Supreme Court dismisses appeal on tort liability, upholding lower court's assessment of evidence and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident and insurance coverage. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate witness testimonies and evidence linking the driver's alcohol consumption to the accident. The court ruled that the First Instance Court correctly considered all submitted evidence and did not commit a procedural error by not accepting the appellant's specific arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 299, 300, 330 ed. b' and 914 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a tort liability claim requires proof of unlawful conduct, causation, and damage, and that the lower court's evaluation of evidence is binding unless it violates legal principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 143 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 143/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στα Νιάτα Λακωνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καμπά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..." και ήδη "... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωκράτη Βερτέλλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 11-1-2022 δήλωση, καθώς και με τις από 14-1-2022 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 886/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4173/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-11-2019 και με Γ.Α.Κ. 10495/ΕΑΚ 1016/6-11-2019 αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 4173/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (614 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), προ πάσης επιδόσεως, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που αρχίζει από την γενόμενη στις 18-07-2019 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, αφού ουδείς των διαδίκων επικαλείται και προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσής της.
Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 890/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. (ΑΠ 890/2020, βλ. και ΑΠ 88/2019). Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν. σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 890/2020, βλ. και ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 890/2020, βλ.
και ΑΠ 270/2018 ). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 890/2020, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016).
Εξάλλου κατά τις διατάξεις των παρ. 1,2,3,4,5,και 6 του άρθρου 42 Κ.Ο.Κ "Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, φαρμάκων ή τοξικών ουσιών 1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0.50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr./i) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0.25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, να καθοριστούν ειδικές κατηγορίες οδηγών με μικρότερα ποσοστά, προσαρμοζόμενοι αναλόγως και των ορίων της παραγράφου 7, να εξειδικεύονται τα όρια τοξικών ουσιών ή φαρμάκων της παρούσας παραγράφου που ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού και να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. 2.
Τα αρμόδια αστυνομικά και λιμενικά όργανα μπορούν κατά περίπτωση να ασκούν έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης, στον οργανισμό των οδηγών, οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την προηγούμενη παράγραφο, οι δε Οδηγοί υποχρεούνται να δέχονται τον έλεγχο αυτόν. 3. Σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών η φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες, εκτός και αν για τους τελευταίους ειδικοί παθολογικοί λόγοι δεν το επιτρέπουν, οπότε στην περίπτωση αυτή η μέτρηση γίνεται, για μεν το οινόπνευμα στον εκπνεόμενο αέρα με τη συσκευή αλκοολομέτρου, για δε τις τοξικές ουσίες και φάρμακα με τη λήψη ούρων ή άλλο πρόσφορο μέσο.
Για την ύπαρξη ή μη των προβαλλόμενων αυτών λόγων χρειάζεται ιατρική πιστοποίηση από δημόσιο νοσοκομείο. 4.Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος με σωματικές βλάβες ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος γίνεται είτε στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρων είτε με αιμοληψία. 5.
Στους τροχονομικούς ελέγχους στο δρόμο ή σε τροχαία ατυχήματα χωρίς σωματικές βλάβες, ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου, για δε τη διαπίστωση ύπαρξης τοξικών ουσιών ή φαρμάκων της παραγράφου 1 του παρόντος γίνεται με τη χρησιμοποίηση κάθε κατάλληλου επιστημονικού μέσου.
Η διαπίστωση του ποσοστού συγκέντρωσης οινοπνεύματος σε ατύχημα πεζού, στις περιπτώσεις της παρούσας και των δύο προηγουμένων παραγράφων, διαπιστώνεται με τον ίδιο τρόπο. 6. Με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3. όποιος αρνείται να υποβληθεί σε έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό του οινοπνεύματος, είτε δια αιμοληψίας είτε με τη χρήση συσκευής αλκοολομέτρου, τεκμαίρεται ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω του 1,10 gr/Ι σύμφωνα με τη μέθοδο της αιμοληψίας.
Επίσης όποιος αρνείται να υποβληθεί σε έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης τοξικών ουσιών ή φαρμάκων στον οργανισμό τεκμαίρεται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα οδήγησης, σύμφωνα με την παράγραφο 9.". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο. αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, AΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, AΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, AΠ 1136/2018, AΠ 319/2017, AΠ 130/2016, AΠ 1420/2013].
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη [εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ'αριθ. 4173/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα της κατανάλωσης ή μη αλκοόλ από τον Δ.
Λ. (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη και ο οποίος ήταν, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ο οδηγός του ζημιογόνου με αριθμό κυκλοφορίας ... IX αυτοκινήτου, που ανήκε στην ιδιοκτησία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας και ήταν ασφαλισμένο έναντι του κινδύνου των ιδίων αυτού ζημιών στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ) και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ του επελθόντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ζημιογόνου αποτελέσματος και της συμπεριφοράς του ως άνω οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
IX αυτοκινήτου, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου και των εγγράφων, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και των φωτογραφιών, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του υπ'αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη του με αριθμό κυκλοφορίας ... IX αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας, έναντι του κινδύνου των ιδίων αυτού ζημιών για το χρονικό διάστημα από 9-6-2015 έως 9-12-2015 για το ποσό των 93.940 ευρώ.
Στην ασφαλιστική αυτή σύμβαση και συγκεκριμένα στο με αριθμό 3.13 περ. ζ άρθρο των γενικών όρων αυτής, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η εναγόμενη δεν θα αποζημίωνε την ενάγουσα για ζημίες που θα προκαλούνταν στο ασφαλισμένο όχημα από οδηγό, που κατά το χρόνο του ατυχήματος θα βρισκόταν κάτω από την επίδραση οινοπνεύματος κατά παράβαση παν προβλεπομένων σχετικά στον Κ.Ο.Κ.
και εφόσον η παράβαση αυτή θα τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Στις 28-11-2015 και περί ώρα 1.05 συνέβη τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς το ως άνω ασφαλισθέν όχημα. Ειδικότερα το ατύχημα έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: Στον προαναφερόμενο χρόνο ο Δ. Λ.
οδηγούσε το ως άνω όχημα στην Ε.Ο Τάραψας - Μονεμβασιάς που είναι οδός διπλής κατευθύνσεως με κατεύθυνση προς Μονεμβασιά. Όταν έφθασε στο ύψος του κέντρου διασκεδάσεως ΕΡΑΤΩ [20,5 χιλ. της E.Ο.], όπου η οδός είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει (τουλάχιστον 80 χιλ./ώρα) ήτοι ανώτερη της επιτρεπόμενης που ήταν 50χιλ./ώρα, αλλά και της επιβαλλόμενης λόγω των επικρατουσών συνθηκών, καθώς ήταν νύκτα και έβρεχε, με συνέπεια το οδόστρωμα να είναι ολισθηρό, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί εγκαίρως το με αριθμό κυκλοφορίας ...
IXΕ αυτοκίνητο, που προπορευόταν του δικού του και εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα λόγω των επικρατουσών συνθηκών, με αποτέλεσμα, στην προσπάθεια του να το προσπεράσει, να επιπέσει στο οπίσθιο τμήμα του με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης το με αριθ. κυκλ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο εκτινάχθηκε σε απόσταση 40 μέτρων εκτός της Ε.Ο και εντός παρακείμενου αυτής αγρού και προσέκρουσε πάνω σε ένα δένδρο όπου και ακινητοποιήθηκε. Λόγω της πρόσκρουσης τραυματίσθηκε η οδηγός του ως άνω οχήματος Π. Κ. και προκλήθηκε ο θάνατος της συνοδηγού αυτής Σ. Μ., η οποία εκτινάχθηκε από το αυτοκίνητο και επέπεσε στο έδαφος εκτός αυτού και σε απόσταση 0,52 μ.
Αμέσως μετά τη σύγκρουση των οχημάτων τόσο ο οδηγός του ασφαλισθέντος στην εναγόμενη αυτοκινήτου Δ. Λ. όσο και ο συνοδηγός αυτού Κ. Κ., βοήθησαν την οδηγό του άλλου οχήματος να επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο διερχόμενου οδηγού που την μετέφερε στο Κέντρο Υγείας της περιοχής, αλλά δεν αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε και άλλο πρόσωπο που επέβαινε στο παραπάνω όχημα.
Αμέσως μετά έφθασε στο σημείο του ατυχήματος περιπολικό της Τροχαίας και ο οδηγός Δ. Λ. παρέδωσε στους αστυνομικούς τα νομιμοποιητικά του έγγραφα. Όταν όμως αυτοί απομακρύνθηκαν από κοντά του προκειμένου να διαπιστώσουν τις συνθήκες του ατυχήματος και να αναζητήσουν την ύπαρξη άλλων τραυματιών, αυτός και ο συνοδηγός του έφυγαν από τον τόπο του ατυχήματος, χωρίς να τους ενημερώσουν σχετικά.
Όπως αποδείχθηκε λόγος της αναχώρησής τους ήταν το γεγονός ότι προηγουμένως είχαν καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ (τουλάχιστον από δύο ποτήρια ουίσκι ο καθένας) και ο Δ. Λ. ήθελε να αποφύγει να υποβληθεί στον σχετικό έλεγχο που θα καταδείκνυε το γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται ότι το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του ήταν μεγαλύτερο από 1,10 mg/I [άρθρο 42 παρ. 6 ΚΟΚ).
Παρά τις έρευνες των αστυνομικών οι ανωτέρω δεν ανευρέθησαν παρά πολύ αργότερα. Συγκεκριμένα ο οδηγός του οχήματος αναζητήθηκε χωρίς να ανευρεθεί στην οικία του και στο χώρο εργασίας του και έγιναν τηλεφωνικές κλήσεις στο κινητό του τηλέφωνο στις οποίες δεν απάντησε, αλλά εμφανίσθηκε με το δικηγόρο του στο αρμόδιο Α.Τ Βλαχιώτη το απόγευμα της 29.11.2015 όπου απολογούμενος κατέθεσε ότι αποχώρησε από τον τόπο του ατυχήματος διότι, όντας ταραγμένος, δεν σκέφθηκε ότι έπρεπε να παραμείνει περισσότερο και ότι αργότερα εξαφανίστηκε, όταν έμαθε ότι υπήρχε στο ως άνω όχημα και άλλο πρόσωπο, το οποίο είχε αποβιώσει, διότι ένιωσε συγκλονισμένος και δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν.
Επίσης, αποδέχθηκε ότι είχε παραγγείλει δύο ποτά σε μπαρ της περιοχής λίγο πριν το ατύχημα, αλλά ισχυρίσθηκε ότι δεν τα κατανάλωσε και ανέφερε ότι, παρότι είχε τραυματισθεί κατά το ατύχημα στο πρόσωπο και το αριστερό του πόδι, δεν ζήτησε ιατρική βοήθεια. Όσον αφορά τον συνοδηγό του ζημιογόνου οχήματος Κ.
Κ. και αυτός προσπάθησε να αποφύγει την εξέτασή του από τους αστυνομικούς, όταν αναζητήθηκε στην οικία του, ισχυριζόμενος ψευδώς σε σχετική τηλεφωνική κλήση που έγινε σε αυτόν ενώπιον τους από τη μητέρα του, ότι απουσίαζε από την οικία του, καίτοι, όπως διαπιστώθηκε, βρισκόταν σε αυτήν, ενώ ακολούθως προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι ήταν συνεπιβάτης στο ζημιογόνο όχημα.
Στην από 28-11-2015 προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε ότι, τόσο αυτός όσο και ο οδηγός του ως άνω οχήματος, είχαν πιει δύο ποτά λίγο πριν από το ατύχημα, ενώ στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αρχικά κατέθεσε ότι ο οδηγός δεν ήπιε καθόλου από τα ποτά που παρήγγειλαν, ακολούθως ότι και οι δύο ήπιαν ελάχιστα και τέλος ότι μπορεί να μην ήπιαν όλα τα ποτά που παρήγγειλαν.
Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός του ως άνω οδηγού και της ενάγουσας ότι ο τελευταίος δεν είχε καταναλώσει τα ποτά που είχε παραγγείλει, αφού ο ίδιος ο φίλος του Κ. Κ. κατέθεσε στην προανακριτική του κατάθεση που δόθηκε λίγες ώρες μετά το ατύχημα ότι πράγματι τα είχε καταναλώσει ενώ και οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων, στα οποία τα είχε παραγγείλει, κατέθεσαν ότι του τα σέρβιραν, όχι, όμως και ότι δεν τα κατανάλωσε.
Επίσης, από τον τρόπο που προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα το Δικαστήριο κρίνει ότι το αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο Δ. Λ. συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του, ήτοι ότι επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά διότι δεν του επέτρεψε να αντιληφθεί έγκαιρα το προπορευόμενο του δικού του όχημα, καίτοι υπήρχε η δυνατότητα (ευθεία οδός, επαρκής τεχνητός φωτισμός), ενώ επίσης τον οδήγησε να κινηθεί με πολύ αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύχτα, ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης) και να μην προλάβει να κάνει έγκαιρα αποφευκτικό ελιγμό προς αποφυγή της ένδικης σύγκρουσης.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο νομίμως προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης περί εξαιρέσεως της ενάγουσας από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω παράβασης του ως άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρα 42 παρ. 1 και 6 ΚΟΚ και 361 ΑΚ). Το γεγονός ότι η εναγομένη δεν επικαλέστηκε τα ανωτέρω κατά την εκδίκαση των αγωγών της οδηγού Π.
Κ. και των μελών της οικογένειας της θανούσας Σ. Μ. κατά των παρόντων διαδίκων και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, ασκώντας παρεμπίπτουσα αγωγή σε βάρος τους, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση ως προς τα ανωτέρω.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά, αβάσιμη και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση από αυτό το Δικαστήριο, να δικάσει επί της αγωγής και αφού γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η παραπάνω ένσταση, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα και να καταδικασθεί η ενάγουσα λόγω της ήττας της στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της εναγόμενης ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε ότι ο Δ. Λ. (οδηγός του ζημιογόνου με αριθμό κυκλοφορίας ...
IX αυτοκινήτου, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας και το οποίο ήταν ασφαλισμένο έναντι του κινδύνου των ιδίων αυτού ζημιών στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία) είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ (τουλάχιστον δύο ποτήρια ουίσκυ), ότι η κατανάλωση της εν λόγω ποσότητας αλκοόλ συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και συγκεκριμένα ότι επηρέασε την οδηγική συμπεριφορά του προαναφερθέντος οδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου Δ.
Λ., διότι δεν του επέτρεψε να αντιληφθεί έγκαιρα το προπορευόμενο του δικού του όχημα, παρότι είχε τη σχετική δυνατότητα, τον οδήγησε δε να κινηθεί με ταχύτητα πολύ αυξημένη για τις περιστάσεις (νύχτα, ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης) και να μην προλάβει να κάνει έγκαιρα αποφευκτικό ελιγμό προς αποφυγή της ένδικης σύγκρουσης, στη συνέχεια έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί εξαιρέσεως της ενάγουσας από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω παράβασης του ως άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρα 42 παρ. 1 και 6 ΚΟΚ και 361 ΑΚ), να απορριφθεί ως κατ'ουσία αβάσιμη η ένδικη αγωγή και (έκρινε) ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που είχε κρίνει άλλως, και συγκεκριμένα είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και είχε δεχθεί την αγωγή ως μερικά κατ' ουσία βάσιμη, έσφαλε, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως της εναγομένης (τότε εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας).
Ακολούθως με τις προαναφερόμενες σκέψεις το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αρ. 886/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 31-10-2016 αγωγής, απέρριψε αυτήν ως κατ'ουσία αβάσιμη.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Δικαστήριο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 6 Κ.Ο.Κ., την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να την εφαρμόσει, και προσέδωσε σε αυτή έννοια που δεν είχε.
Ισχυρίζεται ειδικότερα η αναιρεσείουσα, σε σχέση με το ιδρυόμενο από την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ. εκ του νόμου τεκμήριο περί συγκέντρωσης στο αίμα του υποχρέου οδηγού οινοπνεύματος άνω του 1,10 gr/l από την αυτού (υποχρέου οδηγού) να υποβληθεί σε έλεγχο για την διαπίστωση στον οργανισμό του οινοπνεύματος, ότι δεν προβλέπεται τεκμήριο αρνητικής δήλωσης ή τεκμήριο άρνησης ελέγχου από την αποχώρηση από τον τόπο του ενδίκου ατυχήματος, συγκεκριμένα ισχυρίζεται δε [όπως αυτολεξεί αναγράφεται στην σελίδα 2 επ.
της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (στίχος 17 επ.)] ότι: " ... σε περίπτωση που δεν πραγματοποιείται ο έλεγχος αυτός, χωρίς να υπάρχει εκπεφρασμένη τοιαύτη αρνητική δήλωση (και ειδικότερα χωρίς βεβαίωση της αρμόδιας αστυνομικής αρχής περί άρνησης του ελεγχόμενου να υποβληθεί σε εξέταση αίματος), τότε δεν προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη, ούτε επιβάλλεται, τεκμήριο αξιολόγησής της, για οιονδήποτε λόγο, έλλειψης της δήλωσης της βούλησης του ελεγχόμενου.
Ακόμη, δεν επιβάλλεται εκ του νόμου τεκμήριο αρνητικής δήλωσης (σε περίπτωση αδυναμίας ελέγχου), ως εκ της έλλειψης οιασδήποτε δήλωσης του ελεγχόμενου, ένεκα της μη εμφανίσεώς του στην αστυνομική αρχή. Ούτε προβλέπεται πως η μη παραμονή του οδηγού στον τόπο του ατυχήματος, ή η παράλειψη, ή η αδυναμία της αστυνομικής αρχής να εντοπίσει και καλέσει τον ελεγχόμενο οδηγό να υποβληθεί σε εξέταση αίματος, τεκμαίρεται ως άρνηση του οδηγού να υποβληθεί στον έλεγχο αυτόν.
Δηλαδή, η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 42 του Κ.Ο. Κ., σε περίπτωση αδυναμίας πραγματοποίησης του ελέγχου, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί πρόσκληση του οδηγού να υποβληθεί σε έλεγχο, αλλά και χωρίς να έχει διατυπωθεί ρητή άρνηση του ελεγχόμενου, δεν επιβάλλει τεκμήριο αξιολόγησής της για οιονδήποτε λόγο, έλλειψης ρητής δήλωσης της βούλησης του ελεγχόμενου οδηγού, αλλά επιβάλλει τεκμήριο μόνο ως προς το ποσοστό του οινοπνεύματος και μόνο σε περίπτωση που εκφράζεται (διατυπώνεται) ρητή αρνητική δήλωση βουλήσεως εκ μέρους του ελεγχόμενου να υποβληθεί σε εξέταση αίματος, εφ' όσον αυτός κληθεί προς τούτο ......".
Ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης τυγχάνει απορριπτέος και τούτο διότι, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 6 Κ.Ο.Κ προκύπτει ότι για την ενεργοποίηση του προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή τεκμηρίου ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του ελεγχόμενου οδηγού είναι άνω του 1,10 gr/Ι σύμφωνα με τη μέθοδο της αιμοληψίας, απαιτείται ( αλλά και αρκεί ) η άρνηση του ελεγχόμενου οδηγού να υποβληθεί σε έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό του οινοπνεύματος, ουδόλως απαιτείται δε η άρνηση αυτή να έχει "εκφραστεί (διατυπωθεί)" ρητά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Δηλαδή, η κατά τη διάταξη αυτή ( του άρθρου 42 παρ. 6 Κ.Ο.Κ ) άρνηση του υποχρέου οδηγού να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοτέστ για την διαπίστωση στον οργανισμό του οινοπνεύματος δεν χρειάζεται να είναι πανηγυρική, προφορική ή έγγραφη, αλλά γίνεται και δια των πράξεων του υποχρέου οδηγού, όπως όταν αυτός αποχωρεί από τον τόπο θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος και εξαφανίζεται, καθιστώντας έτσι αδύνατη την υποβολή του σε αλκοτέστ, στην οποία αρνείται εν τοις πράγμασι (δια της αναχωρήσεώς του από τον τόπο του ατυχήματος) να υποβληθεί, καθ'όν χρόνο οι αστυνομικοί ερευνούν ακόμη τον τόπο του ατυχήματος και τις συνέπειές του.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. AΠ 1/2020, Ολ. AΠ 2/2019, Ολ. AΠ 8/2018, Ολ. AΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 118/2021, AΠ 465/2020, AΠ 325/2020). Τα επιχειρήματα όμως του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (AΠ 970/2021, AΠ 1112/2020, AΠ 797/2020.
AΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον επιγραφόμενο δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις επικαλούμενη τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Δικαστήριο (όπως αυτολεξεί αναφέρεται στην σελίδα 3 στίχος 5 επ. της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης) " ..αφενός μεν διέλαβε στις προαναφερόμενες παραδοχές του όλες τις εις την προκειμένη περίπτωση ενέργειες του ελεγχόμενου οδηγού, εκ των οποίων (παραδοχών) προκύπτει ότι αυτός συμμορφώθηκε πλήρως προς τις επιταγές των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ, και αφ' ετέρου δεν διέλαβε στις παραδοχές του αυτές, ούτε πως η αστυνομική αρχή υπέδειξε στον οδηγό να παραμείνει έτι περαιτέρω στον τόπο του ατυχήματος, ούτε πως η αστυνομική αρχή τον διέταξε να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος και μετά την άφιξή της, ούτε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 419 ΚΠΔ, ούτε ότι διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση του οδηγού, εν τούτοις κατέληξε στο πόρισμα πως ο οδηγός του αυτοκινήτου αποχώρησε χωρίς να ενημερώσει την αστυνομική αρχή διότι είχε καταναλώσει οινόπνευμα και επιθυμούσε να μην ελεγχθεί...", το δε πόρισμα αυτό είναι εσφαλμένο ως αντίθετο στην διάταξη του άρθρου 42 παρ. 6 ΚΟΚ.
Ότι έτσι το Εφετείο αφενός παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1, 2 και 5 εδ.α του Κ.Ο.Κ. τις οποίες δεν εφήρμοσε αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, απαίτησε δε για την εφαρμογή τους περισσότερες προϋποθέσεις από τις υπό των διατάξεων αυτών προβλεπόμενες (ήτοι ενημέρωση της αστυνομικής αρχής πριν την αναχώρηση), αφετέρου δια παραλείψεως της εφαρμογής των διατάξεων αυτών κατέληξε σε διττώς εσφαλμένο πόρισμα ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 6 ΚΟΚ, την οποία εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και τούτο διότι δεν διέλαβε στις παραδοχές της η προσβαλλόμενη εάν η αστυνομική αρχή μετά την άφιξή της στον τόπο του ατυχήματος γνωστοποίησε στον οδηγό του αυτοκίνητου ότι επρόκειτο να τον υποβάλει σε έλεγχο οινοπνεύματος, ούτε ότι του ζήτησε να υποβληθεί σε έλεγχο οινοπνεύματος και ότι συνεπεία των ανωτέρω αυτός όφειλε να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος προς διενέργεια ελέγχου.
Ότι επίσης δεν προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εάν η αστυνομική αρχή αναζητούσε τον οδηγό του αυτοκινήτου για να τον υποβάλλει σε έλεγχο οινοπνεύματος και όχι για άλλη αιτία, εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου γνώριζε ότι θα υποβληθεί σε έλεγχο οινοπνεύματος, εάν αυτός γνώριζε ότι εφόσον υποβληθεί σε έλεγχο οινοπνεύματος θα ανιχνευόταν στο αίμα του οινόπνευμα σε συγκέντρωση μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης κατά τον ΚΟΚ, ότι επίσης δεν διέλαβε στις παραδοχές της η προσβαλλόμενη εάν τα (υποθετικά) δύο ποτήρια ουίσκυ συντελούν στην ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του ελεγχόμενου σε συγκέντρωση μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης κατά τον ΚΟΚ, ούτε προσδιόρισε το χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει από την φερόμενη κατανάλωση οινοπνεύματος μέχρι την ώρα του ατυχήματος, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση πως, ακόμη και εάν είχε καταναλωθεί οινόπνευμα αυτό θα ανιχνεύετο στο αίμα του ελεγχόμενου και δη σε ποσοστό μεγαλύτερο του επιτρεπόμενου κατά τον ΚΟΚ, ούτε προσδιόρισε την ώρα και ημέρα που η αστυνομική αρχή αναζήτησε τον οδηγό του αυτοκινήτου ώστε να είναι δυνατή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του ελεγχόμενου σε συγκέντρωση μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης κατά τον ΚΟΚ, ούτε προσδιόρισε στις παραδοχές της μετά από πόσο χρονικό διάστημα από την κατανάλωση του οινοπνεύματος είναι δυνατή η ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του ελεγχόμενου σε συγκέντρωση μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης κατά τον ΚΟΚ, και ότι όλα αυτά ήταν σε γνώση του οδηγού.
Ότι οι ως άνω παραλείψεις της προσβαλλόμενης καθιστούν ανεπαρκείς τις αιτιολογίες της και καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο περί συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 6 ΚΟΚ. Ωστόσο από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό παρατέθηκε αυτολεξεί στο οικείο κεφάλαιο της παρούσας, προκύπτει ότι, με τις στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφερόμενες παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 1,2,3,4,5, και 6 του άρθρου 42 Κ.Ο.Κ, αφού στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως αναλύθηκαν στην προαναφερθείσα νομική σκέψη της παρούσας και των αναφερόμενων ανωτέρω σε σχέση με τον προαναφερθέντα πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ενώ παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τις προϋποθέσεις εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων.
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη πραγματικά περιστατικά, ο λόγος που ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου αναχώρησε από τον τόπο του ατυχήματος ήταν το γεγονός ότι τόσον ο ίδιος όσον και ο συνοδηγός του " .. προηγουμένως είχαν καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ (τουλάχιστον από δύο ποτήρια ουίσκι ο καθένας) και ο Δ.
Λ. ήθελε να αποφύγει να υποβληθεί στον σχετικό έλεγχο που θα καταδείκνυε το γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται ότι το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του ήταν μεγαλύτερο από 1,10 mg/l [άρθρο 42 παρ. 6 ΚΟΚ)", προσδιορίζεται επίσης στην προσβαλλόμενη αφενός ότι το ένδικο ατύχημα είχε λάβει χώρα στις 28.11.2015 και ώρα 1.05, αφετέρου ότι " ...Παρά τις έρευνες των αστυνομικών οι ανωτέρω δεν ανευρέθησαν παρά πολύ αργότερα.
Συγκεκριμένα ο οδηγός του οχήματος αναζητήθηκε χωρίς να ανευρεθεί στην οικία του και στο χώρο εργασίας του και έγιναν τηλεφωνικές κλήσεις στο κινητό του τηλέφωνο στις οποίες δεν απάντησε, αλλά εμφανίσθηκε με το δικηγόρο του στο αρμόδιο Α.Τ Βλαχιώτη το απόγευμα της 29.11.2015 όπου ο απολογούμενος κατέθεσε ότι αποχώρησε από τον τόπο του ατυχήματος διότι, όντας ταραγμένος, δεν σκέφθηκε ότι έπρεπε να παραμείνει περισσότερο και ότι αργότερα εξαφανίστηκε, όταν έμαθε ότι υπήρχε στο ως άνω όχημα, και άλλο πρόσωπο, το οποίο είχε αποβιώσει, διότι ένιωσε συγκλονισμένος και δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν.".
Έγινε επίσης δεκτό με την προσβαλλόμενη πως ο ανωτέρω οδηγός "αποδέχθηκε ότι είχε παραγγείλει δύο ποτά σε μπαρ της περιοχής λίγο πριν το ατύχημα, αλλά ισχυρίσθηκε ότι δεν τα κατανάλωσε και ανέφερε ότι, παρότι είχε τραυματισθεί κατά το ατύχημα στο πρόσωπο και το αριστερό του πόδι, δεν ζήτησε ιατρική βοήθεια. ..." ότι ο συνοδηγός του ζημιογόνου οχήματος Κ.
Κ. "και αυτός προσπάθησε να αποφύγει την εξέτασή του από τους αστυνομικούς, όταν αναζητήθηκε στην οικία του, ισχυριζόμενος ψευδώς σε σχετική τηλεφωνική κλήση που έγινε σε αυτόν ενώπιον τους από τη μητέρα του, ότι απουσίαζε από την οικία του, καίτοι, όπως διαπιστώθηκε, βρισκόταν σε αυτήν, ενώ ακολούθως προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι ήταν συνεπιβάτης στο ζημιογόνο όχημα... ", στην δε από 28-11-2015 προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε ότι "τόσο αυτός όσο και ο οδηγός του ως άνω οχήματος, είχαν πιει δύο ποτά λίγο πριν από το ατύχημα, ενώ στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αρχικά κατέθεσε ότι ο οδηγός δεν ήπιε καθόλου από τα ποτά που παρήγγειλαν, ακολούθως ότι και οι δύο ήπιαν ελάχιστα και τέλος ότι μπορεί να μην ήπιαν όλα τα ποτά που παρήγγειλαν.>>.
Προσδιορίζεται δε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη ότι "... Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός του ως άνω οδηγού και της ενάγουσας ότι ο τελευταίος δεν είχε καταναλώσει τα ποτά που είχε παραγγείλει, αφού ο ίδιος ο φίλος του Κ. Κ. κατέθεσε στην προανακριτική του κατάθεση που δόθηκε λίγες ώρες μετά το ατύχημα ότι πράγματι τα είχε καταναλώσει ενώ και οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων, στα οποία τα είχε παραγγείλει, κατέθεσαν ότι του τα σέρβιραν, όχι, όμως και ότι δεν τα κατανάλωσε.
Επίσης, από τον τρόπο που προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα το Δικαστήριο κρίνει ότι το αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο Δ. Λ. συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκλησή του, ήτοι ότι επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά διότι δεν του επέτρεψε να αντιληφθεί έγκαιρα το προπορευόμενο του δικού του όχημα, καίτοι υπήρχε η δυνατότητα (ευθεία, οδός, επαρκής τεχνητός φωτισμός), ενώ επίσης τον οδήγησε να κινηθεί με πολύ αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύχτα, ολισθηρότητα, οδοστρώματος λόγιο βροχόπτωσης) και να μην προλάβει να κάνει έγκαιρα αποφευκτικό ελιγμό προς αποφυγή της ένδικης σύγκρουσης......
Με τις προαναφερθείσες παραδοχές και κρίσεις του το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Κ.Ο.Κ., τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς όλα τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν απαιτείται, για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης, ο προσδιορισμός του χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει από την υπό του οδηγού κατανάλωση οινοπνεύματος μέχρι την ώρα του ατυχήματος, ο προσδιορισμός της ακριβούς ώρας που η αστυνομική αρχή αναζήτησε τον οδηγό του αυτοκινήτου, ο προσδιορισμός του (απώτατου) χρονικού διαστήματος μετά την κατανάλωση του οινοπνεύματος και εφεξής κατά το οποίο είναι δυνατή η ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του ελεγχόμενου σε συγκέντρωση μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης κατά τον ΚΟΚ, και ότι όλα αυτά ήταν σε γνώση του οδηγού.
Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο και χωρίς αιτιολογία έκρινε ότι "το (υποτιθέμενο) αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο οδηγός του αυτοκινήτου, είχε επηρεάσει την οδηγική του ικανότητα, χωρίς να εξηγεί και να αιτιολογεί σε τι ακριβώς συνίστατο τούτο (τίνι τρόπο δηλαδή επηρεάστηκε η δυνατότητα ελέγχου του αυτοκινήτου του) και πως τούτο τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, πουθενά δεν αναφέρεται σε παράλειψη ενδεδειγμένης ενέργειας από μέρους του οδηγός του αυτοκινήτου...", καθόσον μόνη η οδήγηση υπό την επήρεια της κατανάλωσης αλκοόλ δεν θεμελιώνει καθεαυτή υπαιτιότητα, αλλά απαιτείται να συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια.
Ωστόσο από το ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σε αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες και ως προς την αιτιώδη| συνάφεια μεταξύ της κατανάλωσης αλκοόλ από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, της συνεπεία αυτής αμελούς περί την οδήγηση συμπεριφοράς του και της εκ του λόγου τούτου πρόκλησης του θανατηφόρου ενδίκου ατυχήματος και συγκεκριμένα αναγράφεται και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται ότι " ...
το αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο Δ. Λ. συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του. ήτοι ότι επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά διότι δεν του επέτρεψε να αντιληφθεί έγκαιρα το προπορευόμενο του δικού του όχημα, καίτοι υπήρχε η δυνατότητα (ευθεία οδός, επαρκής τεχνητός φωτισμός), ενώ επίσης τον οδήγησε να κινηθεί με πολύ αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύχτα, ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης) και να μην προλάβει να κάνει έγκαιρα αποφευκτικό ελιγμό προς αποφυγή της ένδικης σύγκρουσης....".
Επομένως, ο ως άνω τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σημειωτέον ότι αμφότεροι οι ως άνω δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτούς αμφισβητείται η κατανάλωση αλκοόλ από τον προαναφερόμενο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, υπό την επίφαση των ανεπαρκών αιτιολογιών, θίγεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Αναίρεση επιτρέπεται, ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338. 262 ΚΠολΔ] ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεις και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 255/2010). Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (AΠ 19/2022, AΠ 261/2016, AΠ 1074/2011). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], πρέπει να προσδιορίζονται, ποιά είναι τα πράγματα, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 194/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον επιγραφόμενο τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση ότι "παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται:
ότι το Εφετείο δέχεται "στην προσπάθεια του να προσπεράσει το προπορευόμενο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, επέπεσε στο οπίσθιο τμήμα του", ότι "όταν οι αστυνομικοί ...απομακρύνθηκαν από κοντά του προκειμένου να διαπιστώσουν τις συνθήκες του ατυχήματος ....αυτός και ο συνοδηγός του έφυγαν από τον τόπο του ατυχήματος, χωρίς να τους ενημερώσουν σχετικά... " και ότι "ο λόγος της αναχώρησης τους ήταν το γεγονός ότι προηγουμένως είχαν καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ (τουλάχιστον από δύο ποτήρια ουίσκι ο καθένας) και ο Δ.
Λ. ήθελε να αποφύγει να υποβληθεί στον σχετικό έλεγχο που θα καταδείκνυε το γεγονός αυτό,... ". Ότι τα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο χωρίς απόδειξη διότι αποδείχθηκε (κατά την αναιρεσείουσα) α) ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας πραγματοποίησε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση με το προπορευόμενο αυτοκίνητο, β) ότι οι αστυνομικοί έφυγαν από τον τόπο του ατυχήματος και μετέβησαν στο Κέντρο Υγείας Βλαχιώτη, όπου είχε μεταφερθεί η τραυματισθείσα οδηγός και δεν υπήρχε πλέον λόγος να παραμείνει ο οδηγός του αυτοκινήτου στον τόπο του ατυχήματος αφού έφυγαν οι αστυνομικοί και δεν έφυγε για να μην υποβληθεί σε αλκοτέστ, γ) ότι αποδείχθηκε ότι είχαν σερβίρει στον οδηγό δύο ποτήρια ουίσκυ και δεν αποδείχθηκε ότι αυτός τα είχε καταναλώσει, ώστε το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα χωρίς απόδειξη, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ενόψει του προαναφερόμενου περιεχομένου του ο προαναφερθείς τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ θίγεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ 591 παρ. 1 και 681 Α' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του (ΑΠ 83/2021).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 895/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον επιγραφόμενο πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες και επικληθείσες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ.
Φ., Δ. Κ., Γ. Π. και την έκθεση εξέτασης κατηγορούμενου του Δ. Λ., από τις οποίες απεδείχθη το θέμα της κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον οδηγό, οι συνθήκες του ατυχήματος και η συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας κατά το μέρος που αφορά και τον προκείμενο αναιρετικό λόγο αυτολεξεί παρατέθηκε ανωτέρω, στο οικείο κεφάλαιο της παρούσης, και με την οποία έγινε δεκτό ότι οδηγός του αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας είχε καταναλώσει αλκοόλ, ότι το αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο Δ.
Λ. συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ήτοι ότι επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά, ότι ( συνακόλουθα ) έπρεπε να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί εξαιρέσεως της ενάγουσας από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω παράβασης του ως άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρα 42 παρ. 1 και 6 ΚΟΚ και 361 ΑΚ) και να απορριφθεί ως κατ'ουσία αβάσιμη η ένδικη αγωγή, το Εφετείο α) αφενός βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, την ένορκη κατάθεση "...
του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου", καθώς και τα έγγραφα ".. που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ... ".
Από την αναφερόμενη ανωτέρω ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με τα αναλυτικά προαναφερθέντα και με το όλο περιεχόμενο της, προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις ως άνω προσκομισθείσες και επικληθείσες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ.
Φ., Δ. Κ., Γ. Π. και την έκθεση εξέτασης κατηγορούμενου του Δ. Λ., δεν αξιολόγησε όμως τα σ'αυτές εκτιθέμενα κατά τον τρόπο που τα αξιολόγησε η αναιρεσείουσα. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος.
Επομένως, ο συναφής επιγραφόμενος πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176. 183, 189 παρ. 1,191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-11-2019 και με Γ.Α.Κ. 10495/ΕΑΚ 1016/6-11-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4173/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ .
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ