Supreme Court partially allows appeal against labor contract classification, remanding unpaid wages claim for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the Court of First Instance's dismissal of an unpaid wages claim based on an alleged unjust enrichment relationship. The plaintiffs argued the defendant's employment relationship was a genuine apprenticeship rather than a simple labor contract, necessitating higher pay. The court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory regarding the nature of the legal relationship, leading to a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The court must annul a decision if it violates substantive law due to inadequate or contradictory reasoning regarding the nature of the legal relationship, remanding the case for further trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1389 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1389/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Ν., 2) Π. Σ. του Γ., 3) Α. Γ. του Β., 4) Α. Μ. του Δ., 5) Ε. Μ. του Γ., 6) Δ. Α. του Ν., 7) Α. Π. του Α., 8) Ε. Α. του Ε. και 9) Α. Κ. του Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Καμπουράκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου εκ του νόμου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΧΑΪΑΣ" που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καρύδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 409/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 381/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών, ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54), ορίζεται ότι: "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 987/2022, Α.Π. 1129/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 08-04-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 20/11-04-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1174/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.
του ΚΠολΔ) με αριθμό 381/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η από 28-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 217/05-06-2015 έφεση των δέκα τριών (13) εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη εννέα (9) αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 409/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο είχε απορρίψει την από 18-08-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3640/2010 αγωγή τους ως μη νόμιμη στο σύνολό της, ήτοι τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση αυτής.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε την ένδικη έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε εν μέρει την ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της ως άνω αγωγής και, αφού κράτησε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 11-04-2022, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, εντός δηλαδή της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87), δεδομένου ότι από τις 29-08-2019, επομένη ημέρα της δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας θα έληγε στις 29-08-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις 11-04-2022. Επομένως η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., κατά το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ.) προκύπτει ότι, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Αντιθέτως, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης, κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας, σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Α.Π. 589/2022, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 217/2017, Α.Π. 933/2015, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014, Α.Π. 1080/2014, Α.Π. 1592/2009). Συνακόλουθα, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [ στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού ] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ.
του Α.Κ., προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.
Εξάλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες, σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ.
α' και β'). Επίσης, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε, ως περίπτωση κα', στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
Οι συμβάσεις αυτές, φέρουν εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους το χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, ενώ στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού, κατά τα ανωτέρω, προγράμματος υποστηριζόμενου από τον Ο.Α.Ε.Δ., δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.
β' αυτού.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 του Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 του Ν. 3302/2004 "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.
ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση, για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.
Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.
ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση, για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο.
Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007, δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης, ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, η κρίση του δε αυτή στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.
Α.Π. 20/2006), από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ.
Α.Π. 7/2011, 19 και 20/2007, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 795/2020, Α.Π. 217/2017, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014, Α.Π. 865/2014). Από τα ανωτέρω συνάγεται, όμως, περαιτέρω ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (και του άρθρου 21 ν. 2190/1994) και μάλιστα μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (με το Δημόσιο και) με τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή πλέον η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, κατά την δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού και στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης, με βάση τις ως άνω διατάξεις, δεν έχει πλέον ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου και, συνεπώς, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (Α.Π. 731/2023, Α.Π. 509/2016, Α.Π. 142/2016, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014, Α.Π. 6/2014).
Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του Α.Κ. ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας από άκυρη, για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις, από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή, με απλή σχέση εργασίας (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Α.Π. 589/2022, Α.Π. 186/2019 Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 907/2017, Α.Π. 879/2017, Α.Π. 509/2016, Α.Π. 131/2015, Α.Π. 1113/2013). Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας, λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου, λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού, προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
Α.Κ. (Α.Π. 217/2017, Α.Π. 509/2016, Α.Π. 933/2015, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες, για την ίδια εργασία, σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.
Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές, που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (Ολ. Α.Π. 4/2021, Α.Π. 589/2022, Α.Π. 186/2019, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 907/2017, Α.Π. 58/2015, Α.Π. 131/2015), ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (Α.Π. 186/2010).
Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού, στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Α.Π. 589/2022). Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. Α.Κ., ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Α.Π. 131/2015, Α.Π. 1022/2015, Α.Π. 535/2014).
Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001, με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και, παράλληλα, αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ., συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 Α.Κ., το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας, που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 218/1977, Α.Π. 589/2022, Α.Π. 186/2019, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 41/2017, Α.Π. 131/2015, Α.Π. 1293/2015 Α.Π. 1022/2015, Α.Π. 535/2014). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) [ στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε δεν μπορούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη μισθωτού ] προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζόμενου (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Α.Π. 186/2019). Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου, βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου, δεν αποβλέπει, κατά κύριο λόγο, στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' Α.Κ., στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο, υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού, στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (Ολ.
Α.Π. 4/2021) Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., προκύπτει ειδικότερα ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (Α.Π. 509/2016, Α.Π.126/2015, Α.Π. 1073/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 625/2020, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1388/2019). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και, συνακόλουθα, απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι συνολικά δέκα τρεις (13) ενάγοντες και ήδη εννέα (9) αναιρεσείοντες, στην από 18-08-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3640/26-08-2010 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας" κατά της αναφερόμενες ημερομηνίες, προκειμένου να απασχοληθούν στις διοικητικές υπηρεσίες του, στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage).
Ότι οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο καταρτίστηκαν, κατ' επίφαση, για την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, στην πραγματικότητα, όμως, τους ανατέθηκαν καθήκοντα, η φύση και οι συνθήκες παροχής των οποίων έφερε εξ αρχής τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, χωρίς η εργασία τους να διαφέρει εκείνης των μονίμων υπαλλήλων του εναγομένου, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες αυτού, τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ασκώντας σε αυτούς τον έλεγχο και την εποπτεία τους, σχετικά με την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών τους.
Ότι, μετά την παράταση των συμβάσεών τους, το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλοντας με τον τρόπο αυτό τη σύμβασή τους, χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ.
β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν, με κύρια βάση την, εκ της συμβάσεως εργασίας, απορρέουσα ευθύνη του εναγομένου, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
του Α.Κ., 1 και 8 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70ΕΚ και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού: α) να αναγνωρισθεί ότι εργοδότης τους καθόλο το χρονικό διάστημα που παρείχαν τις υπηρεσίες τους ήταν το εναγόμενο, 2) να αναγνωριστεί ότι η σχέση εργασίας που τους συνέδεε με το εναγόμενο δεν ήταν μαθητείας - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, αλλά έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 3) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας εκάστου εξ αυτών, 4) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, στις ίδιες θέσεις που κατείχαν πριν την απόλυσή τους, 5) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει τα ειδικότερα αναφερόμενα, για έκαστο ενάγοντα χρηματικά ποσά, για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, όπως τα επιμέρους ποσά αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή για κάθε αιτία και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του, να τους καταβάλει, για τις ίδιες ως άνω αιτίες, τα ομοίως αναφερόμενα στην αγωγή, για έκαστο ενάγοντα, επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση, 6) επικουρικά αν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες και εφόσον αυτοί (ενάγοντες) παρείχαν ακριβώς την ίδια εργασία, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, τις αποδοχές που θα ελάμβανε άλλος εργαζόμενος, με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, 7) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο όφειλε να τους ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
για την παρασχεθείσα εργασία τους, κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας τους και να καταβάλει τις εργατικές και εργοδοτικές εισφορές, που αντιστοιχούν στην ως άνω προϋπηρεσία τους. Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε ερήμην του εναγομένου και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επομ.
του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 409/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της, ήτοι τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση αυτής.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 28-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 217/05-06-2015 έφεσης από τους ενάγοντες, με την οποία παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 381/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε εν μέρει, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής και, αφού κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, απέρριψε την αγωγή, ως προς την επικουρική βάση αυτής, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων, που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε ενώπιόν του, τυγχάνει απορριπτέα στο σύνολό της, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και ειδικότερα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση αυτής και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής.
Την, κατά τα ανωτέρω, απορριπτική της έφεσης κρίση του, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, την ερειδομένη στον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις των εναγόντων με το εναγόμενο δεν ήταν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας (μαθητείας), αλλά έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες αυτού και τα συνακόλουθα αιτήματα της καταβολής των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών, κ.λ.π., στήριξε στην ακόλουθη αιτιολογία: "Η κύρια βάση της αγωγής που στηρίζεται στον ισχυρισμό των εναγόντων [ ήδη αναιρεσειόντων] ότι οι ένδικες συμβάσεις τους προσχηματικά μόνο χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και τα συνακόλουθα αιτήματα της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης της αποδοχής της εργασίας τους, της καταβολής των αιτουμένων μισθών υπερημερίας, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή (αγωγή), οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας", του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το εφεσίβλητο [ ήδη αναιρεσίβλητο] νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος" με τις συμβάσεις (συμφωνητικά συνεργασίας), που προεκτέθηκαν και υπέγραψαν με το δεύτερο εναγόμενο, δηλαδή συμβάσεις, που ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό τους, καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001) και μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 (που) στο άρθρο 11 του οποίου περιέλαβε ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την προσαρμογή στην Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, σε σύμβαση αορίστου χρόνου και συνεπώς αυτές (συμβάσεις), δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και αν οι ενάγοντες με την εργασία τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με τους ενάγοντες, μη εφαρμοζόμενης, όπως προαναφέρθηκε, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ως μη έχουσας άμεση ισχύ στην ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων των εναγόντων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αφού το εναγόμενο, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου [...].
Ούτε συντρέχουν, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα, οι προϋποθέσεις για το έγκυρο συνάψεως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και στις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Π.Δ. 164/2004, που ρυθμίζουν τα σχετικά ζητήματα [...] καθότι η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου, σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη [...] και, συνεπώς, ως προς τη βάση της αυτή η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη [...]".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998 648 επ., 669 έως 672 του Α.Κ., 22 παρ. 1α, 25 παρ. 3, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον, ως εκ του χρόνου σύναψης των επίδικων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων, μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και του π.δ/τος 164/2004, δεν είναι δυνατή η, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αναγνώριση αυτών, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, έστω και αν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής: "Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, είναι νόμιμη, αφού οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι δεν συνδέονται με τους εναγομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση μαθητείας του καθενός εξ αυτών, λειτούργησε στην πραγματικότητα ως άκυρη σύμβαση εργασίας, τους οφείλονται τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και συγκεκριμένα τις αποδοχές που θα ελάμβανε άλλος εργαζόμενος εγκύρως απασχολούμενος, κατά τις οποίες και ωφελήθηκε ο εναγόμενος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και κατά την ως άνω επικουρική της βάση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, με το σχετικό λόγο της έφεσης.
Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως μη νόμιμη και αφού κρατηθεί η αγωγή, κατά το μέρος αυτό και δικαστεί από το παρόν δικαστήριο, να κριθεί νόμιμη, ως προς το παραπάνω κεφάλαιό της, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 648, 904 επ.
Α.Κ., 22 παρ. 1α του Συντάγματος και 20 παρ. 15 Ν. 2639/1998, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966, ακολούθως δε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες υπέγραψαν η μεν πρώτη στις 22-11-2007, στις 5-10-2007 οι δεύτερος [...], έκτη [...], δέκατη και ενδέκατη, στις 18-10-2007 η τέταρτη, στις 18-12-2007 ο πέμπτος, στις 5-12-2007 η έβδομη, στις 9-10-2007 η όγδοη [...] [ ήδη πρώτη, δεύτερος, τρίτη, τέταρτος, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη, αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων ] συμφωνητικά συνεργασίας με τον εκπρόσωπο του Ο.Α.Ε.Δ.
και τον εκπρόσωπο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το εναγόμενο [ ήδη αναιρεσίβλητο ] νομικό πρόσωπο δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας ", τα οποία συντάχθηκαν από την ΤΥ Προγραμμάτων stage και φέρουν τίτλο " Συμφωνητικό Συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας STAGE στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α και Β βαθμού ".
Κατά τα διαλαμβανόμενα στα εν λόγω συμφωνητικά, που έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο, οι ενάγοντες συμφώνησαν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) συνολικής διάρκειας 18 μηνών, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να το παρακολουθήσουν. Σύμφωνα με το άρθρο 2 όλων των καταρτισθέντων συμφωνητικών συνεργασίας, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την τοποθέτησή τους σε θέση που θα τους προσέφερε η πιο πάνω Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, σύμφωνα με το σκοπό του συμφωνητικού συνεργασίας και ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια να επιδείξουν επιμέλεια τόσο στην θεωρητική, όσο και στην πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην τοποθέτησή τους, σε συγκεκριμένη θέση, η οποία θα ήταν σχετική με τον τομέα της ειδίκευσής τους, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.
Αποδείχθηκε ακόμα ότι οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν σε θέσεις πρακτικής άσκησης στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου και ειδικότερα η πρώτη απασχολήθηκε στη διεύθυνση Μεταφορών της Νομαρχίας Αχαΐας και τα καθήκοντά της ήταν αυτά της διεκπεραίωσης μεταβιβάσεων Ε.Ι.Χ. και Δ.Ι.Χ., της έκδοσης αδειών κυκλοφορίας, της αντικατάστασης πινακίδων και της άρσης των παρακρατήσεων.
Ο δεύτερος απασχολήθηκε στη Διεύθυνση μεταφορών της Νομαρχίας Αχαΐας και τα καθήκοντά του ήταν αυτά της έκδοσης βεβαιώσεων αυτοκινήτων αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, της καταχώρησης δεδομένων υποψηφίων οδηγών για θεωρητική εξέταση, της έκδοσης δελτίων τεχνικού ελέγχου οχημάτων Κ.Τ.Ε.Ο. και της έκδοσης καρτών καυσαερίων [...] Η τέταρτη των εναγόντων απασχολήθηκε στη διεύθυνση τοπογραφικής της Νομαρχίας Αχαΐας, με καθήκοντα χορήγησης τοπογραφικών διαγραμμάτων, διανομών και αναδασμών από το αρχείο, της δακτυλογράφησης εγγράφων και της χρήσης Η/Υ και στο Νομαρχιακό Συμβούλιο, με τα καθήκοντα της δημοσίευσης μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, της δακτυλογράφησης αποφάσεων, προσκλήσεων και διαβιβαστικών εγγράφων.
Ο πέμπτος των εναγόντων απασχολήθηκε στη διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αχαΐας, με καθήκοντα που ανάγονταν στη γραμματειακή υποστήριξη, την χρήση Η/Υ και την κίνηση πρωτοκόλλου. Η έκτη ενάγουσα απασχολήθηκε στις Διοικητικές Υπηρεσίες της Νομαρχίας Αχαΐας, με καθήκοντα της γραμματειακής υποστήριξης, παροχής πληροφοριών στο κοινό και εξυπηρέτησής του.
Η έβδομη ενάγουσα απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Μεταφορών της Νομαρχίας Αχαΐας, με καθήκοντα διεκπεραίωσης μεταβιβάσεων Ε.Ι.Χ. και Δ.Ι.Χ., της έκδοσης αδειών κυκλοφορίας, αντικατάστασης πινακίδων και της άρσης των παρακρατήσεων. Η όγδοη των εναγόντων απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αχαΐας, με καθήκοντα χρήσης Η/Υ και διεκπεραίωσης εγγράφων, στο γραφείο του αντινομάρχη έργων [...] Η δέκατη ενάγουσα απασχολήθηκε στη διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχίας Αχαΐας και τα καθήκοντά της ήταν η χρήση Η/Υ, η διεκπεραίωση αλληλογραφίας, η αρχειοθέτηση εγγράφων και κίνηση πρωτοκόλλου.
Η ενδέκατη ενάγουσα απασχολήθηκε στις διοικητικές υπηρεσίες της Νομαρχίας Αχαΐας, με καθήκοντα κίνησης πρωτοκόλλου, διεκπεραίωσης αλληλογραφίας και εξυπηρέτησης πολιτών [...]. Μετά τη λήξη των αρχικών συμφωνητικών συνεργασίας, δυνάμει της με αριθμό ...-2009 απόφασης του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., αποφασίστηκε η παράταση της διάρκειας του προγράμματος για 12 επιπλέον μήνες, όπου μπορούσαν να συμμετάσχουν και εκείνοι των οποίων η διάρκεια του αρχικού προγράμματος είχε λήξει πριν τη δημοσίευση της παράτασης.
Έτσι, οι ενάγοντες, με τις ιδιότητες, που ανωτέρω εκτέθηκαν, ασκήθηκαν στο εναγόμενο, τόσο κατά την αρχική διάρκεια του προγράμματος, όσο και κατά την 12μηνη παράταση αυτού. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος, ο Ο.Α.Ε.Δ., όπως προκύπτει από τα συμφωνητικά συνεργασίας που καταρτίστηκαν, είχε αναλάβει την λογιστική παρακολούθηση του προγράμματος και την υποχρέωση να καταβάλει στους συμβαλλόμενους, για κάθε ημέρα και συνολικά όχι πλέον των 22 ημερών ανά μήνα, το ποσό των 30 ευρώ μικτά ημερησίως, για τους πτυχιούχους Α.Ε.Ι.
και Τ.Ε.Α. και 25 ευρώ μικτά ημερησίως, για τους διπλωματούχους Ι.Ε.Κ. και για του αποφοίτους των Τ.Ε.Λ. Ε.Π.Α., ΤΕΕ Β' κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης. Το ωράριο των συμβαλλομένων δεν θα ξεπερνούσε τις 7 ώρες ημερησίως, επί πέντε ημέρες ανά εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή και δεν θα πραγματοποιείτο βραδυνές ώρες, πέραν των 22.00'.
Τέλος, ο Ο.Α.Ε.Δ. είχε την αποκλειστική ευθύνη για τη διαδικασία παρακολούθησης και ελέγχου υλοποίησης του προγράμματος, μέσω των υπαλλήλων ελεγκτών του και ο φορέας υλοποίησης, δηλαδή εν προκειμένω το εναγόμενο ήταν υποχρεωμένο να συνεργάζεται, να παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και ενημέρωση προς τους ελεγκτές υπαλλήλους.
Για το προαναφερόμενο διάστημα, κατά το οποίο διήρκεσε το πρόγραμμα, η ημερήσια αποζημίωση που καταβαλλόταν στους ενάγοντες ανήρχετο στο ποσό των 30 ευρώ μικτά, για την πρώτη και δεύτερο των εναγόντων και στο ποσό των 25 ευρώ για τους λοιπούς ενάγοντες, κατά τα συμφωνηθέντα στα συμφωνητικά συνεργασίας.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η τοποθέτηση των εναγόντων στις προαναφερθείσες θέσεις, έγινε με κριτήριο τα προσόντα εκάστου εξ αυτών και αποσκοπούσε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας των ιδίων και όχι στην εξυπηρέτηση αναγκών των υπηρεσιών του εναγομένου.
Συνεπώς, κατά την κατάρτιση των επίδικων συμφωνητικών συνεργασίας, οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στην εκπαίδευση των μαθητευομένων, γεγονός που και οι ίδιοι γνώριζαν και αποδέχθηκαν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατά τη διάρκεια του προγράμματος, δεν τελούσαν σε σχέση ιδιαίτερης νομικής και προσωπικής εξάρτησης από το εναγόμενο και τούτο διότι, ως άνεργοι, είχαν συνάψει με τον εναγόμενο και τον Ο.Α.Ε.Δ., στο πλαίσιο ενός νομοθετικού καθεστώτος, που ίσχυε για ολόκληρη την Επικράτεια, σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, που επρόκειτο να αποκτηθεί στο αντικείμενο παροχής των διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών του εναγομένου, απασχολούνταν πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, Δευτέρα με Παρασκευή, με ωράριο που είχε προβλεφθεί από τα συμφωνητικά συνεργασίας, που είχαν συνάψει, αμείβονταν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα συμφωνητικά αυτά, ήτοι με αμοιβές κατώτερες των υπαλλήλων του εναγομένου και εκπαιδεύονταν στους τομείς, που είχαν οριστεί να αναλάβουν, ήτοι στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου και, επομένως, το ωράριο, οι αποδοχές και τα καθήκοντά τους είχαν οριστεί από τα συμφωνητικά συνεργασίας και όχι από το εναγόμενο.
Ομοίως, δε, η χρονική διάρκεια της απασχόλησής τους ήταν ορισμένη από τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες και αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ως φορείς υλοποίησης αυτών και όχι μόνο το εναγόμενο, ενώ η αρχική διάρκεια του προγράμματος παρατάθηκε όχι με πρωτοβουλία του εναγομένου, αλλά κατόπιν απόφασης του Ο.Α.Ε.Δ., η οποία αφορούσε το σύνολο των φορέων υλοποίησης του προγράμματος.
Η εργασία που παρείχαν, δεν έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσής τους και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενό τους. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε οποιαδήποτε σχέση εξάρτησης, κατά την έννοια του νόμου, ούτε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών ότι οι ενάγοντες, αντίθετα με τα διαλαμβανόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, απασχολήθηκαν τελικά εξυπηρετώντας αυξημένες ανάγκες του εναγομένου, λαμβάνοντας εντολές από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων υπηρεσιών και δεχόμενοι τον έλεγχο και την εποπτεία τους.
Με τα δεδομένα αυτά, δεν συνδέει τους διαδίκους, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, που διαμορφώθηκε, τόσο από το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνητικών συνεργασίας, αλλά και από τα αποδειχθέντα σχετικά με την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους προσιδιάζει στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και όχι σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Τούτο διότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν, προεχόντως, στην προαγωγή του ατομικού οφέλους των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων με την επαγγελματική εκπαίδευση και εξειδίκευσή τους, που παρείχε την προοπτική της επαγγελματικής τους αποκατάστασης, ως ατόμων που έχουν εξειδικευμένη εργασιακή εμπειρία και, δευτερευόντως και κατά αναγκαία συνέπεια, στην, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παροχή εκ μέρους των εναγουσών εργασίας.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων που εξετάστηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος, όλως αορίστως, αναφέρει ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και είχαν τα ίδια καθήκοντα με τους μόνιμους υπαλλήλους. Το γεγονός ότι είχαν προϊσταμένους, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του ο ίδιος μάρτυρας, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθώς στα πλαίσια της εκπαίδευσης, οι ενάγοντες ελάμβαναν οδηγίες και από αρμόδιους μόνιμους υπαλλήλους, ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, πράξη που συνδέεται με την αρτιότερη εκπαίδευση αυτών και δεν καταδεικνύει εξάρτηση από το εναγόμενο, καθώς δεν αναφέρθηκε καμία ενέργεια των ως προϊσταμένων, που να αναθέτει στους ενάγοντες εργασίες, που εκφεύγουν από το πλαίσιο των ανατεθέντων με τα συμφωνητικά συνεργασίας καθήκοντά τους.
Επιπλέον, οι με αριθμούς πρωτοκόλλου ...-2010, ...-2010, ...-2018, ...-2018 βεβαιώσεις του Ο.Α.Ε.Δ. και οι με αριθμούς πρωτοκόλλου ...-2010, ...-2009, ...-2010, ...-2010, ...-2010, ...-2010, ...-2010 και ...-2009 βεβαιώσεις του εναγομένου, αναφέρονται και βεβαιώνουν την ολοκλήρωση της άσκησης των εναγόντων, που απασχολήθηκαν με τα προαναφερόμενα καθήκοντα στους τομείς που προαναφέρθηκαν.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διάδικοι δεν συνδέονται μεταξύ τους με σχέση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά οι επίδικες συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας, με συνέπεια να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε και συντρέχει λόγος εφαρμογής των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς οι ενάγοντες έχουν λάβει τις συμφωνηθείσες με τα συμφωνητικά συνεργασίας αποδοχές τους, τις οποίες και μόνον δικαιούνται ...".
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, έτι δε περαιτέρω και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας και συγκεκριμένα στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, καθόσον δεν παραθέτει με σαφήνεια και επάρκεια τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ώστε να θεμελιώνεται σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα, αλλά διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας μαθητείας (σχέσης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου).
Ειδικότερα, δεν αναφέρει εάν οι αναιρεσείοντες ασκούσαν ή όχι τα ίδια καθήκοντα με το τακτικό προσωπικό του αναιρεσιβλήτου, ούτε δικαιολογεί την πολύμηνη συνεχή απασχόληση των αναιρεσειόντων, σε αντικείμενα που δεν απαιτούσαν ιδιαίτερα απαιτητική εκπαίδευση και συγκεκριμένα δεν εξηγεί πειστικά πως ο κύριος σκοπός των διαδοχικών ως άνω συμβάσεων ήταν η επαγγελματική κατάρτιση και η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, που εκ των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτείνεται σε περιορισμένο χρόνο, ολίγων μηνών το πολύ, για την εκμάθηση των καθηκόντων της υπηρεσίας, στην οποία οι αναιρεσείουσες είχαν τοποθετηθεί, με ανάθεση σε αυτές αντίστοιχης εργασίας, ενώ κατά τις οικείες παραδοχές, η σχέση εργασίας τους, διήρκεσε συνολικά, μετά τις παρατάσεις, επί τριάντα (30) περίπου μήνες ενώ δεν διαλαμβάνει περαιτέρω αιτιολογίες ως προς τον όγκο των εκκρεμουσών στις υπηρεσίες που απασχολήθηκαν υποθέσεων και ως προς την πλήρωση ή μη τυχόν υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων, ούτως ώστε να κριθεί εάν η παροχή των υπηρεσιών αυτών απέβλεπε κατά κύριο ή μη λόγο, στην εκμάθηση της εργασίας ή στην εργασία αυτών και δευτερευόντως στην εκμάθηση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας μαθητείας (σχέσης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου), πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και οι εντεύθεν, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, για διαφορές αποδοχών και οι, εκ των σχετικών διατάξεων που τις προβλέπουν αξιώσεις αυτών, για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, διότι η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχουν εφαρμογή τα άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992, 30 παρ. 1 και 2 του Ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ.
β' Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α' 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208 / 27.9.2013), περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά στην υπόθεση αυτή εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο (πρβλ. Α.Π. 788/2022, Α.Π. 745/2021, Α.Π. 559/2021 Α.Π. 151/2020, Α.Π. 106/2020, Α.Π. 1073/2019), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, τη με αριθμό 381/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο και κατά τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της από 18-08-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3640/26-08-2010 αγωγής.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο και διάταξη στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Πατρών), συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ