Legislator Case Law & Legislation
672/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to failure to consider evidence of forged date on bill of exchange.

Case Number 672/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of the appellant's protest against a payment order. The appellant argued that the court failed to consider a notarial deed proving the date on the bill of exchange was altered to defraud him. The court found this omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, as the evidence was relevant to the validity of the protest. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted to the Third Instance Court for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; A procedural error occurs when a court fails to consider evidence adduced by a party that is relevant to the validity of the claim, necessitating the remittal of the case for retrial.

Keywords

AI generated
procedural error failure to consider evidence bill of exchange forged date remittal for retrial Code of Civil Procedure protest against payment order

Cited Legislation

AI generated
Articles 635 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 672 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 672/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαγδαληνή Σκόνδρα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Θ., συζύγου Ι., το γένος Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αντωνιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/2/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40401/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 826/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ, 826/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 40401/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 23-2-2009 ανακοπή του τελευταίου και είχε επικυρωθεί η 4218/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, μεταξύ των ουσιωδών στοιχείων της επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 5960/1933, είναι και η χρονολογία έκδοσης αυτής. Η έλλειψή της καθιστά την επιταγή άκυρη. Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η επιταγή, πρέπει να εμφανίζεται για πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, από τη χρονολογία έκδοσης, κατά, δε, το άρθρο 40 αυτού, ο κομιστής μπορεί να ασκήσει την αγωγή του κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υπόχρεων, μόνον εάν η επιταγή, εμφανίστηκε εντός της ως άνω προθεσμίας στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς προκύπτει, ότι αν η επιταγή δεν εμφανιστεί για πληρωμή εντός οκτώ ημερών από της επομένης της εκδόσεώς της, ο κομιστής εκπίπτει από τα δικαιώματα που πηγάζουν από αυτή έναντι όλων των υπόχρεων, περιλαμβανομένου και του εκδότη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 51 Ν. 5960/1933, με το οποίο ορίζεται, ότι "Εν περιπτώσει αλλοιώσεως του κειμένου της επιταγής οι μεταγενέστεροι της αλλοιώσεως ταύτης υπογραφείς υποχρεούνται εντός των όρων του αλλοιωθέντος κειμένου οι προγενέστεροι υπογραφείς υποχρεούνται εντός των όρων του αρχικού κειμένου", στους προγενέστερους της αλλοίωσης του κειμένου της επιταγής υπογραφείς παρέχεται η ένσταση της αλλοίωσης του κειμένου, που ενεργεί εναντίον κάθε μεταγενέστερου της αλλοίωσης κομιστή και συνεπάγεται τον περιορισμό της ευθύνης του ενιστάμενου μέσα στα όρια του αρχικού κειμένου της επιταγής.

Η μεταβολή της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής μετά την κυκλοφορία της και χωρίς τη συναίνεση των εξ αυτής υπόχρεων, ώστε να φέρεται εκδοθείσα σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου κατά τον οποίον πράγματι εκδόθηκε, έχει σαν αποτέλεσμα, εξ αιτίας της επιμηκύνσεως, λόγω της αλλοίωσης, του χρόνου εμφάνισής της, να διατηρείται φαινομενικά το κύρος της, ενώ πράγματι, εάν η επιταγή δεν εμφανίστηκε εντός της οκταήμερης προθεσμίας από την πραγματική χρονολογία της έκδοσής της, ο κομιστής έχει εκπέσει των εξ αυτής δικαιωμάτων του, ή θα είχε συμπληρωθεί η παραγραφή της από την επιταγή αξίωσης του κομιστή κατά των οφειλετών της.

Η χωρίς τη συναίνεση αλλοίωση της χρονολογίας, συνιστά νόθευση. Η απόδειξη δε αυτής, επάγεται απόρριψη της σχετικής αγωγής, αφού δεν υπάρχει πράγματι αξίωση από την επιταγή (ΑΠ 1720/1998, ΑΠ 1528/1992). Ο εκδότης ή ο οπισθογράφος, προστατεύεται σ' αυτή την περίπτωση με σχετική ένσταση, την οποία μπορεί να προβάλει με λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία, τυχόν, έχει εκδοθεί με βάση την επιταγή (ΑΠ 1567/2013, ΑΠ 687/2008).

Η συναίνεση του εκδότη της επιταγής για τη μεταβολή της χρονολογίας έκδοσης αυτής, παρέχεται ρητά ή σιωπηρά. Ακόμη μπορεί και να τεκμαίρεται. Δεν είναι απαραίτητο να χορηγείται με έγγραφο. Δεν πρόκειται σ' αυτή την περίπτωση της μεταβολής του στοιχείου αυτού, ομοιότητα με την περίπτωση που εκδίδεται επιταγή με αντιπρόσωπο.

Στην τελευταία περίπτωση αναλαμβάνεται υποχρέωση από τον τίτλο και, όπως σαφώς συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2, 10 και 11 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", κατά τις οποίες, για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης από επιταγή απαιτείται έγγραφη δήλωση βουλήσεως επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο, η διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 ΑΚ, έχει εφαρμογή και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η επιταγή και η πληρεξουσιότητα ανάληψης υποχρέωσης από αυτή, όσο και η, εκ των υστέρων, έγκριση της εκπροσώπησης του αντιπρόσωπου, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του εγγράφου του τίτλου της επιταγής (ΟλΑΠ 19/2003, ΑΠ 321/2009).

Τούτο επιβάλλεται από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών. Διαφορετικά, ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται ούτε απέναντι του καλής πίστεως τρίτου, αφού δεν υπήρξε βούλησή του να δεσμευθεί υπό τον αυστηρό τύπο του αξιογράφου της επιταγής, έτσι δε και ο καλόπιστος τρίτος παραμένει απροστάτευτος.

Η κρίση ότι στην περίπτωση της συναίνεσης για αλλοίωση του στοιχείου της χρονολογίας της επιταγής, η συναίνεση μπορεί να παρέχεται και χωρίς σχετικό έγγραφο, ενισχύεται και από το ότι και για τη συμπλήρωση με συμφωνία ατελούς κατά την έκδοσή της επιταγής, δεν είναι αναγκαίο να χορηγείται έγγραφο για να είναι νόμιμη η συμπλήρωση της χρονολογίας που αφέθηκε ασυμπλήρωτη, αλλά η σχετική συμφωνία μπορεί να είναι ρητή, αλλά και σιωπηρή, ακόμη και να τεκμαίρεται (ΑΠ 544/2015, ΑΠ 1687/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφασή του, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." ιδρύθηκε το έτος 2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού-Σμυρλή, με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 300.000 μετοχές ονομαστικής αξίας του ενός ευρώ η κάθε μία, έλαβε αριθμό μητρώου 56361/62Β/0048 στη Διεύθυνση Εταιριών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, το δε καταστατικό της εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 17/2189/15-3-2004 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε στο με αριθμ. 2443/23-3-2004 ΦΕΚ.

Ιδρυτικά μέλη αυτής υπήρξαν οι Π. Π. του Η., Θ. Π. του Η. και Ε. Α. του Α. Με το καταστατικό της ορίσθηκε ως έδρα αυτής η ……………. και σκοπός της η παροχή καινοτόμων ή και τεχνολογικά προηγμένων υπηρεσιών κάθε φύσεως και μορφής κατά τους ορισμούς του νόμου, η παραγωγή ή η παροχή προϊόντων ή υπηρεσιών νέας βελτιωμένης ή προηγμένης ή καινοτόμου τεχνογνωσίας, ευρεσιτεχνίας, τεχνολογίας βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων κατά τους ορισμούς των κειμένων διατάξεων κλπ Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της και νόμιμος εκπρόσωπος της μέχρι την 13-12-2006 ορίσθηκε η Μ.

Μ. του Ν., σύζυγος του Π. Π., έκτοτε δε πρόεδρος του ΔΣ αυτής και νόμιμος εκπρόσωπος της ορίσθηκε η Σ. Κ.. Στις 30 5- 2006 δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε στη ………. η ανωτέρω εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην καθ' ης 50.000 μετοχές της έναντι τιμήματος 50.000 ευρώ, προκειμένου να συμμετάσχει, όπως αναφέρεται στο ανωτέρω συμφωνητικό, στην αποφασισθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της και να επαναγοράσει η ίδια (εταιρία) τις ανωτέρω μετοχές εντός του χρονικού διαστήματος από 10-11-2007 έως 30-11-2007, εφόσον το ζητούσε η καθ' ης και την ενημέρωνε εγγράφως εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος καταβάλλοντάς της ως τίμημα το ποσό των 57.000 ευρώ.

Επίσης, δυνάμει του από 14-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε στη ………… μεταξύ του ανακόπτοντος και της προαναφερόμενης εταιρίας συμφωνήθηκε η αγορά από τον πρώτο 15.000 μετοχών της δεύτερης έναντι τιμήματος 30.000 ευρώ, προκειμένου να συμμετάσχει και αυτός, όπως αναφέρεται στο ανωτέρω συμφωνητικό, στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της με την υπόσχεση εκ μέρους της να αγοράσει η ίδια (εταιρία) τις ανωτέρω μετοχές εντός του χρονικού διαστήματος από 10-3-2008 έως 30-3-2008, εφόσον το ζητούσε ο ανακόπτων και την ενημέρωνε εγγράφως εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος καταβάλλοντάς του το ποσό των 33.000 ευρώ.

Περί τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2008 και ενώ πλησίαζε η ημερομηνία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της εταιρίας "..." από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό και ο ανακόπτων ήδη είχε αποκτήσει 1000 μετοχές αυτής (βλ. σχετικές περικοπές της προσθήκης των προτάσεών του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "...εγώ ο ίδιος υποστηρίζω όπ απέκτησα πράγματι τις παραπάνω μετοχές το Φεβρουάριο του 2008....") ο Α.

Β., οικονομολόγος, ο οποίος εργαζόταν από το έτος 1988 ως ασφαλιστικός πράκτορας, από το έτος 2000 μέχρι το έτος 2004 συνεργαζόταν με την εταιρία "..." και από το Μάρτιο του,. έτους 2007 είχε την ιδιότητα του οικονομικού συμβούλου και αναπληρωτή διευθυντή πωλήσεων της ανωτέρω εταιρίας πρότεινε στον ανακόπτοντα αντί των λοιπών οφειλομένων εκ μέρους της εταιρίας "..." μετοχών να του μεταβιβάσει μετοχές της εδρεύουσας στη ...

θυγατρικής της εταιρίας "..." και έτσι θα συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας. Ο ανακόπτων δέχθηκε την πρόταση αυτή και έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της ανωτέρω εταιρίας το από 19-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου ο ανακόπτων κατέβαλε επιπλέον στην εταιρία "..." το ποσό των 18.600 ευρώ, ενώ της παρέδωσε αφού προηγουμένως έθεσε την υπογραφή του στη θέση του πρώτου οπισθογράφου (λευκή οπισθογράφηση) την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της ASPIS BANK ποσού 33.000 ευρώ, η οποία είχε εκδοθεί από την ίδια σε διαταγή του ανακόπτοντος, έφερε ημερομηνία έκδοσης 30-3-2008 και ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα ASPIS BANK με χρέωση του με αριθμό ... λογαριασμού της με σκοπό την περαιτέρω κυκλοφορία της. Ακολούθως η καθ' ης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε είχε καταβάλει στην ανωτέρω εταιρία το ποσό των 50.000 ευρώ χωρίς όμως να αποκτήσει τις μετοχές, που συμφωνήθηκαν με το από 30-5-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, ζήτησε την επιστροφή του καταβληθέντος εκ μέρους της ποσού.

Γι'αυτό και καταρτίσθηκε μεταξύ τους το από 22-2- 2008 ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε η λύση της μεταξύ τους σύμβασης, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "...", αποδέχτηκε μία συναλλαγματική ποσού 24.000 ευρώ σε διαταγή της καθ' ης η ανακοπή λήξης την 31-12-2008, ενώ ο ως άνω οικονομικός σύμβουλος της παρέδωσε κατ' εντολήν της και την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ...

επιταγή στην οποία πλέον κατ' εντολήν της νομίμου εκπροσώπου της εκδότριας εταιρίας και με τη συναίνεση του ανακόπτοντος είχε μεταβληθεί η ημερομηνία έκδοσης από 30-3-2008 σε 30-09-2008 Η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα ASPIS BANK από την καθ' ης στις 3-10-2008 και δεν πληρώθηκε, καθόσον στον με αριθμό ...

λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και η μη πληρωμή της βεβαιώθηκε με τη σχετική από 3-10-2008 επισημείωση της πληρώτριας τράπεζας στο σώμα της. Στη συνέχεια, με αίτηση της καθ' ης η ανακοπή•εκδόθηκε n υπ' αριθμ. 4218/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να πληρώσει στην καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 33.000 ευρώ με τους νομίμους τόκους και τα έξοδα.

Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά η καθ' ης η ανακοπή στηρίζει το δικαίωμα της σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, αφού ο ανακόπτων ως νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής τη μεταβίβασε περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, ενώ η-παράδοσή της από τον Α. Β. κατ' εντολήν της εκδότριας εταιρίας στην καθ' ης ήταν νόμιμη και δεν διέκοψε τη σειρά των οπισθογραφήσεων, αφού η καθ' ης η ανακοπή εμφανίζεται στον τίτλο σαν να έχει συμβληθεί απευθείας με τον τελευταίο οπισθογράφο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της ανακοπής με τον οποίο ο ανακόπτων υποστηρίζει όπ η καθ' ης και αιτούσα την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής δεν στηρίζει το σχετικό δικαίωμά της σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, αφού στο σώμα της επιταγής βάσει της οποίας εκδόθηκε δεν υπάρχει οπισθογράφηση της εκδότριας εταιρίας προς την καθ' ης, πρέπει, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, είναι αληθές ότι η ημεροχρονολογία έκδοσης της παραπάνω επιταγής μεταβλήθηκε από 30-3-2008 σε 30-9-2008, τούτο δε προκύπτει από τα προσκομισθέντα εκ μέρους των διαδίκων έγγραφα και ιδίως από τις με ημερομηνία 25-4-2014 γραφολογικές παρατηρήσεις του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Τ.. Ωστόσο η μεταβολή αυτή έγινε εν γνώσει του ανακόπτοντος και με τη συναινεσή του γι' αυτό και δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλαστογράφηση της επιταγής αυτής.

Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο οδηγείται από το περιεχόμενο της κατάθεσης της εξετασθείσας με επιμέλεια της καθ' ης η ανακοπή μάρτυρος, κυρίως δε από την παράδοση της επίμαχης επιταγής στον οικονομικό σύμβουλο και αναπληρωτή διευθυντή πωλήσεων της εκδότριας εταιρίας Α. Β., αφού προηγουμένως ο ανακόπτων έθεσε στο σώμα της και στην πίσω σελίδα αυτής ως οπισθογράφος με λευκή οπισθογράφηση την υπογραφή του.

β) την ομολογούμενη (εξωδίκου) από τον ίδιο (ανακόπτοντα) ανάληψη εκ μέρους της εκδότριας εταιρίας της υποχρέωσης να του παραδώσει τις αγορασθείσες και οφειλόμενες σ' αυτόν μετοχές μέχρι τις 30-9-2008 (βλ. σχετικές αναφορές του ανακόπτοντος στην υποβληθείσα εκ μέρους του μήνυση με ημερομηνία 26-1-2010 και γ) το περιεχόμενο του καταρτισθέντος μεταξύ της καθ' ης και της εκδότριας εταιρίας ιδιωτικού συμφωνητικού λύσης της μεταξύ τους σύμβασης, το οποίο φέρει ημερομηνία 22-2-2008 και στο οποίο γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων και στην παράδοση της επίμαχης επιταγής στην καθ' ης "σε εξόφληση κάθε απαιτήσεως..., έναντι της Εταιρείας....".

Σημειωτέον ότι τα κατατεθέντα για το ζήτημα αυτό από τον εξετασθέντα μάρτυρα πέραν του ότι δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο, δεν κρίνονται ούτε και πειστικά εάν ληφθεί υπόψη ότι πηγή των σχετικών πληροφοριών του εν λόγω μάρτυρος είναι ο ίδιος ο ανακόπτων, επιπλέον οι αναφορές του στο χρόνο επιστροφής της επίμαχης επιταγής στην εκδότρια εταιρία έρχονται σε αντίθεση και με όσα ο ανακόπτων υποστηρίζει με την ανακοπή του (βλ.

τη σχετική περικοπή της κατάθεσης του μάρτυρος για το χρόνο παράδοσης της επιταγής "....στις 30-3-2008 πήρε τις μετοχές και έδωσε την επιταγή... Αρχές Απριλίου έδωσε την επιταγή..." και τη σχετική περικοπή τυο δικογράφου της ανακοπής "...Στα τέλη Φεβρουαρίου 2008 ειδοποιήθηκα από τη ….. ότι ήταν έτοιμη να προβεί στην πραγμάτωση της συμφωνίας μας...").

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της ανακοπής με τον οποίο ο ανακόπτων υποστηρίζει ότι έγινε αλλοίωση της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής αυτής εν αγνοία του και μετά την οπισθογράφησή της από τον ίδιο και ότι δεν ευθύνεται από την επιταγή αυτή, αφού είναι προϊόν πλαστογραφίας, επικουρικά δε ότι η σχετική αξίωση της καθ' ης η ανακοπή έχει υποπέσει σε παραγραφή είναι αβάσιμος στην ουσία του και πρέπει να απορριφθεί".

Κρίνοντας, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η μεταβολή της χρονολογίας της επίδικης επιταγής από 30-3-2008 σε 30-9-2008 έγινε με τη συναίνεση του αναιρεσείοντος, οπισθογράφου της επιταγής, ο οποίος ως οπισθογράφος, δεσμεύεται κατά το νόμο και μετά τη μεταβολή της χρονολογίας αυτής, έναντι της κομίστριας της επιταγής, αναιρεσίβλητης, που έχει πραγματική αξίωση κατ' αυτού από την επιταγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 6 παρ.2, 10 και 11, 14, 17, 18, 19, 20, 29, 40, 44, 51, 52 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" και 236 ΑΚ, ενώ δεν έσφαλε από τη μη εφαρμογή του άρθρου 217 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού δεν απαιτούνταν έγγραφο περί παροχής της συναίνεσής του για τη μεταβολή της χρονολογίας της επιταγής για να δημιουργήσει τη νομική δέσμευση με βάση την αλλοίωση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί πλαστογραφίας της επίδικης επιταγής, συνιστάμενης στην αλλοίωση της χρονολογίας πληρωμής αυτής και δέχθηκε ευθύνη του ως οπισθογράφου της επιταγής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για το ζήτημα της διαπιστούμενης συναίνεσης του αναιρεσείοντος στη μεταβολή της χρονολογίας της επίδικης επιταγής, στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, μολονότι, ο αναιρεσείων, είχε προβάλει με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του κατά της 4218/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης, κομίστριας της επίδικης επιταγής, ότι μετά την οπισθογράφηση από αυτόν της επιταγής, είχε γίνει αλλοίωση της χρονολογίας έκδοσής της, εν αγνοία του, με μεταβολή της χρονολογίας από 30-3-2008 σε 30-9-2008 και ότι λόγω αυτής της πλαστογραφίας της επιταγής δεν ευθύνεται εξ αυτής, η προσβαλλόμενη δέχεται ότι η μεταβολή αυτή της χρονολογίας έγινε εν γνώσει του και με τη συναίνεσή του.

Όμως, δεν διευκρινίζεται σε ποιόν είχε παράσχει ο αναιρεσείων τη συναίνεσή του για τη μεταβολή της χρονολογίας της επιταγής, ενώ δεν εκτίθεται καθόλου η αιτία εξαιτίας της οποίας ο αναιρεσείων ανέλαβε, έναντι της εταιρείας "...", ευθύνη από την επιταγή, δοθέντος ότι η εταιρεία αυτή, κατά τις παραδοχές της απόφασης, όφειλε στον αναιρεσείοντα χρηματικό ποσό από τις μεταξύ τους συναλλακτικές σχέσεις και όχι εκείνος, ο οποίος είχε εκπληρώσει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις του από τις συμφωνίες που είχαν καταρτίσει, ώστε να δικαιολογείται, αφενός μεν η οπισθογράφηση με σκοπό την περαιτέρω κυκλοφορία της επιταγής αυτής από την εκδότρια εταιρεία, αφετέρου, η συναίνεσή του για μεταβολή της χρονολογίας πληρωμής σε μεταγενέστερη ημέρα, ώστε να μπορούν να ασκηθούν τα εξ αυτής δικαιώματα του κομιστή της.

Μόνη η παραδοχή ότι εν γνώσει του αναιρεσείοντος και με τη συναίνεσή του είχε μεταβληθεί η χρονολογία έκδοσης της επιταγής, δεν είναι επαρκής αιτιολογία για το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης συναίνεσης αυτού για τη μεταβολή της χρονολογίας, ενόψει των συγκεκριμένων παραδοχών της. Η επιχειρούμενη στήριξη της συναίνεσης στην ανάληψη από την εκδότρια εταιρεία της υποχρέωσης παράδοσης των μετοχών που είχε αγοράσει ο αναιρεσείων, και τις οποίες εκείνη του όφειλε, είναι ασαφής, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο αναιρεσείων είχε εξ αρχής καταβάλει το τίμημα των μετοχών και δεν είχε οφειλή προς την εκδότρια της επιταγής.

Ούτε, αίρει την ανεπάρκεια της σχετικής αιτιολογίας, η θεμελίωση της συναίνεσης στην, ανεπιτήδεια προς τούτο, συμφωνία μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εκδότριας της επιταγής ως άνω εταιρείας, στην οποία εκφράζεται δήλωση της τελευταίας και όχι του αναιρεσείοντος που δεν συμβάλλεται.

Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την οποία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων με το βάσιμο έκτο λόγο της αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα, αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι? αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον όγδοο (υπό στοιχείο Β') λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το 375/2013 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο με επίκληση προσκόμισε νόμιμα ενώπιόν του για πρώτη φορά, καθόσον δεν είχε εκδοθεί όταν έγινε η δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι για το σχηματισμό του πορίσματός του το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που είχαν εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα τα οποία δεν προσκομίστηκαν στην πρωτόδικη δίκη όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια", τις γραφολογικές παρατηρήσεις του ειδικού γραφολόγου Π.

Τ. του Κ. καθώς και την ένορκη βεβαίωση που ειδικά αναφέρεται. Από την εκτίμηση τούτων των αποδεικτικών μέσων το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι την επίδικη επιταγή ο οικονομικός σύμβουλος της εταιρείας "......παρέδωσε, κατ' εντολή του νόμιμου εκπρόσωπου αυτής, στην αναιρεσίβλητη, στην οποία επιταγή κατ' εντολή του νόμιμου εκπρόσωπου της άνω εταιρείας και με τη συναίνεση του αναιρεσείοντος, είχε μεταβληθεί η χρονολογία έκδοσης από 30-3-2008 σε 30-9-2008, στηρίζοντας έτσι την ευθύνη εκείνου ως οπισθογράφου από την επιταγή.

Προς τούτο, είχε δεχθεί το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων είχε υπογράψει ως οπισθογράφος την επίδικη επιταγή εκδόσεως της εταιρείας "..." σε διαταγή του και την παρέδωσε στην εταιρεία αυτή με σκοπό την περαιτέρω κυκλοφορία της. Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ότι δεν είχε συμβεί αλλοίωση της χρονολογίας της επιταγής, αντικαθιστώντας την αιτιολογία αυτή ως εσφαλμένη.

Στο προαναφερόμενο βούλευμα, το οποίο, όπως προκύπτει από το συνολικό περιεχόμενο του σχετικού λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσκόμισε στο Εφετείο για να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί πλαστογραφίας της επιταγής συνισταμένης στην χωρίς τη συναίνεσή του αλλοίωση της χρονολογίας έκδοσης της επιταγής και αναγραφής μεταγενέστερης χρονολογίας της αρχικής, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, δέχθηκε ότι την επίδικη επιταγή είχε εκδώσει η άνω εταιρεία και είχε παραδώσει στον αναιρεσείοντα με την κατάρτιση της πρώτης συμφωνίας τους για αγορά από αυτόν 15.000 μετοχών της εταιρείας και την καταβολή από αυτόν του ποσού των 30.000 ευρώ του τιμήματος αγοράς τους, ώστε να συμμετέχει στην επένδυση στην εταιρεία αυτή, ότι η επιταγή εκδόθηκε και παραδόθηκε σ' αυτόν για την εξασφάλισή του, περιλαμβάνοντας στο ποσό της το κεφάλαιο που κατέβαλε και τους υποσχεθέντες τόκους απόδοσης.

Επίσης, το Συμβούλιο δέχεται ότι με εξαπάτηση του αναιρεσείοντος από το μέλος της εταιρείας Π. Π. και τον οικονομικό σύμβουλο αυτής Α. Β., που, μετά τη νεότερη συμφωνία την οποία κατάρτισαν με τον αναιρεσείοντα για μεταβίβαση σ' αυτόν μετοχών της εταιρείας "...", αντί των υπόλοιπων μετοχών της εταιρείας "...", ζήτησαν την επιστροφή της επίδικης επιταγής, έπεισαν τούτον να υπογράψει ως οπισθογράφος στην επίδικη επιταγή, με την παράσταση ότι έτσι θα θεωρείται αυτή λογιστικά εξοφλημένη.

Επίσης, ότι την 13-2-2009 κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα αντίγραφο εξ απογράφου της εκδοθείσας με βάση την επιταγή αυτή, με επιταγή προς πληρωμή του ποσού της στην αναιρεσίβλητη, στην οποία είχε παραδώσει την επιταγή ο Α. Β., λόγω οφειλής προς αυτήν της εταιρείας "...", από όμοια αιτία καταβολής χρημάτων για τη συμμετοχή της στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.

Σύμφωνα δε με την παραδοχή του βουλεύματος είχε μεταβληθεί η ημερομηνία εκδόσεως από 30-3-2008 σε 30-09-2008.

Συνεπώς, στο έγγραφο αυτό, υπάρχει παραδοχή περί εξαπάτησης του αναιρεσείοντος για τη θέση της υπογραφής του στη θέση του οπισθογράφου και ότι υπέγραψε στη θέση του οπισθογράφου, όχι για να τεθεί η επιταγή σε κυκλοφορία, αλλά για να θεωρείται λόγω της επιστροφής της στην εκδότρια ως λογιστικά εξοφλημένη. Το Εφετείο, αν και κατέληξε σε αντίθετο προς τα αναφερόμενα στο ανωτέρω βούλευμα συμπέρασμα, δηλαδή ότι την επιταγή οπισθογράφησε με σκοπό την περαιτέρω κυκλοφορία της, δεν κάνει μνεία του ως άνω αποδεικτικού μέσου, που με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που είχε υποβάλει στο Εφετείο, το οποίο ούτε αντικρούει ούτε αναφέρει ειδικά, παρά το γεγονός ότι έχει αποδεικτική αξία, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της βασιμότητας του ισχυρισμού περί πλαστογραφίας της επιταγής με την αλλοίωση της χρονολογίας έκδοσης αυτής, δεδομένου, μάλιστα, ότι την κρίση του περί της παροχής συναίνεσης στην αλλοίωση της χρονολογίας της επιταγής, στηρίζει και στην επιστροφή της επιταγής στην εκδότρια αφού προηγουμένως υπέγραψε σ' αυτήν ως οπισθογράφος.

Συνεπώς, παρά τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης, ότι έλαβε υπόψη της όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα οι διάδικοι, καταλείπονται αμφιβολίες, αν λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε το ως άνω βούλευμα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα κατά το σχηματισμό του προαναφερόμενου πορίσματός της. Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, και συνεπώς ο ως άνω, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος είναι ουσιαστικά βάσιμος.

Επομένως, με την παραδοχή των άνω αναιρετικών λόγων, συνδυαστικά λαμβανομένων υπόψη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω αναιρετικών λόγων που γίνονται δεκτοί, καταλαμβάνει το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και οδηγεί στην αναίρεση αυτής, καθιστά, δε, αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 826/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ