Supreme Court determines final compensation value and orders State to pay lawyer fees and VAT in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece determined the final compensation value for an expropriated property and ordered the State to pay the claimant's legal fees and VAT. The claimant argued that the State must bear all costs, including VAT on lawyer fees, to ensure full compensation. The court ruled that the State is liable for these costs to prevent the reduction of the awarded compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17 of the Law on Lawyers, 1,2 para 1 letter a, 3,19 para 1 of Law 2859/2000; Article 62 para 3 of Law 3842/2010; Article 18 para 4 of Law 2882/2001: The State is liable for the VAT on the lawyer's fees of the claimant in expropriation cases to ensure the fullness of the compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1447 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1447/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του καθ' ου η κλήση - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, που κατοικοεδρεύει στην Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της καλούσας - καθ' ης η κλήση: Λ. θυγ. Γ. Ζ., συζ. Γ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της Λ. θυγ. Γ. Ζ., που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας.
Εκδόθηκε η 76/2012 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 24-3-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 500/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 35/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 15-2-2019 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 57/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 35/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, κράτησε την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παρέπεμψε για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο Τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 30-3-2023 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.
Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ.2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ.2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ` ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 956/2023, ΑΠ 87/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Το Εφετείο Λαμίας δίκασε την από 2-1-2010 αίτηση της αιτούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε μεταξύ άλλων και τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας του απαλλοτριωθέντος δυνάμει της με αρ. 1051531/4822/0010/26-6-2003 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Γεωργίας και Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων που δημοσιεύτηκε νόμιμα, ακινήτου της και των επικειμένων του.
Με την ίδια αίτηση η αιτούσα ζήτησε τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου της, την άρση, του τεκμηρίου ωφελείας, ώστε να απαλειφθεί η επιβληθείσα υποχρέωση αυτοαποζημίωσης επί του απαλλοτριωθέντος τμήματος της ιδιοκτησίας και να διαγραφεί η υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και την αναγνώριση της ως δικαιούχου της αποζημίωσης.
Το Εφετείο Λαμίας συνεδρίασε κατά την δικάσιμο της 10-1-2012 και με τη με αρ.76/2012 απόφαση του δέχτηκε την αίτηση και καθόρισε οριστική τιμή μονάδας για την επιφάνεια του απαλλοτριωθέντος παραπάνω ακινήτου και τα επικείμενά του, καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου, διόρθωσε τον κτηματολογικό πίνακα δεχόμενο το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφελείας και όρισε ότι ο κύριος του επιδίκου δικαιούται αποζημίωση για το σύνολο της απαλλοτριωθείσας έκτασης και αναγνώρισε την αιτούσα δικαιούχο της αποζημίωσης.
Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 24-3-2013 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την με αρ. 500/2015 απόφαση του αναίρεσε την παραπάνω απόφαση κατά τις διατάξεις της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας όσον αφορά το απαλλοτριωθέν ακίνητο και περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης όσον αφορά το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου παραπέμποντας την υπόθεση προς περαιτέρω, κατά τα κεφάλαια αυτά, εκδίκαση στο Εφετείο Λαμίας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, απορρίπτοντας κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Τούτο επελήφθη της υποθέσεως με την από 3-9-2015 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη δικάσιμο της 12-12-2017, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. 35/2018 απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την από 2-1-2010 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά το πιο πάνω μέρος της που αναιρέθηκε και την από το ήδη αναιρεσείον ασκηθείσα ανταίτηση καθόρισε οριστική τιμή μονάδας για το απαλλοτριωθέν ακίνητο και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα αυτού.
Μετά την άσκηση της από 15-09-2019 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, η ως άνω απόφαση αναιρέθηκε εκ νέου με την με αριθμό 57/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά τα ίδια ανωτέρω κεφάλαια και τη δικαστική δαπάνη. Επομένως, εφόσον αναιρέθηκε και η απόφαση του δικαστηρίου παραπομπής, νόμιμα φέρεται, με την από 30.03.2023 κλήση του καλούντος (αναιρεσείοντος), προς περαιτέρω κατ' ουσία συζήτηση η από 02.1.2010 αίτηση της αναιρεσίβλητης προς το Τριμελές Εφετείο Λαμίας [ αρ ΒΑΒ 3/2010] μετά την έκδοση των προαναφερόμενων 500/2015 και 57/2021 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκαν για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτές λόγους.
οι εκδοθείσες 76/2012 και 35/2018, αντίστοιχα, αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Η αίτηση της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε μεν μετά τη παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευσή της υπ'αριθ. 159/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινά την αποζημίωση για τα λοιπά απαλλοτριούμενα με την ίδια Κ.Υ.Α ακίνητα, πλην όμως αυτή παραδεκτά ασκείται, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης αυτής, δεν ήταν διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης [ΟλΑΠ 35/1987, ΟλΑΠ 565/1986] παραδεκτά δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον πρόκειται περί αναίρεσης απόφασης δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασης (άρθρ.580 παρ.3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθεί με την ανταίτηση που το καθού η αίτηση Ελληνικό Δημοσιο κατέθεσε με τις από 12-12-2017 προτάσεις του, που κατατέθηκαν στις 06-12-2017, δηλαδή πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθούν κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579, 580 παρ.3 και 4 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ), η αίτηση και η ανταίτηση περαιτέρω κατ'ουσίαν, δεδομένου ότι με τη μη αναιρεθείσα κατά τούτο 35/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, κρίθηκαν ότι είναι νόμιμες.
Κατά το άρθρο 17 §§ 1 και 2 του Συντάγματος τον 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο.
3. H ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη'. Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Z' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.
H πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ γ' ), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το N.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ A' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. O πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας -περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). O δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). O τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 SPORRONG AND LONNROTH v.
SWEDEN).
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24- 6-1993, Π. κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.
Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ γ' της παρ 2.
του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.
γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.
H εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του N. 2882/1991 (ΦΕΚ A' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 § 4 του N. 2985/2002 (ΦΕΚ A' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).
Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ'επικλήσεως αποδείχθηκαν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. 1051531/4822/0010/26.6.2003 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 673/Δ'/2.7.2003 ΦΕΚ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και μάλιστα για τη βελτίωση του αυτοκινητοδρόμου Αθηνών-Θεσσαλονίκης (τμήμα παράκαμψης Καμένων Βούρλων) εκτάσεως συνολικού εμβαδού 302.115,4 τ.μ., που βρίσκεται στο δήμο Καμένων Βούρλων Φθιώτιδας.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα απεικονίζονται στα (από Νοεμβρίου 2002) υπ' αριθ. ΚΤ-8 έως 14 σχέδια των κτηματολογικών διαγραμμάτων και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ΕΥ/ΔΕ/ΠΑ/ΘΕ της Γενικής Γραμματείας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που έχει συντάξει η μελετητική εταιρεία "Πλανητική ΑΕ" και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της ανωτέρω υπηρεσίας Κ.Δεσύπρης.
Τα έγγραφα της απαλλοτρίωσης διορθώθηκαν δύο φορές. Την πρώτη το 2005 και την δεύτερη το 2007. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού που θα γίνει από τις πιστώσεις του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων [αριθμός έργου ... της ΣΑΕ 071/3] σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν.653/1977 όπως ισχύουν.
Σε ένα από τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα και συγκεκριμένα στο υπ'αριθμ 857 προβάλλει δικαιώματα η αιτούσα, με τίτλο κτήσης το με αριθμό .../1971 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θερμοπυλών Δ. Α. που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θερμοπυλών στον τόμο 60 με αριθμ. 397. Η περιοχή των Καμένων Βούρλων, όπου είναι μεταξύ άλλων και το επίδικο απαλλοτριωθέν, είναι ένα από τα σημαντικά παραθαλάσσια τουριστικά θέρετρα της Ελλάδος, διότι συνδυάζει θάλασσα και ιαματικά λουτρά και έχει οργανωμένη παροχή ξενοδοχειακών υπηρεσιών.
Η περιοχή λόγω της γεωγραφικής της θέσης συνιστά τουριστικό κόμβο προς άλλους προορισμούς και έχει πολύ καλή οδική και ακτοπλοϊκή σύνδεση. Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το φυσικό κάλλος της περιοχής, την έχουν καταστήσει οικιστικά δημοφιλή και γι'αυτό εμφανίζει μεγάλη οικιστική ανάπτυξη. Ωστόσο, το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του ομώνυμου δήμου είναι πολύ μικρό σε σχέση με την υψηλή ζήτηση οικοδομήσιμης γης που παρατηρείται.
Σήμερα η δυνατότητα προσφοράς γης προς ανοικοδόμηση είναι δυνατή μόνο προς το μέρος που κείνται τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, μεταξύ των οποίων είναι και το επίδικο, διότι πέραν αυτών υπάρχει βουνό και θάλασσα. Όλα τα απαλλοτριωθέντα, έστω και αν βρίσκονται εκτός του σχεδίου πόλεως και πολλά εξ αυτών είναι σήμερα καλλιεργημένα ελαιοπερίβολα, έχουν οικοπεδική αξία και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπισθούν ιδίως όσα βρίσκονται εντός της περιμετρικής ζώνης του σχεδίου πόλεως, δηλαδή σε απόσταση 500 μέτρων από τα όρια του σχεδίου.
Επίσης, στην περιοχή των απαλλοτριωθέντων υπάρχουν 95 οικοδομημένες εξοχικές κατοικίες, από τις οποίες 25 απαλλοτριώνονται, οι δε υπόλοιπες είναι στα εναπομείναντα τμήματα. Επομένως, ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι τα απαλλοτριωθέντα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο έχουν αποκλειστικά αγροτικό χαρακτήρα και προορισμό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Στην περιοχή ισχύει το αντικειμενικό σύστημα καθορισμού της φορολογητέας αξίας ακινήτων. Η αρμόδια προεκτιμητική επιτροπή προσδιόρισε την τιμή μονάδος αποζημιώσεως με βάση την αντικειμενική τους αξία σε 24,78 ευρώ ανά τ.μ, ενώ σύμφωνα με το ελληνικό δημόσιο η αντικειμενική ταυτίζεται με την αγοραία αξία, ενώ η αιτούσα διατείνεται ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο έχει οικοπεδική αξία, αφού έχει πρόσοψη στην Ν.Ε.Ο και σε απόσταση 200-500 μέτρων από τη θάλασσα βρίσκεται δε εντός ζώνης, διαχωριζόμενο από τα ακίνητα του σχεδίου της λουτρόπολης των Καμένων Βούρλων δια της εθνικής οδού, η δε αιτούσα μετά τον παραδεκτό περιορισμό με σχετική δήλωση της αιτούσας που περιελήφθη στα πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, αιτείται αποζημίωση για κάθε τ.μ του απαλλοτριωθέντος εδάφους ανερχόμενο στο ποσό των 260 ευρώ το τ.μ.
Το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, με κρίσιμο χρόνο εκείνης της συζητήσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου την 20-09-2024, καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα: Η περιοχή των Καμένων Βούρλων έχει από τις υψηλότερες τιμές ακινήτων στο Νομό Φθιώτιδας. Τα κείμενα εντός της περιμετρικής ζώνης του σχεδίου πόλης τω Καμένων Βούρλων ακίνητα, όπως το επίδικο, πρέπει να εκτιμηθούν ως οικόπεδα και όχι, ως αγροτεμάχια.
Αυτό, με κριτήριο την απόστασή του από τη θάλασσα, εντάσσεται στην κατηγορία των ακινήτων που απέχουν από 200 έως 500 μέτρα από την θάλασσα και εφάπτονται της Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας. Το γεγονός βεβαιώνει ο αρχιτέκτονας μηχανικός Δ. Π. στην από 30-12-2010 τεχνική του έκθεση που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα.
Επίσης με την με αριθμό 33/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας ανεβλήθη η έκδοση οριστικής αποφάσεως, επί αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς το Εφετείο Λαμίας για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτριωθέντων ακινήτων στην περιοχή και των επικειμένων τους και διατάχθηκε η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου οι διορισθέντες πραγματογνώμονες να γνωμοδοτήσουν εγγράφως, με αιτιολογημένη έκθεσή τους για την πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων.
Οι διορισθέντες πραγματογνώμονες Κ. Ο. και Κ. Μ. κατέθεσαν την με αριθμό 1/17-03-2008 και προσδιόρισαν με κρίσιμο χρόνο την 9-1-2007 πραγματική αξία του επίδικου, το οποίο ενέταξαν στην Ζώνη Ε, που περιλαμβάνει την κατηγορία των ακινήτων που απέχουν 200-500 μέτρα από τη θάλασσα και εφάπτονται της Εθνικής οδού Αθηνών Λαμίας στο ποσό των 210 ευρώ το τ.μ.
ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται την με αριθμό 1/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή αποζημίωσης των με α/α 863Α, 864,878Α και 942Α ιδιοκτησιών με τα ίδια τεχνικά στοιχεία με αυτά του ακινήτου της αιτούσας, δηλαδή ανήκοντα και αυτά στην Ζώνη Ε, η οποία περιλαμβάνει την κατηγορία των ακινήτων που απέχουν 200 έως 500 μέτρα από τη θάλασσα και εφάπτονται της Εθνικής οδού Αθηνών -Λαμίας, με κρίσιμο χρόνο την 19-09-2023 στο ποσό των 210 ευρώ το τ.μ.
Έτερα αξιόπιστα συγκριτικά στοιχεία δεν προσκομίστηκαν, ενώ οι προσκομισθείσες αγγελίες από την αιτούσα αφορούν οικόπεδα που βρίσκονται στο κέντρο της πόλεως των Καμένων Βούρλων κι επιπλέον, σε αυτές εμφανίζεται η τιμή που ζητά ο πωλητής και όχι η τιμή που το ακίνητο αυτό εν τέλει πωλήθηκε. Με βάση τα ανωτέρω, η αξία του επίδικου-απαλλοτριωθέντος ακινήτου ανέρχεται κατά τον επίδικο χρόνο της 20-09-2024 στο ποσό των 210 ευρώ το τ.μ.
Εξάλλου, το ανωτέρω ακίνητο, έχει κατά τον τίτλο κτήσης εμβαδόν 1.120 τ.μ, όμως έχει συνολική πραγματική έκταση κατά το κτηματολογικό πίνακα, αλλά και την από 16-09-2017 τεχνική έκθεση του Αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Π. που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα 1036,60 τ.μ. Με βάση τα ανωτέρω μετά την απαλλοτρίωση από την αρχική ιδιοκτησία των 1036,60 τ.μ., τμήματος εμβαδού 369,34 τ.μ.
εναπομένει τμήμα του οικοπέδου εμβαδού 667,26 τ.μ, το οποίο δεν είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, αφού στερείται το ελάχιστο εμβαδόν των 750 τ.μ που είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις [άρθρο 1 παρ 2 εδ β περ αα ΠΔ 24/31-05-85 ΦΕΚ 270Δ]. Την εναπομείνασα έκταση των 667, 26 τ.μ του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, συνομολόγησε και η αιτούσα με σχετική έγγραφη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που περιελήφθη στα πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και με τις παρούσες προτάσεις της.
Το ανωτέρω ακίνητο ουδεμία υπεραξία έλαβε από τη διέλευση του δρόμου διότι είχε και προ της απαλλοτριώσεως πρόσβαση στην Εθνική οδό μέσω αγροτικών και δημοτικών δρόμων, αντίθετα υπέστη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος, αφού κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, υφίσταται αδυναμία πρόσβασης του εναπομείναντος στην ζώνη απαλλοτριώσεως, αφού έμπροσθεν υπάρχει υψομετρική διαφορά, δηλαδή όρυγμα 2,50 μ, που αποκλείει την πρόσβαση και καθ'όλο το μήκος του παραπλεύρου, προστατευτικά κιγκλιδώματα που εμποδίζουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτόν, ενώ λόγω της εγγύτητας της εναπομείνασας ιδιοκτησίας με την ΠΑΘΕ, σε μόλις 27,5 μέτρα από τον άξονά του, να υφίσταται τις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής και ηχητικής ρύπανσης από τη λειτουργία του έργου.
Συνεπώς μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν τμήμα καθίσταται εκμεταλλεύσιμο περιορισμένα μόνο για αγροτική χρήση. Η αρμόδια εκτιμητική επιτροπή γνωμοδότησε μεν ότι δεν μειώνεται καθόλου η αξία του εναπομείναντος τμήματος διότι εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, πλην όμως ουδόλως αιτιολογεί το πόρισμά της αυτό, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, με βάση τις ως άνω παραδοχές.
Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα στοιχεία το Δικαστήριο κρίνει ότι η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος εκτιμάται σε 70%.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες η αίτηση και η ανταίτηση και να προσδιορισθεί οριστικά η αποζημίωση του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε καθώς και η ιδιαίτερη αποζημίωση του εναπομείναντος τμήματος σύμφωνα με τα στο διατακτικό αναφερόμενα. Κατά τη Διάταξη του άρθρου 18 παρ 4 του Ν.2882/2001 [ΚΑΑΑ] όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 130 του Ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (Α' 247), όπως το Δημόσιο και οι ΟΤΑ, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, επιτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/ 2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στη γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης (ΑΠ 1803/2017, ΑΠ 631/2017), αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους, βαρυνόμενο και με τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α, αφού από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Σ, 1,2 παρ 1 περ α, 3,19 παρ 1του Ν.2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν.3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του ΦΠΑ, η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ 4 του Ν.2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω ΦΠΑ επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλόμενού του, ήτοι εν προκειμένω, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, που παρέχει τις υπηρεσίες του στο δικαιούχο της αποζημιώσεως, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημίωσης, επιπρόσθετα δε ο βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως υποχρεούται να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής ΦΠΑ, άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημίωσης και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί πλήρους αποζημιώσεως, δεκτού γενομένου, ως ουσία βάσιμου, του δια των προτάσεων υποβληθέντος αιτήματος της αιτούσας.[ ΑΠ 646/2020, 875/2019].
Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να καταδικασθεί το Ελληνικό Δημόσιο ως υπόχρεο στην καταβολή της αποζημίωσης, στα δικαστικά έξοδα της αιτούσας, καθώς και στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που εν προκειμένω ορίζεται στο 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης που αναλογεί στην αίτηση και των επ' αυτής προτάσεων, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αίτηση και δια των προτάσεων ανταίτηση.
Δέχεται αυτές κατά ένα μέρος.
Καθορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το αναφερόμενο στο σκεπτικό ακίνητο, με ΑΚΠ 857, εκτάσεως 369,34 τμ., κείμενο στο Δήμο Καμένων Βούρλων Φθιώτιδας, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά δυνάμει της υπ' αριθμ. 1051531/4822/0010/26.06.2003 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ.673/Δ'/02-07-2003 ΦΕΚ, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και μάλιστα για τη βελτίωση του αυτοκινητόδρομου Αθηνών-Θεσσαλονίκης [τμήμα παράκαμψης Καμένων Βούρλων] συνολικού εμβαδού 302.115,4 τ.μ., σε διακόσια δέκα [210] ευρώ το τετραγωνικό μέτρο.
Προσδιορίζει ιδιαίτερη αποζημίωση, για τη μείωση της αξίας του εδαφικού τμήματος που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, ήτοι ως εξής: Το ακίνητο υπ' αριθμ. κτημ. 857 έχει έκταση 1036,60 τ.μ, από την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 369,34 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση η εδαφική έκταση που απομένει έχει εμβαδόν 667,26 τ.μ. και η αξία της [210 ευρώ το τ.μ] μειώνεται κατά ποσοστό 70%.
Καταδικάζει το υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, την οποία προσδιορίζει ως ακολούθως: α] στην αμοιβή για την παράσταση του δικηγόρου της ποσού τετρακοσίων [400] ευρώ και β] στην αμοιβή του δικηγόρου της για τη σύνταξη της αιτήσεως και των επ'αυτής προτάσεων σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης που της αναλογεί, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ. Την ως άνω δικαστική δαπάνη θα καταβάλει το υπόχρεο επιπλέον της αναλογούσας στην αιτούσα αποζημίωσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ