Legislator Case Law & Legislation
1419/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where contradictory grounds regarding document distortion are inadmissible and baseless.

Case Number 1419/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by eight individuals against a First Instance Court judgment regarding employment contracts and specific fees. The appellants argued that the lower court distorted the content of employment contracts and declarations made by the Erikos Dounan Foundation, while the respondent company contended the facts were correctly assessed. The court ruled that the appeal grounds were inadmissible because they contradicted each other logically, and even if considered separately, they were baseless as the lower court had correctly interpreted the documents without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; Contradictory appeal grounds alleging both non-consideration and distortion of documents are inadmissible as they exclude each other, and such grounds are baseless if the lower court correctly interpreted the documents without accepting facts contrary to the written evidence.

Keywords

AI generated
contradictory appeal grounds document distortion inadmissible appeal baseless appeal Code of Civil Procedure lower court interpretation legal costs offset

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 179 final paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1419 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1419/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 4) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Φ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Μ. Π. του Σ., κατοίκου ...,7) Θ. Ρ. του Α., κατοίκου ... και 8) Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντώνη Ρουπακιώτη και Μαργετίνας Στεφανάτου, που ανακάλεσαν την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή τους και κατέθεσαν προτάσεις. Η με α/α 1η των αναιρεσειόντων εκτός των ανωτέρω πληρεξουσίων, παραστάθηκε και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού.

Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΜΙΘΕΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΏΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ-ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΝΑΦΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", με το διακριτικό τίτλο "ΗΜΙΘΕΑ Μ.Α.Ε." και έδρα την Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα στην οποία λειτουργεί την ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ HOSPITAL CENTER" και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2024/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και πρόσθετων λόγων αυτής, η 4603/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 12-11-2019 αίτησή τους καθώς και η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 18-11-2019 αίτησή της. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 322/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε μερικώς και παρέπεμψε στο ίδιο ως άνω δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση.

Εκδόθηκε η 5663/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσείοντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13-12-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 10085/1151/16-12-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 2397/2022 αίτηση αναίρεσης των οκτώ (8) αναιρεσειόντων, εκ των συνολικά ένδεκα (11) αρχικώς εναγόντων, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 επομ.

του ΚΠολΔ) με αριθμό 5663/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε της διαφοράς, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της με αριθμό 322/2022 απόφασης του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, το οποίο συνεκδίκασε: α) την από 18.11.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11098/1082/21.11.2019 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΜΙΘΕΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ - ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΝΑΦΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" με τον διακριτικό τίτλο "ΗΜΙΘΕΑ Μ.Α.Ε." κατά των εννέα (9) εναγόντων και ήδη οκτώ (8) αναιρεσειόντων και β) την από 12.11.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11077/1079/20.11.2019 αντίθετη αίτηση αναίρεσης των πέντε (5), εκ των ως άνω συνολικά ένδεκα (11) αρχικώς εναγόντων και ήδη οκτώ (8) αναιρεσειόντων, κατά της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "ΗΜΙΘΕΑ Μ.Α.Ε." και, κατόπιν παραδοχής των ως άνω αιτήσεων και ειδικότερα, κατ' ευδοκίμηση των σχετικών αναιρετικών λόγων, από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρέθηκε εν μέρει η με αριθμό 4603/2019 προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 5663/2022 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, συνεκδίκασε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, την από 21-12-2017 έφεση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 611931/2017 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης 507420/2017 και τους από 02-10-2018 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 8573/2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης 635/2018 πρόσθετους λόγους έφεσης, που άσκησε η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "ΗΜΙΘΕΑ Μ.Α.Ε.", δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής τυπικά και εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα με αριθμό 2024/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους - καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της απόφασης κεφάλαιο και στη συνέχεια, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την από 29-12-2015 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 120475/2015 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 4557/2015 αγωγή, κατά το μέρος που εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 16-12-2022 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 08-11-2022, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 ΕισΝΑ.Κ.), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στοφισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη, στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει, για να θεωρηθεί η εργασία του, ως εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως, ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε, το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι, εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη, δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο, συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο, για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Με βάση το κριτήριο αυτό, γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.

Α.Π. 28/2005). Ειδικότερα, η σχέση του ιατρού με το ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο ή την ιδιωτική κλινική μπορεί να είναι: α) Σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, κατά την οποία ο εργαζόμενος στο νοσηλευτικό κέντρο ιατρός παρέχει την εργασία του με μισθό - ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει το χαρακτηρισμό της σύμβασης - και υποβάλλεται σε προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του (νοσηλευτικό κέντρο), η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο μισθωτός ιατρός και να δίνει δεσμευτικές οδηγίες, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο της παρεχομένης ιατρικής εργασίας (άρθρα 648 και επ.

Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν.Δ/τος 765/1943) ή β) Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, κατά την οποία ο παρέχων στο νοσηλευτικό κέντρο τις υπηρεσίες του ιατρός, δεν υποχρεούται στην παροχή, καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα, τακτικής εργασίας, αλλά, ύστερα από συμφωνία με το Κέντρο, αναλαμβάνει κατά περίπτωση και με ελεύθερη κρίση, την ενέργεια συγκεκριμένης ιατρικής πράξης (εγχείρησης, νοσηλείας, κ.λ,π.), αντί της συμφωνούμενης εκάστοτε αμοιβής και δεν έχει την υποχρέωση να εκτελεί κάθε ανατεθειμένη σ' αυτόν πράξη και να συμμορφώνεται, ιδίως, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο, στις εντολές του εργοδότη (άρθρα 648 επ.

Α.Κ.) ή γ) Σύμβαση ελεύθερης συνεργασίας, επιτρεπτώς καταρτιζόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 361 Α.Κ., κατά την οποία ο ιατρός, χωρίς να συνδέεται μονίμως με το νοσηλευτικό κέντρο, προσάγει τους προσωπικούς πελάτες του - ασθενείς σ' αυτό και χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις του (χειρουργεία, κλίνες, μηχανήματα, κ.λ.π.) και τις υπηρεσίες του προσωπικού του (ιατρικού νοσηλευτικού βοηθητικού, κ.λ.π.), ενεργεί τις σχετικές ιατρικές πράξεις (εγχειρήσεις, κ.λ.π.).

Και αυτός λαμβάνει από τον πελάτη του (ή τον ασφαλιστικό του φορέα) τη σχετική αμοιβή του, η δε κλινική λαμβάνει, επίσης, από τον ασθενή ή τον ασφαλιστικό του φορέα την αμοιβή και τα έξοδα, για την παραχώρηση της χρήσεως των εγκαταστάσεών της και την παροχή των υπηρεσιών του προσωπικού της (Α.Π. 118/2009, Α.Π. 1006/2004), χωρίς βέβαια να αποκλείεται η είσπραξη από την κλινική όλου του οφειλόμενου από τον ασθενή ποσού, για την προς αυτόν παροχή ιατρικών υπηρεσιών και η εν συνεχεία απόδοση από την κλινική στον ιατρό της άνω συμφωνηθείσας αμοιβής του.

Η ανωτέρω διαζευκτική παράθεση των συμβατικών μορφών, που μπορεί να λάβει η σχέση του ιατρού με το ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο ή την ιδιωτική κλινική, δεν αποκλείει την περίπτωση ο μισθωτός ιατρός να συνδέεται με τον εργοδότη του και με άλλες, εκτός της σύμβασης εργασίας, συμβάσεις. Έτσι, δεν αποκλείεται η ύπαρξη, μεταξύ των αυτών προσώπων, παράλληλων συμβατικών σχέσεων, από τις οποίες η μία να είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και η άλλη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου ή μεσιτείας ή άλλη σύμβαση (ΣτΕ 1978/2008, Α.Π. 1040/2007, Α.Π. 325/2001, Α.Π. 322/1980).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του Α.Κ. και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον νόμο 3248/1955, συνάγεται ότι, ως μισθός στη σύμβαση εργασίας, θεωρείται κάθε παροχή, την οποία, σύμφωνα με τον νόμο ή με βάση τη σύμβαση, καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (Ολ.

Α.Π. 16/2011, Ολ. Α.Π. 5/2011 Α.Π. 52/2017). Ο μισθός αποτελεί αναγκαίο όρο, για την ύπαρξη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθώς η αντιπαροχή του μισθού, από την πλευρά του εργοδότη, αποτελεί, μαζί με την παροχή της εργασίας, από την πλευρά του μισθωτού, μία από τις δύο βασικές εννοιολογικές συντεταγμένες της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέλος, επί μεταβίβασης επιχείρησης, κατά την έννοια του Π.Δ. 178/2002 "Περί προστασίας δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών", που ισχύει από 17-7-2001 (άρθρο 12 αυτού), με το οποίο, αφού καταργήθηκε το, αναλόγου σκοπού, Π.Δ. 572/1988, ο προηγούμενος εργοδότης και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι W χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (Α.Π. 1369/2018 Α.Π. 525/2013, Α.Π. 339/2011, Α.Π. 318/2010) και, επομένως, με βάση τις διατάξεις του εν λόγω Π.Δ/τος, ο διάδοχος εργοδότης δεν ευθύνεται για χρέη του μεταβιβάζοντος, που έχουν προκύψει από άλλες συμβατικές σχέσεις, όπως π.χ.

συμβαίνει με αμοιβές που οφείλονται σε παρόχους υπηρεσιών, δυνάμει σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έργου ή άλλη σύμβαση (Α.Π. 322/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ,λ,π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται, κατά το εδάφ.

β' αυτού, και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 60/2022, Α.Π. 1373/2022, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 208/2011).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 860/2018, Α.Π. 208/2018, Α.Π. 1226/2014, Α.Π. 2146/2014, Α.Π. 574/2010, Α.Π. 737/2008, Α.Π. 1300/2006, Α.Π. 1207/2005, Α.Π. 320/2003). Στην περίπτωση, δε, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ, λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος, ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 29-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 120475/4557/2015 αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι συνολικά ένδεκα (11) αρχικώς ενάγοντες και ήδη οκτώ (8) αναιρεσείοντες, εκ των οποίων ο έβδομος των εναγόντων Γ.

Κ. του Ι. παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής και ο ενδέκατος αυτών Ν. Α. του Α. παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής, καθό μέρος εστρέφετο κατά της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΜΙΘΕΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ - ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΝΑΦΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΗΜΙΘΕΑ Μ.Α.Ε.", εξέθεταν ότι το πρώτο των εναγομένων νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" - μη διάδικο στην κατ' έφεση και στην παρούσα αναιρετική δίκη - είχε μέχρι την 31-10-2014 στην εκμετάλλευση του το Νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν".

Ότι προσελήφθησαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το εν λόγω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο.

Ότι, αν και παρείχαν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους, το πρώτο εναγόμενο δεν τους κατέβαλε, για τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, τις δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές τους, καθώς και την τιτλοφορούμενη "ειδική αμοιβή" τους, όπως αυτή προκύπτει από τα "μεριδολόγια - αμοιβολόγια". Ότι, ειδικότερα, οφείλονται: 1) στην Ε.

Β., για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου 2012, το ποσό των 3.500,77 ευρώ και "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2009 έως 31-12-2012, το ποσό των 41.449,79 ευρώ, 2) στην Α. Κ., για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2012, το ποσό των 3.615,12 ευρώ και "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2009 έως 31-08-2012, το ποσό των 35.744,40 ευρώ, 3) στον Σ.

Μ., για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2012, το ποσό των 8.355,29 ευρώ και για "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2009 έως 31-08-2012, το ποσό των 442.513,38 ευρώ, 4) στον Ν. Κ., για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Απριλίου και Μαΐου 2012, το ποσό των 3.504,70 ευρώ και για "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2010 έως 31-08-2012, το ποσό των 11.575,29 ευρώ, 5) στη Μ.

Φ., για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Απριλίου και Μαΐου 2012, το ποσό των 2.490,13 ευρώ και για "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2009 έως 31-08-2012, το ποσό των 3.601,90 ευρώ, 6) στον Ν. Δ. - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2012, το ποσό των 4.998,99 ευρώ και για "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2009 έως 31-08-2012, το ποσό των 20.300,05 ευρώ, 7) στον Μ.

Π., για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Μαρτίου Απριλίου και Μαΐου 2012, το ποσό των 3.787,94 ευρώ και για "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2010 έως 31-08-2012, το ποσό των 32.764,32 ευρώ, 8) στον Θ. Ρ., για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Μαρτίου Απριλίου και Μαΐου 2012, το ποσό των 5.708,82 ευρώ και για "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2010 έως 31-08-2012, το ποσό των 99.146,42 ευρώ και 9) στον Κ.

Σ., για σταθερές μηνιαίες αποδοχές Απριλίου και Μαΐου 2012, το ποσό των 2.671,22 ευρώ και για "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2010 έως 31-08-2012, το ποσό των 7.452,26 ευρώ. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι την 24-09-2014, κατόπιν διενέργειας δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού, το ανωτέρω νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" εκπλειστηριάστηκε στο σύνολο του, ως ενιαία οικονομική ενότητα και κατακυρώθηκε στη δεύτερη εναγομένη, η οποία συνέχισε την αυτή δραστηριότητα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη λειτουργίας του από την 01-11-2014 και υπεισήλθε έτσι, ως καθολική διάδοχος, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ανωτέρω Νοσοκομείου, από τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4 του π.δ/τος 178/2002.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να τους καταβάλλει τα άνω χρηματικά ποσά, που αφορούν τακτικές μηνιαίες αποδοχές και να υποχρεωθούν και οι δύο εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών, να τους καταβάλλουν τα άνω ποσά, που αναφέρονται ως "ειδική αμοιβή". Μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ.

β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, η Ε.

Β. διατήρησε καταψηφιστικό μόνο το αίτημα της αγωγής για "ειδική αμοιβή" του έτους 2009 (13.981,80 ευρώ) και για μέρος του έτους 2011 (5.654,29 ευρώ), ενώ για το υπόλοιπο ποσό έτρεψε την αγωγή της σε αναγνωριστική, η Α. Κ. διατήρησε καταψηφιστικό μόνο το αίτημα της αγωγής για "ειδική αμοιβή" για τα έτη 2010 και 2012, συνολικού ύψους 19.739,58 ευρώ και έτρεψε σε αναγνωριστικό το αίτημα της αγωγής της για το υπόλοιπο συνολικό ποσό των 19.619,94 ευρώ, ο Σ.

Μ. διατήρησε καταψηφιστικό το αίτημα της αγωγής του για σταθερές αποδοχές και για μέρος της "ειδικής αμοιβής" του έτους 2012, ήτοι για ποσό 19.454,59 ευρώ και έτρεψε σε αναγνωριστικό όλο το υπόλοιπο αίτημα, ύψους 431.414,08 ευρώ, ο Ν. Δ. έτρεψε σε αναγνωριστικό το αίτημά του για "ειδική αμοιβή" του έτους 2010, ύψους 5.644,64 ευρώ και διατήρησε καταψηφιστικό το υπόλοιπο αίτημα της αγωγής, ύψους 19.654,40 ευρώ, ο Μ.

Π. μετέτρεψε μέρος του αιτήματος σε αναγνωριστικό, ύψους 18.395,89 ευρώ, που αφορά "ειδική αμοιβή" των ετών 2010 και 2012 και το υπόλοιπο ποσό, ύψους 18.156,37 ευρώ παρέμεινε καταψηφιστικό και ο Θ. Ρ. διατήρησε καταψηφιστικό ποσό, ύψους 6.900,27 ευρώ, που αφορά τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές μέρος της "ειδικής αμοιβής" των ετών 2011 και 2012 και το υπόλοιπο ποσό, ύψους 97.974,97 ευρώ το μετέτρεψε σε αναγνωριστικό, ενώ ο Κ.

Σ. διατήρησε το σύνολο του αιτήματος του ως καταψηφιστικό. Επί της υπόθεσης αυτής, εκδόθηκε, ερήμην του πρώτου εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν" και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίηση τους με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), η με αριθμό 2024/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες, εις ολόκληρο εκάστη αυτών, να καταβάλουν στους ενάγοντες όλα τα ποσά των καταψηφιστικών αιτημάτων τους και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να τους καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, τα υπόλοιπα ποσά (καθώς και τα εκεί αναγραφόμενα επιπλέον ποσά, τα οποία επιδίκασε μόνο εις βάρος της δεύτερης εναγομένης), με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσέβαλε η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης, με την από 21-12-2017 έφεση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 611931/2017 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης 507420/2017 και τους από 02-10-2018 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 85 73/2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης 635/2018 πρόσθετους λόγους έφεσης, παραπονούμενη για λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή.

Επί της άνω έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τη με αριθμό 4603/2019 απόφασή του και αφού συνεκδίκασε τα ως άνω δικόγραφα, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, όσον αφορά τον τέταρτο εφεσίβλητο (Ν. Κ.), τον έβδομο εφεσίβλητο (Μ. Π.), τον όγδοο εφεσίβλητο (Θ.

Ρ.) και τον ένατο εφεσίβλητο (Κ. Σ.), για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ενώ ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους και συγκεκριμένα όσον αφορά την πρώτη εφεσίβλητη (Ε. Β.), την δεύτερη εφεσίβλητη (Α. Κ.), τον τρίτο εφεσίβλητο (Σ. Μ.), την πέμπτη εφεσίβλητη (Μ. Φ.) και τον έκτο εφεσίβλητο (Ν. Δ.), δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής των απαιτήσεών τους, εκ της "ειδικής αμοιβής" που αφορούσαν το έτος 2009, την οποία πρόβαλε παραδεκτώς, στον πρώτο βαθμό, η δεύτερη εναγομένη και νομίμως επανέφερε με τον σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης, εξαφάνισε, για το ενιαίο της εκτέλεσης, την τότε εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, ως προς τους διαδίκους αυτούς, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν υποχρεώνοντας τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στους προαναφερόμενους ενάγοντες, εις ολόκληρον με το πρώτο εναγόμενο, τα εκεί αναφερόμενα για έκαστο αυτών χρηματικά ποσά, κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο αναγνωριστικά, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, ζήτησαν: α) η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΗΜΙΘΕΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ - ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΝΑΦΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΗΜΙΘΕΑ Μ.Α.Ε.", με την από 18.11.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11098/1082/21.11.2019 αίτηση αναίρεσης κατά των εννέα (9) εναγόντων - εφεσιβλήτων - καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και ήδη οκτώ (8) αναιρεσειόντων και β) οι πέντε (5) εκ των εναγόντων - εφεσιβλήτων - καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και ήδη οκτώ (8) αναιρεσείοντες, με την από 12.11.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11077/1079/20.11.2019 αντίθετη αίτηση αναίρεσης.

Επί των αναιρέσεων αυτών, εκδόθηκε η με αριθμό 322/2022 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής αμφοτέρων των ως άνω αιτήσεων και ειδικότερα, κατ' ευδοκίμηση των σχετικών αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρέθηκε μερικώς η προσβληθείσα με αριθμό 4603/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτός ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, που άσκησε η ως άνω δευτέρα των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία, κατά το κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στην "ειδική αμοιβή", για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή (ή μη) εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 648, 649, 653 του Α.Κ. 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), 1 της με αριθμό 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 και 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002 καθώς και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, που άσκησαν οι ως άνω ενάγοντες, για τον λόγο ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό τους (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής, λόγω ρητής αναγνώρισης των επιδίκων αξιώσεών τους, που αφορούσαν το έτος 2009, από τον προηγούμενο εργοδότη τους, ήτοι από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν", πριν από τον δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό της νοσηλευτικής μονάδας "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" και την μεταβίβαση αυτής, ως επιχείρησης - οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας, κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ/τος 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/Ε.Κ., στην δευτέρα των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία και την οποία (αντένσταση) είχαν υποβάλλει, ως εφεσίβλητοι, με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους, σε αντίκρουση της ένστασης παραγραφής, που παραδεκτώς είχε προβάλει η αντίδικος τους στον πρώτο βαθμό και νομίμως αυτή επανέφερε με έναν εκ των προσθέτων λόγων έφεσής της.

Ακολούθως, επαναφερθείσας της υπόθεσης προς συζήτηση, με την από 03-5-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3541/2593/2022 κλήση των εναγόντων - εφεσιβλήτων - καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που επιλήφθηκε της διαφοράς, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 322/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, το οποίο κατά τα ανωτέρω, αναίρεσε εν μέρει τη με αριθμό 4603/2019 προηγούμενη απόφασή του και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, δικάζοντας εκ νέου την από 21-12-2017 έφεση και τους από 02-10-2018 πρόσθετους λόγους έφεσης, κατά της με αριθμό 2024/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 5663/2022 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους - καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, όσον αφορά το κεφάλαιο της "ειδικής αμοιβής", κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Κατά της ανωτέρω με αριθμό 5663/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, άσκησαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, την υπό κρίση (νέα) αίτηση αναίρεσης. Ειδικότερα, το Εφετείο, στο οποίο ως δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση εισήχθη και συζητήθηκε δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Το δεύτερο εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] είναι διάδοχος εργοδότης του πρώτου εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία " ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ ", στην νοσηλευτική μονάδα - νοσοκομείο " ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ ", σύμφωνα με τους ορισμούς του Π.Δ. 178/2002, κατόπιν του από 24-9-2014 αναγκαστικού πλειστηριασμού, όπως δέχθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, το Δικαστήριο τούτο, με την υπ' αριθμ. 4603/2019 απόφασή του.

Εξάλλου, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι - καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης [ήδη αναιρεσείοντες], σύναψαν με το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν σ' αυτό: 1. η Ε. Β., ως ιατρός - αιματολόγος/Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Αιματολογικού Εργαστηρίου του Νοσοκομείου 2.

η Α. Κ., ως ιατρός - παθολόγος, 3. ο Σ. Μ. ως ιατρός - νεφρολόγος/Επιστημονικός Διευθυντής της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού του Νοσοκομείου, 4. ο Ν. Κ., ως χειρουργός, 5. η Μ. Φ., ως γυναικολόγος 6. [...], 7. ο Μ. Π., ως χειρουργός/ Αναπληρωτής Διευθυντής του Χειρουργικού Τμήματος, 8. ο Θ. Ρ., ως γαστρεντερολόγος/Επιστημονικός Διευθυντής και 9.

ο Κ. Σ. ως ορθοπεδικός. Με την ειδικότητα αυτή, εργάστηκαν οι ενάγοντες καθ' όλο τον κρίσιμο χρόνο για τις αγωγικές τους αξιώσεις (2009-31.8.2012). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι άνω ενάγοντες ιατροί, παράλληλα με την παροχή των ιατρικών τους υπηρεσιών, στο πλαίσιο των προαναφερόμενων συμβάσεων εργασίας τους, που είχαν συνάψει και για τις οποίες λάμβαναν τη συμφωνημένη μηνιαία αμοιβή, είχαν συνάψει με το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα μια ειδική συμφωνία, που αφορούσε στους προσωπικούς τους ασθενείς, οι οποίοι και αποτελούσαν την ιδιωτική τους πελατεία.

Τους ασθενείς αυτούς οι ενάγοντες ιατροί είχαν την ευχέρεια να τους παραπέμπουν στο ανωτέρω νοσοκομείο, όπου παρείχαν τις υπηρεσίες τους, για διάγνωση, θεραπεία ή νοσηλεία, ούτως ώστε, για τις υπηρεσίες τους, που παρείχαν οι ίδιοι στους ασθενείς τους, λάμβαναν την αμοιβή, που είχαν συμφωνήσει μ' αυτούς και το νοσοκομείο χρέωνε τους προσωπικούς ασθενείς του ιατρού, για τις υπηρεσίες που το ίδιο παρείχε, ως νοσηλευτικό ίδρυμα, ήτοι για τη χρήση των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού του νοσοκομείου, καθώς και των υπηρεσιών του προσωπικού του.

Για τις ιατρικές υπηρεσίες, που παρείχαν σε προσωπικούς ασθενείς, εντός του ανωτέρω νοσοκομείου, οι ιατροί λάμβαναν, κατά τη συμφωνία, αμοιβή. Η εν λόγω αμοιβή, καθοριζόταν ελεύθερα από τον κάθε ενάγοντα - ιατρό και αφορούσε στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών σ' αυτούς. Για λόγους και μόνο διευκολύνσεως των ιατρών αυτή η αμοιβή, αλλά και η κατωτέρω αναφερόμενη για τους ασθενείς " συστήσας Ντυνάν " ηδύνατο να τιμολογείται από το νοσοκομείο.

Η αμοιβή των εναγόντων καταβαλλόταν, είτε από τον ίδιο τον ασθενή, είτε από τον ασφαλιστικό φορέα του ασθενούς (Ι.Κ.Α., Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κ.λ.π.), ή σε περίπτωση ιδιωτικής ασφάλισης από την ασφαλιστική εταιρία. Η ανωτέρω αμοιβή καταβαλλόταν όχι απευθείας στους ενάγοντες, αλλά στο λογιστήριο του ανωτέρω κοινωφελούς ιδρύματος.

Μετά την πραγματοποίηση των αντίστοιχων εκκαθαρίσεων στα καταβαλλόμενα ποσά από τον ασφαλιστικό φορέα ή την ασφαλιστική εταιρία του ασθενούς, το Λογιστήριο του Νοσοκομείου, κατέβαλε την αμοιβή στους ενάγοντες, οι οποίοι εξέδιδαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών (Α.Π.Υ.), στο όνομα του Νοσοκομείου. Δηλαδή, στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, το ανωτέρω νοσοκομείο - κοινωφελές ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", είχε διαμεσολαβητικό ρόλο, μεταξύ των προσωπικών ασθενών των εναγόντων - ιατρών και των τελευταίων.

Εισέπραττε, δηλαδή, το Νοσοκομείο, διά του λογιστηρίου του την αμοιβή των εναγόντων και, ακολούθως, μετά την πραγματοποίηση των απαιτούμενων εκκαθαρίσεων από τον υποχρεωτικό ασφαλιστικό φορέα ή την ασφαλιστική εταιρία του ασθενούς, το Νοσοκομείο απέδιδε την αμοιβή στους ενάγοντες, αφού, προηγουμένως, οι τελευταίοι είχαν εκδώσει απόδειξη παροχής υπηρεσιών.

Στην περίπτωση κατά την οποία η θεραπεία των ως άνω προσωπικών ασθενών των εναγόντων απαιτούσε, εκτός των ιατρικών υπηρεσιών των τελευταίων και χρήση των υπηρεσιών του Νοσοκομείου, του εξοπλισμού, των υποδομών, των μηχανημάτων, των αναλώσιμων και των φαρμάκων του, για τη διενέργεια των απαιτούμενων εξετάσεων ή ιατρικών πράξεων ή για νοσηλεία, ο ασθενής ή το ασφαλιστικό ταμείο ή η ασφαλιστική του εταιρία, κατέβαλαν στο ανωτέρω Νοσοκομείο, επιπλέον της αμοιβής των ανωτέρω εναγόντων και τις δαπάνες που αφορούσαν στα έξοδα για εξετάσεις, φάρμακα, αναλώσιμα και νοσηλεία, τις οποίες (δαπάνες) παρακρατούσε αυτό (ανωτέρω Νοσοκομείο).

Στη συνέχεια, το τελευταίο εξέδιδε ένα συγκεντρωτικό τιμολόγιο, το οποίο περιελάμβανε την αμοιβή του ιατρού και τις δικές του δαπάνες, για εξετάσεις, φάρμακα, αναλώσιμα, νοσηλεία, όπου καταχωρούσε χωριστά την αμοιβή των εναγόντων, με την ένδειξη "ΑΜΟΙΒΗ ΙΑΤΡΟΥ" ή "ΑΜΟΙΒΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ". Ακολούθως το Νοσοκομείο εισέπραττε το συνολικό ποσό του τιμολογίου από τον ασθενή ή τον ασφαλιστικό φορέα ή την ασφαλιστική εταιρία και απέδιδε στους ενάγοντες τα ποσά που αφορούσαν στην αμοιβή τους, παρακρατώντας το επιπλέον ποσό, που αφορούσε στη δική του αμοιβή.

Οι ενάγοντες εξέδιδαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς το Νοσοκομείο, τις οποίες καταχωρούσαν στα βιβλία εσόδων - εξόδων που τηρούσαν, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, κατά τη λειτουργία του ιδιωτικού ιατρείου τους. Η εκκαθάριση των καταβαλλόμενων ποσών από τον κοινωνικοασφαλιστικό φορέα, την ασφαλιστική εταιρία ή τον ασθενή πραγματοποιείτο σε μηνιαία ή διμηνιαία βάση και το ποσό των ιατρικών αμοιβών δεν ήταν σταθερό κατά μήνα, ούτε ανήρχετο στο ίδιο ποσό για κάθε ενάγοντα, αφού το ύψος αυτής (αμοιβής), αποτελούσε συνάρτηση του μεγέθους της ιδιωτικής πελατείας κάθε ιατρού και της σοβαρότητας της ασθένειας και της πολυπλοκότητας κάθε ιατρικής πράξης.

Ταυτόχρονα, η παραπάνω ειδική συμφωνία προέβλεπε και τη δυνατότητα εκάστου ενάγοντας ιατρού να αποκτά και να περιθάλπει, μέσω του Νοσοκομείου, προσωπικούς ασθενείς, δηλαδή ασθενείς, που τον είχαν αξιολογήσει θετικά και ζητούσαν να είναι αυτός ο θεράπων ιατρός τους, μετά από σύσταση του νοσοκομείου ή ιατρού άλλης ειδικότητας του νοσοκομείου.

Τους εν λόγω ασθενείς είχε τη δυνατότητα κάθε ενάγων να εξυπηρετεί και στο ιδιωτικό του ιατρείο. Οι ασθενείς αυτοί χαρακτηρίζονταν με την ένδειξη "Συστήσας Ντυνάν". Και στην περίπτωση αυτή, η αμοιβή του ιατρού, όπως και τα έξοδα για εξετάσεις φάρμακα, αναλώσιμα, νοσηλεία καταβάλλονταν από τον ασθενή ή τον ασφαλιστικό του φορέα ή την ασφαλιστική εταιρία στο λογιστήριο του Νοσοκομείου, το οποίο εξέδιδε συγκεντρωτικό τιμολόγιο.

Από το συνολικό ποσό του τιμολογίου, το Νοσοκομείο παρακρατούσε τα επιμέρους ποσά, που αφορούσαν σε νοσηλεία, δαπάνες για εξετάσεις, φάρμακα, αναλώσιμα, κ.λ.π. Επίσης, σε συμφωνία με κάθε ενάγοντα, το ανωτέρω Νοσοκομείο παρακρατούσε ένα μέρος του ποσού, που αφορούσε στην ιατρική αμοιβή, για τις ιατρικές υπηρεσίες του τελευταίου, που παρείχε εντός του Νοσοκομείου και ανήρχετο σε ποσοστό περίπου 40% αυτής, ως αντιπαροχή για την ανάθεση της θεραπείας του ασθενούς στο συγκεκριμένο ιατρό και την επαύξηση, έτσι, της ιδιωτικής πελατείας ταυ και απέδιδε το υπόλοιπο ποσοστό (περίπου 60%) σε κάθε ενάγοντα ιατρό, ο οποίος, κατά την είσπραξη της αμοιβής του, εξέδιδε απόδειξη παροχής υπηρεσιών, στο όνομα του Νοσοκομείου.

Εξάλλου, τα στοιχεία που αφορούσαν σε κάθε ασθενή, που στα πλαίσια της παραπάνω ειδικής συμφωνίας, κάθε ενάγων ιατρός παρακολουθούσε, περιέθαλπε και θεράπευε και ειδικότερα, το όνομα του ασθενούς, η ημερομηνία εισόδου του στο Νοσοκομείο η χρονολογία παροχής της ιατρικής περίθαλψης, η ιατρική πράξη, το όνομα του θεράποντος ιατρού, η Κατηγορία της θέσης νοσηλείας και συναφείς πληροφορίες, καταχωρίζονταν από το παραπάνω Νοσοκομείο, σε ξεχωριστές μερίδες για κάθε ιατρό (αλλά και στις μερίδες περισσότερων ιατρών, σε περίπτωση από κοινού περίθαλψης), που περιλαμβάνονταν στο τηρούμενο "Βιβλίο Μεριδολογίου", σκοπός του οποίου ήταν η παροχή δυνατότητας στις φορολογικές αρχές να ελέγχουν την προσωπική κίνηση κάθε ιατρού, που παρακολουθούσε προσωπικούς ασθενείς, στο χώρο του Νοσοκομείου.

Παράλληλα, το ανωτέρω Νοσοκομείο καταχώριζε τα στοιχεία εκείνα, που αφορούσαν ειδικά στην αμοιβή των εναγόντων, όπως και των υπολοίπων ιατρών, που λάμβαναν, σε εκτέλεση της ως άνω ειδικής συμφωνίας, στο "Βιβλίο Αμοιβολογίου", που τηρούσε. Επίσης, οι αμοιβές που εισέπρατταν οι ενάγοντες, στα πλαίσια της ως άνω ειδικής συμφωνίας, όπως και οι λοιποί ιατροί, που συνδέονταν με το παραπάνω Νοσοκομείο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, δεν αποτελούσαν αντάλλαγμα για παροχή εργασίας προς το νοσοκομείο, όπως προαναφέρθηκε, υπό συνθήκες προσωπικής και νομικής εξάρτησης και, συνεπώς, δεν είχαν μισθολογικό χαρακτήρα.

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, δεν αναφέρθησαν στις συμβάσεις εργασίας τους, ως αντιπαροχή του εργοδότη, για τις παρεχόμενες, στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών, υπηρεσίες και δεν συνυπολογίζονταν στα επιδόματα εορτών και τα λοιπά επιδόματα που λάμβαναν. Για τις αμοιβές αυτές, το ανωτέρω Νοσοκομείο δεν παρακρατούσε φόρο μισθωτών υπηρεσιών, ούτε προέβαινε σε άλλες κρατήσεις, ενώ αντίστοιχες συμφωνίες είχε καταρτίσει (ανωτέρω Νοσοκομείο) και με άλλους ιατρούς, τους οποίους απασχολούσε, ομοίως, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αλλά και με ιατρούς, τους οποίους απασχολούσε, δυνάμει συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι, οι ενάγοντες ιατροί, στα πλαίσια της παραπάνω ειδικής συμφωνίας, που είχαν καταρτίσει με το Κοινωφελές ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", είχαν το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να παραπέμπουν στο τελευταίο τους προσωπικούς τους ασθενείς - πελάτες για διάγνωση, θεραπεία, ή νοσηλεία, χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό του νοσοκομείου, προς το οποίο ήδη αυτοί (ενάγοντες) παρείχαν τις ιατρικές τους υπηρεσίες, δυνάμει των συμβάσεων εργασίας τους.

Το χρόνο παροχής των ιατρικών υπηρεσιών τους, προς τους προσωπικούς τους ασθενείς, εντός των εγκαταστάσεων του Νοσοκομείου, καθόριζαν οι ίδιοι οι ενάγοντες, οι οποίοι αποφάσιζαν ελεύθερα ποιες συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις θα ενεργήσουν και πότε, λαμβάνοντας πάντα υπόψη και τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει, βάσει της συμβάσεως εργασίας τους με το ίδρυμα, ώστε να μην παρακωλύεται η εύρυθμη λειτουργία του Νοσοκομείου.

Οι ενάγοντες - ιατροί, κατά την παροχή των ιατρικών τους υπηρεσιών προς τους προσωπικούς τους ασθενείς, δεν τελούσαν υπό το διευθυντικό δικαίωμα εκπροσώπων του νοσηλευτικού ιδρύματος, καθώς το είδος, τον τόπο και το χρόνο των ιατρικών τους υπηρεσιών προς τους ανωτέρω ασθενείς, αποφάσιζαν ελεύθερα οι ίδιοι, χωρίς να δέχονται οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων των τμημάτων της ειδικότητας τους ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής τους.

Το ύψος της αμοιβής, για τις παρεχόμενες ιατρικές τους υπηρεσίες προς τους προσωπικούς τους ασθενείς, καθόριζαν ελεύθερα οι ίδιοι οι ενάγοντες, σε συμφωνία με αυτούς και, όπως προαναφέρθηκε, για λόγους και μόνο διευκολύνσεως των ιατρών, αυτή η αμοιβή ηδύνατο να τιμολογείται από το νοσοκομείο. Την αμοιβή αυτή, μαζί με την αμοιβή του Νοσοκομείου και τα έξοδα για τη χρήση των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού του, οι προσωπικοί ασθενείς κάθε ενάγοντος - ιατρού την κατέβαλαν οι ίδιοι ή ο ασφαλιστικός τους φορέας ή η ασφαλιστική εταιρία στο νοσοκομείο.

Ακολούθως, το νοσοκομείο, μετά την πραγματοποίηση των αντίστοιχων εκκαθαρίσεων στα καταβαλλόμενα ποσά, από τον ασφαλιστικό φορέα των ασθενών ή την ασφαλιστική εταιρία, απέδιδε την αμοιβή των εναγόντων, που αυτοί είχαν συμφωνήσει με τους ασθενείς τους, για τις ιατρικές πράξεις, που είχαν ενεργήσει, για τον καθορισμό των οποίων το νοσοκομείο ουδεμία συμμετοχή είχε.

Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που το ανωτέρω νοσοκομείο αδυνατούσε αντικειμενικά να εισπράξει την αμοιβή του ιατρού (π.χ. λόγω αφερεγγυότητας του ασθενούς) δε θεμελιωνόταν ευθύνη του Νοσοκομείου ή υποχρέωση αυτού να αποδώσει εξ ιδίων την αμοιβή κάθε ενάγοντος ιατρού. Η ως άνω πρακτική, είναι προφανές ότι διευκόλυνε τους ενάγοντες ιατρούς οι οποίοι, χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό του νοσοκομείου, εξυπηρετούσαν τους προσωπικούς τους ασθενείς - πελάτες και συγχρόνως ωφελούσε και το ίδιο (ανωτέρω νοσοκομείο), αφού και αυτό χρέωνε τους παραπάνω ασθενείς ή τους τρίτους, για τη μίσθωση των χώρων του και για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού.

Η αμοιβή εκάστου ενάγοντος - ιατρού, για τη διενέργεια από τον ίδιο ιατρικών πράξεων σε προσωπικούς του ασθενείς, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελούσε αντάλλαγμα για παροχή εξαρτημένης εργασίας προς το Νοσοκομείο, αλλά αμοιβή του ασθενή προς τον ενάγοντα - ιατρό, βάσει της μεταξύ τους ειδικής συμφωνίας, χωρίς να επηρεάζεται ο χαρακτήρας αυτός από τον τρόπο καταβολής της, ο οποίος, άλλωστε, στο χώρο των επιχειρήσεων υγείας, αποτελεί πάγια πρακτική.

Ειδικότερα, οι ανωτέρω συμβατικές σχέσεις, αποτελούν εξαιρετικά συνηθισμένη πρακτική στο χώρο της ιδιωτικής υγείας και αποσκοπούν, τόσο στην εξυπηρέτηση του ιατρού, που κατ' αυτόν τον τρόπο κερδοφόρα αξιοποιεί τις υπηρεσίες της ιδιωτικής κλινικής, για την αύξηση και εξυπηρέτηση τής προσωπικής του πελατείας, όσο και της ίδιας της κλινικής, η οποία, μέσω της ιδιωτικής δραστηριότητας των ιατρών, εξασφαλίζει πελατεία και επιτυγχάνει αύξηση της κίνησης ασθενών, αποκομίζοντας ανάλογα κέρδη.

Με βάση το περιεχόμενο της παραπάνω ειδικής συμφωνίας, ερμηνευόμενο όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και κατόπιν εκτίμησης των όρων και συνηθειών παροχής των υπηρεσιών των εναγόντων σε εκτέλεση αυτής και λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω περιστάσεων, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι η σχέση αυτή, μεταξύ του νοσοκομείου και των εναγόντων ιατρών αναφορικά με την παροχή ιατρικής φροντίδας, στους προσωπικούς ασθενείς των τελευταίων, δε συνιστά σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας καθώς ελλείπει το απαραίτητο, για την κατάφαση εξαρτήσεως και συνακόλουθα (για την κατάφαση) εξαρτημένης εργασίας, ιδιαίτερο ποιοτικό στοιχείο, το οποίο χαρακτηρίζει και αποδεικνύει την εξάρτηση.

Αντίθετα, πρόκειται για μία ιδιόμορφη σύμβαση, η οποία επιβλήθηκε στις συναλλαγές, στο χώρο της υγείας και καταρτίζεται και λειτουργεί επιτρεπτώς σύμφωνα με το άρθρο 361 Α.Κ., όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη - εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης της [...]. Τα ανωτέρω, δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες παρείχαν τις ιατρικές υπηρεσίες τους προς τους προσωπικούς τους ασθενείς, εντός των εγκαταστάσεων του Νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", καθώς τούτο ήταν αναγκαίο από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών τους, οι οποίες δεν μπορούσαν να παρασχεθούν παρά μόνο στις εγκαταστάσεις του Νοσοκομείου, που ήταν προορισμένες για τη διενέργεια των απαιτουμένων ιατρικών εξετάσεων και πράξεων, με τη χρήση των αναγκαίων μηχανημάτων και οργάνων, που αυτό διέθετε, ούτε από το γεγονός ότι οι ιατρικές υπηρεσίες των εναγόντων προς τους προσωπικούς τους ασθενείς, στις εγκαταστάσεις του Νοσοκομείου, μπορούσαν να παρασχεθούν και κατά τη διάρκεια του συμβατικού τους ωραρίου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι ίδιοι οι ενάγοντες επέλεγαν το χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους προς τους προσωπικούς τους ασθενείς, ούτε από το γεγονός ότι η συμβατική αυτή σχέση, μεταξύ κάθε ενάγοντος και του παραπάνω Νοσοκομείου, προσέλαβε διαρκή χαρακτήρα, αφού το γεγονός τούτο, από μόνο του, δεν αποτελεί επαρκή ένδειξη εξαρτήσεως.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι το ανωτέρω κοινωφελές ίδρυμα " ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ " χορήγησε στους ενάγοντες τις από 25-09-2014 έγγραφες δηλώσεις του, με τις οποίες αναλύει (ανωτέρω Νοσοκομείο) τις διεκδικούμενες, εκ μέρους των εναγόντων, απαιτήσεις τους, κατά κεφάλαιο κατ' έτος και μήνα, σε σχέση με τα επιμέρους κονδύλια, που αναγράφονται ως "διεκδικούμενες απαιτήσεις δεδουλευμένων", "διεκδικούμενες απαιτήσεις μεριδολογίων", "διεκδικούμενες απαιτήσεις αμοιβολογίων" και "διεκδικούμενες απαιτήσεις από ασφαλιστικές εταιρίες", προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν για την αναγγελία των απαιτήσεών τους στον πλειστηριασμό του Νοσοκομείου, ώστε να συμπεριληφθούν στον πίνακα κατάταξης, κατά το άρθρο 975 ΚΠολΔ, δεν προσδίδει στην ανωτέρω ειδική συμφωνία το χαρακτήρα σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας, αφού ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης, ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, γίνεται από το Δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών, κρίνει με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, χωρίς να ενδιαφέρει ο χαρακτηρισμός που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, η παραπάνω σύμβαση ελεύθερης συνεργασίας, μεταξύ εκάστου ενάγοντος και του κοινωφελούς ιδρύματος "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", λειτούργησε παράλληλα και ανεξάρτητα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που συνέδεε κάθε ενάγοντα με το ανωτέρω Νοσοκομείο και, επομένως, δεν πρόκειται για μικτή επαγγελματική απασχόληση, που βάση της έχει την παροχή εξαρτημένης εργασίας, η οποία διατηρεί τον προέχοντα ρόλο, αλλά για συρροή παράλληλων συμβατικών σχέσεων, καθεμία από τις οποίες λειτουργεί αυτοτελώς, παράλληλα και ανεξάρτητα από την άλλη, δεδομένου ότι είναι δυνατόν ο μισθωτός να συνδέεται με τον εργοδότη και με άλλες, εκτός της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, συμβάσεις. Επομένως, οι διεκδικούμενες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις των εναγόντων ιατρών, που αφορούν στις αμοιβές τους από τα αμοιβολόγια και μεριδολόγια, ήτοι η "ειδική αμοιβή", δεν απορρέουν από σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά από έγκυρη ειδική συμφωνία, που καταρτίστηκε και λειτούργησε επιτρεπτώς, σύμφωνα με το άρθρο 361 Α.Κ., με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται το Π.Δ. 178/2002 και γενικότερα η νομοθεσία για την προστασία των εργαζομένων, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης και ως εκ τούτου, η ένδικη αγωγή, ως προς τις αξιώσεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".

Συνεχίζοντας, το επιλαμβανόμενο, μετά την αναίρεση, δικαστήριο της παραπομπής, διέλαβε, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής, που παραδεκτώς προέβαλε η εναγομένη - εκκαλούσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης ανώνυμη εταιρεία, στον πρώτο βαθμό και νομίμως επανέφερε, με τον σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης και την υποβληθείσα από τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους - καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών τους, που αφορούν το έτος 2009, τα ακόλουθα:

"Εξάλλου, παρέλκει η εξέταση της ενστάσεως παραγραφής και της αντενστάσεως παραγραφής, όσον αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων εκ της "ειδικής αμοιβής" του έτους 2009, όσους βέβαια ενάγοντες αφορά...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσία, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της τότε εκκαλουμένης με αριθμό 2024/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την πρωτοβάθμια απόφαση, ως προς τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους - καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και ήδη αναιρεσείοντες, κατά το κεφάλαιο της "ειδικής αμοιβής", κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αναφορικά με το κεφάλαιο αυτό και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και των διατάξεων του π.δ/τος 178/2002, οι οποίες κατά περιεχόμενο αναλύονται στις νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις οποίες αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως, δε, διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο ως άνω, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα, περί του χαρακτηρισμού της επίδικης σύμβασης, που συνέδεε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με το κοινωφελές Ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", ως ιδιόμορφης σύμβασης, η οποία λειτούργησε παράλληλα και ανεξάρτητα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που συνέδεε έκαστο αυτών με το ανωτέρω Νοσοκομείο και, συνακόλουθα, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της αναγκαίας νόμιμης βάσης, αφού καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να περιλάβει στην απόφασή του και άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανέλυσε τους όρους της ειδικής συμφωνίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων με το κοινωφελές Ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" και δεν περιορίστηκε μόνο στην κατηγορία της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στους προσωπικούς ασθενείς τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Αντίθετα, δέχθηκε, με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες ότι, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεταξύ των διαδίκων μερών έννομης σχέσης, οι ενάγοντες, κατά την παροχή των ιατρικών τους υπηρεσιών προς τους προσωπικούς ασθενείς, τους οποίους οι ίδιοι, κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, είχαν παραπέμψει στο Νοσοκομείο, για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων, αλλά και προς άλλους ασθενείς, τους οποίους είχε συστήσει το ίδιο το Νοσοκομείο ή άλλοι ιατροί του Νοσοκομείου, για την εκτέλεση των απαραίτητων ιατρικών πράξεων, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν με την ένδειξη "Συστήσας Ντυνάν", ενεργούσαν ελεύθερα και ανεξάρτητα και ανέπτυσσαν πρωτοβουλία, χωρίς δηλαδή να τελούν σε σχέση εξάρτησης με το Νοσοκομείο, αναφορικά με τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών, ούτε υπόκειντο στον έλεγχο, στις εντολές και στις οδηγίες των εκπροσώπων του Ιδρύματος, καθορίζοντας ελεύθερα την αμοιβή τους, η οποία ήταν ανεξάρτητη της αμοιβής από τη σύμβαση εργασίας τους, το δε Νοσοκομείο, κατά τη συμφωνία τους, σε σχέση με τους προσωπικούς ασθενείς των εναγόντων, ελάμβανε αμοιβή για τη χρήση των εγκαταστάσεών του, τον εξοπλισμό και την παροχή υπηρεσιών, εκ μέρους του νοσηλευτικού προσωπικού του, ενώ για τους ασθενείς με την ένδειξη "Συστήσας Ντυνάν" τους οποίους παρακολουθούσαν και περιέθαλπαν οι ενάγοντες, το Νοσοκομείο περιορίζονταν στη λήψη μέρους της συνολικής δαπάνης της αμοιβής ιατρού, εξετάσεων, φαρμάκων, νοσηλειών κ.λ.π., που κατέβαλε ο ασθενής ή ο ασφαλιστικός του φορέας, ενώ το υπόλοιπο ελάμβαναν οι θεράποντες ιατροί, με συνέπεια όλες οι ιατρικές πράξεις, που εκτελούντο στο πλαίσιο λειτουργίας της πιo πάνω σύμβασης ελεύθερης συνεργασίας και οι αντίστοιχα καταβαλλόμενες αμοιβές, επειδή οργανώνονταν και πραγματοποιούνταν από τον θεράποντα ιατρό ελεύθερα και χωρίς συνθήκες εξάρτησης, να μην συνιστούν αποδοχές για την παροχή εξαρτημένης εργασίας και να εκφεύγουν της εφαρμογής του άρθρου 4 παρ.1 του π.δ/τος 178/2002.

Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η περαιτέρω αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, για το εάν η ειδική συμφωνία των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων με το κοινωφελές Ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", ήταν προφορική ή έγγραφη. Και τούτο διότι, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, εκτίθεται σαφώς δεν απαιτείτο η αναφορά άλλων περιστατικών, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που αφορούν τη φύση των αποδοχών τους, τον τρόπο σχηματισμού τους, την προέλευσή τους, τον μη προσδιορισμό άλλης σύμβασης, πλην αυτής που είχε συναφθεί με το κοινωφελές Ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", δεν στοιχειοθετούν ανεπάρκεια αιτιολογίας, καθόσον δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης, ως εξαρτημένης εργασίας.

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, υπό τις προαναφερόμενες σαφείς, πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων, δικαιολογείται απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 εδαφ.

α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία αυτών σκέλη, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ότι διέλαβε το μεν αντιφατικές, το δε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, επί του πιο πάνω ζητήματος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους.

Εξάλλου, με τον ίδιο τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες διατυπώνουν την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα διατείνονται ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται στο ότι δεν είναι νοητό, για τους εκτιθέμενους λόγους, να παρέλειψε το ως άνω κοινωφελές Ίδρυμα να συνάψει "ειδική σύμβαση", όπως χαρακτηρίζει την συμφωνία τους αυτή η αναιρεσίβλητη, χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου. Ωστόσο, οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, με την έννοια που προεκτέθηκε, ήτοι δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την, από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 559 αριθμός 18, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, στο άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι στο δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος τον σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής, ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί εάν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση.

Ως "νομικό ζήτημα", θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε να ανάγεται, είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης, που θεσπίζει το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1176/2020, Α.Π. 1360/2018, Α.Π. 534/2015, Α.Π. 1708/2014).

Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτή, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (Α.Π. 1398/2023, Α.Π. 923/2017, Α.Π. 201/2009).

Αν το δικαστήριο της παραπομπής εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσεως της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως, δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί αυτόνομα. Όταν, όμως, η διαφορετική νομική λύση, που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής, στηρίζεται σε λανθασμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση, που δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπεται αναίρεση κατά της αποφάσεώς του, για τον προβλεπόμενο, από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, λόγο (Α.Π. 621/2018, Α.Π. 66/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση, κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση (Α.Π. 1505/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 18 του ΚΠολΔ, ήτοι της μη συμμόρφωσης του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, προς τη με αριθμό 322/2022 αναιρετική απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 4603/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενα.

Όπως όμως προεκτέθηκε, με τη με αριθμό 322/2022 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η με αριθμό 4603/2019 προηγούμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτή, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στους κανόνες δικαίου, που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 του Α.Κ., 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), 1 της με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 και 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, χωρίς, όμως, να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτών.

Κατά συνέπεια, εφόσον η ως άνω προηγουμένη απόφαση αναιρέθηκε, για τον λόγο αυτό, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προς την αναιρετική και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.

Α.Π. 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 42/2002). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017).

Για να ιδρυθεί δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 322/2011, Α.Π. 371/2009). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

Α.Π. 42/2002, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 1588/2011, Α.Π. 1652/2009, Α.Π. 331/2004).

Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικος του (Α.Π. 759/2018, Α.Π. 161/2017, Α.Π. 1967/2009 Α.Π. 1212/2009, Α.Π. 774/1996, Α.Π. 710/1991) Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ. Α.Π. 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 516/2017, Α.Π. 2047/2014, Α.Π. 1573/2006).

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης, αποτελούν διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ, ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ, με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν πλέον ιδιαίτερο, αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.

Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 18/2021, Α.Π. 26/2020, Α.Π. 232/2018, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 17/2015, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 767/2011, Α.Π. 1551/2008) Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν, ο αριθμός της ένορκης βεβαίωσης, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (Α.Π. 18/2021, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 1461/2013, Α.Π. 481/2013).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση, που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου και ότι προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης ή ότι παρέστη ο αντίδικος, κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1679/2022, Α.Π. 176/2020, Α.Π. 1324/2011, Α.Π. 1077/2010, Α.Π. 1690/2010 Α.Π. 1551/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο, δεύτερο και πέμπτο, κατά τα οικεία αυτών σκέλη, λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο της παραπομπής, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έγγραφα που αυτοί νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα το έγγραφο της σύμβασης εργασίας τους, το οποίο είναι καθοριστικό για την λειτουργία και την εφαρμογή των όρων αυτής, καθώς και τις δηλώσεις - βεβαιώσεις, που χορήγησε σε αυτούς το κοινωφελές Ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", στις οποίες οι αξιώσεις αυτών αναφέρονται ως "διεκδικούμενες", προκειμένου να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, για την κατάταξή τους στον, κατ' άρθρο 975 του ΚΠολΔ πίνακα και από το περιεχόμενο των οποίων (εγγράφων), θα αποδεικνύονταν οι ουσιώδεις, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμοί τους.

Επίσης, με τον έκτο λόγο αναίρεσης και σε συνάφεια και συνάρτηση με τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τη με αριθμό ...-2022 ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ. του Α., Προϊσταμένου του Γενικού Λογιστηρίου του Νοσοκομείου, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που εξετάστηκε με επιμέλειά τους και η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου τους, σύμφωνα με τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ.

Δ., που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία (ένορκη βεβαίωση), όπως ισχυρίζονται, ασκούσε καθοριστική επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με τον χαρακτηρισμό των αξιώσεών τους από "μεριδολόγια - αμοιβολόγια", ως μέρος του μισθού τους.

Ωστόσο από τη ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στο 7° φύλλο, εμπρόσθια και οπίσθια σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το, χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες, αιτιολογικό της και δη από το όλο περιεχόμενο της, τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλούνται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό, ήτοι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στους κρινόμενους λόγους της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, την οποία ρητώς μνημονεύει, μεταξύ άλλων, στην αρχή της σκέψης, όπου παρατίθεται το αποδεικτικό του πόρισμα. Και, περαιτέρω, εμμέσως πλην σαφώς, προκύπτει ότι από την αξιολόγηση του περιεχομένου της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, κατέληξε στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων κατά του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελές ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν", για την καταβολή σε αυτούς της "ειδικής αμοιβής", είχαν γεννηθεί στο πλαίσιο ιδιόμορφης σύμβασης ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ αυτών και του νοσοκομείου (άρθρο 361 Α.Κ.), που λειτουργούσε ανεξάρτητα από τη μεταξύ αυτών υφισταμένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και παραλλήλως προς αυτήν.

Έτσι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης, ως προς το πιο πάνω ζήτημα, ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ένορκη βεβαίωση, ασχέτως του ότι κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν γίνεται ειδική μνεία και σχολιασμός του περιεχομένου της.

Ενώ, περαιτέρω, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι πλήττουν εμμέσως τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών, που από αυτό έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, έχει διατυπωθεί με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις.

Επομένως, ο ανωτέρω εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, ο συναφής δεύτερος λόγος, που αποτελεί, εν πολλοίς επανάληψη των αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο πέμπτος και ο έκτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, υπό τα εκτιθέμενα θεμελιώνονται στον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι στο σύνολο τους, κατά τις διακρίσεις που παραπάνω αναφέρθηκαν.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (Α.Π. 2103/2007).

Αλλιώς, ο λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (Α.Π. 1929/2008, Α.Π. 929/2014). Πρέπει, δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η αναιρεσιβαλλομένη ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου, β) η απόφαση, από την οποία δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, γ) το αντικείμενο του δεδικασμένου της απόφασης εκείνης, δ) τα ζητήματα που κρίθηκαν τότε, με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης και ε) οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.

Πρέπει, επίσης, να εξειδικεύονται οι πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς την κατάφαση ή την άρνηση δεδικασμένου, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (Α.Π. 1324/2013, Α.Π. 509/2002).

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο, ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος (Ολ.

Α.Π. 1339/1985 Α.Π. 1795/2007, Α.Π. 1002/2005, Α.Π. 2/2006). Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 (Α.Π. 853/2001, Α.Π. 130/2004, Α.Π. 1858/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της με αριθμό 4603/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η επελθούσα μεταβίβαση της επιχείρησης του νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν" στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, δεν υπάγονταν στις προβλεπόμενες από το άρθρο 6 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002 εξαιρέσεις και, συνεπώς, η διάδοχος εργοδότρια εταιρία ενεχόταν εις ολόκληρον με την αρχική, για τις εργατικές απαιτήσεις του απασχολουμένου στο νοσοκομείο προσωπικού, που είχαν γεννηθεί μέχρι την πιο πάνω μεταβίβαση.

Έτσι, κατά το κεφάλαιο αυτό, αναιρέθηκε η απόφαση αυτή, με τη με αριθμό 322/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου και, ως εκ τούτου, αντικείμενο της δίκης στο δικαστήριο της παραπομπής, ήταν ακριβώς το εάν η αμοιβή των αναιρεσειόντων από "μεριδολόγια - αμοιβολόγια", είχε τον χαρακτήρα πρόσθετου μισθού, στο πλαίσιο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που συνέδεε αυτούς με το Νοσοκομείο ή εάν, αντίθετα, αποτελούσε "ειδική αμοιβή", από παράλληλη και ανεξάρτητη από τη σύμβαση εργασίας συμφωνία αυτών με το Νοσοκομείο.

Η έρευνα του ιδίου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, παρέλκει, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, ούτως ώστε να γεννάται ζήτημα έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά, προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 828/2010). Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002).

Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το έγγραφο αυτό το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 696/2019). Κατά την έννοια της άνω διατάξεως, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Για να είναι δε ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο:

α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως, ώστε, από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο, περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, κατά την ανάγνωση του εγγράφου δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 194/2005), ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο, από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1573/2006) και, επιπλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (Α.Π. 1311/2018, Α.Π. 1875/2006).

Ο αναιρεσείων, εξάλλου, έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του, από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (Α.Π. 533/2009, Α.Π. 437/2005). Τέλος, οι αντιφατικοί, μεταξύ αλλήλων λόγοι αναιρέσεως, που ασκούνται σωρευτικά, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Στην περίπτωση αυτή, υπάγονται οι λόγοι αναίρεσης, όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι το παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθμός 11 και 20 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα (Α.Π. 1294/2018, Α.Π. 757/2015, Α.Π. 537/2012, Α.Π. 579/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία αυτών σκέλη, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ιδίων ως άνω εγγράφων, ήτοι των συμβάσεων εργασίας και των όρων αυτών, καθώς και των περιεχόμενο των ως άνω δηλώσεων - βεβαιώσεων, που χορήγησε σε αυτούς το κοινωφελές Ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", για το ύψος των απαιτήσεων αυτών, προς καταβολή της ειδικής αμοιβής, προκειμένου να αναγγείλουν τις σχετικές απαιτήσεις τους στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνουν τα έγγραφα αυτά.

Οι παραπάνω λόγοι, πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτοι, διότι αντιφάσκουν λογικά με τους, από τον αριθμό 11 εδαφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης (ή τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη και παραμορφώθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν ήταν, βέβαια, δυνατόν να παραμορφωθούν), οι οποίοι (λόγοι) κατά τα ανωτέρω, κρίθηκαν απορριπτέοι.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, προβαλλόμενοι επικουρικά, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, καθώς δεν δέχθηκε διαφορετικά γεγονότα από τα αναγραφόμενα σε αυτά, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, συνεκτίμησε το περιεχόμενο τους, με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για την υπόθεση αυτή, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. τελ., 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 10085/1151/16-12-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 2397/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5663/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολο τους, μεταξύ των διαδίκου, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ