Supreme Court allows appeal on damages claim due to legal uncertainty, remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially accepted the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a damages claim. The court found the legal uncertainty of the claim justified an appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure, as the lower court relied on insufficient evidence for the right's creation. Consequently, the appeal was allowed regarding the damages portion, and the case was remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal based on legal uncertainty when the lower court's decision rests on insufficient evidence for the right's creation, and remands the case for retrial before a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 646 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 646/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-2-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Σοφιαλίδη και Ιωάννη Ηλιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-12-2011 και 23-3-2012 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 152/2014 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Ακολούθως η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 21-8-2014 κλήση του αναιρεσιβλήτου και οι ως άνω αρχικές αγωγές του συνεκδικάστηκαν με την από 27-12-2013 (νέα) αγωγή του. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 603/2015 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και 90/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-9-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/2004).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000).
Ο ίδιος λόγος είναι αόριστος (άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ), αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 2274/2014). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 74/2019).
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη 90/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο αυτό δεν απέρριψε ως απαράδεκτες, εξαιτίας της αοριστίας τους, τις τρεις, από 6-12-2011, 23-3-2012 και 27-12-2013, αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου ως εκμισθωτή (απόδοσης μίσθιων ακινήτων, καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσεως), που συνεκδικάστηκαν, διότι, αν και ο τελευταίος εκθέτει σ' αυτές ότι υπεισήλθε από το νόμο στην επίδικη εμπορική μισθωτική σχέση των αναφερόμενων μίσθιων ακινήτων (καταστημάτων και θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων) ως νέος κτήτορας με τη μεταβίβαση σ' αυτόν της κυριότητας των εν λόγω μισθίων από τον (αληθινό) κύριό τους Σ.
Ι. Β. (πατέρα του) με το .../3-4-2009 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου ... Ε. Π. που τα είχε εκμισθώσει, με το από 18-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, στους αναιρεσείοντες, δεν αναφέρει και ότι το πιο πάνω συμβόλαιο γονικής παροχής καταχωρίστηκε στο βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου ..., όπως είναι αναγκαίο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033 ΑΚ και 12 ν.2664/1998, 216 παρ.1 και 118 εδάφ.4 ΚΠολΔ, για το ορισμένο των αγωγών αυτών και, συνακόλουθα, για την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου (σχετ.
ΑΠ 1484/2014, ΑΠ 999/2014, ΑΠ 776/2011, ΑΠ 1095/2004). Ο λόγος αυτός, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσής του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο θεμελιωτικός τούτου ισχυρισμός προβλήθηκε ρητά από τους αναιρεσείοντες τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του ΑΚ, "ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε", ήτοι, με τον όρο "αποδώσει" νοείται η παράδοση της κατοχής του μισθίου από τον μισθωτή στον εκμισθωτή (ΑΠ 7/2010) και κατά τη διάταξη του άρθρου 601 του ίδιου Κώδικα, "ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία".
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι γεννιέται ευθύνη του μισθωτή (που, κατά την κρατούσα άποψη, είναι ιδιότυπη αντικειμενική) για την περίπτωση που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης και ότι η αποζημίωση αυτή ισούται από το νόμο με το ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατ' αποκοπή.
Προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτήν παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, όπως προαναφέρθηκε, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί παράνομη παρακράτηση, υπό την έννοια της παραπάνω διάταξης, εκείνη που γίνεται χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 1331/2013, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 229/2012).
Δεν υπάρχει, όμως, παρακράτηση, αν ο μισθωτής πρόσφερε πραγματικά και προσηκόντως το μίσθιο και ο εκμισθωτής αρνήθηκε να το παραλάβει, οπότε περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 599, 288, 349 και 351 ΑΚ που έχουν εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις, κατ' άρθρ. 44 του π.δ/τος 34/1995.
Οικειοθελή παράδοση συνιστά και η παράδοση των κλειδιών του μισθίου από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, οπότε, αν αυτός αρνηθεί να τα παραλάβει, περιέρχεται σε υπερημερία (ΑΠ 907/1996). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351 του ΑΚ, με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του δανειστή, σύμφωνα με την αρχή ότι η αποδοχή της παροχής αποτελεί, κατά κανόνα, δικαίωμα αυτού και όχι υποχρέωσή του, συνάγεται ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή, καθώς και αν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή.
Για την ύπαρξη υπερημερίας του δανειστή, σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 του ΑΚ, δεν προσαπαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, δηλαδή ο δανειστής γίνεται υπερήμερος ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του (ΑΠ 710/2018, ΑΠ 877/2013). Πάντως, η μη πραγματική ή μη προσήκουσα προσφορά παροχής, όπως και η μερική εκπλήρωση αυτής (άρθρ. 316 ΑΚ), δεν είναι ικανή να προκαλέσει υπερημερία του δανειστή, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, λόγω της συνδρομής των οποίων η άρνηση του εκμισθωτή να δεχθεί την παροχή αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ' άρθρ. 288 ΑΚ, και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρ. 281 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1668/2017).
Πραγματική είναι η προσφορά, όταν η δήλωση του οφειλέτη πως είναι σε ετοιμότητα προς εκπλήρωση είναι έμπρακτη, δηλαδή γίνεται κατά τρόπο που να μην απομένει τίποτε άλλο παρά μόνο η αποδοχή της παροχής από το δανειστή, ενώ προσήκουσα προσφορά είναι αυτή που καλύπτει ό,τι ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη, δηλαδή αυτή που ανταποκρίνεται στην πράγματι οφειλόμενη παροχή (και όχι σε παροχή διαφορετική ή μικρότερη από εκείνη που πράγματι οφείλεται), στον κατάλληλο τόπο, κατ' άρθρ. 320 - 322 ΑΚ, και χρόνο, κατ' άρθρ. 323 - 324 ίδιου Κώδικα, είδος, ποιότητα, ποσότητα κ.λπ. (ΑΠ 1123/2013, ΑΠ 105/2009), εκτός αν ο δανειστής συμφωνεί για τυχόν απόκλιση ή αν η απόκλιση είναι επουσιώδης, οπότε, όπως έχει προεκτεθεί, μπορεί, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να μην καθίσταται ελαττωματική και μη προσήκουσα η προσφερόμενη παροχή (ΑΠ 648/1996).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ.2/2008, ΑΠ 1217/2018, ΑΠ 1953/2017).
Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα, αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 2060/2007).
Πρόκειται, επομένως, για έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου της παραβίασης προς σφάλμα του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1548/2018, πρβλ. και ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 662/2014, ΑΠ 1288/2012, ΑΠ 333/2011). Τέλος, παραμόρφωση, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 749/2018, ΑΠ 640/2016, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 90/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ.
ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την εφαρμογή του ν.4335/2015), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...Δυνάμει του από 18-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίστηκε στα Ιωάννινα, μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρίας, ως μισθώτριας, εκπροσωπούμενης από τον νόμιμο εκπρόσωπό της - δεύτερο εναγόμενο, που ενεργούσε παράλληλα και ατομικά, και του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Σ.
Β. του Ι., ως εκμισθωτή, εκμισθώθηκαν από τον τελευταίο στην πρώτη εναγόμενη εταιρία τα υπό στοιχεία ΑΚ-7, επιφάνειας 77,35 τ.μ., ΑΚ-8, επιφάνειας 42,52 τ.μ., ΑΚ-9, επιφάνειας 42,52 τ.μ. και ΑΚ-10, επιφάνειας 44,41 τ.μ., καταστήματα του ισογείου, το υπό στοιχείο ΑΑ-2 κατάστημα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 181,94 τ.μ., καθώς και οι υπό στοιχεία GI, επιφάνειας 10,12 τ.μ., G2, επιφάνειας 13,50 τ.μ., G3, επιφάνειας 13,50 τ.μ., G4, επιφάνειας 14,40 τ.μ., G5, επιφάνειας 12,82 τ.μ., G6, επιφάνειας 12,82 τ.μ., G7, επιφάνειας 13,27 τ.μ., G8, επιφάνειας 13,27 τ.μ., G9, επιφάνειας 10,35 τ.μ., G10, επιφάνειας 10,35 τ.μ., G11, επιφάνειας 11,25 τ.μ., G12, επιφάνειας 10,12 τ.μ., G13, επιφάνειας 10,12 τ.μ., και G14, επιφάνειας 10,12 τ.μ., θέσεις στάθμευσης της ευρισκόμενης στα ..., επί της οδού ..., οικοδομής, όπως οι αυτοτελείς αυτές οριζόντιες ιδιοκτησίες περιγράφονται στην .../2006 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβ/φου ..., Ι.
Π., νόμιμα μεταγεγραμμένης... Σύμφωνα με τους όρους του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού: α) τα μίσθια θα χρησιμοποιούνταν για κάθε εμπορική-επαγγελματική χρήση, ήτοι για στέγαση παντός είδους εμπορικής επιχείρησης και καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος ή μη, επιτρεπόμενης ελεύθερα και απεριόριστα της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης, καθώς και της υπεκμίσθωσης των μισθίων σε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που θα υποδείκνυε ο δεύτερος εναγόμενος, β) η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής, από 1-10-2007 έως 30-9-2019 (όρος 1 της σύμβασης), γ) το μηνιαίο μίσθωμα, για όλες συνολικά τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ορίστηκε στο ποσό των 5.000 ευρώ, μετά του χαρτοσήμου (3,6%), το οποίο θα καταβαλόταν προκαταβολικά το πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα στον εκμισθωτή ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, που θα υποδείκνυε ο τελευταίος (όρος 2 της σύμβασης), δ) το μηνιαίο μίσθωμα θα παρέμενε σταθερό για τριάντα δύο (32) μήνες, από την έναρξη της μίσθωσης, ρητώς συνομολογηθέντος ως χρόνου έναρξης της μίσθωσης, του χρόνου έκδοσης της πρώτης άδειας λειτουργίας οποιουδήποτε καταστήματος της όλης οικοδομής (που έγινε στις 15-4-2008), μετά την πάροδο δε των κατά τα παραπάνω πρώτων 32 μηνών, το μίσθωμα θα αναπροσαρμοζόταν κάθε έτος, κατά ποσοστό ίσο με την ετήσια μεταβολή του τιμαρίθμου, όπως ανακοινώνεται από την ΕΣΥΕ, πλέον δύο μονάδων (τιμάριθμος + 2% ετησίως), επί του εκάστοτε μισθώματος (όρος 3 της σύμβασης) και ε) η μισθώτρια πρώτη εναγόμενη εταιρία και ο δεύτερος εναγόμενος ατομικά θα ευθύνονταν έναντι του εκμισθωτή, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, παραιτούμενοι της ένστασης δίζησης, για...
την καταβολή του μισθώματος σε περίπτωση μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης και υπεκμίσθωσης (όρος 4 της σύμβασης), ενώ σε περίπτωση διάλυσης του νομικού προσώπου της πρώτης εναγόμενης, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ή πτώχευσής της όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη μισθωτική σχέση θα μεταβιβάζονταν στον δεύτερο εναγόμενο (όρος 11 της σύμβασης).
Ακολούθως, με το υπ' αριθ. .../3-4-2009 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ..., Ε. Π., που καταχωρίστηκε στο βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου ... την 14-4-2009 και με αριθμό 1719, ο εκμισθωτής, Σ. Β. του Ι., μεταβίβασε στον ενάγοντα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω γονικής παροχής, τα υπό στοιχεία ΑΚ-9, εμβαδού 42,52 τ.μ., ΑΚ-10, εμβαδού 44,41 τ.μ.
καταστήματα ισογείου, το υπό στοιχείο ΑΑ-2, εμβαδού 107,44 τ.μ. κατάστημα πρώτου ορόφου, και τις υπό στοιχεία 01, εμβαδού 10,12 τ.μ., 02, εμβαδού 13,15 τ.μ., 03, εμβαδού 13,50 τ.μ., 04, εμβαδού 14,40 τ.μ., 05, εμβαδού 12,82 τ.μ., 06, εμβαδού 12,82 τ.μ. και 07, εμβαδού 13,27 τ.μ. θέσεις στάθμευσης. Οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες περιγράφονται στην προαναφερθείσα πράξη σύστασης του συμβ/φου ..., Β.
Π., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 13958/11-3-2009 πράξη του ιδίου ως άνω συμβ/φου. Συνεπεία της ως άνω μεταβίβασης, ο ενάγων υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου του, σε σχέση με την παραπάνω μισθωτική σύμβαση και τα παραπάνω μίσθια-ακίνητα, γεγονός που γνωστοποίησε στους εναγόμενους με την από 9-4-2009 εξώδικη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε νόμιμα σε αυτούς, στις 15-4-2009...
Στην παραπάνω εξώδικη δήλωση ο ενάγων ανέφερε ότι με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής του μεταβιβάστηκαν, κατά πλήρη κυριότητα, οι παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου του, που απέρρεαν από την παραπάνω μισθωτική σύμβαση (σχετικά με τα μεταβιβασθέντα σε αυτόν μίσθια), και καλούσε τους εναγομένους να του καταβάλουν το αναλογούν στις παραπάνω ιδιοκτησίες του μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 2.500 ευρώ, στο λογαριασμό με αριθμό 5227-...-455 της Τράπεζας ..., ισχυόντων, κατά τα λοιπά, των άλλων όρων της από 18-7-2007 σύμβασης.
Μετά την παραπάνω εξώδικη δήλωση, η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε στον υποδειχθέντα από τον ενάγοντα λογαριασμό, μηνιαίως, το ποσό των 2.590 ευρώ (ήτοι 2.500 ευρώ το μίσθωμα, που καθόρισε ο ενάγων στην παραπάνω εξώδικη δήλωσή του + 90 ευρώ για χαρτόσημο 3,6%), αποδεχόμενη με τον τρόπο αυτό σιωπηρά, ως συμφωνηθέν μίσθωμα για τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, το ποσό των 2.500 ευρώ, καθώς και την κατά τα λοιπά ισχύ των όρων του από 18-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Ακολούθως, η πρώτη εναγόμενη, μολονότι έκανε ακώλυτη χρήση των παραπάνω μισθίων (που ανήκαν πλέον κατά κυριότητα στον ενάγοντα), τα οποία είχε στο μεταξύ υπεκμισθώσει σε τρίτα φυσικά και νομικά πρόσωπα (Α. Κ., "Σ. Π. και ΣΙΑ Ο.Ε"), εντούτοις δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, παρά τις οχλήσεις του, το μίσθωμα του μηνός Νοεμβρίου 2009, ύψους 2.590 ευρώ, μετά του χαρτοσήμου.
Για το λόγο αυτό, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 16-11-2009 (1518/19-11-2009) αγωγή του κατά της πρώτης εναγόμενης, με την οποία κατήγγειλε την επίδικη μίσθωση, ζητούσε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του αποδώσει τα μίσθια και να του καταβάλει το ποσό των 2.590 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 11-11-2009, άλλως από την επίδοση της αγωγής...
Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη, στις 27-11-2009... Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, στις 17-12-2009, το οφειλόμενο μίσθωμα, ύψους 2.590 ευρώ και, επομένως, εφόσον η μισθώτρια, πριν παρέλθει μήνας από την καταγγελία (που της επιδόθηκε στις 27-11-2009), κατέβαλε το καθυστερούμενο μίσθωμα, η καταγγελία της μίσθωσης, με την παραπάνω από 16-11-2009 αγωγή, έμεινε ανενεργής και χωρίς αποτέλεσμα και δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης (άρθρ. 597 παρ. 2 AK)...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το μίσθωμα για την επίδικη μίσθωση ανήλθε: α) από 1-5-2009 έως 14-1-2011, στο ποσό των 2.500, πλέον χαρτοσήμου (3,6%), δηλαδή συνολικά το ποσό των 2.590 (2.500 χ 3,6%) ευρώ και β) από 15-1-2011 και έως 15-1-2012, αναπροσαρμόστηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, κατά 7,2% (5,2 + 2), δηλαδή διαμορφώθηκε στο ποσό των 2.680 [2.500 + (2.500 χ 7,2%)] ευρώ, πλέον χαρτοσήμου (3,6 %), δηλαδή συνολικά στο ποσό των 2.776,48 (2.680 χ 3,6%) ευρώ.
Η πρώτη εναγομένη μισθώτρια εταιρία, μολονότι έκανε ακώλυτη χρήση των παραπάνω μισθίων, εντούτοις δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, τα μισθώματα δέκα μηνών, ήτοι από Φεβρουάριο του έτους 2011 έως Νοέμβριο του έτους 2011, ύψους 2.776.48 ευρώ, μετά του χαρτοσήμου, συνολικού ποσού 27.764,80 (10 χ 2.776.48) ευρώ.
Για το λόγο αυτό, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 6-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 1598/6-12-2011 πρώτη κρινόμενη αγωγή κατά των εναγομένων, με την οποία κατήγγειλε την επίδικη μίσθωση. Η παραπάνω αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 6-12-2011... Εντούτοις, η πρώτη εναγομένη μισθώτρια δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα εντός ενός μηνός από την παραπάνω καταγγελία και, επομένως, η καταγγελία αυτή επέφερε τη λύση της επίδικης μίσθωσης, κατά το άρθρο 597 παρ. 2 ΑΚ, στις 7-1-2012.
Από τα παραπάνω οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Φεβρουάριου του έτους 2011 έως Νοεμβρίου του έτους 2011, συνολικού ύψους 27.764,80 ευρώ, η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια κατέβαλε το συνολικό ποσό των 15.540 ευρώ και οφείλονται μισθώματα, ύψους 12.224,80 ευρώ, που αφορούν τμήμα (1.118,88 ευρώ) του μισθώματος Ιουλίου 2011, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2011.
Να σημειωθεί εδώ ότι ο ενάγων δεν παραπονείται με λόγο έφεσης για τα ανωτέρω. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία όσον αφορά την πρώτη αγωγή, δέχθηκε αυτή, κατά ένα μέρος, και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους, να αποδώσουν στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα μίσθια και να καταβάλουν σε αυτόν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσόν των 12.224,80 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα, δεν έσφαλε και ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης των εναγομένων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν το μίσθωμα Δεκεμβρίου 2011, ύψους 2.776,48 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου (3,6%), ούτε αναλογία μισθώματος για 6 ημέρες του μηνός Ιανουαρίου 2012, ύψους 555,30 (6/30 χ 2.776,48) ευρώ, που οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, στον εναγόμενο, με το νόμιμο τόκο από την 11η ημέρα κάθε μήνα, που το κάθε μίσθωμα κατέστη απαιτητό.
Όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη μίσθωση λύθηκε στις 7-1-2012. Επομένως, αφού η επίδικη μίσθωση έληξε, δεν υφίσταται υποχρέωση των εναγομένων για καταβολή μισθωμάτων από τη χρήση των μισθίων, κατά το διάστημα από 7-1-2012 μέχρι και Μάρτιο 2012, που ζητείται με τη δεύτερη (339/2012) αγωγή. Τα αιτούμενα δε με την αγωγή αυτή ποσά, ως οφειλόμενα μισθώματα, δεν μπορούν να επιδικαστούν στον ενάγοντα ως αποζημίωση χρήσης, αφού η αξίωση για αποζημίωση χρήσης, που δεν θεμελιώνεται στα πραγματικά περιστατικά της ένδικης αγωγής, είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων.
Επομένως, η δεύτερη αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον καθένας, το ποσόν των 2.776,48 ευρώ, ως μίσθωμα Δεκεμβρίου 2011 και το ποσόν των 555,30 ευρώ ως μέρος του μισθώματος Ιανουαρίου 2012. Η εκκαλουμένη, η οποία πέραν των ανωτέρω, επεδίκασε στον ενάγοντα και το ποσόν των 7.000 ευρώ για μισθώματα από 7-1-2012 μέχρι τέλος Μαρτίου 2012, έσφαλε, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγομένων.
Στη συνέχεια και όσον αφορά την τρίτη αγωγή, αποδείχθηκε ότι και μετά τη λύση της ένδικης μίσθωσης, η πρώτη εναγομένη συνέχισε να κάνει ακώλυτη χρήση των επιδίκων μισθίων μέχρι την 31-12-2013, χωρίς να καταβάλει στον ενάγοντα το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 2.680 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης (στο ανωτέρω ποσόν ανερχόταν, όπως προαναφέρθηκε, το μίσθωμα, κατά το χρόνο της καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης).
Επομένως, για το ένδικο (με την τρίτη αγωγή) χρονικό διάστημα, από 1-4-2012 έως 31-12-2013, οφείλεται στον ενάγοντα, ως αποζημίωση χρήσης, το συνολικό ποσόν των 56.280 (21 μήνες χ 2.680 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση. Σημειωτέον ότι υπόχρεη για την καταβολή του παραπάνω ποσού στον ενάγοντα είναι μόνον η πρώτη εναγομένη μισθώτρια, αφού, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, η υποχρέωση εκ του άρθρου 601 ΑΚ απορρέει εκ του νόμου και γεννάται μετά τη λήξη της μισθώσεως, μη εθυνομένου του εγγυητή για την υποχρέωση αυτή του πρωτοφειλέτη - μισθωτή έναντι του εκμισθωτή.
Επομένως, η τρίτη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως προς το δεύτερο εναγόμενο και να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 56.280 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, όσον αφορά την τρίτη αγωγή, δέχθηκε αυτήν και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος, και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον καθένα, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσόν των 52.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτών γενομένων των σχετικών λόγων και των δύο εφέσεων.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν οφείλουν αποζημίωση χρήσης, κατά το άρθρο 601 ΑΚ, διότι ο ενάγων περιήλθε σε υπερημερία δανειστή, αφού αρνήθηκε να παραλάβει τα μίσθια, την 1-3-2012, ισχυρισμός που συνιστά νόμιμη ένσταση (άρθρ. 349 και 351 ΑΚ), είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι με την από 24-2-2012 εξώδικη πρόσκληση της πρώτης εξ αυτών, που επιδόθηκε νόμιμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, Α.
Ο., στις 24-2-2012, η τελευταία (πρώτη εναγόμενη) πρότεινε στον ενάγοντα να παραλάβει στις 29-2-2012 τα επίδικα μίσθια και τα κλειδιά τους, πλην των υπό στοιχεία G5, G6 και G7 θέσεων στάθμευσης, τις οποίες στο μεταξύ είχε εκμισθώσει σε τρίτο πρόσωπο, προτείνοντάς του για τις θέσεις αυτές στάθμευσης να του καταβάλει από 1-3-2012 το μίσθωμα, που τους αναλογούσε.
Ότι η μισθωτική αξία των παραπάνω θέσεων στάθμευσης ήταν ασήμαντη σε σχέση με αυτή των λοιπών μισθίων, που του πρόσφερε προς παράδοση (οι εναγόμενοι την υπολογίζουν στα 100 περίπου ευρώ) και η μη παραλαβή των προσφερόμενων από αυτήν μισθίων από τον ενάγοντα υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός του.
Ωστόσο, στην από 24-2-2012 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση της πρώτης εναγομένης, η τελευταία καλεί τον ενάγοντα να παραλάβει, στις 29-2-2012, μόνο τρία καταστήματα, και δη τα υπό στοιχεία Α-9, Α-10 και ΑΑ-2, ενώ για τις υπό στοιχεία G1, G2, G3, G4, G5, G6 και G7 θέσεις στάθμευσης αναφέρει ότι αδυνατεί να τις παραδώσει, καθώς τις υπεκμισθώνει στην Α.
Κ., έναντι μηνιαίου μισθώματος, ύψους 850 ευρώ και προσφέρεται να καταβάλει στον ενάγοντα ποσοστό, που αναλογεί στις θέσεις αυτές ως μίσθωμα. Στην παραπάνω εξώδικη πρόσκληση ο ενάγων απάντησε με την από 28-2-2012 εξώδικη απάντηση, όπου αναφέρει ότι η εν λόγω προσφερόμενη παράδοση είναι μερική και δεν την αποδέχεται.
Με βάση τα παραπάνω, κρίνεται ότι η άρνηση του ενάγοντος να παραλάβει, στις 29-2-2012, μόνο τα τρία προσφερόμενα μίσθια καταστήματα, δεν είχε ως αποτέλεσμα την υπερημερία του, καθώς: α) η μερική προσφορά (των τριών μόνο καταστημάτων, χωρίς τις επτά θέσεις στάθμευσης) δεν ήταν η προσήκουσα, β) η μισθωτική αξία των παραπάνω θέσεων στάθμευσης δεν ήταν ασήμαντη και επουσιώδης σε σχέση με την αξία των λοιπών προσφερόμενων μισθίων (100 ευρώ, όπως την προσδιορίζουν οι εναγόμενοι στις προτάσεις τους), αλλά ύψους τουλάχιστον 850 ευρώ (κατά τα αναφερόμενα στην εξώδικη δήλωσή τους), ήτοι περίπου 1/3 του ενιαίου συμφωνηθέντος μισθώματος των 2.500 ευρώ, γ) σε κάθε περίπτωση, η επικαλουμένη από την πρώτη εναγόμενη εταιρία, δραστηριοποιούμενη στον τομέα των ακινήτων, μερική προσφορά παράδοσης των τριών μισθίων καταστημάτων διατυπώνεται μόνο στην παραπάνω από 24-2-2012 εξώδικη δήλωσή της, χωρίς να αποδεικνύεται καμία άλλη μεταγενέστερη ενέργειά της προς την ίδια κατεύθυνση, δεδομένου, μάλιστα, ότι τα μίσθια, όπως ισχυρίζεται, παρέμεναν κενά, δ) το κατάστημα, με το διακριτικό τίτλο "..." ("Σ.
Π. και ΣΙΑ Ο.Ε"), παρέμεινε σε λειτουργία. Κατόπιν τούτων, η μη παραλαβή των προσφερομένων τριών μισθίων από τον ενάγοντα στις 29-2-2012, πέραν του ότι δεν είχε ως αποτέλεσμα την υπερημερία του, κρίνεται ότι δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός του, ούτε αντίκειται στην καλή πίστη, κατ' άρθρο 288 ΑΚ.
Για τους λόγους αυτούς, απορριπτέες ως ουσία αβάσιμες είναι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος (άρθρ. 281 ΑΚ), όπως και συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην πρόκληση της ζημίας του και στην έκταση αυτής (άρθρ. 300 ΑΚ), που πρότειναν οι εναγόμενοι, για τους ίδιους λόγους, που προαναφέρθηκαν αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης υπερημερίας του ενάγοντος, δεδομένου ότι οι εν λόγω ενστάσεις (άρθρ. 281 και 300 ΑΚ) στηρίζονται στα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά με αυτά, που οι εναγόμενοι επικαλούνται και για την ένσταση υπερημερίας δανειστή (άρθρ. 351 ΑΚ).
Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε τις παραπάνω ενστάσεις με την ίδια αιτιολογία, δεν έσφαλε και οι περί τα αντιθέτου λόγοι της έφεσης των εναγομένων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, 1) απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την από 15-7-2016 έφεση των αναιρεσειόντων, αναφορικά με την πρώτη ένδικη, από 6-12-2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1598/2011, αγωγή του αναιρεσιβλήτου (ως προς την απόδοση των επίδικων μίσθιων ακινήτων, λόγω καταγγελίας, κατ' άρθρ. 597 ΑΚ, και ως προς την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων των μηνών Ιουλίου (μέρους αυτού) έως και Νοεμβρίου του έτους 2011, συνολικού ύψους 12.224,80 ευρώ), επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη 603/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει ομοίως, 2) δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά ένα μέρος, την ίδια έφεση των αναιρεσειόντων, αναφορικά με τη δεύτερη ένδικη, από 23-3-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 339/2012, αγωγή του αναιρεσιβλήτου (ως προς την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων των μηνών α) Δεκεμβρίου 2011, ποσού 2776,48 ευρώ και β) Ιανουαρίου 2012, και συγκεκριμένα μέχρι και 6-1-2012, ποσού 555,30 ευρώ), εξαφανίζοντας, κατά το σημείο τούτο, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο επιπλέον και το ποσό των 7000 ευρώ για μισθώματα από 7-1-2012 έως τις 31-3-2012 και 3) δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν βάσιμες, κατά ένα μέρος, αναφορικά με την τρίτη ένδικη, από 27-12-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1400/2013, αγωγή του αναιρεσιβλήτου, τόσο την ίδια πιο πάνω έφεση των αναιρεσειόντων, όσο και την από 29-7-2016 έφεση του αναιρεσιβλήτου, που συνεκδικάστηκαν, και, αφού εξαφάνισε, κατά το οικείο μέρος, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, κράτησε και εκδίκασε στην ουσία την αγωγή αυτή (αποζημίωση χρήσης, κατ' άρθρ. 601 ΑΚ) και, τελικά, αφενός μεν την απέρριψε, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, με την αιτιολογία που προπαρατέθηκε, αφετέρου δε, τη δέχθηκε, εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, την οποία και υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο συνολικά το ποσό των 56.280 ευρώ (αντί του ποσού των 52.500 ευρώ που είχε επιδικάσει η πρωτόδικη απόφαση), ως αποζημίωση χρήσης των επίδικων μίσθιων ακινήτων για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως 31-12-2013.
Ήδη, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, σχετικά με την τρίτη αγωγή, οι αναιρεσείοντες [και κατ' ακρίβεια η πρώτη απ' αυτούς, αφού η τρίτη αγωγή απορρίφθηκε, τελεσίδικα, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, χωρίς η κρίση αυτή του Εφετείου να προσβάλλεται αναιρετικά και, ως εκ τούτου, ο τελευταίος να στερείται πλέον του απαιτούμενου έννομου συμφέροντος για την άσκηση της αναίρεσης ως προς την τρίτη αγωγή (άρθρ. 556, 566 παρ.1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ)] προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό τους που είχαν προβάλει, παραδεκτά, στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το ότι ο αναιρεσίβλητος - εκμισθωτής με το να αρνηθεί την προσφορά των μίσθιων τριών θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων (με στοιχεία G5, G6 και G7), των οποίων η μισθωτική αξία ήταν ασήμαντη και επουσιώδης σε σχέση με το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα των 2500 ευρώ, περιήλθε σε υπερημερία δανειστή και, συνακόλουθα, δεν οφείλεται αποζημίωση χρήσης για (όλα) τα μίσθια ακίνητα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο, αφενός μεν, του από 18-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης μεταξύ του Σ.
Β. (πατέρα και δικαιοπαρόχου - για ορισμένα μόνο μίσθια, όπως αυτά έχουν προαναφερθεί - του αναιρεσιβλήτου) και αυτών (αναιρεσειόντων), αφετέρου δε, της από 24-2-2012 εξώδικης δήλωσης της πρώτης αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα, με το λόγο αυτόν της αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο 1) ανέγνωσε μέρος μόνο του πρώτου πιο πάνω εγγράφου (του συμφωνητικού μίσθωσης), σύμφωνα με το οποίο, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ο εν λόγω Σ.
Β. εκμίσθωσε στην πρώτη αναιρεσείουσα, εκτός από τα καταστήματα, και δεκατέσσερις (14) θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων (με στοιχεία G1 έως και G14), ενώ υπήρχε στο έγγραφο αυτό και άλλος όρος, με αριθμό 6, κατά τον οποίο, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...Ειδικά συμφωνείται ότι η μισθώτρια θα αφήνει πάντοτε ελεύθερους τους τέσσερις πρώτους χώρους στάθμευσης (G1, G2, G3, G4), για στάθμευση αυτοκινήτων του εκμισθωτή και της οικογένειάς του...", δηλαδή αυτές οι τέσσερις θέσεις στάθμευσης δεν είχαν εκμισθωθεί, και η περικοπή αυτή που δεν αναγνώστηκε ήταν κρίσιμη και μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που έγινε δεκτό από το Εφετείο, ως προς το επίμαχο θέμα της υπερημερίας ή όχι του δανειστή - αναιρεσιβλήτου, ήτοι στο επιζήμιο, για την πρώτη αναιρεσείουσα, πόρισμα ότι η μίσθωση αφορούσε και τις επτά θέσεις στάθμευσης, μισθωτικής αξίας 850 ευρώ ανά μήνα, ενώ η μισθωτική αξία των τριών μόνο χώρων στάθμευσης που δεν προσφέρθηκαν στον αναιρεσίβλητο ήταν ασήμαντη και επουσιώδης (ανερχόμενη συνολικά σε 90 ευρώ μηνιαίως) σε σχέση με το συνολικό μίσθωμα των 2500 ευρώ ανά μήνα και 2) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 24-2-2012 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης της πρώτης αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο με αποτέλεσμα να δεχθεί, τελικά, πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, ενώ, αν λάμβανε υπόψη τα τελευταία, θα μπορούσε να οδηγηθεί σε διαφορετικό, από εκείνο που έγινε δεκτό, αποδεικτικό πόρισμα, υπέρ των απόψεων των αναιρεσειόντων που έχουν προπαρατεθεί.
Συγκεκριμένα, ενώ στην εξώδικη αυτή δήλωση αναγράφεται ότι το αναφερόμενο μηνιαίο (υπο)μίσθωμα των 850 ευρώ αφορούσε είκοσι εννιά (29) χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων (με στοιχεία G1 έως και G29, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες) που η πρώτη αναιρεσείουσα είχε υπεκμισθώσει στην Α. Κ., οδηγήθηκε, με βάση το έγγραφο αυτό, στην εσφαλμένη κρίση ότι η μισθωτική αξία μόνο των επίδικων επτά (7) χώρων στάθμευσης (G1 έως και G7) που δεν προσφέρθηκαν στον αναιρεσίβλητο ανέρχεται στο εν λόγω ποσό και, συνεπώς, η μισθωτική αυτή αξία (των 850 ευρώ μηνιαίως) δεν είναι ασήμαντη και επουσιώδης σε σχέση με το ενιαίο συμφωνημένο μίσθωμα, για όλα τα μίσθια, των 2500 ευρώ ανά μήνα, ήτοι το 1/3 περίπου αυτού.
Από την επισκόπηση των δύο αυτών εγγράφων, τα οποία υπόκεινται, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για να διαπιστωθεί αν υπάρχει η επικαλούμενη παραμόρφωση, προκύπτει πράγματι ότι στο δεύτερο έγγραφο (της εξώδικης δήλωσης), του οποίου το περιεχόμενο παρατίθεται και στο αναιρετήριο, είχε άλλο περιεχόμενο και όχι εκείνο που συνάγεται από τις οικείες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς το επίμαχο ζήτημα "της ασήμαντης και επουσιώδους" αξίας της μη προσφερόμενης παροχής και, συνακόλουθα, την περιέλευση ή όχι του αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση υπερημερίας με την άρνησή του να δεχθεί την προσφερόμενη, κατά τα λοιπά, παροχή.
Πιο συγκεκριμένα, στην εξώδικη αυτή δήλωση - πρόσκληση αναγράφονται, κατά λέξη, τα εξής: "...Αναφορικά με τους χώρους στάθμευσης με στοιχεία G1, G2, G3, G4, G5, G6 και G7, επιφάνειας αυτών... και οι οποίοι πράγματι μου μισθώθηκαν με το από 18-7-2009 (εννοεί 2007) ιδιωτικό συμφωνητικό ενιαία όμως με τους υπό στοιχεία G8, G9, G10, G11, G12, G13 και G14 χώρους στάθμευσης, σας δηλώνω ότι αδυνατώ να σας τους αποδώσω, δεδομένου ότι όλοι οι χώροι στάθμευσης, δηλαδή τόσο οι παραπάνω αναφερόμενες 14 θέσεις όσο και εκείνες που μου ανήκουν κατά κυριότητα (δηλαδή άλλες 15 θέσεις στάθμευσης) που όλες τους είναι συνεχόμενες και βρίσκονται στο υπόγειο του εδώ και επί της οδού Χ.
Κ. αριθμ. ... κτιρίου, έχουν εκμισθωθεί - υπεκμισθωθεί από μένα στην Α. Κ. για ενιαία συνενωμένη χρήση από αυτή, και οποίος (εννοεί "η οποία") τους κατέχει και τους χρησιμοποιεί, με μηνιαίο μίσθωμα 850 ευρώ...Πάντως, σας δηλώνω ότι από 1-3-2012 και εξής από το μίσθωμα που εισπράττω για τους χώρους αυτούς προσφέρομαι να σας καταβάλλω το ποσοστό που αντιστοιχεί - αναλογεί στις θέσεις αυτές...".
Το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με την τρίτη ένδικη αγωγή, ως προς το ότι ο αναιρεσίβλητος δεν περιήλθε σε υπερημερία δανειστή, αποκλειστικά ή, σε κάθε περίπτωση, κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου παραμόρφωσε, σύμφωνα με τις σχετικές παραδοχές που έχουν προεκτεθεί, αφού δέχθηκε ότι "...η μισθωτική αξία των παραπάνω θέσεων στάθμευσης (δηλαδή των επτά θέσεων, υπό στοιχεία G1 έως και G7) δεν ήταν ασήμαντη και επουσιώδης σε σχέση με την αξία των λοιπών προσφερόμενων μισθίων (100 ευρώ, όπως την προσδιορίζουν οι εναγόμενοι στις προτάσεις τους), αλλά ύψους τουλάχιστον 850 ευρώ (κατά τα αναφερόμενα στην εξώδικη δήλωσή τους), ήτοι περίπου 1/3 του ενιαίου συμφωνηθέντος μισθώματος των 2500 ευρώ...".
Για να δικαιολογήσει, όμως, την κρίση του, ως προς το επίμαχο ζήτημα, το Εφετείο έπρεπε να λάβει υπόψη, εφόσον βασίστηκε αποκλειστικά ή, εν πάση περιπτώσει, κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, ότι η μηνιαία "μισθωτική αξία" των 850 ευρώ αναφερόταν στο σύνολο των είκοσι εννιά (29) χώρων στάθμευσης και όχι μόνο στις μη προσφερόμενες επίδικες επτά (7) και, στη συνέχεια, να αποφαινόταν αν η μισθωτική αξία των εν λόγω επτά θέσεων στάθμευσης ήταν ή όχι "ασήμαντη και επουσιώδης" σε σχέση με τη μισθωτική αξία των μίσθιων ακινήτων που προσφέρθηκαν στον αναιρεσίβλητο (δηλαδή των τριών καταστημάτων), το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα των οποίων, μαζί με εκείνο των επτά θέσεων στάθμευσης, είχε συμφωνηθεί, κατά τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές, στο ποσό των 2500 ευρώ, οπότε, σε περίπτωση που η απόκλιση δεν θα ήταν επουσιώδης (αλλά θα ήταν σημαντική και ουσιώδης), ο αναιρεσίβλητος δεν θα καθίστατο υπερήμερος δανειστής, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που η απόκλιση θα ήταν επουσιώδης, αυτός θα είχε περιέλθει πράγματι σε υπερημερία δανειστή, καθόσον η άρνησή του να δεχθεί την προσφερόμενη παροχή των τριών καταστημάτων (που δεν καθίσταται πλέον ελαττωματική και μη προσήκουσα) θα ήταν αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ' άρθρ. 288 ΑΚ, και θα συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρ. 281 του ίδιου Κώδικα, όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Επομένως, είναι βάσιμος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές. Αντίθετα, ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, δεν είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το ζήτημα αν εκμισθώθηκαν, τελικά, και οι τέσσερις θέσεις στάθμευσης (G1 έως και G4), δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (βλ., άλλωστε, και την παραπάνω, από 24-2-2012, εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία διαλαμβάνει, αντιφατικά με όσα υποστηρίζει με το πρώτο σκέλος του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι "...Αναφορικά με τους χώρους στάθμευσης με στοιχεία G1, G2, G3, G4...και οι οποίοι πράγματι μου μισθώθηκαν με το από 18-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό..."), έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες, αποδεικτικό πόρισμα, με μη ορθή αξιολόγηση του συγκεκριμένου εγγράφου.
Κατόπιν της παραδοχής του προαναφερόμενου λόγου της αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων τρίτου και τέταρτου λόγων αυτής, από τους αριθμούς 19 (και 8 εδάφ. β') του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 281 και 300 ΑΚ, που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης (αποζημίωση χρήσης) και αφορούν, φυσικά, τους ίδιους διαδίκους (πρώτη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητο), καθώς η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου, κατά το σκέλος του που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών που διατυπώνονται (και μάλιστα επικουρικά) με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο τούτο).
Επίσης, οι νέες αιτιάσεις που προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες, με τις από 13-1-2020 προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την επίκληση και άλλων αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να ερευνηθούν, γιατί οι αναιρετικοί λόγοι πρέπει να προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων και ποτέ με άλλο δικόγραφο και ιδίως με τις προτάσεις (ΑΠ 1217/2018).
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει γίνει δεκτή, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα - ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του δεύτερου λόγου της, κατά το δεύτερο σκέλος του, αναφορικά με την τρίτη ένδικη, από 27-12-2013, αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή αποζημίωσης χρήσης, κατ' άρθρ. 601 ΑΚ και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς και συγκεκριμένα στην πρώτη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 90/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς τους διαδίκους και το κεφάλαιο που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο, στο Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην πρώτη των αναιρεσειόντων του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο και τον δεύτερο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ και χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, αντίστοιχα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Κ.Α.