Legislator Case Law & Legislation
1416/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for failing to specify violated procedural rules or non-admissibility arguments.

Case Number 1416/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court improperly evaluated evidence, but the court found their arguments insufficient to establish a procedural violation. The decision was rejected because the appeal failed to identify specific violated legal provisions or demonstrate that the contested evidence was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 14, 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging non-admissibility is inadmissible unless it specifies the violated procedural rules and confirms the non-admissibility was raised before the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural violation non-admissibility argument specific legal provision code of civil procedure evidence evaluation court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 118 no. 4, 502 para. 2, 506 para. 3, 578 of the Code of Civil Procedure
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1416 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1416/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Α. Ε. του Ι. και της Α., 2) Ε. συζύγου Α. Ε., το γένος Γ. και Μ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λειβαδίτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου-καθ' ου η κλήση: Β. Λ. του Μ. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σακελλαρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιουμένη στην καθ' ης η κλήση: Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2012 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Μ. Λ., την από 20-6-2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της δικαιοπαρόχου τους Ε. Μ. του Βασιλείου, και την από 2-12-2013 πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 485/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 799/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2020 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1497/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της αιτήσεως. Σήμερα η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, με την από 17-2-2022 κλήση των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-6-2020 (αρ. κατ. 436/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 799/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: επί της από 26-7-2012 διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής της αρχικώς ενάγουσας Μ. Λ. (που απεβίωσε προ της συζήτησης της, και στη θέση της συνέχισε την δίκη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ο ήδη αναιρεσίβλητος) κατά των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και επί της από 20/6/2013 ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση και ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή των τελευταίων κατά της Ε.

Μ., όπως και της από 2/12/2013 πρόσθετης παρέμβασης της τελευταίας υπέρ των ήδη αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 485/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν παραδεκτές η ανακοίνωση-προσεπίκληση και έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση, ενώ απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες αμφότερες οι αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα).

Ακολούθως με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 799/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, που συνεκδικάσθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση της Ε. Μ. υπέρ των εφεσιβλήτων ήδη αναιρεσειόντων, και στη συνέχεια μετ'εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή η αγωγή.

Ακολούθως επί της ως άνω ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1497/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω της μη επίδοσης της αίτησης στη προσθέτως παρεμβαίνουσα τόσον στην πρωτόδικη, όσον και στην κατ'έφεση δίκη. Ήδη με την από 17/2/2022 κλήση των αναιρεσειόντων νομότυπα επαναφέρεται η κρινόμενη αίτηση, μετά την επίδοση στη τελευταία τόσο της αίτησης, όσο και της κλήσης (όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. 6431-2ε/1-7-22 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτ/κείο Αθηνών Γ.

Σ.), ενώ η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα και αυτή, παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο τρίτος, επομένως κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί του ότι η αρχικώς ενάγουσα δεν ενήργησε τις επικαλούμενες με την αγωγή της πράξεις νομής στο επίδικο, αλλά σε άλλο ακίνητο, είναι αβάσιμος, αφού δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την ως άνω έννοια, αλλά (αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη, για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη, γι' αυτά (ΑΠ 1027/2019, 1349/2018, 886/2017).Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου και του τέταρτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, την ουσιαστική βασιμότητα των εναντίον τους θεμελιούντων την αγωγή ισχυρισμών.

Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από τη, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και, ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστήρια, όλα τα προσκομισθέντα μετ'επικλήσεως έγγραφα και τις ειδικότερα αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται: α) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1505/2018, 873/2019), επιπλέον δε να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

εξαιρετικές περιπτώσεις, την οποία πρέπει επίσης να αναφέρει (ΑΠ 809/2017, 374/2019). Στη προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, καθώς και το τρίτο του δεύτερου και τέταρτου από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ανεπίτρεπτα κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους.

Ωστόσο ο λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, πρωτίστως, ως απαράδεκτοι, διότι δεν προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός ότι το σχετικό απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. εξαιρετικές περιπτώσεις, που να αναφέρουν.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου και του πέμπτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη στοιχείων και ιδία το υπ'αριθ. .../1983 συμβόλαιο του συμ/φου …, την υπ'αριθμ. 432/1988 οικοδομική άδεια της πολεοδομίας Αχαρνών, τα πρακτικά της υπ'αριθμ. 2581/2021 απόφασης του Μον/λους Πρωτ/κείου Αθηνώ, την υπ'αριθμ. 21733/2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου … Μ.

Π., και τις υπ'αριθμ. 142-4/2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αχαρνών. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως - ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, οι αναφερόμενες ένορκες βεβαίωσεις, καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, - αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στους αναιρετικούς αυτούς λόγους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

O από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, ενώ αντιθέτως δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα μέσα (AΠ 775/2017, 764/2016, 1424/2015 ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, τέταρτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του και πέμπτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλομένη απόφαση του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι για τον σχηματισμό της κρίσης του έδωσε μεγαλύτερο βάρος στις αναφερόμενες προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο ένορκες βεβαιώσεις και φωτογραφίες. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς μέμφεται το Εφετείο, όχι διότι προσέδωσε στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν έχουν ή δεν τους προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την έχουν κατά νόμο, αλλά ότι τα έκρινε περισσότερο αξιόπιστα, από τα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν ίο δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 449/2012), αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 566/2010, 598/2010, 2061/2007), εκτός αν υπάρχει εξαίρεση προβλεπόμενη από το άρθρο 562 παρ 2 του ΚΠολΔικ, πράγμα που πρέπει και αυτό να αναφέρεται.

Με τον πρώτο κατά το οικείο δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν κήρυξε το απαράδεκτο κατά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους, των αναφερόμενων ενόρκων βεβαιώσεων, που προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσείοντες. Ωστόσο ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ποιές συγκεκριμμένα δικονομικές διατάξεις παραβιάσθηκαν, αλλά και δεν προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός ότι το σχετικό απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

εξαιρετικές περιπτώσεις, που να αναφέρουν. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που υπέβαλλε και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2020 (αρ. κατ. 436/2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 799/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ