Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision due to contradictory reasoning regarding admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision rejecting the appellee's membership suit. The appellant argued the lower court failed to address specific claims and lacked reasoning, but the court found this argument self-contradictory. The decision was rejected because the appellant simultaneously claimed the court ignored a specific argument while also demanding the court provide reasons for rejecting that same argument.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds contradict the appellant's own previous submissions regarding the lower court's failure to consider specific arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 663 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 663/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ένωσης Σωματείων με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Α.Σ.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αργυρό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΝΟΜΟΥ ΣΕΡΡΩΝ", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παυλίνα Ζιάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2014 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1518/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3476/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-11-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, 3476/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 1518/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 24-10-2014 προσφυγή του αναιρεσίβλητου σωματείου και ακυρώθηκε η 311/26-8-2014 πράξη της αναιρεσείουσας περί αποβολής του από μέλους αυτής Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Για την εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, το καταστατικό σωματείου, αποτελεί σύμβαση που ρυθμίζει αποκλειστικά τη λειτουργία αυτού και τις σχέσεις με τα μέλη του και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου, η παραβίαση των διατάξεων αυτού, δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Γι' αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1373/2017, ΑΠ 813/2011, ΑΠ 1643/2005). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, το Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του καταστατικού της αναιρεσείουσας, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι, κατά την έννοια αυτού, η εκδοθείσα …/…-8-2014 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της, περί αυτόματης παύσης του αναιρεσίβλητου ως μέλους της, αποτελεί πειθαρχική ποινή και έπρεπε πριν από τη λήψη αυτής να κληθεί σε απολογία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται περί εσφαλμένης ερμηνείας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού τέτοιο κανόνα δεν αποτελούν οι διατάξεις του καταστατικού της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, αποδίδει στην απόφαση ότι, δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που αυτή είχε προτείνει και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ότι το αναιρεσίβλητο, λόγω της κοινοποίησης σ' αυτό των σχετικών εγκυκλίων της που παρατίθενται στο αναιρετήριο, πριν από κάθε σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, γνώριζε ότι η συνέπεια της μη συμμετοχής του σε δύο συνεχόμενες Γενικές Συνελεύσεις θα ήταν η παύση του και η άρση της αναγνώρισής του από μέλους της αναιρεσείουσας, και ότι, συνεπώς, δεν είχε νόημα η κλήση αυτού σε απολογία.
Ο άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ως μη ληφθέντα υπόψη από το Εφετείο, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Το ανωτέρο πραγματικό γεγονός που αποτελεί τη βάση του ισχυρισμού της, δεν θεμελιώνει ένσταση κατά της βάσης της αγωγής, περί κήρυξης ακυρότητας της σχετικής απόφασης της αναιρεσείουσας, λόγω παράλειψης κλήσης σε απολογία πριν τη λήψη της, ούτε η γνώση των συνεπειών της μη συμμόρφωσης με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 5 του Καταστατικού αυτής αίρει την υποχρέωση κλήσης του σε απολογία, αλλά αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό κατ' αυτής.
Λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάποιο συγκεκριμένο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό τον οποίο παραδεκτά έχει προτείνει, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγχρόνως, προβάλλεται ότι, το δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία ως προς το συγκεκριμένο ισχυρισμό, δηλαδή πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον στην τελευταία περίπτωση, αποτελεί προϋπόθεση η λήψη υπόψη και εξέταση του ισχυρισμού αυτού (πρβλ.
ΑΠ 472/2008, ΑΠ 579/2007, ΑΠ 837/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης καθόσον, "ουδεμία αιτιολογία παρέχει επί του ουσιώδους ζητήματος ότι το αναιρεσίβλητο και αντίδικο σωματείο γνώριζε, όπως αναλυτικώς προαναφέρω στους παραπάνω λόγους μου, πολύ καλά τις συνέπειες που θα είχε εάν δεν συμμετείχε σε δύο συνεχείς Γεν.
Συνελεύσεις της ΑΣΠΕ", αναφερόμενη ακολούθως στις κοινοποιηθείσες στα σωματεία, μέλη αυτής, Εγκυκλίους της, πριν από τις οριζόμενες ημεροχρονολογίες σύγκλησης των Γενικών Συνελεύσεων. Ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον, η αιτίασή του, η οποία αναφέρεται στη μη αιτιολόγηση του ισχυρισμού γνώσης του αναιρεσίβλητου για τις συνέπειες που θα είχε η μη συμμετοχή του σε δύο συνεχόμενες Γενικές Συνελεύσεις της αναιρεσείουσας, ήτοι ότι θα παύσει αυτομάτως να αποτελεί μέλος αυτής, είναι εντελώς αντιφατικός έναντι του προηγηθέντος δεύτερου λόγου, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ίδιο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για τη συγκεκριμένη γνώση του αναιρεσίβλητου, καθόσον δεν είναι νοητό το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, όπως υποστηρίζεται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο και παράλληλα να μην αιτιολόγησε την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 16-11-2017 αίτηση για αναίρεση της 3476/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2017 αίτηση της Ένωσης σωματείων με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 3476/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 06 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ