Legislator Case Law & Legislation
742/2018 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on compensation liability, ruling the State, not the management company, is the liable owner.

Case Number 742/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting its annulment request. The State argued that the State, as the owner of the benefited property, should be the proper defendant in compensation proceedings rather than the public property management company. The court agreed, holding that the State is the sole owner and beneficiary of the land expropriation, making the management company merely a custodian without liability. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the State was ordered to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 14 of the Code of Civil Procedure; The State, as the owner of the expropriated property, is the proper defendant liable for compensation, not the public property management company which merely manages the asset.

Keywords

AI generated
State liability expropriation compensation public property management proper defendant annulment appeal civil procedure benefit determination

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 14 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 19(1) of Presidential Decree of 26-6-10-7-1944
Article 36 of Presidential Decree 28/1931

Cited Case Law

AI generated
Decision 17507/2005 of the Thessaloniki Single District Court
Decision 1224/2010 of the Thessaloniki Court of Appeal

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 742 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 742/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Καστρινάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...." και πρώην "... Α.Ε."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Μπασινά και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Οικονόμου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23/11/2003 (2) ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17507/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1224/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31/5/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 23/3/2017 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινομένη αίτησή του το αναιρεσείον, παραδεκτώς, προσβάλλει την υπ’ αριθμόν 1224/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποίαν απορρίφθηκε η έφεσή του (αναιρεσείοντος) κατά της, αντιμωλία επίσης εκδοθείσας, 17507/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 23-11-2003 ανακοπή και τους από 15-11-2004 προσθέτους λόγους κατά της υπ’ αριθμ. .../2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας μετά από αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση(ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 § 1, 628 § 1 εδ. α’ , 629 και 630 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 ΚΠολΔ, μπορεί, μετά από αίτηση του δανειστή, να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό που οφείλεται είναι ορισμένο. Συγκεκριμένα, από τα έγγραφα αυτά ή από το συνδυασμό τους πρέπει να προκύπτουν το οφειλόμενο ποσό, το ύφος της σχετικής αξίωσης, το ληξιπρόθεσμό της, η αιτία της οφειλής, καθώς και τα πρόσωπα του δανειστή και του οφειλέτη (ΑΠ 1831/2012).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. γ` του Συντάγματος 1975 ορίζει ότι "η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και σε περίπτωση απ` ευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως".

Εξάλλου, με βάση την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του α. ν. 1731/1939 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορούσε με αγωγή του να ζητήσει την καταβολή της από τον υπόχρεο. Το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείσθηκε από το ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" και ήδη θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1,9 παρ. 3,10 παρ. 1, 2,17 παρ. 1, 26 και 27 παρ. 4 αυτού (ν.δ. 797/1971).

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται, ότι από την δημοσίευση της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται τελεσίδικα η οφειλόμενη αποζημίωση, ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος δικαιούται να αξιώσει την πληρωμή της αποζημιώσεως και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από την δημοσίευση της τελεσίδικης περί καθορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως και δεν τελεί υπό την προθεσμία και μάλιστα αυτή των 18 μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτριώσεως από την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως (άρθρο 17 παρ. 4 εδ.

γ` του Συντάγματος 1975). Εξάλλου, η μη πληρωμή ή μη παρακατάθεση της προσωρινά ή οριστικά προσδιορισθείσης αποζημιώσεως αμέσως μετά την τελεσιδικία του προσδιορισμού της συνδέονται άμεσα με την αξίωση για επιδίκαση τόκων οι οποίοι αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 1977/2014).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθμ. .../2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε να πληρώσει στις αναιρεσίβλητες τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά, ως αποζημίωση από αναγκαστική απαλλοτρίωση, με βάση την υπ’ αριθμ. 2977/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωμένων, λόγω προσκυρώσεως, ακινήτων και την υπ’ αριθμ. 9815/2.002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι τελευταίες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης.

Με τους πρώτο και τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους ανακοπής, το αναιρεσείον ισχυρίστηκε ότι η επιδικασθείσα με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής εις βάρος του χρηματική απαίτηση των αναιρεσιβλήτων που αποτελεί αποζημίωση από αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω προσκυρώσεως, δεν ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής της δικαστικά επιδιώξιμη, καθόσον εξαρτάτο από την προθεσμία του άρθρου 17 § 4 του Συντάγματος και 11 § 3 του Ν. 2882/2001 ήτοι των δέκα οκτώ μηνών από την δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, διότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε πριν την πάροδο της ως άνω προβλεπόμενης προθεσμίας, αφού η υπ’ αριθμ. 9815/5-4- 2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, δημοσιεύθηκε στις 5-4-2002 και η προθεσμία του ενάμισι έτους έληγε στις 5-10-2003 και επομένως την 1-9-2003, οπότε υποβλήθηκε η σχετική αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν είχε καταστεί η απαίτηση από την αποζημίωση ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και, κατά συνέπεια, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή της.

Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ανακοπής, δεχόμενο ότι: "....η απαίτηση των καθ’ ων η ανακοπή - εφεσιβλήτων της αποζημίωσης για το αναγκαστικώς απαλλοτριωθέν, λόγω προσκυρώσεως ακίνητό τους, ήταν γεννημένη και απαιτητή αμέσως από την δημοσίευση της υπ’ αριθμ. 2977/2002 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου τούτου, με την οποία, κατά τα μνημονευόμενα στο δικόγραφο της εφέσεως, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 530 Ευρώ ανά τ.

μ. και δεν τελούσε υπό την ως άνω προθεσμία των 18 μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης και την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης. Άλλωστε, η ανωτέρω διάταξη με την οποία θεσπίζεται η προθεσμία του ενάμισι έτους για την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης, δεν αποκλείει την κατά την διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της οριστικά προσδιορισθείσης αποζημίωσης...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες σκέψεις, η ένδικη απαίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, ιδιοκτητριών απαλλοτριωθέντων, λόγω προσκυρώσεως, ακινήτων, ήταν γεννημένη και απαιτητή αμέσως από την δημοσίευση της τελεσίδικης περί καθορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης και δεν τελούσε υπό προθεσμία και μάλιστα αυτή των 18 μηνών, η οποία αναφέρεται στην άρση της απαλλοτρίωσης λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης, κατ’ άρθρο 17 § 4 του Συντάγματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

IV. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.ΑΠ 25/2008) Εξάλλου, με το Ν. 973/1979 "περί συστάσεως Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου", συστήθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου" (ΚΕΑ) και έδρα την Αθήνα.

Η εταιρία αυτή λειτουργεί υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, από τη σχετική νομοθεσία της οποίας διέπεται, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, το μετοχικό της κεφάλαιο, εκφραζόμενο δια μιας μετοχής, ανήκει εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη δια του Υπουργού των Οικονομικών (άρθρο 1).

Σκοπός της είναι, πλην άλλων, η διοίκηση και αξιοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 2 ακινήτων, τα οποία υπάγονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στην αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α’ , β’ ), τα οποία, για την εκπλήρωση των σκοπών της, δύναται, εκτός άλλων, να εκποιεί ή να εκμισθώνει δια δημοσίου διαγωνισμού (άρθρο 6 παρ. 1).

Περαιτέρω, με το άρθρο 3 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι, από την έναρξη της ισχύος του, όλα τα κατά το ανωτέρω άρθρο 2 ακίνητα του Δημοσίου περιέρχονται αυτοδικαίως στην διοίκηση της εταιρίας, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 2 αυτού ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, υπό την διοίκηση και διαχείριση των οποίων τελούν, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, τα ανωτέρω ακίνητα του Δημοσίου, διατηρούν όλες τις αρμοδιότητες για την προστασία των ακινήτων αυτών και για την έκδοση πρωτοκόλλου αποβολής και αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης ή την άσκηση αγωγής ή ενδίκων μέσων και για την προσβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου.

Τέλος, με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι, από την έναρξη της ισχύος του, η εταιρία έχει την εντολή και πληρεξουσιότητα για την επιχείρηση δικαιοπραξιών αναφερομένων στα κατά το άρθρο 2 ακίνητα, τα οποία έχει την υποχρέωση να διοικεί και να διαχειρίζεται επιμελώς, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, ενώ τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών αυτών επέρχονται στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου.

Παρέχεται, δηλαδή, σ’ αυτήν (ΚΕΔ) άμεση από το νόμο εξουσία να αντιπροσωπεύει το Δημόσιο (ΑΚ 211), χωρίς η εξουσία αυτή να στερεί το Δημόσιο, ως αντιπροσωπευόμενο και κύριο των ακινήτων, από το δικαίωμα να ενεργήσει αυτό ό,τι έχει σχέση με την προστασία τους. Τούτο προκύπτει από την διάταξη της § 2 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, με την οποία ρητώς διατηρούνται όλες οι αρμοδιότητες των Δημοσίων Υπηρεσιών που αναφέρονται στην προστασία ακινήτων (ΑΠ 2136/2014).

V. Με το μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της ένδικης ανακοπής του, το ήδη αναιρεσείον ισχυρίστηκε ότι το ωφελούμενο από την προσκύρωση ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του, πλην όμως δεν έχει κατά νόμο υποχρέωση για την καταβολή της αποζημίωσης και δεν νομιμοποιείται παθητικά στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αλλά, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 973/1979 νομιμοποιείται παθητικά μόνον η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, που είναι αυτοτελές Ν.Π.Ι.Δ, και εκ του νόμου είναι υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, καθόσον το ωφελούμενο από την προσκύρωση δημόσιο κτήμα υπάγεται στην διαχείριση της.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ως άνω πρόσθετο λόγο ανακοπής δεχθέν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, ότι: "η Κτηματική Εταιρία έχει αυτοδικαίως την διοίκηση και διαχείριση των ακινήτων του Δημοσίου και μπορεί να επιχειρεί κάθε δικαιοπραξία που αναφέρεται στα ακίνητα ως εντολοδόχος και πληρεξούσια του Ελλ.

Δημοσίου επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, παρέχεται δηλαδή σ’ αυτήν άμεση από το νόμο εξουσία να αντιπροσωπεύει το Δημόσιο στις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 211), χωρίς η εξουσία αυτή να στερεί το Δημόσιο, ως αντιπρόσωπο και κύριο των ακινήτων, από το δικαίωμα να ενεργήσει ό,τι έχει σχέση με την προστασία τους.

Τούτο προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του νόμου (973/79), με την οποία ρητώς διατηρούνται όλες οι αρμοδιότητες των Δημοσίων Υπηρεσιών (και των Νομαρχών) που αναφέρονται στην προστασία των ακινήτων... Άλλωστε από καμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει σαφώς ή τουλάχιστον να διαφαίνεται ότι το Δημόσιο αποξενώνεται από τη διαχείριση των ακινήτων του.

Απεναντίας μάλιστα από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και ιδιαίτερα εκείνες που αναφέρονται στο σκοπό της εταιρίας (άρθρο 2) προκύπτει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της έχουν καθορισθεί περιοριστικώς και ότι πέραν αυτών δεν έχει άλλες αρμοδιότητες. Μεταξύ των άλλων έχει και την εξουσία να είναι κατ’ άρθρο 8 παρ. 4 διάδικος και να ενεργεί ως εντολοδόχος του Δημοσίου στις γνήσιες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί υπέρ του δημοσίου και δαπάναις της εταιρίας, διαχειριζόμενη προς τούτο και τα σχετικά κονδύλια που της μεταβιβάζονται από τον κρατικό προϋπολογισμό για την υλοποίηση του σχετικού έργου της απαλλοτρίωσης.

Ωστόσο δεν αναφέρεται στον νόμο εάν η εταιρία επιβαρύνεται ως διαχειρίστρια ακινήτων του Δημοσίου και με τη δαπάνη που απαιτείται για την αποζημίωση του προσκυρωμένου στο ακίνητο του Δημοσίου. Εξάλλου ως προαναφέρθηκε στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης επί προσκυρώσεως είναι η ωφελούμενη ιδιοκτησία και κατ’ επέκταση ο ιδιοκτήτης αυτής που πράγματι ωφελήθηκε με κρίσιμο το χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Ενόψει τούτων στην περίπτωση κατά την οποία σε ακίνητο που ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και αυτοδικαίως υπάγεται στη διαχείριση της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου, (ΚΕΔ) προσκυρωθεί, σε εφαρμογή σχεδίου πόλεως, εδαφικό τμήμα άλλου ακινήτου, έναντι του ιδιοκτήτη τούτου και δικαιούχου της αποζημιώσεως, υπόχρεος από το νόμο για την καταβολή της αποζημίωσης που καθορίσθηκε με δικαστική απόφαση, είναι το Ελληνικό Δημόσιο ως κύριος του επίμαχου ακινήτου το οποίο και ωφελήθηκε με την προσκύρωση και όχι η (ΚΕΔ) η οποία έχει τη διαχείριση τούτου, διότι δεν έχει καμία ωφέλεια από τη διαχείριση του εν λόγω ακινήτου, ούτε η προσκύρωση έγινε στα πλαίσια πραγματώσεως των σκοπών της.

Επομένως από τον παραπάνω χαρακτήρα της ΚΕΔ συνάγεται ότι διάδικος με την ιδιότητα του εναγομένου στη σχετική δίκη καταβολής της αποζημιώσεως ή με την ιδιότητα του καθ’ ου στην περίπτωση που αντί της άσκησης της καταψηφιστικής αγωγής ο δικαιούχος της αποζημίωσης ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι το Δημόσιο, αφού αυτό είναι ο κύριος του ωφελούμενου και βαρυνόμενου με αποζημίωση ακινήτου και εντεύθεν ο υπόχρεος προς αποζημίωση που νομιμοποιείται παθητικά στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής".

Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα παραπάνω, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

VI. Συνακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών των αναιρεσίβλητων, που υπεβλήθη με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ’ άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι δεν γίνεται λόγος περί των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, αφού αυτή, που δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν υπέβαλε αίτημα επιδίκασής τους. Τέλος, δεν γίνεται, επίσης, λόγος περί της τύχης του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ παραβόλου για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, αφού το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α’ 239/1931), απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το εν λόγω παράβολο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-05-2011 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθμόν 1224/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, τα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ