Supreme Court dismisses appeal on labor contract nature and procedural defect, ordering costs against appellants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by 58 individuals against a first-instance judgment regarding their employment contracts. The appellants argued that their agreements were not standard employment contracts but rather 'stage' contracts under the European Employment Strategy, and one appeal cited a procedural defect regarding the statute of limitations. The court rejected the substantive claim as the contracts were standard employment agreements and dismissed the procedural argument as vague and lacking specific details required by law. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 177, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 267 of the Treaty on the Functioning of the European Union: The Supreme Court rejects appeals where the contested decision correctly identifies the legal nature of the contract as a standard employment agreement and where the appellant fails to substantiate procedural objections with specific details required by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 745 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 745/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
A) Των αναιρεσειόντων:
1. Μ. Μ. του Α., κατοίκου … Ροδόπης,
2. Τ. Έ. του Ν., κατοίκου ... Ηλείας,
3. Γ. Ε. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
4. Λ. Σ. του Α., κατοίκου ... Έβρου,
5. Κ. Π. του Γ., κατοίκου ... Ηλείας,
6. Π.- Γ. Ε. του Α., κατοίκου ...Αττικής,
7. Μ. Β. του Ι., κατοίκου ... Πέλλας,
8. Π. Σ. του Σ., κατοίκου … Καρδίτσας,
9. Β. Δ. του Ι., κατοίκου ... Μαγνησίας,
10. Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ...Ιωαννίνων,
11. Τ. Γ. του Ι., κατοίκου... Αττικής,
12. Μ. Κ. του Σ., κατοίκου … Έδεσσας,
13. Β. Ε. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,
14. Μ. Ά. του Κ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης,
15. Π. Ε. του Α., κατοίκου ... Αττικής,
16. Ι. Φ. του Κ., κατοίκου ... Ηλείας,
17. Ν. Χ. του Κ., κατοίκου ... ... Μαγνησίας,
18. Σ. Κ. του Α., κατοίκου … Θεσσαλονίκης,
19. Σ. Λ. του Β., κατοίκου … Φλώρινας,
20. Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ... Μαγνησίας,
21. Κ. Π. του Κ., κατοίκου … Ημαθίας,
22. Χ. Ε. - Δ. του Β., κατοίκου ... Μαγνησίας,
23. Τ. Μ. του Γ., κατοίκου …Ροδόπης,
24. Σ. Α. του Α., κατοίκου … Αιτωλοακαρνανίας,
25. Γ. Κ. του Α., κατοίκου … Αχαΐας,
26. Α. - Δ. Κ. του Χ., κατοίκου …Έδεσσας,
27. Μ. Π. του Γ., κατοίκου ... Πιερίας,
28. Μ. Β. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
29. Μ. Ε. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,
30. Λ. Α. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
31. Γ. Ι. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
32. Τ. Β. του Μ., κατοίκου … Καρδίτσας,
33. Σ. Ε. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
34. Τ. Α. του Κ., κατοίκου ... Μαγνησίας,
35. Π. Κ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής,
36. Β. Δ. του Λ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης,
37. Ί. Ε. του Ι., κατοίκου ... Κοζάνης,
38. Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ... Θεσπρωτίας,
39. Ι. Μ. του Π., κατοίκου ... Ηγουμενίτσας,
40. Φ. Η. του Ι., κατοίκου ...,
41. Π. Ε. του Ι., κατοίκου … Αιτωλοακαρνανίας,
42. Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ... Κρήτης,
43. Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ... Φθιώτιδας,
44. Κ. Α. του Α., κατοίκου ... Αχαΐας,
45. Ζ. Χ. του Δ., κατοίκου ... Έβρου,
46. Σ. Α. του Β., κατοίκου ... Πιερίας,
47. Χ. Μ. του Γ., κατοίκου … Λάρισας,
48. Π. Β. του Κ. - Θ., κατοίκου ... Αττικής,
49. Δ. Ε. του Σ., κατοίκου ... Έβρου,
50. Π. Α. του Κ., κατοίκου ... Μαγνησίας,
51. Κ. Μ. του Ι., κατοίκου … Λάρισας,
52. Τ. Λ. του Γ., κατοίκου … Αιτωλοακαρνανίας,
53. Σ. Ο. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,
54. Σ. Α. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
55. Ο. Μ. του Κ., κατοίκου ... Έβρου,
56. Κ. Ε. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,
57. Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
58. Τ. Κ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
59. Σ. Χ. του Χ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης,
60. Δ. Α. του Α., κατοίκου ... Κοζάνης,
που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ – ΟΑΕΔ», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Κελαϊδή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
B) Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ – ΟΑΕΔ», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Κελαϊδή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:
1. Μ. Μ. του Α., κατοίκου … Ροδόπης,
2. Τ. Έ. του Ν., κατοίκου ... Ηλείας,
3. Γ. Ε. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
4. Λ. Σ. του Α., κατοίκου ... Έβρου,
5. Κ. Π. του Γ., κατοίκου ... Ηλείας,
6. Π. - Γ. Ε. του Α., κατοίκου ... Αττικής,
7. Μ. Β. του Ι., κατοίκου ... Πέλλας,
8. Π. Σ. του Σ., κατοίκου … Καρδίτσας,
9. Β. Δ. του Ι., κατοίκου ... Μαγνησίας,
10. Κ. Σ. του Γ., κατοίκου … Ιωαννίνων,
11. Τ. Γ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
12. Μ. Κ. του Σ., κατοίκου … Έδεσσας,
13. Β. Ε. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,
14. Μ. Ά. του Κ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης,
15. Π. Ε. του Α., κατοίκου ... Αττικής,
16. Ι. Φ. του Κ., κατοίκου ... Ηλείας,
17. Ν. Χ. του Κ., κατοίκου ... ... Μαγνησίας,
18. Σ. Κ. του Α., κατοίκου … Θεσσαλονίκης,
19. Σ. Λ. του Β., κατοίκου … Φλώρινας,
20. Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ... Μαγνησίας,
21. Κ. Π. του Κ., κατοίκου … Βέροιας,
22. Χ. Ε. - Δ. του Β., κατοίκου ... Μαγνησίας,
23. Τ. Μ. του Γ., κατοίκου … Ροδόπης,
24. Σ. Α. του Α., κατοίκου … Αιτωλοακαρνανίας,
25. Γ. Κ. του Α., κατοίκου … Αχαΐας,
26. Α. - Δ. Κ. του Χ., κατοίκου … Έδεσσας,
27. Μ. Π. του Γ., κατοίκου ... Πιερίας,
28. Μ. Β. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
29. Μ. Ε. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,
30. Λ. Α. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
31. Γ. Ι. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
32. Τ. Β. του Μ., κατοίκου … Καρδίτσας,
33. Σ. Ε. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
34. Τ. Α. του Κ., κατοίκου ... Μαγνησίας,
35. Π. Κ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής,
36. Β. Δ. του Λ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης,
37. Ί. Ε. του Ι., κατοίκου ... Κοζάνης,
38. Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ... Θεσπρωτίας,
39. Ι. Μ. του Π., κατοίκου ... Ηγουμενίτσας,
40. Φ. Η. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
41. Π. Ε. του Ι., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας,
42. Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ... Κρήτης,
43. Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ... Φθιώτιδας,
44. Κ. Α. του Α., κατοίκου ... Αχαΐας,
45. Ζ. Χ. του Δ., κατοίκου ... Έβρου,
46. Σ. Α. του Β., κατοίκου ... Πιερίας,
47. Χ. Μ. του Γ., κατοίκου … Λάρισας,
48. Π. Β. του Κ. - Θ., κατοίκου ... Αττικής,
49. Δ. Ε. του Σ., κατοίκου ...,
50. Π. Α. του Κ., κατοίκου ... Μαγνησίας,
51. Κ. Μ. του Ι., κατοίκου … Λάρισας,
52. Τ. Λ. του Γ., κατοίκου … Αιτωλοακαρνανίας,
53. Σ. Ο. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,
54. Σ. Α. του Π., κατοίκου ... Αττικής,
55. Ο. Μ. του Κ., κατοίκου ... Έβρου,
56. Κ. Ε. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,
57. Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
58. Τ. Κ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,
59. Σ. Χ. του Χ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης,
60. Δ. Α. του Α., κατοίκου ... Κοζάνης,
που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.11.2010 αγωγή των ήδη (A) αναιρεσειόντων – (Β) αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3270/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2609/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι: (Α) αναιρεσείοντες με την από 19.04.2019 αίτησή τους και (Β) αναιρεσείον με την από 23.04.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου – Μπουλταδάκη.
Ο πληρεξούσιος των (Α) αναιρεσειόντων (Β) αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις από 19.04.2019 (αριθμ. καταθ. 343/22.4.2019) και από 23.04.2019 (αριθμ. καταθ. 357/24.4.2019) αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθμ. 2609/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, 6/2019, 4/2018).
(Α) Επί της από 19.04.2019 αιτήσεως αναιρέσεως των 1) Μ. Μ. κλπ (σύν. 60): Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17.04.2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να «μονιμοποιηθεί») ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά «μετατροπή» της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Συνεπώς, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.04.2001 και εφ’ εξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ’ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Επομένως, στις συναφθείσες μετά την 17.04.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 ΒΔ 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007).
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 § 1 (όπως η § 1 συμπληρ. με την § 8 του άρθρου 6 Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998, ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα ΚΕΚ, σε ΑΕΙ – ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (§ 1) και με τη δεύτερη ότι ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (§ 15 εδ. α' και β').
Εξάλλου, με το ΠΔ 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.06.1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ’ αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Στο άρθρο 2 § 2 δε του ίδιου ΠΔ (164/2004) ορίσθηκε ρητά ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 Ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 § 2 Ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην § 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ενώ, με το άρθρο 20 § 4 Ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 § 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των §§ 1 και 2 του άρθρου 14 Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28.12.2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ’ εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1052/2018).
Εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια» και «Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ’ αυτό», συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.
Περαιτέρω, με το ΠΔ 1022/1977 (ΦΕΚ Α' 343) ο ΟΑΕΔ εξαιρέθηκε από την εφαρμογή των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 «περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ» (ΦΕΚ Α' 204), επομένως και από εκείνες που αφορούν την παραγραφή απαιτήσεων κατά του Οργανισμού (δηλ. των άρθρ. 46-54 του ΝΔ 496/1974). [Με το άρθρο μόνο του ΠΔ 314/1987 (ΦΕΚ Α' 149) ορίστηκε ότι: «Οι διατάξεις των άρθρ. 4, 8, 17, 18 και 19 του ΝΔ 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", όπως διαμορφώθηκαν με το Ν. 369/1976, καθώς και οι διατάξεις του ΠΔ 470/1975 (που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρ. 19 του ανωτέρω Ν.Δ/τος) εφαρμόζονται και για τον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), καταργουμένης της εξαίρεσης που θεσπίστηκε για τα θέματα αυτά με το ΠΔ 1022/1977»]. Σύμφωνα με τη διάταξη της § 5 του άρθρου 33 ΝΔ 2961/1954 «περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ανεργίας" (ΦΕΚ Α' 197), όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 6 Ν. 3252/1955 (ΦΕΚ Α' 142), «αι διατάξεις των άρθρων 19, 26 και 27 του Α.Ν. 1846/1951 ως τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως εφαρμόζονται αναλόγως και επί του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας».
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της § 1 του άρθρου 19 ΑΝ 1846/1951 (ΦΕΚ Α' 179), «το Ι.Κ.Α. απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον». Επανάληψη των ως άνω ρυθμίσεων συνιστά η διάταξη της § 1 του άρθρου 14 Ν. 1545/1985 «Εθνικό σύστημα προστασίας από την ανεργία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 91), σύμφωνα με την οποία «ο Ο.Α.Ε.Δ. απαλλάσσεται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλος δασμό ή εισφορά υπέρ του δημοσίου, καθώς και από τα δικαστικά τέλη και έχει όλες ανεξαίρετα τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια που ισχύουν κάθε φορά για το δημόσιο».
Από την όλη διατύπωση των διατάξεων αυτών, παρά την ατέλειά τους, εκτιμάται ότι στην εξομοίωση του ΟΑΕΔ και του ΙΚΑ με το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια αυτού, στα οποία εντάσσεται και η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 90 § 3, 93, 94 εδ. τελ. Ν. 2362/1995 διετής παραγραφή (ΟλΑΠ 21/2008).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995 «περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του κράτους», η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο και, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) αυτού, «Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια».
Η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν 2362/1885, με την οποία ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ότι οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται μετά διετία με χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής τη γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως, η οποία, όπως προελέχθη εφαρμόζεται και επί των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΟΑΕΔ κατ’ αυτού είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 16 εδ.
α' Ν. 3762/2009 «Αναδιοργάνωση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Ε.Π.Ε), ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών εποπτευόμενων από το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και άλλες διατάξεις», σύμφωνα με την οποία «Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Ο.Α.Ε.Δ. παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής», με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του ΟΑΕΔ, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 16 Ν. 3762/2009, και επομένως κατισχύει αυτής.
Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, ισχύουσα κατά τα άνω και για τους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των παρόμοιων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ) αλλά και από το χρόνο παραγραφής (επίσης πενταετία) όλων των άλλων χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (άρθρο 90 § 1 Ν. 2362/1995), καθώς και (πενταετία ή εικοσαετία) των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρο 86 §§ 2 & και 3 Ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, πράγμα απαραίτητο για τη λειτουργία της υπηρεσίας του, καθώς και την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς το οποίο διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου σε περίπτωση διεκδικήσεως των δικαιωμάτων τους.
Ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στις συναφείς συνταγματικές αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που καθιερώνονται αντίστοιχα με τα άρθρα 2 § 1 και 25 § 1 αυτού, β) στις διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 § 3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (ΑΕΔ 1/2012, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 796/2018, ΑΠ 1408/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:
Με την από 25.11.2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 206859/7259/2010) αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν, ότι δυνάμει συμβάσεων, που καταρτίστηκαν από το Νοέμβριο του έτους 2004 έως 15.02.2008, όπως ειδικότερα για καθένα αναφέρεται στην αγωγή ως προς την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης, και ονομάστηκαν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage), απασχολήθηκαν για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου – αναιρεσείοντος, στις υπηρεσίες που αυτό καθόρισε ως «φορείς υλοποίησης» του άνω προγράμματος, υπό τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή ειδικότητες και θέσεις στις αναφερόμενες, επίσης, ημεροχρονολογίες.
Ότι οι αρχικές συμβάσεις, που ήταν για δεκαοκτώ (18) μήνες, παρατάθηκαν έως τα έτη 2009-2010, όπως αναλυτικά αναφέρουν για καθένα στο αγωγικό δικόγραφο, και με αμοιβή, που οριζόταν στις εν λόγω συμβάσεις. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά απασχολούνταν με πλήρες ωράριο, όπως και το τακτικό προσωπικό, με τα καθήκοντα που καθένας εξ αυτών ειδικότερα περιγράφει, έφερε δε η σύμβασή τους τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι η πρόσληψη τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας δεν δικαιολογούνταν από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας τους, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά αυτή έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον οι συμβάσεις τους εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, διότι από την πρόσληψη τους απασχολούνταν συνεχώς για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού, κατά τα στην αγωγή ιστορούμενα.
Ότι, ενόψει του ότι παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτή των τακτικών υπαλλήλων του εναγομένου, έπρεπε να αμείβονται και με τους αντίστοιχους μισθούς που προβλέπονται από το Ν. 3205/2003, δηλαδή με το μισθολόγιο που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Και ότι το εναγόμενο τους κατέβαλλε, για το χρονικό διάστημα που καθένας απασχολήθηκε, αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, ενώ επίσης δεν τους κατέβαλλε επιδόματα εορτών και αποδοχές – επιδόματα αδείας, καθώς και αποζημίωση λόγω μη χορήγησης της ετήσιας αδείας αναψυχής.
Κατόπιν των ανωτέρω ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. να καταβάλει στον καθένα από αυτούς 12.000 ευρώ και να αναγνωριστεί, ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα υπόλοιπα αναφερόμενα στην αγωγή για καθένα χρηματικά ποσά, με βάση τη σύμβαση εργασίας, που τους συνέδεε, και τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον ωφελήθηκε το εναγόμενο, με το να αποφύγει να καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά σε μόνιμους υπαλλήλους, που, διαφορετικά, θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει, με τον νόμιμο τόκο, όπως αναφέρουν στην αγωγή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η 3270/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 21.12.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 7980/2015) έφεση και το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. την από 02.07.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4635/2014) τοιαύτη και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκανε τυπικά δεκτές τις εφέσεις, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγόντων, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και κατά την πρώτη επικουρική βάση της, ως μη νόμιμη και στη συνέχεια έκανε δεκτή εν μέρει κατ’ ουσίαν κατά την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της και ως προς τα οφειλόμενα απευθείας εκ του νόμου δώρα εορτών και αποδοχές – επιδόματα αδειών για το μετά την 01.01.2008 χρονικό διάστημα (κρίνοντας τις αξιώσεις του προηγούμενου χρονικού διαστήματος ως παραγεγραμμένες) και κατά το μέρος τούτο (που έκανε δεκτό) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, η οποία ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο έκρινε ως εξής:
«| [...] Οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και 6 του Ν. 2527/1997 και δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτε να αναγνωριστούν ως τέτοιες, ακόμα και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, το οποίο κατά ρητή επιταγή του, άλλωστε, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.
α) και με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70, προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό σημείο αυτό και όχι αυτών που μεταγενέστερα καταρτίστηκαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που η πρώτη σύμβαση καθενός από τους ενάγοντες καταρτίστηκε μετά την 19.7.2004, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΠΔ 164/2004, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται έκτοτε, μετά την έναρξη ισχύος του, κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει όχι τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, την καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών του και αποζημίωση, καθώς και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.
Ότι όσον αφορά τον ισχυρισμό περί σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αυτός προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καθόσον έχουν συναφθεί υπό την ισχύ του, καθώς και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου ΝΠΔΔ, διότι το εναγόμενο δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ, οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησής τους προσκρούει στη ρητή απαγόρευση τόσο του άρθρου 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου όσο και στο άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ ούτε μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 σύμφωνα με τις οποίες είναι δυνατή η μετατροπή μιας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης διατάξεων του ν. 2112/1920, αφού όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, όπως στην προκειμένη περίπτωση με τις συμβάσεις των εναγόντων και με το ν. 2190/1994, η κατάρτιση της σύμβασης εργασίας αυτής δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920.
Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι επίδικες συμβάσεις των εναγουσών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον στη διάταξη της παρ. 1 της ρήτρας 2 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας ορίζεται ότι η Οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με εξαίρεση:
α) τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας και β) τις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι δεν εφαρμόζεται η συμφωνία πλαίσιο.
Ότι σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις, επομένως, και τα στην αγωγή δεδομένα δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού τέτοια σύμβαση προσκρούει στο Π.Δ. 164/2004, στα άρθρα 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, όπως προαναφέρθηκε, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ως προς τη βάση της αγωγής για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, επίσης η αγωγή είναι απορριπτέα, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, όπως προαναφέρθηκε, ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και, δεχόμενο την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, επιδίκασε σ' αυτούς τις αιτούμενες διαφορές για το επίδικο διάστημα (πλην των ετών 2004 έως και 2007 για τις οποίες δέχθηκε ότι έχουν υποκύψει τη διετή παραγραφή) έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της κρινόμενης έφεσης του εναγομένου, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τις άνω κρίσεις και διατάξεις της (κεφάλαια) που αφορούν στην κύρια βάση της και τη βάση περί παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης […]|»
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείοντες αιτούντο διαφορές αποδοχών εξ εγκύρων συμβάσεων εργασίας, άλλως βάσει της Συνταγματικής αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ εργαζομένων που παρέχουν ίσης αξίας εργασία, ορθά, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν παραβίασε ευθέως αυτές και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης της συνεκδικαζόμενης από 19.04.2019 αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παραβίασε τον εφαρμοστέο Ν. 2112/1920 με εσφαλμένη κρίση και υιοθέτηση απαγορεύσεων που θέτει το άρθρο 103 §§ 2, 7 και 8 του Συντάγματος, αλλά και η μη αφορώσα και ισχύουσα στην περίπτωσή τους διάταξη του άρθρου 21 Ν. 2190/1994, καθώς και τη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για ίση παρεχόμενη εργασία των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο της από 19.04.2019 αίτησης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεχόμενη μόνο την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904), τους επιδίκασε εσφαλμένα μόνο το ανά μήνα βασικό νόμιμο μισθό του 18ου μ.κ., το κίνητρο απόδοσης και τα δώρα εορτών και επιδόματα άδειας, υπολογιζόμενα επί του βασικού μισθού, απορρίπτοντας όλα τα διεκδικούμενα περαιτέρω ποσά (για τριετίες, επιδόματα, προσαυξήσεις), ενώ όφειλε να τους επιδικάσει αμοιβή ίδια με τις πλήρεις αποδοχές των εργαζομένων με έγκυρη σύμβαση εργασίας μονίμων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του αντιδίκου (είτε με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε αορίστου, είτε μονίμων), παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 22 § 1α του Συντάγματος, 20 § 15 Ν. 2638/1998, 648 επ. και 905 επ. ΑΚ.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής:
«| [...] Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, ότι, δηλαδή, σκοπός ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας στο εναγόμενο και συγκεκριμένα στις παρακάτω υπηρεσίες του, καθόσον όλοι οι ενάγοντες απασχολούνταν όχι ως μαθητευόμενοι αλλά με τους ίδιους όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελούσαν δε υπό τις ίδιες δεσμευτικές οδηγίες του εναγομένου σε σχέση με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους.
Ότι ειδικότερα οι ενάγοντες μετέβαιναν καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή στις υπηρεσίες του εναγομένου και παρείχαν εργασία με πλήρες ωράριο, υπό τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων της εκάστοτε υπηρεσίας του εναγομένου. Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ως άνω καθηκόντων τους σε συνδυασμό με το χρόνο διάρκειας αυτών συνάγεται ότι οι ενάγοντες δεν ήταν μαθητευόμενοι αλλά ασκούσαν καθήκοντα μονίμων υπαλλήλων καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, που είχε ανάγκη τις συγκεκριμένες υπηρεσίες τους στις αναφερόμενες υπηρεσίες.
Ότι, όμως, ανεξάρτητα αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, οι άνω συμβάσεις τους δεν είναι και δεν μπορούν να μετατραπούν σε έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, καθόσον κάτι τέτοιο προσκρούει στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων του ΑΚ, του ΠΔ 164/2004 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994.
Το εναγόμενο, επομένως, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων δεν έχει τη δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου και κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.
Ως εκ τούτου οι ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες με απλή σχέση εργασίας και το εναγόμενο ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους με τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και που ισούται με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που κατέβαλε στους διοικητικούς υπαλλήλους του, που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο χωρίς προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση, χωρίς το επίδομα που αναφέρεται ως κίνητρο παραγωγικότητας και χωρίς τα έξοδα κίνησης και την ειδική παροχή των 176 ευρώ, κατά τα προαναφερθέντα, και των αποδοχών που ελάμβαναν με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, ήτοι 25 ευρώ για τους ΔΕ και 30 ευρώ για τους ΤΕ και ΠΕ (άρθρο 904 ΑΚ).
Επομένως αυτοί δικαιούνται το βασικό μισθό με βάση το 18° μισθολογικό κλιμάκιο, ήτοι το ποσό του κατώτερου νομίμου μηνιαίου μισθού που θα κατέβαλε το εναγόμενο σε άλλον υπάλληλο που θα απασχολούσε στην ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, χωρίς τη οικογενειακή κατάσταση και τυχόν προϋπηρεσία των εναγόντων, μηνιαίως αναλόγως της κατηγορίας αυτών.
Επίσης, οι ενάγοντες δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας, που οφείλονταν στους απασχολούμενους και με απλή σχέση εργασίας, όσον αφορά δε τις αποδοχές αδείας δεν δικαιούνται αυτές προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, καθόσον δεν αποδείχθηκε κατά τα άνω πταίσμα των οργάνων του εναγομένου, ούτε προέκυψε ότι οι ενάγοντες ζήτησαν την άδεια κατά τα επίδικα έτη αυτούσια και το εναγόμενο αρνήθηκε τη χορήγησή της, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ωφελήθηκε από την μη χορήγηση της αιτούμενης άδειας σε άλλον υπάλληλο που θα απασχολούσε στη θέση των εναγόντων.
Στην αγωγή αναφέρεται ως βασικός μισθός του 18ου μισθολογικού κλιμακίου του κλάδου ΠΕ για το έτος 2005 το ποσό των 837 ευρώ, του κλάδου ΤΕ για το έτος 2005 το ποσό των 800 ευρώ και του κλάδου ΔΕ για το έτος 2008 το ποσό των 880 ευρώ. Επομένως, εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία, ο υπολογισμός των αποδοχών θα πρέπει να γίνει με βάση το 18° μισθολογικό κλιμάκιο για όλο το επίδικο διάστημα (που δεν έχουν παραγραφεί οι αξιώσεις) των ετών 2008 έως και 2010, που είναι και το πλησιέστερο στα έτη αυτά για κάθε κατηγορία|».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 904 επ. ΑΚ, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά ως ωφέλεια, την οποία απεκόμισε από την εργασία τους το αναιρεσίβλητο, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (όπως είναι οι αιτούμενες με το λόγο αναίρεσης προσαυξήσεις), καθώς και ευθέως εκ του νόμου (ότι δικαιούνται) τα αντίστοιχα ποσά για δώρα εορτών και αποδοχές – επιδόματα αδειών και δεν παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της από 19.04.2019 αίτησης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι κατά παράβαση του άρθρου 16 Ν. 3762/2009 που ισχύει για τον ΟΑΕΔ και προβλέπει 5ετή παραγραφή των επίδικων αξιώσεων, και προηγουμένως, ένεκα του γεγονότος ότι δεν υφίσταται άλλη ειδική διάταξη που να αφορά σε παραγραφή αξιώσεων κατά του ΟΑΕΔ, του άρθρου 937 ΑΚ (3ος λόγος αναίρεσης), των άρθρων 249 και επικουρικά 250 ΑΚ, όπου ορίζεται ο κανόνας της 20ετούς παραγραφής, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση η παραγραφή είναι 5ετής και εφαρμόζονται εν γένει επί των αξιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού (4ος λόγος αναίρεσης) και των άρθρων 250 και 937 ΑΚ, που θεσπίζουν την 5ετή παραγραφή και εφαρμόζονται κατά του Δημοσίου, λόγω αντιθέσεως του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995 προς τα άρθρα 2 § 1, 4 § 1, 25 § 1 του Συντάγματος, 6, 13, 14 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και 2 § 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) (5ος λόγος αναίρεσης), τα οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, έκρινε τις επίδικες αξιώσεις εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και απευθείας εκ του νόμου ως προς τα δώρα εορτών και αποδοχές – επιδόματα άδειας για το προ της 01.01.2008 χρονικό διάστημα ως υποκύψασες στη διετή παραγραφή από του τέλους του έτους που γεννήθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, που δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, ενώ αν είχε εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις, θα έπρεπε να κρίνει ότι οι αξιώσεις αυτές υπάγονται σε εικοσαετή ή πενταετή παραγραφή και επομένως δεν έχουν παραγραφεί, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου.
Επί των λόγων αυτών λεκτέα τα ακόλουθα.
Ως προς την επίκληση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία μόνο επί της εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής αρμόζει, η οποία, ωστόσο, απορριφθείσα ως μη νόμιμη δεν βάλλεται με λόγο αναιρέσεως, οι λόγοι αυτοί, καθό μέρος αναφέρονται στο άρθρο αυτό (ΑΚ 937), αλυσιτελώς προβάλλονται.
Περαιτέρω, επί του ζητήματος της παραγραφής, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:
«| Στην προκειμένη περίπτωση οι απαιτήσεις των εναγόντων αφορούν αξιώσεις που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφορούν για το χρονικό διάστημα από 01.11.2004 έως 24.11.2010. Η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 30.11.2010, που επιδόθηκε στο εναγόμενο (βλ. την …/2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ανδρέα Καλαϊτζή).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις περί παραγραφής αξιώσεων κατά του δημοσίου και από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των εναγουσών που αφορούν στα έτη 2008, 2009 και 2010 δεν έχουν υποκύψει στη διετή ως άνω παραγραφή, αφού οι μεν αξιώσεις του 2008 ήταν δικαστικά επιδιώξιμες μέχρι το τέλος του αντίστοιχου έτους (2008), οι αξιώσεις του έτους 2009 μέχρι το τέλος του 2009 και οι αξιώσεις του 2010 μέχρι το τέλος του έτους 2010 και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 30.11.2010 δεν είχε παρέλθει ο χρόνος της διετίας από το τέλος του αντιστοίχου έτους που ήταν δικαστικά επιδιώξιμες, ενώ για τον ίδιο λόγο έχουν υποκύψει σε παραγραφή οι αξιώσεις των ετών 2004 έως και 2007.
Επομένως, όσα αναφέρει το εναγόμενο περί παραγραφής των αξιώσεων μέχρι το 2007 είναι βάσιμα, της παραγραφής άλλωστε ερευνωμένης και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες και με τον μοναδικό λόγο της κρινομένης έφεσής τους ότι η διετής παραγραφή αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, γιατί θεσπίζει αδικαιολόγητες διακρίσεις σε βάρος των Ελλήνων Πολιτών και ακόμη αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
δεν εμποδίζουν τη θέσπιση διατάξεων που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής για απαιτήσεις που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος των. Εξάλλου η πενταετής παραγραφή, που ισχύει επί αποζημιώσεων για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ και επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, γιατί πρόκειται για αποδοχές από άκυρη σύμβαση εργασίας που αποδίδονται με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επί των οποίων έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις περί διετούς παραγραφής, που προαναφέρθηκαν.
Ακόμη τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ προϋποθέτουν παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ, που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, ούτε μπορούν να θεωρηθούν παράνομες πράξεις οι συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας που περιγράφονται στην αγωγή, με την ερμηνεία που τους αποδίδονταν|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων προ του έτους 2008, είχαν παραγραφεί σύμφωνα με τα άρθρα 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, που δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση με εναγόμενο τον αναιρεσίβλητο ΟΑΕΔ, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, τα οποία δεν εφαρμόζονται επί του ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ σύμφωνα με το ΠΔ 1022/1977, αλλά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 § 5 ΝΔ 2961/1954, 19 § 1 ΑΝ 1846/1951 και 14 § 1 Ν 1545/1985, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 90 § 3 και 94 Ν. 2362/1995 «περί δημοσίου λογιστικού κλπ», με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται μετά διετία και μάλιστα με χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής τη γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν 2362/1995 έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και το Ενωσιακό δίκαιο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επομένως, πράγματι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφορούν το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του έτους 2004 έως 31.12.2007, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή, σύμφωνα με το εφαρμοστέο άρθρο 90 § 3 Ν. 2362/1995, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατά τη διάταξη του άρθρου 94 ίδ.ν., αφού από τότε που γεννήθηκαν και ήταν καταβλητέες οι αξιώσεις των ως άνω ετών, μέχρι τις 30.11.2010 οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή παρήλθε διετία (σημειώνεται ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της αναιρετικής δίκης ελλείψει σχετικού αναιρετικού λόγου, η παραγραφή των μετά την 1.1.2008 αξιώσεων).
Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη διετή παραγραφή των επίδικων αξιώσεων για το προ της 01.01.2008 χρονικό διάστημα κρίνεται εσφαλμένο, διότι γίνεται δεκτό με εφαρμογή του μη εφαρμοστέου εν προκειμένω ΝΔ 496/1974. Ωστόσο, το διατακτικό της είναι κατά τα προαναφερόμενα ορθό.
Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επομένως, οι ελεγχόμενοι λόγος αναίρεσης (3ος, 4ος και 5ος), κατά το μέρος τούτο (πλην της ΑΚ 937), ερειδόμενοι στον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Από τα παραπάνω εξάλλου προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί πενταετούς ή εικοσαετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, που προέβαλαν με λόγους εφέσεως, τους οποίους ορθά και απέρριψε, αν και σιγή, ως νόμω αβάσιμους. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, καθόσον πρόκειται περί ισχυρισμών νομικά αβάσιμων (ΟλΑΠ 14/2004).
Επομένως και οι ερειδόμενοι στον αριθμ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελεγχόμενοι λόγοι αναιρέσεως (3ος, 4ος και 5ος), κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί.
Β) Επί της από 23.4.2019 αιτήσεως αναιρέσεως του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ο.Α.Ε.Δ.».
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1α), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντος για την έννοια της διατάξεως που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υποθέσεως και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται σαφώς και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής. Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (ΚΠολΔ 578), τούτο δε συνάπτεται, σε σχέση λογικής ακολουθίας, προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο να είναι απαραίτητη, προκειμένου να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της από 23.04.2019 αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο,
α) αποφαινόμενο ότι οι ενάγοντες που είχαν ενταχθεί σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δήθεν συνδέονταν με το αναιρεσείον με συμβάσεις απλής σχέσης εργασίας, ανεπίτρεπτα, κατά παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετάλλαξε το χαρακτήρα των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας τα οποία εισήχθησαν στην Ελλάδα με το άρθρο 20 § 15 Ν 2639/1998 (1ος λόγος αναίρεσης)•
β) κρίνοντας ότι η υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δεν συνιστά μέτρο διευκόλυνσης για την ένταξη αυτών στην αγορά εργασίας εν γένει, όπως πρότεινε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις δυνάμει του άρθρου 148 § 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ εκδοθείσες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση, όπως τούτο έγινε αποδεκτό από το Ελληνικό Κράτος με το άρθρο 20 § 15 Ν. 2639/1998, εξέδωσε απόφαση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση, άρα κοινοτικού στόχου υπό την έννοια του άρθρου 4 § 3 της ΣυνθΕΕ (2ος λόγος αναίρεσης)•
γ) κρίνοντας ότι «οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την έννομη σχέση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και κατ’ επέκταση οι προαναφερόμενες συμβάσεις στις οποίες προέχει το στοιχείο της παροχής εργασίας, δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1999/707ΕΚ» έσφαλε διότι η Οδηγία αυτή δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει εφαρμοστέο δίκαιο αλλά μόνο εργαλείο ερμηνείας, ενώ όσον αφορά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, ο χαρακτήρας των επίδικων συμβάσεων ως «συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας» τις εξαιρεί οπωσδήποτε από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 1 Ν. 2112/1920 (3ος λόγος αναίρεσης)• και
δ) έσφαλε, επίσης, κρίνοντας ότι «η συμμετοχή των εναγόντων στα προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας αποτελεί άκυρη σύμβαση εργασίας και κατά τούτο δικαιούνται να λάβουν ως αποζημίωση τα ποσά που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» (4ος λόγος αναίρεσης).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1), εκ της μη εφαρμογής διατάξεων που ήταν κατά το αναιρεσείον εφαρμοστέες, είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, ούτε και αναφέρονται, πλην ελαχίστων κατ’ επιλογή αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, με τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ιδρύει η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 858/2011). Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της από 23.04.2019 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 110 του ΚΠολΔ που καθιερώνει τέσσερις θεμελιώδεις αρχές της πολιτικής δίκης, ήτοι: α) την ισότητα των διαδίκων, β) την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, γ) την υποχρέωση εμφανίσεως των διαδίκων και δ) την αρχή της δημοσιότητας έναντι των διαδίκων, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις του άρθρου 110 ΚΠολΔ δεν είναι ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικού τοιούτου και έτσι η παραβίασή τους δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 329/2007 σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 991/2014, ΑΠ 57/2005). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν’ αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ ( ΑΠ 108/2020, ΑΠ 576/2017, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 220/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αυτής ως άνω αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι «το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο» παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, δεδομένου ότι η ιστορική της βάση παρουσίαζε ποιοτική αοριστία ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και συγκεκριμένα δεν αναφερόταν στο δικόγραφο της αγωγής ποιο ακριβώς ήταν το αντικείμενο εργασίας των εναγόντων, οι συνθήκες αυτής (τόπος, τρόπος, χρόνος παροχής εργασίας), ποιες ήταν οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών που ισχυρίζονται ότι δήθεν εξυπηρετούσαν και κάποιο γεγονός από το οποίο να προκύπτει ότι η δραστηριότητά τους δεν αποσκοπούσε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι κατ’ αρχήν το αναιρεσείον προσάπτει σφάλμα στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία δεν προσβάλλεται με την αναίρεση. Εφ’ όσον δε ήθελε εκτιμηθεί, ότι η αιτίαση αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση, ο λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, διότι δεν επικαλείται το αναιρεσείον ΝΠΔΔ ότι προέβαλε τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης και ότι τον επανέφερε κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Ούτε, επίσης, αναφέρεται το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που κρίθηκε ορισμένη, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε από την αντιπαραβολή αυτών να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή είχε όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την ιστορική της θεμελίωση, σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των συμβάσεων μαθητείας και ο περί του αντιθέτου άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις του έκτου λόγου αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι δέχθηκε α) την αρχή της ισότητας για την καταβολή των μισθολογικών διαφορών κλπ και β) ότι οι συμβάσεις, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, ελέγχονται απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι η σχέση που τους συνέδεε ήταν αυτή της απλής σχέσεως εργασίας.
Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση του αυτού ως άνω έκτου λόγου, ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που δεν δέχθηκε την ύπαρξη παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, ελέγχεται απορριπτέα ως αόριστη καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί η ένσταση παραγραφής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο τρόπος επαναφοράς αυτής στο Εφετείο, το περιεχόμενο της ένστασης αυτής και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη της εν λόγω ένστασης, δεδομένου ότι η ένσταση παραγραφής δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [(ΣΛΕΕ), πρώην άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) και, παλαιότερα, άρθρο 177 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΣΕΟΚ)], «το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις [...] (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης», ήτοι και των Οδηγιών. Και, περαιτέρω, «δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο» (ΑΠ 1059/2019, ΑΠ 762/2018, ΑΠ 533/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στις σκέψεις που προηγήθηκαν σχετικά με τη σύμβαση μαθητείας και ειδικότερα με το αίτημα του αναιρεσείοντος «για τη νομική φύση των συναπτομένων στο πλαίσιο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage)», δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απορριπτομένου, ως αβασίμου σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ – ΟΑΕΔ.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν α) οι αναιρεσείοντες επί της από 19.04.2019 αιτήσεως λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και β) το αναιρεσείον της από 23.04.2019 αιτήσεως λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, δοθέντος ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί μειωμένη γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το ΝΣΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 19.04.2019 (αριθμ. καταθ. 343/2019) και από 23.04.2019 (αριθμ. καταθ. 357/23.4.2019) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2609/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.04.2019 αίτηση αναίρεσης• και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ .
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.04.2019 αίτηση αναίρεσης• και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ