Supreme Court dismisses State's appeal against bank's debt recovery judgment for lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court judgment ordering the bank to pay a debt. The State argued the bank failed to prove the validity of its claims, but the court found the appeal inadmissible because the appellate court had already conducted a substantive review and rejected the State's defense. Consequently, the State was ordered to pay the bank's legal costs of 300 euros.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 19 and 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellate court has already substantively examined the validity of the claims and rejected the appellant's defense without issuing a specific finding on the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 142 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 142/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Άρτας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/6/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 9-6-2020 (αριθμ. καταθ. 28/17-7-2020) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 134/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο, δικάζοντας την από 16-5-2016 έφεση της αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, ...
στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η παριστάμενη στο ακροατήριο, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία, ...", ως καθολική διάδοχος αυτής, λόγω διάσπασής της, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της τελευταίας νέας τραπεζικής εταιρίας (άρθρα, 16 ν. 2515/1997 και 57 παρ. 3 και 59-74 ν. 4601/2019), κατά της 86/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που είχε απορρίψει την από 3-6-2013 ανακοπή της αναιρεσίβλητης, κατά του αναφερόμενου πίνακα κατάταξης, δέχθηκε την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε δεκτή την ανακοπή της αναιρεσίβλητης, μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης, απέβαλε απ' αυτόν το αναιρεσείον και κατέταξε στο αποδεσμευόμενο ποσό την αναιρεσίβλητη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, 979 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής προς τον σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατάταξης αυτού, συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δοθέντος ότι ο καθού η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή ο καθού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθού η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.
Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης του καθού η ανακοπή, επιτρέπεται ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθού η εκτέλεση με έγγραφα, εφόσον η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές, ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση εις βάρος του καθού η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, εφόσον οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται, ούτε ωφελούνται από το δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή (ΑΠ 74/2022, ΑΠ 1001/2019, ΑΠ 108/2018, ΑΠ 129/2018, ΑΠ 1441/2017, ΑΠ 100/2017, ΑΠ 1052/2015).
Περαιτέρω, από το άρθρο 61 παρ. 1 του νδ/τος 356/1974, Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), που ορίζει ότι, ''1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπροθέσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθμ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.....
Διά τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών....'', καθώς και από το άρθρο 55 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ''Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι' αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.
Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι' έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας'', σαφώς προκύπτει, ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 405/2020, ΑΠ 461/ 2018).
Η αναγγελία, ειδικότερα, του Δημοσίου σε πλειστηριασμό επισπευδόμενο από τρίτο γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, κατά τις οποίες ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη ΔΟΥ, χρέη του καθού ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη, περιλαμβάνει δε ο πίνακας αυτός το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (ΑΠ 74/2022, ΑΠ 474/2019, ΑΠ 1087/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 3 του ΚΕΔΕ, ''Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος υποχρεούται όπως, βάσει των αποστελλομένων στοιχείων και άνευ ετέρας συμπράξεως του αναγγελλομένου Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου, προβή εις την κατά τον νόμον κατάταξιν του Δημοσίου''. Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 74/2022, ΑΠ 405/2020, 461/2018, ΑΠ 679/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως αόριστη, ή μη νόμιμη, ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΟλΑΠ 44/1990, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 99/2020, AΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στα πλαίσια της διαδικασίας διανομής της κατατεθείσας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποζημίωσης, από την απαλλοτρίωση ενυπόθηκου ακινήτου, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, "...
υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ανήγγειλαν στο Συμβολαιογράφο Άρτας, Α. Π., στον οποίο η καθής η απαλλοτρίωση είχε χορηγήσει εντολή σύνταξης πίνακα κατάταξης, κατόπιν της με αριθμό 10149/1-3-2013 πρόσκλησής του, μεταξύ άλλων, απαιτήσεις, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την από 7-3-2013 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Άρτας, για το συνολικό ποσό των 79.767,96 ευρώ και η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ... για ποσό, ύψους 304.995,38 ευρώ. Με τον υπ' αριθμ. 10176/2013 πίνακα κατάταξης του ως άνω συμβολαιογράφου και μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, συνολικού ποσού 2.222,76 ευρώ, κατατάχθηκαν στο εναπομείναν προς διανομή ποσό της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, ύψους 1.246.821,99 ευρώ, μεταξύ άλλων, α) το Ελληνικό Δημόσιο για ολόκληρη την αναγγελθείσα απαίτησή του, ήτοι για ποσό 79.767,96 ευρώ, επειδή η απαίτησή του ήταν εξοπλισμένη με το γενικό προνόμιμιο του άρθρου 975 παρ. 5 ΚΠολΔ και β) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, Τράπεζα ...
για μέρος της άνω απαίτησής της, ποσών 36.911,54 ευρώ και 216.005,48 ευρώ προνομιακά και οριστικά, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις της αυτές ήταν εξασφαλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης, ενώ όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής της, ανερχόμενο σε 52.078,36 ευρώ, δεν κατατάχθηκε, λόγω έλλειψης υπολοίπου προς διανομή.
Κατά του εν λόγω πίνακα, η τελευταία τραπεζική εταιρία άσκησε την από 3-6-2013 ανακοπή κατά του καθού Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησε την αποβολή του τελευταίου από τον προσβαλλόμενο πίνακα και την κατάταξη της ίδιας προς ικανοποίηση της εναπομένουσας απαίτησής της, προνομιακά και οριστικά, ως προσημειούχου δανείστριας, προβάλλοντας, με τους λόγους της ανακοπής της, μεταξύ άλλων, ακυρότητα της αναγγελίας του καθού Ελληνικού Δημοσίου, λόγω αοριστίας και άρνηση της απαίτησης και του προνομίου του Ελληνικού Δημοσίου.
Επί της ανακοπής, εκδόθηκε η με αριθμό 3548/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη, ως προς όλους τους λόγους της. Κατά της τελευταίας απόφασης, η ανακόπτουσα Τράπεζα άσκησε την από 16-6-2016 έφεση, παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, α) για εσφαλμένη απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής της, αναφορικά με την αοριστία της αναγγελίας του καθού Ελληνικού Δημοσίου και β) εσφαλμένη απόρριψη του ίδιου λόγου της ανακοπής κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η ίδια πρόβαλε άρνηση της απαίτησης του καθού και του προνομιακού της χαρακτήρα.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε τον πιο πάνω πρώτο λόγο της έφεσης, για εσφαλμένη απόρριψη του λόγου της ανακοπής, περί αοριστίας της αναγγελίας του καθού, κρίνοντας ότι η εν λόγω αναγγελία είναι ορισμένη, ενώ δέχθηκε τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, κρίνοντας ότι το καθού η ανακοπή δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος επίκλησης (με ορισμένο τρόπο) των πραγματικών περιστατικών, των παραγωγικών κατά νόμο της ύπαρξης, του περιεχομένου και του μεγέθους των αναγγελθεισών απαιτήσεών του, με τις προτάσεις του πρωτοδίκως.
Ακολούθως δε κατά παραδοχή του τελευταίου λόγου, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο με αυτήν πίνακα κατάταξης δανειστών, αποβάλλοντας από αυτόν το Ελληνικό Δημόσιο και κατατάσσοντας στη θέση του προνομιακά και τυχαία, υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησης της, την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα.
Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αληθώς από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου), προβάλλει ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι το ίδιο δεν ανταποκρίθηκε με τις προτάσεις του στο βάρος επίκλησης των θεμελιωτικών των απαιτήσεών του περιστατικών, αν και αρκούσε προς τούτο η επίκληση και προσκόμιση της αναγγελίας του και του συνημμένου σ' αυτή πίνακα χρεών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 979 ΚΠολΔ και 51 παρ. 1 και 3 του ΚΕΔΕ και κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, θεωρώντας ως αόριστους τους θεμελιωτικούς των απαιτήσεών του ισχυρισμούς.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των από 4-4-2014 εγγράφων προτάσεων του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι πράγματι αυτό δεν επικαλέστηκε με ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά, τα παραγωγικά κατά νόμο της ύπαρξης, του περιεχομένου και του μεγέθους των απαιτήσεών του, ισχυριζόμενο μόνο με αυτές ότι, η υπ' αριθμ. 3936/2013 αναγγελία του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ.
Άρτας, προς τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, ήταν νόμιμη, εμπρόθεσµη και ορισμένη, καθώς αναφέρει όλα τα απαιτούμενα κατά νόµο στοιχεία, ότι κατέθεσε νοµότυπα και εµπρόθεσµα στην υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του κατά της οφειλέτριας εταιρείας και ότι, όπως προκύπτει από τον συνημµένο στην αναγγελία του πίνακα χρεών αναφέρεται µε σαφήνεια το είδος της κάθε οφειλής, το ακριβές ποσό των ασφαλειών και των τόκων της κάθε οφειλής, η ημερομηνία βεβαίωσης των οφειλών, καθώς και ο προνοµιακός χαρακτήρας των απαιτήσεών του''.
Και ναι μεν στο τέλος των προτάσεών του ανέφερε ότι προσκομίζει και επικαλείται τα περιγραφόμενα αποδεικτικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων η αναγγελία στην οποία προέβη, αναφέροντας μάλιστα μόνο τον αριθμό της και την ημερομηνία σύνταξής της, καθώς και αριθμητικά το συνημμένο σ' αυτή πίνακα χρεών, πλην, όμως, η αναφορά αυτή και μόνο στα αποδεικτικά έγγραφα, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένη την απαιτούμενη επίκληση από το καθού η ανακοπή της ύπαρξης, του περιεχομένου και του μεγέθους των απαιτήσεών του για τις οποίες είχε καταταγεί, από τη στιγμή που δεν ενσωμάτωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών στις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Έτσι το Εφετείο, δεχόμενο ότι το καθού η ανακοπή δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος επίκλησης (με ορισμένο τρόπο) των πραγματικών περιστατικών, των παραγωγικών κατά νόμο της ύπαρξης, του περιεχομένου και του μεγέθους των απαιτήσεών του, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 979 ΚΠολΔ και 51 παρ. 1 και 3 του ΚΕΔΕ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, με το να απορρίψει ως αόριστους τους προβληθέντες με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ισχυρισμούς κατά της ανακοπής.
Ακολούθως, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων και αυτών από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 7 του ΚΕΔΕ, με τις αιτιάσεις ότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα των βασιμότητας των αναγγελομένων από αυτό απαιτήσεων, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, α) αν και δέχθηκε ότι η αναγγελία του ίδιου (Δημοσίου) περιέχει όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται, προκειμένου τόσο ο οφειλέτης, όσο και οι λοιποί δανειστές να αποκρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισής τους, όσο και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης, προκειμένου να προβεί στην κατάταξη, κατέληξε στο ανακόλουθο λογικά συμπέρασμα ότι το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, είχε την υποχρέωση να αποδείξει τις απαιτήσεις του και τον προνομιακό τους χαρακτήρα και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν μπορούσε να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης ....
και έπρεπε να δεχθεί την ανακοπή ως βάσιμη ..... δεδομένου ότι η ανακόπτουσα που αρνήθηκε γενικώς τις απαιτήσεις του καθού Ελληνικού Δημοσίου, δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλλει οποιαδήποτε ένσταση που συνεπάγεται την κατάλυση ή διακώλυση της γενέσεως της απαίτησης του καθού έναντι της οφειλέτιδας'' και ότι, β) το Εφετείο παραλείπει να προσδιορίσει σε τι ακριβώς έγκειται η ειδικότερη αμφισβήτηση της ανακόπτουσας πέραν της αρχικής γενικής αμφισβήτησης αναφορικά με τη νομιμότητα και βασιμότητα των βεβαιωθέντων χρεών, ώστε η συγκεκριμένη αυτή αμφισβήτηση να ελεχθεί παρεμπιπτόντως από το πολιτικό δικαστήριο, ούτε αναφέρει ποια είναι τα προσδιοριστικά των προνομιακών απαιτήσεων έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα εξατομικεύονταν και θα αποδεικνύονταν με πληρότητα οι απιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της βασιμότητας ή μη των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς δεν διατύπωσε σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα δε ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη ρητά με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής της, αμφισβήτησε τις απαιτήσεις του καταταγέντος Ελληνικού Δημοσίου, της αμφισβήτησης αυτής αρκούσας για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής της, το καθού η ανακοπή βαρύνονταν πλέον με την επίκληση αρχικά και στη συνέχεια την απόδειξη των παραγωγικών των απαιτήσεών του πραγματικών γεγονότων, βάρος στο οποίο δεν ανταποκρίθηκε, αφού με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν αναφέρθηκε καθόλου στα θεμελιωτικά των απαιτήσεών του πραγματικά περιστατικά, οπότε και δεν τέθηκε ζήτημα περαιτέρω απόδειξης των περιστατικών αυτών.
Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3963/1957, που δρα υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 647/2020, ΑΠ 682/2019, ΑΠ 53/2019), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Διάταξη περί της τύχης του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, δεν τίθεται, αφού το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του ν.δ/τος της 26-6/10-7-1944, σε συνδυασμό με άρθρο 36 πδ/τος 28/1931 (ΦΕΚ Α' 239/1931), απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το εν λόγω παράβολο (ΑΠ 1455/2021, ΑΠ 742/ 2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2020 (αρ. καταθ. 28/17-7-2020) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθμό 134/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ