντησή του (για μεσοτοιχία, υπόγειο με w.c., σκάλα κ.λπ.).
Προς τούτο ζήτησαν από την συνεργαζόμενη τεχνική εταιρεία κατασκευών "...." μια πρώτη εκτίμηση του κόστους των εργασιών για τον διαχωρισμό των τριών ιδιοκτησιών και εκείνη τους απέστειλε την από 10-1-2014 προσφορά της, σύμφωνα με την οποία το συνολικό κόστος για τις εργασίες αυτές ανέρχονταν στο ποσό των 40.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.
Έκτοτε η εναγομένη, αφού έλαβε προσφορές και από άλλες τεχνικές εταιρείες και προέβη στην κατάρτιση σύμβασης με την εταιρεία "ΜΕΤΕΘ Α.Ε." στις 10-3-2015, ποσού 28.952,09 ευρώ, για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών διαχωρισμού των τριών ιδιοκτησιών, απέστειλε εκπροσώπους της στα ..., προκειμένου να συνεννοηθούν με τους ιδιοκτήτες για την εκτέλεση των εργασιών.
Σε επιτόπου συναντήσεις τους όμως, οι τελευταίοι έδειξαν ότι δεν είχαν πρόθεση να επιτρέψουν την εκτέλεση των εργασιών, προβάλλοντας τις απαιτήσεις τους για ολική ανακατασκευή του κτιρίου, ώστε να ενοικιαστεί σε συγκεκριμένου τύπου εμπορικές επιχειρήσεις (π.χ. κομμωτήριο) και εκείνη του πρώτου ενάγοντος, που απαιτούσε την ανύψωση της στάθμης του υπογείου του από 1,90 μ.
σε 2,40 μ. Μετά από την στάση αυτή, αλλά και την καθυστέρηση που προκλήθηκε από τους ιδιοκτήτες, η εταιρεία "ΜΕΤΕΘ Α.Ε.", προέβη στις 6-5-2015 στην έκδοση άδειας για μικρής έκτασης εσωτερικές επισκευές, με έγγραφη ενημέρωση της αρμόδιας Υπηρεσίας Δόμησης προ 48 ωρών, στο όνομα της εναγομένης και το Σάββατο 9-5-2015 συνεργείο τεχνικών με επικεφαλής εργολάβο μετέβη στα ...
για την εκτέλεση των εργασιών που της είχαν ανατεθεί. Όμως η έναρξη των εργασιών παρεμποδίστηκε από τους ιδιοκτήτες Π. και Π., οι οποίοι απειλούσαν να καταγγείλουν στην Αστυνομία την διενέργεια εργασιών στην ιδιοκτησία τους χωρίς την άδειά τους και την 15-5-2015 κοινοποιήθηκε στην εναγομένη η από 13-5-2015 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του πρώτου και του δεύτερου των εναγόντων και του Α.
Χ., με την οποία ζητούσαν από την εναγομένη να απόσχει από οποιαδήποτε ενέργεια στο μίσθιο και την ενημέρωναν ότι στις 21-5-2015 θα πραγματοποιούνταν επιτόπια αυτοψία σ' αυτό από μηχανικό της επιλογής τους. Στις 26-6-2015 κοινοποιήθηκε από τους ίδιους στην Τράπεζα η από 26-6-2015 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία γνωστοποιούσαν το περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας του εντεταλμένου μηχανικού τους Ι.
Π.. Στην συνέχεια η εναγομένη κοινοποίησε σ' εκείνους την από 10-9-2015 εξώδικη απάντησή της, με την οποία τους καλούσε εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών να επικοινωνήσουν με τον αρμόδιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Ακίνητης Περιουσίας, προκειμένου να συμφωνηθεί η παράδοση - παραλαβή του μισθίου, άλλως τους γνωστοποιούσε ότι θα προέβαινε στην κατάθεση των κλειδιών του μισθίου σε συμβολαιογράφο, επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της για αποζημίωση λόγω της εκ μέρους τους υπερημερίας στην παραλαβή του μισθίου.
Εκείνοι, με την από 23-9-2015 εξώδικη δήλωσή τους, δήλωσαν προς την εναγομένη ότι θα παραλάμβαναν τα κλειδιά του μισθίου μόνο από τον συμβολαιογράφο στον οποίο θα τα κατέθετε η εναγομένη, ζητώντας τη γνωστοποίηση του ονόματός του και επιφυλασσόμενοι για κάθε ζημία τους. Στις 21-10-2015 η Τράπεζα γνωστοποίησε με την από 19-10-2015 εξώδικη απάντησή της το όνομα της συμβολαιογράφου Αθηνών Όλγας Γεωργαντίδου, στην οποία έγινε κατάθεση των κλειδιών του καταστήματος, καθώς και τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης και δήλωσε σε εκείνους ότι μέχρι την καταβολή σ' αυτή του ποσού της εγγύησης, ασκούσε το δικαίωμα επίσχεσης αναφορικά με το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης (λόγω καταγγελίας της) του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995.
Στη συνέχεια, στις 8-12-2015 ο πρώτος ενάγων παρέλαβε τα κλειδιά του μισθίου, συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αριθμ. 5281/8-12-2015 πράξης παράδοσης - ανάληψης κλειδιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Όλγας Γεωργαντίδου, ενώ η εναγομένη, με την από 22-4-2016 εξώδικη δήλωσή της, καλούσε τους ανωτέρω να συνεννοηθούν με τους εκπροσώπους της για την έναρξη εργασιών αποκατάστασης των ιδιοκτησιών τους.
Εξάλλου, προέκυψε ότι από τον Δεκέμβριο του έτους 2016 το μίσθιο των εναγόντων, συνενωμένο με την ιδιοκτησία Π., όπως και στην επίδικη σύμβαση, εκμισθώθηκε στην εταιρεία "....", η οποία έκτοτε λειτουργεί σ' αυτό υπερσύγχρονη κτιριακά επιχείρηση αρτοποιείου - ζαχαροπλαστείου [...................]. Όλες οι εκτελεσθείσες εργασίες διαμόρφωσης του μισθίου από την αρχική μισθώτρια, εντάσσονταν στο πλαίσιο του συμφωνημένου σκοπού, ήταν δε εξ ολοκλήρου πρόδρομες και απαραίτητες εργασίες για την εκπλήρωση της συμφωνηθείσας χρήσης, ήτοι της διενέργειας τραπεζικών εργασιών και η συντήρηση του μίσθιου ήταν επιμελής και σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και παρέμειναν, στο βαθμό και την ποσότητα που έγιναν, σε όφελος του μίσθιου, με επιβάρυνση της μισθώτριας της σχετικής δαπάνης, ενώ υπάγονται στη συμφωνημένη χρήση.
Ειδικότερα, όλες οι δομικές μεταβολές και εργασίες πραγματοποιήθηκαν με την επίβλεψη του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Ο., ο οποίος προέβη στη σύνταξη του από 18-10-2000 στατικού και αντισεισμικού υπολογισμού της κατασκευής, όπου αναφέρεται η προβλεπόμενη για το κτίριο αξιολόγηση και καταγραφή της δυναμικής αντισεισμικής του ανάλυσης, των εσωτερικών δυνάμεων και οπλισμών των δοκών, των στύλων και των τοιχωμάτων, της διαστασιολόγησης των πέδιλων, της εκλογής διαμέτρων οπλισμού δοκών, στύλων και τοιχωμάτων και της προμέτρησης των υλικών.
Έτσι, οι επεμβάσεις αυτές που βάρυναν τη μισθώτρια και το κόστος των οποίων ανήλθε στο ποσό των 136.518.399 δραχμών (και ήδη στο ποσό των 400.641 ευρώ), ανταποκρίνονταν πλήρως στην προαναφερθείσα συμφωνία, τόσο ως προς το αντικείμενο, όσο και ως προς τον τρόπο κατασκευής και ήταν απολύτως σύμφωνες με τη φύση και την επίτευξη του σκοπού της εκ της μισθώτριας χρήσης του ως κατάστημα τραπεζικών εργασιών, ενώ επιβάλλονταν για δημιουργία ασφάλειας και στατικής επάρκειας του υπό χρήση οικοδομήματος.
Σε κάθε περίπτωση δε, αναβάθμιζαν λειτουργικά και επαύξαναν κατά πολύ την αξία του προϋφιστάμενου του έτους 1955 κτιρίου, το οποίο αναδομήθηκε και ανακαινίστηκε εκ βάθρων και επιπλέον εξωραΐστηκε πλήρως κατά την εξωτερική του όψη και ιδίως την πρόσοψη, ώστε ουδεμία μείωση της αξίας του υπέστη, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Οι περιγραφόμενες στην αγωγή εργασίες και μελέτες, ανάγονται σε εργασίες αποκατάστασης και επισκευής του μίσθιου για οποιαδήποτε χρήση, και μάλιστα σε έκταση, αξία και ποιότητα που δεν ανέλαβε να εκτελέσει η μισθώτρια, αφού με βάση τον όρο 11 (ή 12) των δύο μισθωτηρίων, η μισθώτρια δικαιούται να αφαιρέσει παν ό,τι θα έχει τοποθετήσει στο μίσθιο, οι δε προσθήκες που θα γίνουν σ' αυτό θα παραμείνουν σε όφελος του μίσθιου.
Και ναι μεν οι τροποποιήσεις και προσθήκες που έλαβαν χώρα αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής συμφωνίας των διαδίκων, ώστε οι ενάγοντες να μην έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν την αποκατάσταση των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση της εναγομένης, η οποία νομίμως επαναφέρεται με τις παρούσες προτάσεις της, ωστόσο το μίσθιο προ της ανακατασκευής του είχε αυτοτέλεια και υπήρχε επικοινωνία του υπογείου με το ισόγειο και τον όροφο, η οποία έπαυσε να υπάρχει, καθόσον τα κλιμακοστάσια που συνέδεαν το ισόγειο με το υπόγειο και τον όροφο (πατάρι) καταργήθηκαν και κατασκευάστηκαν νέα στο γειτονικό ακίνητο Π., με το οποίο συνενώθηκε δια της καθαιρέσεως του μεσότοιχου, οπότε μέσω αυτού γινόταν και γίνεται ακόμη η είσοδος στους χώρους του μισθίου ακινήτου των εναγόντων (η κεντρική είσοδος στο μίσθιο επίσης καταργήθηκε), επιπλέον δε κατά την έναρξη της μίσθωσης υφίστατο υδραυλική, ηλεκτρολογική και αποχετευτική εγκατάσταση, η οποία επίσης καταργήθηκε και το μίσθιο πλέον εξυπηρετείται από τις εγκαταστάσεις του γειτονικού ακινήτου Π., για τα θέματα δε αυτά ουδεμία πρόβλεψη υφίσταται στα συμφωνητικά μίσθωσης.
Ενόψει του διαπιστωθέντος κενού στις συμβάσεις μισθώσεως και μάλιστα αμφιβολίας ως προς την ερμηνεία του σχετικού ως άνω όρου, δηλαδή αν με βάση τις διατυπωθείσες βουλήσεις των συμβαλλομένων, υφίσταται ή όχι απαλλαγή συνολικά της μισθώτριας από την υποχρέωσή της προς επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση ή για τα ανωτέρω ελαττώματα (μειονεκτήματα κατά τους ενάγοντες) του μισθίου υφίσταται υποχρέωση επαναφοράς.
Κατόπιν τούτου συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης από το Δικαστήριο προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, για την αναζήτηση και εξατομίκευση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στα δύο ως άνω μισθωτήρια έγγραφα και την κάλυψη του διαπιστωθέντος κενού κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται σε αυτή.
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την καλή πίστη και τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας σε τέτοιου είδους συναλλαγές, αλλά και την κατάσταση των συμφερόντων των διαδίκων, καθώς και το δικαιοπρακτικό σκοπό των δηλώσεών τους, κρίνει ότι υφίσταται η υποχρέωση της εναγομένης, όχι μεν απόδοσης του μισθίου στην κατάσταση που το παρέλαβε, πράγμα άτοπο και αντικειμενικά αδύνατο, ενόψει του ύψους της σχετικής δαπάνης, αλλά και των τεχνικών παραμέτρων του εγχειρήματος, ωστόσο οι εκμισθωτές κατά τη σύναψη των συμβάσεων δεν απεμπόλησαν το δικαίωμά τους προς αποκατάσταση τουλάχιστον της αυτοτέλειας του μισθίου καταστήματός τους, με την επανέγερση του διαχωριστικού μεσότοιχου με την ιδιοκτησία Π., την εκ νέου κατασκευή των κλιμακοστασίων, του wc, καθώς και της εκ νέου κατασκευής και αποκατάστασης της καταργηθείσας υδραυλικής, ηλεκτρολογικής και αποχετευτικής εγκατάστασης, ώστε αυτό να δύναται να εκμισθωθεί εκ νέου, ως αυτοτελές και αυτόνομο κτίσμα, χωρίς να ασκεί επιρροή εν προκειμένω το γεγονός ότι σήμερα είναι μισθωμένο ως ενιαίος χώρος με το γειτονικό του ακίνητο.
Και τούτο διότι η ζημία έχει ήδη επέλθει στους συγκυρίους εκμισθωτές, οι οποίοι επιβαρύνονται με τις σχετικές δαπάνες αποκατάστασης, όπως αυτές αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορούν και οι κάτωθι διαπιστώσεις: α) το ύψος της σχετικής δαπάνης όπως θα αναλυθεί ειδικότερα κατωτέρω, β) η θέση των δύο διαδίκων πλευρών και τα πληγέντα οικονομικά συμφέροντά τους με τη μία ή την άλλη δοθείσα αναλόγως λύση και γ) κυρίως το γεγονός ότι η εναγομένη, κινούμενη και η ίδια με γνώμονα την καλή πίστη και τη συναλλακτική καλή συμπεριφορά, αναγνώρισε μετά την αποχώρησή της από το μίσθιο την υποχρέωσή της να αποκαταστήσει αυτού του είδους τα ελαττώματα, επιμένοντας για ικανό χρονικό διάστημα, παρά τη δυστοκία και άρνηση εν τέλει των εκμισθωτών, λαμβάνοντας προσφορές και συνάπτοντας σύμβαση έργου με τρίτη εταιρεία, ως προεκτέθηκε, δεικνύοντας την σοβαρή πρόθεσή της να καλύψει τις σχετικές δαπάνες, ασχέτως αποτελέσματος, χωρίς να αποτελεί πειστική εξήγηση για το Δικαστήριο, η επικαλούμενη καλή πρόθεσή της μόνο, εκ των υστέρων και προς αποφυγή των διογκωμένων αξιώσεων των αντιδίκων της προβαλλόμενη.
Προς επαναφορά της αυτοτέλειας του μισθίου και της καλής κατάστασης αυτού, ώστε να δύναται να εκμισθωθεί ως ξεχωριστό κατάστημα σε τρίτους, απαιτούνται οι κάτωθι δαπάνες: α) [...............]Ήτοι συνολικά οι εκμισθωτές υποχρεούνται να δαπανήσουν το ποσό των [..........] 43.351,48 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκαν, ο καθένας κατά ποσοστό που αντιστοιχεί στο ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του στο μίσθιο.
Τα λοιπά αγωγικά κονδύλια τυγχάνουν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, δοθέντος ότι οι εργασίες έλαβαν χώρα κατόπιν ειδικής συμφωνίας των συμβαλλομένων, εκμισθωτών και μισθώτριας, ήταν της απολύτου εγκρίσεως των πρώτων, αναγκαίες δε για την κατά προορισμό χρήση τους, το μίσθιο ουδεμία μείωση της αξίας του υπέστη, σε κάθε δε περίπτωση η οιαδήποτε μείωση της έκτασης των εσωτερικών χώρων του και του όγκου του ήταν αποτέλεσμα των συμφωνηθεισών εργασιών, οπότε δεν υφίσταται το δικαίωμα των εναγόντων να προβάλουν σχετικές αξιώσεις.
Ειδικότερα, ως προαναφέρθηκε, όλες οι επεμβάσεις οι οποίες βάρυναν τη μισθώτρια και το κόστος τους ανήλθε στο ποσό των 136.518.399 δραχμών (και ήδη στο ποσό των 400.641 ευρώ), ανταποκρίνονταν πλήρως στην προαναφερθείσα συμφωνία, τόσο ως προς το αντικείμενο, όσο και ως προς τον τρόπο κατασκευής και ήταν απολύτως σύμφωνες με τη φύση και την επίτευξη του σκοπού της εκ της μισθώτριας χρήσης του ως κατάστημα τραπεζικών εργασιών, ενώ επιβάλλονταν για την δημιουργία ασφάλειας και στατικής επάρκειας του υπό χρήση παλαιού οικοδομήματος [...........]".
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τις αιτιάσεις ότι α) οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού δεν υπήρχε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων και β) και αν ακόμη υπήρχε σχετική αμφιβολία, με την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως το Εφετείο έπρεπε να αχθεί στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι δεν υφίσταται υποχρέωση επαναφοράς του μισθίου στην προηγούμενη κατάσταση συνολικά, δηλαδή ούτε και για την επαναφορά αυτού σε κατάσταση αυτοτέλειας και 2) με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ίδιων ως άνω διατάξεων, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Η ανωτέρω υπό στοιχείο α' αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, είναι απαράδεκτη, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε: 1) ότι οι τροποποιήσεις και προσθήκες που έλαβαν χώρα στα μίσθια ακίνητα αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής συμφωνίας των διαδίκων, με επακόλουθο να μην έχουν το δικαίωμα οι ενάγοντες να αναζητήσουν την αποκατάσταση των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, 2) ότι το ένδικο μίσθιο προ της ανακατασκευής του είχε αυτοτέλεια και υπήρχε επικοινωνία του υπογείου με το ισόγειο και τον όροφο, η οποία έπαυσε να υπάρχει, καθόσον τα κλιμακοστάσια που συνέδεαν το ισόγειο με το υπόγειο και τον όροφο (πατάρι) καταργήθηκαν και κατασκευάστηκαν νέα στο γειτονικό ακίνητο Π., με το οποίο συνενώθηκε δια της καθαιρέσεως του μεσότοιχου, οπότε μέσω αυτού γινόταν και γίνεται ακόμη η είσοδος στους χώρους του μισθίου ακινήτου των εναγόντων (η κεντρική είσοδος στο μίσθιο επίσης καταργήθηκε), επιπλέον δε κατά την έναρξη της μίσθωσης υφίστατο υδραυλική, ηλεκτρολογική και αποχετευτική εγκατάσταση, η οποία επίσης καταργήθηκε και το μίσθιο πλέον εξυπηρετείται από τις εγκαταστάσεις του γειτονικού ακινήτου Π.
και 3) ότι για τα θέματα αυτά ουδεμία πρόβλεψη υφίσταται στα συμφωνητικά μισθώσεως, με συνέπεια να υφίσταται κενό και δη αμφιβολία περί του εάν η συμφωνία για απαλλαγή της μισθώτριας από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση αφορά και στην αποκατάσταση της αυτοτέλειας του μισθίου καταστήματος των αναιρεσιβλήτων.
Κατόπιν τούτου, κατ' εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ερμήνευσε τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, σύμφωνα με την αληθινή βούλησή τους και όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ύστερα και από εκτίμηση του περιεχομένου της μισθωτικής συμβάσεως, αλλά και στοιχείων εκτός συμβάσεως, όπως τη θέση και τα πληγέντα οικονομικά συμφέροντα κάθε μέρους και το γεγονός ότι η εναγομένη- αναιρεσείουσα, κινούμενη και η ίδια με γνώμονα την καλή πίστη και τη συναλλακτική καλή συμπεριφορά, αναγνώρισε μετά την αποχώρησή της από το μίσθιο την υποχρέωσή της να αποκαταστήσει την αυτοτέλεια του μισθίου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων με δικές της δαπάνες, και οδηγήθηκε στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι οι εκμισθωτές κατά τη σύναψη των συμβάσεων μισθώσεως διατήρησαν το δικαίωμά τους να αποκαταστήσει η μισθώτρια την αυτοτέλεια του μισθίου καταστήματός τους, με την επανανέγερση του διαχωριστικού μεσότοιχου με την ιδιοκτησία Π., την εκ νέου κατασκευή των κλιμακοστασίων, του wc, καθώς και την εκ νέου κατασκευή και αποκατάσταση της καταργηθείσας υδραυλικής, ηλεκτρολογικής και αποχετευτικής εγκαταστάσεως, ώστε αυτό να δύναται να εκμισθωθεί εκ νέου, ως αυτοτελές και αυτόνομο κτίσμα.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ενώ περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα τούτο, που είναι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Εξ άλλου, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι οι τροποποιήσεις και προσθήκες που έλαβαν χώρα αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής συμφωνίας των συμβληθέντων, με βάση την οποία οι εκμισθωτές δεν έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν την αποκατάσταση των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, δεν αντιφάσκει προς την περαιτέρω παραδοχή ότι η ειδική αυτή συμφωνία δεν περιλαμβάνει και την αποκατάσταση της αυτοτέλειας του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος, ως προς την υπό στοιχείο β' αιτίαση και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του Α.Κ., οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995) εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσεως από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ. 3 και 4 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 12 Π.Δ. 34/1995) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχωρήσεως και αναδοχής χρέους, κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή.
Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς το δεύτερο της μισθωτικής σχέσεως, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο, μισθωτή στη σχέση αυτή και ως εκ τούτου ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή (Α.Π. 1255/2019, Α.Π. 455/2017).
Βασικό αποτέλεσμα της κατά τα ως άνω μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως, είναι ότι επέρχεται ειδική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής. Ο μισθωτής αποξενώνεται από τη μίσθωση και στη θέση του υπεισέρχεται ο τρίτος. Επομένως, κύριο χαρακτηριστικό της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως είναι η αλλοίωση υποκειμενικώς αυτής, η οποία συνεχίζει πλέον να λειτουργεί με μισθωτή τον τρίτο, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε η σχέση.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτο ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή.
Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσεως του μισθίου σε τρίτο, είτε με υπεκμίσθωση, είτε με σύσταση εταιρείας, είναι σχέση παρεπομένη, αναφορικά με την κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων. Έτσι, η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται, ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση, είτε με τη σύσταση εταιρείας.
Έναντι όμως του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρεία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (άρθρο 481 Α.Κ.). Επομένως, και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, ο εκμισθωτής εξακολουθεί να είναι εκμισθωτής και ο αρχικός μισθωτής να είναι μισθωτής και αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων.
Έτσι, από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην παραχώρηση της χρήσεως, δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπομένη απέναντι σ' αυτόν και, επομένως, ο παραχωρησιούχος δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση. Μόνο αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτή και παραχωρησιούχου, η έξοδος από την σχέση του μισθωτή και η υπεισέλευση του παραχωρησιούχου (οπότε όμως πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως και όχι για παραχώρηση της χρήσεως), ο τελευταίος παίρνει την θέση του μισθωτή, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (Α.Π. 455/2017, Α.Π. 1177/2015, Α.Π. 1099/2015, Α.Π. 1226/2012, Α.Π. 1245/2010, Α.Π. 1957/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως για αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 38/2020, Α.Π. 530/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης προς καταβολή των απαιτούμενων δαπανών επαναφοράς της αυτοτέλειας του μισθίου ακινήτου, δέχθηκε, πέραν των όσων αναφέρονται παραπάνω, τα ακόλουθα: ".......... Κατόπιν του 96/26-3-2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχής Εξυγίανσης της Κύπρου στο πλαίσιο λήψης μέτρων εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος και επικύρωσης της μεταβίβασης, με την 66/26-3-2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, συνήφθη η από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης μεταξύ των τραπεζικών εταιρειών "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", κατά την οποία η πρώτη αυτών πώλησε, εκχώρησε και μεταβίβασε προς τη δεύτερη τα "Μεταβιβαζόμενα Στοιχεία του Ενεργητικού" παραπέμποντας στο Παράρτημα 1 της σύμβασης (όρος 2.1 της Σύμβασης), όπου εκεί αναφέρονται ως μεταβιβαζόμενα στοιχεία του ενεργητικού: 1) τα ελληνικά δάνεια, 2) η υπεραξία των ελληνικών εργασιών, 3) τα ακίνητα, 4) ο εξοπλισμός, 5) όλα τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που ανήκουν στην πωλήτρια και που σχετίζονται αποκλειστικά με τις ελληνικές εργασίες και 6) όλα τα βιβλία και στοιχεία που αφορούν αποκλειστικά τις ελληνικές εργασίες.
Στη σύμβαση αυτή, που τιτλοφορείται "σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης", στο υπό στοιχείο "1" κεφάλαιο, όπου δίδονται οι ορισμοί, αναφέρεται ότι ο όρος "ακίνητα" σημαίνει "α) κάθε δικαίωμα τίτλο και έννομη σχέση της πωλήτριας ή της θυγατρικής επί ακινήτων των καταστημάτων ή οποιωνδήποτε άλλων εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, οι οποίες ανήκουν στην πωλήτρια ή των οποίων κάνει χρήση η πωλήτρια, ολικώς ή μερικώς, για τους σκοπούς των ελληνικών εργασιών", ο όρος "καταστήματα" σημαίνει "τα τραπεζικά καταστήματα που βρίσκονται στην ελληνική δημοκρατία και μέσω των οποίων η πωλήτρια διεξάγει την τραπεζική της δραστηριότητα στην Ελλάδα" και "ελληνικές εργασίες" είναι "οι εργασίες της πωλήτριας στην Ελλάδα".
Επίσης στο υπό στοιχείο "3" κεφάλαιο της σύμβασης με τίτλο "ΑΚΙΝΗΤΑ" και στην παράγραφο υπό στοιχεία "3.4", ρητά αναφέρεται ότι "η Πωλήτρια με την παρούσα παρέχει στην Αγοράστρια το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις που μισθώνει η Πωλήτρια όσον αφορά τις Ελληνικές Εργασίες της, είτε Καταστήματα είτε άλλης χρήσεως, και η Αγοράστρια θα έχει έναντι της Πωλήτριας την ευθύνη για την εξόφληση: (Α) των μισθωμάτων τα οποία έχουν καταστεί απαιτητά σύμφωνα με την εκάστοτε μισθωτική σύμβαση, με τους όρους της οποίας εξάλλου θα συμμορφώνεται, από το Χρόνο Μεταβίβασης και (Β) κάθε άλλου ποσού το οποίο έχει καταστεί απαιτητό από την Πωλήτρια όσον αφορά τις μισθωμένες εγκαταστάσεις από το Χρόνο Μεταβίβασης".
Επιπλέον, στον όρο 10 του 96/26-3-2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αναφέρεται ρητά ότι "συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τον πωλητή και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, λογίζονται από τον χρόνο μεταβίβασης, ως αν να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με τον αγοραστή".
Μετά ταύτα η εναγομένη με την από 6-11-2013 επιστολή της προς τον πρώτο ενάγοντα και τις από 1-11-2013 και 6-11-2013 ομοίου περιεχομένου επιστολές της προς τους λοιπούς εκμισθωτές του μισθίου Α. Κ. και Ά. Χ. αντίστοιχα, γνωστοποίησε σ' αυτούς τα ανωτέρω, ότι δηλαδή την 26-3-2013 στο πλαίσιο του Νόμου για την Εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων και κατόπιν των ως άνω εκδοθεισών πράξεων και διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταβιβάστηκαν σ' εκείνη οι επιμέρους έννομες σχέσεις (ιδίως δάνεια και συμβάσεις) που απέρρεαν από την δραστηριότητα των Ελληνικών Υποκαταστημάτων της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα, η οποία έπαυσε πλέον να έχει οποιαδήποτε τραπεζική δραστηριότητα στην Ελλάδα και ότι ως εκ τούτου ήταν αντικειμενικά ανέφικτη η εκ μέρους εκείνης συνέχιση της χρήσης του μισθίου, αφού εξέλιπε ο σκοπός καταρτίσεώς της.
Με την επιστολή της η εναγομένη, γνωστοποιούσε επίσης σ' εκείνους ότι, έχοντας τη σύμφωνη γραπτή γνώμη της αρχικής μισθώτριας, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 12 του π.δ. 34/1995, συνέχιζε πλέον η ίδια τη μίσθωση από την 26-3-2013 με τους αρχικούς όρους, διατηρώντας το σύνολο των εκ της συμβάσεως και του νόμου δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της και ότι θα κατέβαλλε έκτοτε σε κάθε έναν από αυτούς το μίσθωμα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί.
Μετά τις ως άνω γνωστοποιήσεις για τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης μεταξύ της αρχικής μισθώτριας και της εναγομένης, η εναγομένη εγκαταστάθηκε στο συνενωμένα μίσθια και συνέχισε εφεξής την ασκούμενη έως τότε τραπεζική δραστηριότητα, ενώ οι εκμισθωτές έλαβαν αμέσως γνώση της διαδοχής αυτής, την οποία ενέκριναν, αφού άρχισαν πλέον να εισπράττουν τα μισθώματα από την εναγομένη, ως νέα μισθώτρια, αποδεχόμενοι έτσι σιωπηρά την υποκειμενική αλλοίωση της μισθωτικής σχέσης και την εκ μέρους της εναγομένης υπεισέλευσή της σ' αυτή, με ειδική διαδοχή, στη θέση της μισθώτριας.
Με τη διαδοχή αυτή δεν συνήφθη νέα σύμβαση μισθώσεως, ούτε άλλωστε ήταν αυτός ο σκοπός των συμβαλλομένων, αλλά συνεχίστηκε η υφιστάμενη από τους έτους 2000 μίσθωση στο σύνολό της, όπως αναφέρεται και στο κείμενο των επιστολών. Η μίσθωση του ακινήτου των ως άνω εκμισθωτών δεν έληξε στις 30-9-2013, αλλά παρατάθηκε εκ νέου σιωπηρά για ακόμη τέσσερα έτη, ήτοι έως 30-9-2017, δυνατότητα την οποία έδιναν τα μισθωτήρια έγγραφα στη μισθώτρια, η οποία έκανε χρήση του δικαιώματός της αυτού, συνεχίζοντας ανενόχλητη τη δραστηριότητά της στο μίσθιο. [..............].
Περαιτέρω με βάση τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω η εναγομένη υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ" από την εν λόγω μισθωτική σύμβαση, και αυτών που είχαν γεννηθεί στις 26-3-2013, όπως η προκείμενη, η οποία ωστόσο δεν μπορούσε να ασκηθεί κατά το χρόνο εκείνο που η μισθωτική σύμβαση ήταν ενεργής, αλλά μόνο μετά την αποχώρηση της εναγομένης από το μίσθιο θα μπορούσαν να αναζητηθούν οι σχετικές δαπάνες για την αποκατάσταση της αυτοτέλειας του μισθίου, καθόσον αντικείμενο της συγκεκριμένης μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης, ως πλέγματος δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήταν το σύνολο τούτων, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο των από 6-11-2013 και 1-11-2013 επιστολών της προς τους εκμισθωτές.
Μάλιστα, ενδεικτικό της μεταβίβασης και της επίδικης αξίωσης είναι το γεγονός ότι στην επιστολή της αυτή η εναγομένη κάνει λόγο για αναλογική εφαρμογή του άρθρου 12 του π.δ. 34/1995, πράγμα που σημαίνει ευθύνη της και για τις παλαιές υποχρεώσεις, που γεννήθηκαν πριν από την 26-3-2013, αλλά δεν είχαν ακόμη καταστεί απαιτητές, ενώ ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι οι εκμισθωτές δεν είχαν τη δυνατότητα μη συναινέσεως στη μεταβίβαση αυτή, την οποία εξάλλου σιωπηρώς αποδέχθηκαν.
Επομένως, έσφαλε η εκκαλουμένη που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη όσον αφορά τα κονδύλια αποζημίωσης που σχετίζονται με τις επεμβάσεις στο μίσθιο, λόγω (κατ' επάλληλη αιτιολογία και) μη παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης, στηρίζοντας αυτή στην αρχή της μη αναδρομικότητας της σχετικής σύμβασης μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης, η οποία ωστόσο, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, δεν ισχύει εν προκειμένω, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, με το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης".
Με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο έκρινε ότι η μεταξύ των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών και της αρχικής μισθώτριας "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ" μισθωτική σχέση, μεταβιβάστηκε στην ήδη αναιρεσείουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η οποία υπεισήλθε ως μισθώτρια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτής από την εν λόγω μισθωτική σύμβαση, περιλαμβανομένων και αυτών που είχαν γεννηθεί στις 26-3-2013, όπως η προκείμενη, με επακόλουθο να νομιμοποιείται αυτή παθητικά με την ένδικη αγωγή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 455 επ. 471 και 593 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992, διέλαβε δε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεώς του και καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, με την παραδοχή της ότι η ένδικη μισθωτική σχέση, μεταβιβάστηκε από την αρχική μισθώτρια ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ στην ήδη αναιρεσείουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η οποία υπεισήλθε ως μισθώτρια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αρχικής μισθώτριας, με επακόλουθο να νομιμοποιείται παθητικά με την ένδικη αγωγή, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών -καθόσον, κατά την άποψή της, ενώ έκρινε ότι ο αποκτών με τη σύμβαση μεταβίβασης δεν καθίσταται φορέας του δικαιώματος επιστροφής της εγγύησης, το οποίο παραμένει στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, στη συνέχεια, αντιφατικά, έκρινε ότι η υποχρέωση επαναφοράς του μισθίου σε κατάσταση αυτοτέλειας βαρύνει την ίδια (αναιρεσείουσα) και όχι την αρχική μισθώτρια- είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενόψει του ότι στο αναιρετήριο αναφέρεται μόνο απόσπασμα της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, ουδόλως όμως διαλαμβάνονται οι, αναγκαίες για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, σχετικές με την επιστροφή της εγγύησης, ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να κριθεί εάν πράγματι στερείται νομίμου βάσεως, ως έχουσα αντιφατικές αιτιολογίες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.11.2019 και με αριθμό καταθέσεως 59/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 338/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ