Supreme Court dismisses appeal discussion for one party but allows appeal against another party's absence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible regarding the absent defendant but allowed the appeal against the other absent party. The court found that the lower court failed to prove legal summons to the second defendant, violating procedural requirements for absent parties. Consequently, the appeal was dismissed for that specific party while the appeal against the first absent party was upheld and the case remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(3) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether an absent party was legally and timely summoned, declaring the hearing inadmissible if proof is lacking, while allowing appeals where such procedural defects do not exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 890 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 890/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Aνώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".. ΑΕ", που εδρεύει στη... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λαμπρινή Κουλούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) Θ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Aνώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Α. Ν. του Π., κατοίκου …., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2014 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-5-2015 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1410/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3632/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 1η των αναιρεσειόντων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση, όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται, ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου (Ολ. ΑΠ 13/2007, ΑΠ 242/2014, ΑΠ 872/2006, ΑΠ 1093/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 20-12-2018 (αρ. κατ. 991/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3632/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 30, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Επίσης, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 2ος αναιρεσείων, Θ. Ν., ούτε ο 2ος αναιρεσίβλητος, Α. Ν., ούτε και ότι αυτοί κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η 1η αναιρεσείουσα ...ΑΕ και η 1η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ....
Από τα στοιχεία της δικογραφίας, όμως, δεν προκύπτει αν οι απολειπόμενοι διάδικοι ή κάποιος απ' αυτούς επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή ότι αυτοί κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τις παριστάμενες διαδίκους ή κάποια απ' αυτές, εφόσον από το προσκομιζόμενο από την παριστάμενη πρώτη αναιρεσίβλητη ..., αντίγραφο της αναίρεσης με την επ' αυτού από 4-3-2019 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ν.
Κ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε στην εν λόγω αναιρεσίβλητη μετά από παραγγελία της δικηγόρου Λαμπρινής Κουλούρη, νομίμως διορισθείσα πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης αναιρεσείουσας την οποία και εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, σχετικά με την οποία δικηγόρο όμως δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας προς αυτήν και από τον απολειπόμενο δεύτερο αναιρεσείοντα, ούτε επίσης οι παριστάμενες διάδικοι αποδεικνύουν την κλήτευση, τόσον του δεύτερου αναιρεσείοντος, όσον και του επίσης απολειπομένου 2ου αναιρεσιβλήτου, με την προσκόμιση της οικείας έκθεσης επίδοσης της αίτησης αναίρεσης.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι διάδικοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή ότι αυτοί κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τους αντιδίκους τους, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω απολειπόμενους διαδίκους (2ο αναιρεσείοντα και 2ο αναιρεσίβλητο), οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε υπέβαλαν δήλωση παράστασης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των απολειπομένων διαδίκων, διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική γι' αυτούς (ΑΠ Ολ. 4/2013). Εξάλλου, η κρινόμενη από 20-12-2018 (αρ. κατ. 991/2018) αίτηση για την αναίρεση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 3632/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής, για τις παριστάμενες .ανώνυμες εταιρείες, 1η αναιρεσείουσα και 1η αναιρεσίβλητη (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι, στις 5-9-2013, συνέβη τροχαίο ατύχημα στην …., κατά το οποίο συγκρούστηκε το με αρ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α.
Κ., (που σήμερα δεν είναι διάδικος), ιδιοκτησίας του Α. Ν. (2ου αναιρεσιβλήτου), του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ήδη 1η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με το με αρ. κυκλοφορίας . ΔΧΦ αυτοκίνητο (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), που οδηγούσε ο Θ. Ν. (2ος αναιρεσείων), τον οποίο είχε προστήσει στην οδήγηση η 1η αναιρεσείουσα, κάτοχος του φορτηγού (συρμού) με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και του οποίου την αστική ευθύνη κάλυπτε η ασφαλιστική εταιρεία …., που επίσης δεν είναι σήμερα διάδικος.
Από την ανωτέρω σύγκρουση προκλήθηκαν μόνον υλικές ζημίες σε αμφότερα τα οχήματα. Η ήδη αναιρεσείουσα, κάτοχος του φορτηγού (συρμού) άσκησε την από 6-8-2014 (αρ. κατ. 4168/2014) αγωγή, χάριν συντόμευσης Α' αγωγή, σε βάρος των υπόχρεων (κυρίου, οδηγού και ασφαλιστή) του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με την οποία ζήτησε το συνολικό ποσό των 79.483,30 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επίσης, ο ιδιοκτήτης του ΙΧΕ αυτοκινήτου (2ος αναιρεσίβλητος) άσκησε την από 18-5-2015 (αρ. κατ. 3051/2015) αγωγή και χάριν συντόμευσης Β' αγωγή, σε βάρος των υποχρέων του φορτηγού (οδηγού, κατόχου και ασφαλιστή αυτού), με την οποία και αυτός για τις ίδιες ως άνω αιτίες ζήτησε να του επιδικαστεί το ποσό των 1.500 ευρώ.
Οι δύο αντίθετες αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1410/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών κατά ποσοστό 50% καθενός στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και ειδικότερα, καθόσον αφορά στον οδηγό του φορτηγού, διότι παρεξέκλινε προς τα δεξιά ως προς την πορεία του και καθόσον αφορά στον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, διότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ως προς τη δική του πορεία.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές και επιδίκασε στους ανωτέρω ενάγοντες το ποσό των 38.791,65 και 800 ευρώ αντίστοιχα. Κατά της απόφασης αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες (κάτοχος και οδηγός αντίστοιχα του φορτηγού - συρμού) άσκησαν την από 18-1-2016 (500609/2017) έφεση και χάριν συντόμευσης Α' έφεση και η ήδη 1η αναιρεσίβλητη (ασφαλιστής του ΙΧΕ αυτοκινήτου) την από 18-11-2016 (αρ.
κατ. 500326/2017) έφεση και χάριν συντόμευσης Β' έφεση, καθώς και ο 2ος αναιρεσίβλητος, ιδιοκτήτης του ΙΧΕ αυτοκινήτου την από 22-2-2017 (αρ. κατ. 500669/2017) έφεση και χάριν συντόμευσης Γ' έφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, έκρινε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης ήταν ο οδηγός του φορτηγού και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την Α' αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, κατόχου του φορτηγού - συρμού, δέχθηκε εν μέρει την Β' αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους της αγωγής αυτής, (πλευρά του φορτηγού) να καταβάλουν στον ενάγοντα της ίδιας αγωγής, ιδιοκτήτη του ΙΧΕ αυτοκινήτου (2ο αναιρεσίβλητο), νομιμότοκα, το ποσό των 1.300 ευρώ, ενώ επίσης διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ και υποχρέωσε την ήδη 1η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ήδη 1η αναιρεσίβλητη το ποσό των 11.373,66 ευρώ, το οποίο η τελευταία είχε καταβάλει ως προσωρινά εκτελεστό ποσό, πλέον τόκων και εξόδων, σύμφωνα με το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά συνοπτική ανάπτυξη των παραδοχών της, οι οποίες θα εκτεθούν αυτολεξεί παρακάτω, δέχθηκε ότι ο οδηγός του φορτηγού - συρμού, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 έως 3 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, κατά την εκτέλεση αριστερής κλειστής στροφής ως προς την πορεία του, με αυξημένη ταχύτητα εισήλθε κατά 1,5 μέτρο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο, κατά τις παραδοχές, εκινείτο κανονικά το ΙΧΕ αυτοκίνητο και ότι ο οδηγός του φορτηγού, όταν αντιλήφθηκε το ΙΧΕ αυτοκίνητο, επιχείρησε να επαναφέρει το φορτηγό - συρμό στο ρεύμα πορείας του προς τα δεξιά, πλην ανεπιτυχώς, διότι το οπίσθιο αριστερό τμήμα του ρυμουλκούμενου δεν επανήλθε έγκαιρα με συνέπεια, το ΙΧΕ αυτοκίνητο, με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος αυτού να συγκρουστεί με το φορτηγό και να αποκοπεί ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός του ΙΧΕ, το οποίο κατέληξε τελικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ως προς την πορεία του, στο οποίο και ακινητοποιήθηκε.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με τις οποίες υποστήριζε, ότι υπαίτιος ήταν ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, λόγω της εισόδου του τελευταίου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε κατάσταση πλήρους μέθης, που συνετέλεσε στην οδηγική του συμπεριφορά, κρίνοντας, ότι ο οδηγός του φορτηγού - συρμού αποδέχθηκε την ευθύνη του και την μη είσοδο του ΙΧΕ στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ενώ η μέθη του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...".
Επίσης, α) κατά το άρθρο 19 παρ. 1 "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς" β) κατά το άρθρο 19 παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, γ) κατά δε την παρ. 3 "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων....".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του παραπάνω νόμου 2696/1999 - ΚΟΚ ορίζεται, ότι "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία... εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν" (ΑΠ 686/2019, ΑΠ 147/2018).
Τέλος, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, ορίζεται ότι "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (ΑΠ 262/2018, ΑΠ 146/2018).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 1152/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 980/2014).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.
Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 549/2019, ΑΠ 780/2018, ΑΠ 224/2015, ΑΠ1479/2014).
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κάτοχος του φορτηγού - συρμού αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 28-9-2013 υπεύθυνης δήλωσης ατυχήματος του οδηγού του συρμού, Θ.
Ν., την οποία αυτός απηύθυνε προς την ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ..., που κάλυπτε έναντι των τρίτων ζημιούμενων την αστική ευθύνη του συρμού, της οποίας το περιεχόμενο εξαίρει για να καταγνώσει αποκλειστικά, άλλως, κατά κύριο λόγο, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του συρμού στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και για να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής, άλλως συγκλίνουσας υπαιτιότητας, σε ποσοστό 95%, του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και την οποία το Εφετείο ανάγνωσε εσφαλμένα, διότι η υπεύθυνη ως άνω δήλωση δεν αφορούσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, αλλά διαφορετικό ατύχημα, που είχε προκληθεί στις 28-9-2013, στην …..
Με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει επίσης την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταγνώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στον οδηγό του συρμού παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με την κίνηση του συστήματος διεύθυνσης ενός βαρέος οχήματος, όπως είναι ο έμφορτος συρμός, άλλως παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο το αυτοκίνητο λόγω της υπερβολικής ταχύτητας κατά την εκτέλεση της δεξιάς ως προς την πορεία του κλειστής στροφής εκτράπηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο εκινείτο κανονικά ο συρμός.
Επίσης, με το συναφή προς τους ανωτέρω λόγους, 3ο αναιρετικό λόγο, κατά το Α' σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη και ειδικότερα, χωρίς να διατάξει τεχνική πραγματογνωμοσύνη, ενώ κατά το Β' επικουρικό σκέλος του 3ου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δήθεν "...ο συρμός είχε αυξημένη ταχύτητα για το σημείο" δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, αν και από το υπ' αρ. 2514/12/224 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του AT ..., από την κατάθεση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και από τις προσκομιζόμενες με νόμιμη επίκληση φωτογραφίες, προκύπτει ότι ο συρμός εκινείτο κανονικά στην πορεία του.
Με τον 4ο συναφή λόγο, κατά το Α' σκέλος του, όπως ορθά εκτιμάται, η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό, που αυτή είχε προτείνει τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως και στο Εφετείο, με τον οποίο υποστήριζε ότι ένα αρθρωτό φορτηγό αυτοκίνητο, όπως ο συρμός, εάν επιχειρήσει αριστερή κλειστή στροφή, το όχημα θα "διπλώσει" προς την εξωτερική δεξιά οριογραμμή του οδοστρώματος και ουδέποτε προς το αντίθετο ρεύμα πορείας.
Επίσης με το Β' σκέλος του ίδιου 4ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ και εν μέρει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο που αυτή είχε προσκομίσει προς απόδειξη του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας σε ποσοστό 95% του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ειδικότερα, το προαναφερόμενο δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του AT ..., σύμφωνα με το οποίο ο συρμός μετά την σύγκρουση βρέθηκε στο δικό του ρεύμα πορείας, ενώ το IX αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα πορείας του και ο οδηγός του τελούσε σε κατάσταση μέθης, που ήταν ουσιώδες έγγραφο για την έκβαση της δίκης και συγχρόνως συνιστά πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 περ.
β' ΚΠολΔ. Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που επίσης είναι συναφής προς τον 4ο κατά το Β' σκέλος του, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση με την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, Σ.
Μ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που συνιστά ουσιώδες πράγμα για την έκβαση της δίκης. Εξάλλου, με τον συναφή προς τον 1ο αναιρετικό λόγο, 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής δήθεν υπαιτιότητας του προστηθέντος από αυτήν οδηγού του συρμού, την κατάγνωση της οποίας στήριξε στο ανωτέρω δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του AT …., αν και σε άλλο σημείο της απόφασής του εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι στο έγγραφο αυτό σημειώνεται η τελική θέση, στην οποία βρέθηκαν τα οχήματα μετά τη σύγκρουση αναιρώντας την προηγούμενη ως άνω παραδοχή και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των αποδειχθέντων στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 σε συνδ.
με άρθρ. 297- 298, 300 ΑΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3, 16 παρ. 4 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, οι οποίες αν και δεν μνημονεύονται αριθμητικά εντούτοις το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου και κατά τούτο ο λόγος αυτός για την έλλειψη νόμιμης βάσης κρίνεται αρκούντως ορισμένος και παραδεκτός.
Τέλος, με τον 7ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που είναι συναφής προς τον 5ο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η ανεύρεση ποσοστού αλκοόλης, ποσοστού 0,6 mg/λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 0,62 mg/λίτρο αίματος κατά την δεύτερη μέτρηση στον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν συνδέται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, διότι δήθεν αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην αμελή οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του συρμού "...κατά τα ανωτέρω..." σύμφωνα με ακριβή λεκτική αντιγραφή, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την επίδραση, που είχε η ανωτέρω ποσότητα αλκοόλης, στην οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και στα αντανακλαστικά αυτού σε Εθνική Οδό με πολλές κλειστές στροφές, που ήταν ουσιώδες ζήτημα για την κατάγνωση σε βάρος του αποκλειστικής, άλλως συγκλίνουσας σε ποσοστό 95% υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με την εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά για τους ερευνώμενους ως άνω συναφείς αναιρετικούς λόγους (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) που αφορούν τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 5-9-2013 και περί ώρα 23:30 περίπου ο Α.
Κ. του Δημητρίου, οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. Ι... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος Α. Ν., ασφαλισμένο τότε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." και εκινείτο κανονικά στη χιλιομετρική θέση 56,9 επί της Νέας Εθνικής …., με κατεύθυνση από.. προς .... Η άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, ταχείας κυκλοφορίας και στο παραπάνω ύψος αποτελείται από μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση.
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος Θ. Ν., οδηγώντας το έμφορτο με νερά υπ' αριθμ. Κυκλ…. φορτηγό ΔΧ (ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου), στην οδήγηση του οποίου τον προέστησε η ενάγουσα - εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", που έχει στην κατοχή της το άνω όχημα δυνάμει σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "….", εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ....
Πλησιάζοντας ο οδηγός του φορτηγού στο ύψος της υπ' αριθμ. 56,9 χιλιομετρικής θέσης της άνω οδού, έχοντας να ακολουθήσει στην πορεία του αριστερή στροφή, κατά την εκτέλεσή της, δεν μείωσε την ταχύτητά του και προκειμένου να μην υπάρξει εκτροπή του βαρέος οχήματός του από τη μετατόπιση του φορτίου που μετέφερε, κινήθηκε στο μέσο του οδοστρώματος και επί της στροφής εισήλθε κατά 1,5 μέτρο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου έβαινε κανονικά το παραπάνω ΙΧΕ αυτοκίνητο.
Όταν ο οδηγός του φορτηγού αντιλήφθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα την κίνηση του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση, έστριψε προς τα δεξιά και επανέφερε το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος στο ρεύμα κυκλοφορίας του, χωρίς όμως να προφτάσει να φέρει εγκαίρως και το οπίσθιο μέρος αυτού, ήτοι το ρυμουλκούμενο, το οποίο παρέμεινε στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου.
Ο οδηγός του αυτοκινήτου, παρά τον δικαιολογημένο αιφνιδιασμό του, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως δεν υπήρχαν τα αναγκαία τοπικά περιθώρια προς τούτο και εν τέλει προσέκρουσε ο τελευταίος αριστερός τροχός του ρυμουλκούμενου, στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου και στην εμπρόσθια αριστερή ρόδα.
Λόγω δε της αποκοπής της εμπρόσθιας αριστερής ρόδας το αυτοκίνητο κινήθηκε ανεξέλεγκτα ελάχιστα μέτρα προς τα αριστερά στο αντίθετο με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και στάθμευσε. Αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης ήταν να υποστούν υλικές ζημίες αμφότερα τα οχήματα. Υπό τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος και των επιζήμιων συνεπειών του είναι ο οδηγός Θ.
Ν., ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που θα επεδείκνυε κάθε συνετός οδηγός σε ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 εδ. β' Α.Κ.). Ειδικότερα, κατά προφανή παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ. οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να εκτελεί τους απαιτούμενους κάθε στιγμή χειρισμούς.
Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω οδηγός οδηγούσε το παραπάνω έμφορτο όχημα (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο) χωρίς να ρυθμίσει την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τον όγκο και το βάρος των οχημάτων που ήταν σε ενιαίο συρμό, αφετέρου δε τις επικρατούσες στην περιοχή συνθήκες, καθόσον οδηγούσε βραδινή ώρα, σε σημείο της εθνικής οδού με μονές λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και ενώ υπήρχαν πολλές απότομες στροφές για μεγάλο διάστημα επί του οδοστρώματος.
Εξαιτίας δε της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει για το σημείο και λόγω της αριστερής στροφής που είχε στην πορεία του, προκειμένου να μην "εκτραπεί" το έμφορτο όχημά του, κινήθηκε στο μέσο της οδού και εισήλθε επί της στροφής κατά μεγάλο μέρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αποκλείοντας τη σύννομη πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενώ όφειλε και μπορούσε να ρυθμίσει την ταχύτητά του και να οδηγεί συνετά, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού, ως όφειλε και μπορούσε να πράξει αν επεδείκνυε την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια και προσοχή.
Στην επέλευση του ατυχήματος δεν συνετέλεσε οποιοδήποτε αμελή ενέργεια ή παράλειψη του οδηγού του αυτοκινήτου Α. Κ., αφού αυτός εκινείτο με κανονική ταχύτητα στη λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του και όταν αντιλήφθηκε την παράνομη είσοδο του φορτηγού οχήματος στο ρεύμα κυκλοφορίας του, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως δεν υπήρχαν τα αναγκαία τοπικά περιθώρια για επιτυχή έκβαση.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αποδεικνύονται από την συνεκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, κυρίως δε από το με αριθμ. πρωτ. 2514/12/224 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών που συνετάγη από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο του Α.Τ ... αυθημερόν του ατυχήματος, τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες όπου απεικονίζονται τα βλαβέντα μέρη των εμπλεκομένων στο ατύχημα οχημάτων σε συνδυασμό με την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρος Α.
Κ., οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία κρίνεται πειστική και ακριβής. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας "..." ότι το αυτοκίνητο ήταν αυτό που εξ αρχής εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν κρίνεται βάσιμος. Και τούτο διότι αν είχε συμβεί αυτό θα είχε προσκρούσει στο εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού - τράκτορα και όχι στο οπίσθιο του ρυμουλκούμενου.
Το γεγονός ότι οι ζημίες του ΙΧΕ αυτοκινήτου εντοπίζονται στο πλαϊνό τμήμα του ενισχύει την άποψη ότι δέχθηκε την πρόσκρουση από το οπίσθιο του ρυμουλκούμενου, το οποίο βρισκόταν εκτός ελέγχου και ρεύματος πορείας του. Επιπρόσθετα, ο έτερος ισχυρισμός της πpoαvαφερόμενης ενάγουσας, ότι δηλαδή η κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αποδεικνύεται από το δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος, ομοίως δεν κρίνεται βάσιμος.
Και τούτο διότι στο εν λόγω δελτίο σημειώνεται η θέση στην οποία βρέθηκαν τα εμπλεκόμενα οχήματα μετά την επίδικη σύγκρουση και ουδόλως προσδιορίζουν το σημείο που έλαβε χώρα η σύγκρουση. Με δεδομένο δε ότι υπέστη ζημία και ο αριστερός τροχός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το σύστημα διεύθυνσης αυτού περιστράφηκε προς τα αριστερά και κατέληξε στο αντίθετο προς την κίνησή του ρεύμα κυκλοφορίας.
Εξάλλου ο εναγόμενος Θ. Ν., προστηθείς της άνω ενάγουσας στην οδήγηση του φορτηγού, στην ενυπόγραφη υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος που υπέβαλε προς την ασφαλίζουσα το όχημα εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", περιγράφοντας τις συνθήκες του ατυχήματος αναφέρει επί λέξει τα εξής: "Έσκασε το λάστιχο του οχήματός μου και το άλλο όχημα έπεσε πάνω σ' ένα κομμάτι", ακολούθως απαντώντας στην ερώτηση "ποιος ευθύνεται κατά τη γνώμη σας", αναφέρει "εγώ", ενώ ουδόλως κάνει μνεία περί δήθεν εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από την περί του αντιθέτου ένορκη κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Σ. Μ., η οποία στερείται πειστικής αξίας, καθόσον δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας και ως εκ τούτου δεν έχει ιδία αντίληψη των συνθηκών του ατυχήματος. Σημειωτέον ότι κατά τον έλεγχο μέθης που διενεργήθηκε αρμοδίως με την μέθοδο του εκπνεόμενου αέρα ανιχνεύθηκε στον οδηγό Α.
Κ., ποσοστό αλκοόλης 0,66 mg/l στην πρώτη μέτρηση και 0,62 mg/l στη δεύτερη μέτρηση, πλην όμως η ανεύρεση του άνω ποσοστού αλκοόλ στον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού, κατά τα ανωτέρω, αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην προεκτεθείσα αμελή οδική συμπεριφορά του οδηγού Θε.
Ν.. Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί η νόμιμη ένσταση που πρόβαλαν οι εναγόμενοι της από 18-5-2015 αγωγής περί της αποκλειστικής, άλλως περί της συντρέχουσας υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου, Α. Κ. στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. ΓΠΝ/1911 και 300 ΑΚ". Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος είναι ο προστηθείς από την αναιρεσείουσα οδηγός του φορτηγού, Θ.
Ν. και να απορρίψει αντίστοιχα ως ουσιαστικά αβάσιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας σε ποσοστό 95% του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α. Κ., λόγω εισόδου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε κατάσταση μέθης, τον οποίο η αναιρεσείουσα, είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως εναγομένη στη Β' αγωγή με καταχώρηση στα πρακτικά, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε παραδεκτά και ενώπιον του Εφετείου με το εφετήριο, αλλά και με τις κατ' έφεση προτάσεις της (άρθρα 240, 527 ΚΠολΔ), απέδωσε βαρύνουσα σημασία, αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των οδηγών, στην από 28-9-2013 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος του οδηγού του συρμού, Θ.
Ν., που αυτός είχε απευθύνει προς την ασφαλιστική εταιρεία ..., που κάλυπτε την αστική του ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων, διότι το Εφετείο εξαίρει και αξιολογεί το ανωτέρω έγγραφο, του οποίου το αληθές περιεχόμενο παραθέτει ολόκληρο, ως δήθεν αναφερόμενο στο ένδικο ατύχημα και δήθεν συνάγει από αυτό την αποκλειστική ευθύνη του οδηγού του συρμού, αν και το έγγραφο αυτό αφορά διαφορετικό τροχαίο ατύχημα, που είχε συμβεί σε άλλο χρόνο και τόπο, μεταξύ του συρμού και άλλου αυτοκινήτου και συγκεκριμένα στις 28-9-2013,στο 431 χιλιόμετρο στην 65η χιλιομετρική θέση ....
Ας σημειωθεί, ότι η 1η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που ασφάλιζε το ΙΧΕ αυτοκίνητο, δεν αμφισβητεί τα παραπάνω και αναφέρει στις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι αυτή είχε προσκομίσει το ανωτέρω έγγραφο, για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί του ύψους των υλικών ζημιών του συρμού από την ένδικη σύγκρουση και να αποδείξει, ότι αυτές είχαν προκληθεί από το ατύχημα της 28-9-2013, δηλαδή 15 ημέρες μετά την ένδικη σύγκρουση και ρητά επίσης αναφέρει, ότι το έγγραφο αυτό δεν είχε προσκομιστεί για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του οδηγού του συρμού.
Εκτός των ανωτέρω επίσης, το Εφετείο για να απορρίψει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής, άλλως συγκλίνουσας υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στην οποία συνετέλεσε η κατάσταση μέθης αυτού, που ανιχνεύθηκε στο αίμα του, όπως συνάγεται, σύμφωνα με τις παραδοχές, από το με αρ.
πρωτοκόλλου 2514/12/224 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του AT ..., παράβαση για την οποία, σημειωτέον, υποβλήθηκε σε βάρος του μήνυση, (βλ. τη σχετική σημείωση στην 16η παρατήρηση του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο επιτρεπτά επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), δέχτηκε ότι η ανεύρεση των ανωτέρω ποσοστών αλκοόλης στο αίμα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, διότι τούτο οφείλεται "...κατά τα ανωτέρω..." σύμφωνα με την ακριβή λεκτική αντιγραφή της προσβαλλόμενης, στην αποκλειστική αμελή οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του συρμού.
Δηλαδή, το Εφετείο εξάρτησε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου από τη μέθη του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του συρμού, για την κατάγνωση της οποίας η από 28-9-2013 υπεύθυνη δήλωση του οδηγού του συρμού, την οποία το Εφετείο ανάγνωσε εσφαλμένα, είχε βαρύνουσα σημασία για τη διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές ο οδηγός του συρμού, με βάση το ανωτέρω παραμορφωμένο έγγραφο αποδεχόταν δήθεν την αποκλειστική του ευθύνη για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, ενώ, όπως έχει προεκτεθεί, το έγγραφο αυτό αφορούσε διαφορετικό τροχαίο ατύχημα.
Πλέον των ανωτέρω και συνδυαστικά προς τα παραπάνω, το Εφετείο για να καταγνώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στον προστηθέντα από την αναιρεσείουσα οδηγό του συρμού και να απορρίψει αντίστοιχα τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, που δεν στηρίζουν το διατακτικό του, αλλά αναιρούν το αποδεικτικό του πόρισμα.
Ειδικότερα, το Εφετείο στη σελίδα 7β της απόφασής του δέχτηκε ότι η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του συρμού προκύπτει κυρίως, μεταξύ άλλων, από το υπ' αρ. 2514/12/224 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του AT ..., αν και στη θέση 17 των παρατηρήσεων του ανωτέρω εγγράφου αναφέρεται μόνο η θέση, στην οποία βρέθηκαν τα οχήματα μετά τη σύγκρουση, δηλαδή ο συρμός στο δικό του ρεύμα πορείας και το ΙΧΕ στο αντίθετο, ως προς την πορεία του, ρεύμα κυκλοφορίας, όπως και οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, ενώ στη θέση 10 του ανωτέρω εγγράφου αναφέρεται επίσης η διαπίστωση από τον έλεγχο μέθης του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Επίσης, το Εφετείο με εντελώς ελλιπή αιτιολογία, στη σελίδα 8α της απόφασής του, για να απορρίψει τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή υποστήριζε ότι ο οδηγός του ΙΧΕ εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ως προς την πορεία του σε κατάσταση μέθης, που συνετέλεσε στην ανωτέρω οδηγική συμπεριφορά του, δέχεται ότι στο ανωτέρω δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του AT ...
σημειώνεται, μόνον η θέση των οχημάτων μετά τη σύγκρουση και όχι το σημείο που έλαβε χώρα η σύγκρουση, που άλλωστε είναι και το κρίσιμο ζήτημα για την κατάγνωση της υπαιτιότητας, το οποίο ουδόλως προσδιορίζει η προσβαλλόμενη απόφαση. Δηλαδή, το ανωτέρω δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του AT ... αποτελεί, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ουσιώδες αποδεικτικό στοιχείο, για να στηρίξει την κρίση του περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του συρμού και έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, αν και στο έγγραφο αυτό αναφέρονται μόνον τα βλαβέντα μέρη των οχημάτων, η τελική θέση αυτών μετά τη σύγκρουση και η μέθη του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Εκτός τούτων, αν και η προσβαλλόμενη περιγράφει την επικινδυνότητα της οδού, στην οποία εκινούντο τα οχήματα, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, υπήρχαν πολλές κλειστές στροφές, για μεγάλο χρονικό διάστημα, το οδόστρωμα είχε μονές λωρίδες κυκλοφορίας και υπήρχαν δυσμενείς συνθήκες κυκλοφορίας (βαρύ όχημα - συρμός, νυκτερινή ώρα 23:30), δεν αιτιολογεί καθόλου την επίδραση του σημαντικού ποσού της αλκοόλης, που ανιχνεύθηκε στο αίμα του οδηγού του ΙΧΕ, στη μείωση των αντανακλαστικών του και εν γένει στην οδηγική συμπεριφορά του, αλλά αρκείται στην παραδοχή, ότι ευθύνεται αποκλειστικά ο οδηγός του συρμού "...κατά τα ανωτέρω..." θεμελιώνοντας το αποδεικτικό της πόρισμα, κυρίως στο παραμορφωμένο έγγραφο, με το οποίο δήθεν ο οδηγός του συρμού αποδέχεται την ευθύνη του και παραθέτει το περιεχόμενο του παραμορφωμένου εγγράφου και τη δήθεν ως άνω δήλωση του οδηγού του συρμού σε εισαγωγικά, για να τονίσει τη σημασία της και κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή "έσκασε το λάστιχο του οχήματός μου και το άλλο όχημα έπεσε πάνω σε ένα κομμάτι..." ενώ, στη συνέχεια στην ερώτηση, ποιος ευθύνεται, η προσβαλλόμενη αντιγράφει το περιεχόμενο της απάντησης του οδηγού του συρμού εντός εισαγωγικών, για να τονίσει επίσης τη σημασία της "εγώ" και ακολούθως, το Εφετείο αναφέρει ως επιχείρημα, για να ενισχύσει την κρίση του, ότι ο οδηγός του συρμού "ουδόλως κάνει μνεία περί δήθεν εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του...".
Συμπερασματικά, από όλα τα παραπάνω, συνδυαστικά εκτιμώμενων, προκύπτει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε την από 28-9-2013 υπεύθυνη δήλωση του οδηγού του συρμού, Θ. Ν. προς την ασφαλιστική του εταιρεία (….), την οποία παραμόρφωσε με το να αποδώσει στο περιεχόμενό της εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο, από εκείνο που ήταν πράγματι αληθινό, εφόσον, αν και το έγγραφο αυτό αναφερόταν σε διαφορετικό τροχαίο ατύχημα, το εξαίρει και το αξιολογεί ειδικά αποδίδοντάς του βαρύνουσα σημασία, για να διαμορφώσει το αποδεικτικό του πόρισμα και να καταγνώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στον προστηθέντα από την αναιρεσείουσα οδηγό του συρμού και να απορρίψει, αντίστοιχα, τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής, άλλως συγκλίνουσας συνυπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ασφαλίζει η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Συγχρόνως, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία μορφώνοντας την κρίση της κατά κύριο λόγο από το παραμορφωμένο έγγραφο, στο οποίο δήθεν ο οδηγός του συρμού αποδέχεται την αποκλειστική ευθύνη του στην πρόκληση του ατυχήματος και τη μη ευθύνη του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, χωρίς όμως, το Εφετείο να αιτιολογήσει την επίδραση της μέθης στην οδηγική του συμπεριφορά αρκούμενο στην ανάληψη δήθεν της ευθύνης από τον οδηγό του συρμού.
Επομένως, ιδρύονται οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 20 και 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα οι συναφείς 1ος, 5ος και 7ος αναιρετικοί λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή για να ερευνηθεί εκ νέου (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω γενόμενων δεκτών αναιρετικών λόγων οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που επίσης, αποβλέπουν στην παραδοχή της αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο περί υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας και ειδικότερα, παρέλκει η έρευνα του 2ου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.
β' ΚΠολΔ (ανεξάρτητα του ότι προβάλλεται απαράδεκτα, διότι οι σχετικές αιτιάσεις δεν αφορούν την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού), του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, του 4ου λόγου κατά το Α' σκέλος (ανεξάρτητα του ότι προβάλλεται επίσης απαράδεκτα, διότι η σχετική αιτίαση αφορά επιχείρημα της αναιρεσείουσας, άλλως αρνητικό ισχυρισμό και όχι "πράγμα"), του Β' σκέλους του ίδιου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, ανεξάρτητα του ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το σχετικό δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του AT ...
και αφού το αξιολόγησε ειδικά, κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και του 6ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ, διότι η σχετική αιτίαση δεν αφορά πράγμα, αλλά αποδεικτικό μέσο του άρθρου 339 ΚΠολΔ - μαρτυρική κατάθεση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
Β'δ' ΚΠολΔ), ενώ δεν πρέπει να επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσείουσας και σε βάρος της 1ης αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), διότι η αναιρεσείουσα παραστάθηκε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε επίσης καταχωρήθηκε σχετικό αίτημα στα πρακτικά συνεδρίασης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-12-2018 (αρ. κατ. 991/2018) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3632/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), ως προς τον 2ο αναιρεσείοντα και τον 2ο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την ως άνω υπ' αριθμ. 3632/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά τους παρισταμένους διαδίκους, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή. Και Διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο στην 1η αναιρεσείουσα, που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.