Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of reforestation claim as facts were already addressed and rejected by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the lawsuit. The appellant argued the lower court failed to consider a claim that the land was reforested and the transfer contract was void due to missing documentation. The court ruled that the lower court had explicitly addressed and rejected this specific argument by noting the land had lost its forest character and was included in the urban plan, rendering the reforestation claim irrelevant to the legal outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider a fact is inadmissible if the lower court has already examined the argument and rejected it by accepting the opposing facts as established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1384 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1384/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αλέξανδρο Στρίμπερη και Γρηγόριο Μίτζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΚΕΔ) ΑΕ", ατομικά και με την ιδιότητά της ως εντολοδόχου και πληρεξούσιας του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση δυνάμει των διατάξεων του ν. 4002/2011 σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2779/8/2-12-2011) στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤΑΔ) ΑΕ", ως καθολική διάδοχος, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μιχαηλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2798/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2431/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 1-7-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2431/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 2798/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή της.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-6-2018 αγωγή της με την οποία εξέθεσε ότι δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-1999 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Κ., το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, (πρώτο αναιρεσίβλητο), εκπροσωπούμενο από την δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (η οποία απορροφήθηκε δια συγχωνεύσεως από την "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.") (δεύτερη αναιρεσίβλητη), πώλησε και μεταβίβασε σε αυτή (ενάγουσα) καθώς και στις εταιρείες με την επωνυμία "ΘΕΜΕΔΙΟΔΟΜΗ Α.Ε." και "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου σε εκάστη εξ αυτών, ογδόντα πέντε (85) αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, συνολικής εκτάσεως 137.000 τετραγωνικών μέτρων περίπου, ευρισκόμενα στα οικοδομικά τετράγωνα 169-173 και 178-184 του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως Σταμάτα Αττικής, αντί τιμήματος έντεκα δισεκατομμυρίων (11.000.000.000) δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε συμμέτρως από τις αγοράστριες εταιρείες (ήτοι 3.666.666.667 δραχμές από εκάστη εξ αυτών).
Ότι κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως ο Διευθύνων Σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης δήλωσε ότι το πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, είχε στην πλήρη κυριότητά του τα ογδόντα πέντε (85) πωληθέντα οικόπεδα, τα οποία αποτελούσαν τμήμα μείζονος δημοσίου ακινήτου και ότι η όλη έκταση περιήλθε στην κυριότητα αυτού (πρώτου εναγομένου) κατόπιν δωρεάν παραχωρήσεως κατά πλήρη κυριότητα από το Ταμείο Εθνικής Αμύνης (Τ.ΕΘ.Α.) δυνάμει της υπ' αριθμόν 1114/24/8306/Α0010/20-12-1991 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών.
Ότι η εν λόγω έκταση περιήλθε στην κυριότητα του Ταμείου Εθνικής Αμύνης λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως δυνάμει αφενός της υπ' αριθμόν Ε5738/2595/10-5-1960 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών, με την οποία απαλλοτριώθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη του Τ.ΕΘ.Α. έκταση 342.680 τετραγωνικών μέτρων και αφετέρου δυνάμει της υπ' αριθ.Ε9177/6303/17-10-1972 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών, με την οποία απαλλοτριώθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη του Τ.ΕΘ.Α, έκταση 127.983 τετραγωνικών μέτρων.
Ότι η ως άνω έκταση, η οποία αποτελούσε ιδιωτικό δάσος, υπήχθη, δυνάμει του από 23/5/1962 βασιλικού διατάγματος, στο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού. Ότι, όμως, το εν λόγω βασιλικό διάταγμα (ρυμοτομικό σχέδιο) είναι άκυρο, καθώς, λόγω του δασικού χαρακτήρα της ρυμοτομούμενης εκτάσεως, θα έπρεπε να υπογραφεί η σχετική κοινή υπουργική απόφαση και από τον Υπουργό Γεωργίας.
Ότι οι ανωτέρω απαλλοτριωθείσες εκτάσεις χρησιμοποιήθηκαν έως το έτος 1987 για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών και όταν εξέλιπε ο λόγος για τον οποίο απαλλοτριώθηκαν, με την προαναφερόμενη, υπ' αριθμόν 1114/24/8306/Α0010/20-12-1991 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών, το ΤΕΘΑ την παραχώρησε δωρεάν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Ότι η ως άνω ΚΥΑ είναι άκυρη, επειδή η εν λόγω έκταση είχε κηρυχθεί αναδασωτέα, καθώς το έτος 1982 είχε καταστραφεί από πυρκαγιά, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να μεταβιβασθεί. Ότι κατόπιν τούτου είναι άκυρο και το υπ' αριθμόν ...-1999 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Κ., καθώς και δεν προσκομίσθηκε το προβλεπόμενο εκ του νόμου πιστοποιητικό ακαΐας.
Ότι οι υπ' αριθ. Ε5738/2595/10-5-1960 και Ε9177/6303/17-10-1972 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών, με τις οποίες απαλλοτριώθηκαν οι επίδικες δασικές εκτάσεις είναι άκυρες ως αντισυνταγματικές διότι δεν προσυπογράφθηκαν από τον αρμόδιο Υπουργό Γεωργίας. Ότι για τους ανωτέρω λόγους τα πωληθέντα ακίνητα πάσχουν από νομικό ελάττωμα, διότι ο πωλητής, ήτοι το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν είχε καταστεί κύριος αυτών και επιπροσθέτως τα επίδικα ακίνητα πάσχουν από έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δεδομένου ότι αυτά ως δασική έκταση δεν ήταν δυνατόν να περιληφθούν εγκύρως στο ρυμοτομικό σχέδιο (Β.Δ. 25.5.1962) και ως εκ τούτου δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα.
Ότι συνεπεία του προαναφερθέντος νομικού ελαττώματος των πωληθέντων ακινήτων (έλλειψη κυριότητας του πωλητή) η ενάγουσα υπέστη την αναφερόμενη στην αγωγή θετική και αποθετική, επικουρικά δε, λόγω έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας αυτών (μη άρτια και μη οικοδομήσιμα), η ενάγουσα υπέστη την αναφερόμενη στην αγωγή θετική ζημία και επικουρικότερα, λόγω του ότι η επίδικη δικαιοπραξία είναι άκυρη, ότι δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Βάσει αυτών η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, με τις εκτιθέμενες διακρίσεις κατά το κύριο και επικουρικά αιτήματα της αγωγής της, για την αναφερόμενη θετική και αποθετική της ζημία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.2798/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ως μη νόμιμη ως προς το πρώτο εναγόμενο.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα - ενάγουσα άσκησε έφεση, επί της οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Mε το Ν. 973/1979 "περί συστάσεως Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου", συστήθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου" (ΚΕΑ) και έδρα την Αθήνα. Η εταιρεία αυτή λειτουργεί υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, από τη σχετική νομοθεσία της οποίας διέπεται, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, το μετοχικό της κεφάλαιο, εκφραζόμενο δια μιας μετοχής, ανήκει εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη δια του Υπουργού των Οικονομικών (άρθρο 1).
Σκοπός της είναι, πλην άλλων, η διοίκηση και αξιοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 2 ακινήτων, τα οποία υπάγονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στην αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α', β'), τα οποία, για την εκπλήρωση των σκοπών της, δύναται, εκτός άλλων, να εκποιεί ή να εκμισθώνει δια δημοσίου διαγωνισμού (άρθρο 6 παρ. 1).
Περαιτέρω, με το άρθρο 3 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι, από την έναρξη της ισχύος του, όλα τα κατά το ανωτέρω άρθρο 2 ακίνητα του Δημοσίου περιέρχονται αυτοδικαίως στην διοίκηση της εταιρείας, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 2 αυτού ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, υπό την διοίκηση και διαχείριση των οποίων τελούν, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, τα ανωτέρω ακίνητα του Δημοσίου, διατηρούν όλες τις αρμοδιότητες για την προστασία των ακινήτων αυτών και για την έκδοση πρωτοκόλλου αποβολής και αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης ή την άσκηση αγωγής ή ενδίκων μέσων και για την προσβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου.
Τέλος, με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι, από την έναρξη της ισχύος του, η εταιρεία έχει την εντολή και πληρεξουσιότητα για την επιχείρηση δικαιοπραξιών αναφερομένων στα κατά το άρθρο 2 ακίνητα, τα οποία έχει την υποχρέωση να διοικεί και να διαχειρίζεται επιμελώς, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, ενώ τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών αυτών επέρχονται στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου.
Παρέχεται, δηλαδή, σ' αυτήν (ΚΕΔ) άμεση από το νόμο εξουσία να αντιπροσωπεύει το Δημόσιο (άρθ.211 Α.Κ.), χωρίς η εξουσία αυτή να στερεί το Δημόσιο, ως αντιπροσωπευόμενο και κύριο των ακινήτων, από το δικαίωμα να ενεργήσει αυτό ό,τι έχει σχέση με την προστασία τους. Τούτο προκύπτει από την διάταξη της § 2 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, με την οποία ρητώς διατηρούνται όλες οι αρμοδιότητες των Δημοσίων Υπηρεσιών που αναφέρονται στην προστασία ακινήτων (Α.Π.2136/2014).
Επομένως, από τον παραπάνω χαρακτήρα της ΚΕΔ συνάγεται ότι διάδικος στις σχετικές με τα εν λόγω ακίνητα δίκες εξακολουθεί να είναι το Δημόσιο, αφού αυτό είναι ο συμβαλλόμενος και το υποκείμενο (φορέας) των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 884/2023, Α.Π.742/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π.1/2019, Ολ.Α.Π.25/ 2008, Α.Π.1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσεως (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.480/2020, Α.Π.175/2019, Α.Π.1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π.927/2019, Α.Π.357/2018).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης για την παροχή έννομης προστασίας, ερευνάται δε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), η δε έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης (Α.Π.92/2017, Α.Π.595/2010).
Το έννομο συμφέρον, όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προυποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.Α.Π.25/2008, Α.Π.334/2016, Α.Π.1070/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη περίπτωση..., συμβαλλόμενος και υποκείμενο (φορέας) των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στην ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση αγοραπωλησίας είναι το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η ΚΕΔ, η οποία συμβλήθηκε ως εντολοδόχος και πληρεξούσια του Δημοσίου στο όνομά του και για λογαριασμό του.
Ειδικότερα, η δεύτερη εναγομένη (στη θέση της οποίας έχει πλέον υπεισέλθει η "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.") δεν συμβλήθηκε στην ως άνω σύμβαση πωλήσεως στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, αλλά ως αντιπρόσωπος του πρώτου εναγομένου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 973/1979 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 211 του ΑΚ, και ως εκ τούτου οι συνέπειες της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, όπως οι αξιώσεις από πραγματικά ή νομικά ελαττώματα, καθώς και ο τυχόν πλουτισμός του υποχρέου, επήλθαν στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου, ήτοι του πρώτου εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου.
Η γνώση ή η υπαίτια άγνοια της δεύτερης εναγομένης στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι δυνατόν να νομιμοποιήσει παθητικά αυτή στην παρούσα δίκη, η οποία, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, ερείδεται στις διατάξεις περί νομικών ελαττωμάτων και έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας των πωληθέντων της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως και στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και όχι στις διατάξεις των αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ.
του ΑΚ), βάσει των οποίων θα ήταν δυνατό να θεμελιωθεί αυτοτελής υποχρέωσή της προς αποζημίωση, υπό τον όρο της συνδρομής και των υπολοίπων προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που έκρινε όμοια και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεώς της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο, ήτοι ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά η δεύτερη εναγομένη, αφού, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, συμβαλλόμενος και υποκείμενο (φορέας) των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στην επίμαχη σύμβαση αγοραπωλησίας είναι το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η ΚΕΔ, δεύτερη εναγομένη (στη θέση της οποίας έχει πλέον υπεισέλθει η "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε."), η οποία δεν συμβλήθηκε στην ως άνω σύμβαση πωλήσεως στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, αλλά ως αντιπρόσωπος του πρώτου εναγομένου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 973/1979 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 211 του ΑΚ, και ως εκ τούτου οι συνέπειες της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, ήτοι οι αξιώσεις από νομικά ελαττώματα και έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, καθώς και ο τυχόν πλουτισμός του υποχρέου, στα οποία ερείδεται η παρούσα αγωγή, επήλθαν στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου, ήτοι του πρώτου εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για το ότι, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο, ήτοι έκρινε ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά η δεύτερη εναγομένη, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει τα ακόλουθα: "Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και γενικά των δασικών εκτάσεων...
Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δημόσιων δασών και των δημόσιων δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον". Με τις διατάξεις αυτές ο συντακτικός νομοθέτης εμφορούμενος από τις νεότερες αντιλήψεις για το περιβάλλον και έχοντας επίγνωση του οικολογικού προβλήματος, ανήγαγε σε αντικείμενο υποχρεωτικής κρατικής προστασίας το φυσικό περιβάλλον.
Κινούμενος δε περαιτέρω από την ειδικότερη επιτακτική ανάγκη διαφυλάξεως του δασικού πλούτου της Χώρας που έχει υποστεί σημαντική καταστροφή, εθέσπισε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς των δασών και δασικών εκτάσεων, που από την φύση τους αποτελούν ευπαθή οικοσυστήματα. Βασικό στοιχείο της συνταγματικής αυτής προστασίας συνιστά η καταρχήν απαγόρευση της μεταβολής του προορισμού των δασών.
Η απαγόρευση αυτή κάμπτεται μόνο προκειμένου περί δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη χρήση που επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον. Τέτοια περίπτωση θεμιτής παρεμβάσεως σε δάση ή δασικές εκτάσεις που υπαγορεύεται από τις ανάγκες της Εθνικής 'Αμυνας προβλέπει το άρθρο 59 του νόμου 998/1979 (ΦΕΚ 289), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του νόμου 1734/1987 (ΦΕΚ 189), στην παράγραφο 3 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Στρατιωτικά έργα και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τη λειτουργία στρατιωτικών υπηρεσιών (στρατώνες, στρατόπεδα, διοικητικά κέντρα, σχολές και κέντρα εκπαίδευσης και στρατιωτικά νοσηλευτικά κέντρα) μπορεί να κατασκευασθούν μέσα σε δασικές εκτάσεις, εφ` όσον αυτό είναι αναγκαίο, με απόφαση του νομάρχη ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση της στρατιωτικής αρχής και γνώμη της δ/νσης δασών.
Η παραχώρηση γίνεται κατά χρήση. Αν εκλείψει ή εξέλιπε ο λόγος της παραχώρησης, οι εκτάσεις επανέρχονται στη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας". Προς τον συνταγματικό, ήδη, σκοπό της διατήρησης αναλλοίωτης της μορφής των δασών και των δασικών εκτάσεων, στοιχούν οι διατάξεις των άρθρων 62, 63, 64, 140 και 141 του Ν.Δ/τος 86/1969 (ΦΕΚ 18).
Οι διατάξεις αυτές δεν έχουν θιγεί από το Ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών κ.λ.π." (άρθρ. 79 παρ. 1 εδ. α) και προβλέπουν διοίκηση και διαχείριση των δημόσιων δασών και εποπτεία των ιδιωτικών, που ασκούνται από το Υπουργείο Γεωργίας και αποβλέπουν στην εξασφάλιση της διατήρησης και συντήρησης των δασών και δασικών εκτάσεων.
Εξάλλου ο νόμος 998/1979 όρισε, στο άρθρο 3 παρ. 6, όπως αυτό έχει αλλεπάλληλα τροποποιηθεί και ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 48 του Ν.4685/2020, ότι: "Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου: α) ... ζ) οι περιοχές για τις οποίες υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως...". Η παρ. 7 του ίδιου άρθρου 3, όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 154 παρ. 1 του ν. 4389/2016 και ίσχυε πριν την τροποποίηση με το άρθρο 48 του ν. 4685/2020, προέβλεπε τα εξής: "Εκτάσεις που έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975 λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ..., κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979 και δεν κηρύσσονται αναδασωτέες...".
Η ως άνω παρ. 7, υπό το προηγούμενο του ν. 4685/2020 περιεχόμενό της, απήγγελλε γενική αποσύνδεση από τη δασική νομοθεσία των εκτάσεων επί των οποίων είχαν διενεργηθεί επεμβάσεις βάσει διοικητικών πράξεων, εξοπλισμένων με το τεκμήριο νομιμότητας, οι οποίες, όμως, έπρεπε να είναι προγενέστερες της 11.6.1975. Η αποσύνδεση των εκτάσεων αυτών από τη δασική νομοθεσία ελάμβανε χώρα χωρίς καμία, καταρχήν, προϋπόθεση, ήταν δε και γενική, διότι απέκλειε τόσο το χαρακτηρισμό τους ως δασικών, κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979, όσο και την κήρυξή τους ως αναδασωτέων, κατά το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος, αφού οι εκτάσεις αυτές θεωρούνταν ότι είχαν αποβάλει όχι μόνο τη δασική τους μορφή, αλλά και το δασικό τους χαρακτήρα, είχαν, δηλαδή, αποκτήσει άλλο προορισμό (Ολ.ΣτΕ.1365/2021).
Τα σχέδια πόλεων (άρθρα 1 και 2 του Ν.Δ/τος της 17-7-1923) ή οι πολεοδομικές μελέτες κατά το άρθρο 6 του Ν. 1337/1983, κατά το μέρος τους που αφορά τον καθορισμό μιας περιοχής ως οικιστικής, τον παρεπόμενο ορισμό των οικοδομήσιμων και των κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων και τις συναφείς ρυμοτομικού χαρακτήρα διαρρυθμίσεις αποτελούν το νομικό πλαίσιο για την δημιουργία πραγματικών καταστάσεων και τη θεμελίωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
Από την φύση και το χαρακτήρα τους, συνδέονται με την ασφάλεια του δικαίου έτσι ώστε η αμφισβήτηση του κύρους τους επ` ευκαιρία της προσβολής πράξεως εφαρμογής τους να πλήττει πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί υπέρ του πολίτη έναντι της Διοίκησης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 3 και 70 του Ν.Δ/τος της 17-7-1923, άρθρο 7 του Ν.1337/1983), τα ρυμοτομικά σχέδια ή οι πολεοδομικές μελέτες εγκρίνονται, τροποποιούνται ή επεκτείνονται σύμφωνα με ορισμένη διοικητική διαδικασία που καταλήγει στην έκδοση της σχετικής πράξης από την αρμόδια διοικητική αρχή. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, που πρέπει να ερμηνευθούν ενόψει της σημασίας των ρυμοτομικών σχεδίων, των επιπτώσεών τους τόσο στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον όσο και στο συμφέρον των πληττόμενων ιδιοκτητών, δεν αρκεί για την κατάλυση μιας ρυμοτομικής ρύθμισης μόνη η συνδρομή των λόγων που δικαιολογούν ή επιβάλλουν την άρση της, αλλά χρειάζεται, σύμφωνα, άλλωστε, και με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η έκδοση αντίθετης διοικητικής πράξης από την αρμόδια αρχή.
Αν δεν έχει εκδοθεί τέτοια πράξη, οποιαδήποτε άλλη διοικητική αρχή, στην οποία προβάλλεται η συνδρομή των πιο πάνω λόγων, δεν μπορεί να κρίνει το ζήτημα του κύρους των ρυμοτομικών σχεδίων. 'Ετσι η γενική αρχή της αδυναμίας του παρεμπίπτοντος ελέγχου των ατομικών πράξεων που έχουν διαφύγει την ευθεία ακυρωτική προσβολή έχει ένα ιδιαίτερο, επιπρόσθετο, λόγο εφαρμογής σε περίπτωση αμφισβήτησης του κύρους ρυμοτομικών σχεδίων επ` ευκαιρία προσβολής μιας πράξης εφαρμογής τους.
Για την κάμψη της αρχής αυτής, στα ρυμοτομικά σχέδια, απαιτείται ρητή και ειδική πρόβλεψη του νομοθέτη. Τέτοια όμως διάταξη δεν υπάρχει ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στο νόμο περί δασών. Πράγματι, οι προστατευτικές των δασών συνταγματικές διατάξεις δεν περιέχουν καμία σχετική πρόβλεψη. Ούτε, άλλωστε, θα μπορούσε να συναχθεί η κάμψη της ως άνω γενικής αρχής του δικαίου από το όλο πνεύμα και το σκοπό των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, γιατί δεν εμπίπτει στην δέσμη των μέτρων που σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 εδ.
β του Συντάγματος υποχρεούται να παίρνει ο νομοθέτης ή η Διοίκηση για τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος, μέτρα, τα οποία, άλλωστε, πρέπει να αποφασίζονται μετά από στάθμιση τόσο των άλλων συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων όσο και του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος. Αν ο Συνταγματικός νομοθέτης δεν ήθελε την εφαρμογή ορισμένων ρυμοτομικών σχεδίων, όπως εκείνων που ρυμοτόμησαν δασικές εκτάσεις, θα έπρεπε να το έχει προβλέψει ρητώς κάνοντας ειδική σχετική μνεία στο κείμενο του Συντάγματος ή στις μεταβατικές του διατάξεις, όπως προέβη σε ανάλογες ρυθμίσεις σε άλλα θέματα (πρβλ.
άρθρα 107 παρ. 2 και 117 παρ. 2 του Συντάγματος).
Περαιτέρω, το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιβάλλει την αναδάσωση των εκτάσεων που εκχερσώθηκαν παράνομα, δεν μπορεί να παράσχει έρεισμα για τη συναγωγή τέτοιας ρύθμισης, αφού, όπως έχει εκτεθεί, αναφέρεται αποκλειστικά σε εκχερσώσεις που δεν στηρίζονται σε διοικητικές πράξεις και όχι σε εκχερσώσεις για τη δόμηση οικοπέδων βάσει ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδίου.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. ε του νόμου περί δασών (Ν. 998/1979) που εξαιρεί από την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας τις περιοχές όπου υπάρχουν εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεων δεν καθιερώνει απόκλιση από την γενική αρχή της αδυναμίας του παρεμπίπτοντος ελέγχου των ατομικών πράξεων. Ο όρος "έγκυρα σχέδια πόλεων" που περιέχεται στη διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι παρέχεται η δυνατότητα ή πολύ περισσότερο ότι επιβάλλεται η υποχρέωση στη Διοίκηση να ελέγχει τη νομιμότητα των ρυμοτομικών σχεδίων επ` ευκαιρία της εφαρμογής τους.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται, απλώς, σε ρυμοτομικά σχέδια που έχουν εγκριθεί με διοικητική πράξη που συγκεντρώνει τα αναγκαία εξωτερικά τυπικά στοιχεία του κύρους της ώστε να είναι εξοπλισμένη με το τεκμήριο της νομιμότητας (Σ.τ.Ε.Ολομ.2281, 2282/1992). Κατά συνέπεια η συνταγματική προστασία των δασών και η συνακόλουθη εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, που την εξειδικεύουν, δεν εκτείνεται στις περιοχές που έχουν ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο, εφ` όσον η σχετική εγκριτική πράξη δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί και επομένως, ειδικότερα, σε τμήματα των περιοχών αυτών που δεν έχουν χαρακτηρισθεί κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου.
Είναι δε αδιάφορο, από την άποψη αυτή, το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης που εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο διότι η υπαγωγή στη ρυμοτομική ρύθμιση γίνεται κατά νόμο με πολεοδομικά κριτήρια και επιφέρει τις ίδιες νόμιμες συνέπειες είτε η σχετική έκταση είναι δημόσια είτε ιδιωτική (ΣτΕ.2753/ 1994).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 2753/1994 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι: "...10. Με τις υπ' αριθ. Ε. 5738/2595/10- 5/30-5-1960 (ΦΕΚ 69 τ. Δ) και Ε. 9177/6303/17-10/30-10-1972 (ΦΕΚ 285 τ.Δ) κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέες εκτάσεις 342.680 και 127.983 τ.μ., αντιστοίχως, στο Διόνυσο Αττικής για την ανέγερση στρατιωτικών κτιρίων και εν γένει εγκαταστάσεων της στρατιωτικής υπηρεσίας, η δε απαλλοτρίωση έγινε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνη του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, ενώ μετά την νόμιμη συντέλεση των απαλλοτριώσεων αυτών, η κυριότητα των ως άνω εκτάσεων περιήλθε στο εν λόγω Ταμείο δυνάμει του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 769/1970.
Έκτοτε και μέχρι το έτος 1987 οι εκτάσεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς των απαλλοτριώσεων και ειδικότερα έγιναν πεδίο ασκήσεων και στρατωνισμού διαφόρων στρατιωτικών μονάδων. Τμήμα των πιο πάνω εκτάσεων εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως με το από 23-5/8-6-1962 βασ. δ/μα (ΦΕΚ 70 τ. Δ), με το οποίο επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο Σταμάτας Αττικής στην περιοχή Ν.
Αιολίδας. Όλες οι εκτάσεις αυτές αποτελούν, σύμφωνα με τα στοιχεία της δασικής υπηρεσίας και ειδικότερα τις αεροφωτογραφίες των ετών 1939 και 1960, δάση χαλέπιας πεύκης (υπ' αριθ. ...-1992 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης προς το Υπουργείο Γεωργίας). Με την παραδεκτώς προσβαλλόμενη κοινή Υπουργική απόφαση το σύνολο της έκτασης αυτής, που έπαυσε από το έτος 1987 να είναι αναγκαία για τους σκοπούς του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, μεταβιβάσθηκε στο Δημόσιο προκειμένου να εκποιηθεί από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, όπως προαναφέρθηκε. 11.
Επειδή η απόφαση αυτή, κατά το μέρος της που αφορά την μεταβίβαση του τμήματος που έχει ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο... πρέπει να ερμηνευθεί ότι περιορίζεται στη μεταβίβαση και τη συνακόλουθη εκποίηση από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου εκείνων μόνο των χώρων της πιο πάνω έκτασης που χαρακτηρίζονται ως οικοδομήσιμοι από το ρυμοτομικό σχέδιο:
Διότι, διαφορετικά δεν θα ήταν νόμιμη, αφού θα συνεπαγόταν τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου ως προς τους κοινόχρηστους χώρους, τροποποίηση που μπορεί να γίνει όμως μόνο με την διαδικασία της τροποποίησης των ρυμοτομικών σχεδίων. Ειδικά δε οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου που είναι δάση ή δασικές εκτάσεις δεν μπορούν να μεταβληθούν κατά τον προορισμό τους ούτε με την πολεοδομική διαδικασία δεδομένου ότι απολαμβάνουν πλέον τη συνταγματική προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων. 12.
Επειδή, κατά το πιο πάνω μέρος της, ήτοι κατά το μέρος που αφορά τους οικοδομήσιμους χώρους του ρυμοτομικού σχεδίου, η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 1114/24/8306/Α0010/20-12-1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών) δεν προσκρούει στις προστατευτικές των δασών συνταγματικές διατάξεις, διότι, ...η συνταγματική προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων δεν εκτείνεται σε περιοχές που έχουν ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο, έστω και αν οι περιοχές αυτές εξακολουθούν να είναι δάση ή δασικές εκτάσεις και δεν έχουν περιέλθει σε ιδιώτες αλλά ανήκουν, και μετά την ένταξή τους στο σχέδιο, στο Δημόσιο.
Επομένως, οι λόγοι ακυρώσεως που επικαλούνται το δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 13. Επειδή η περιέλευση της ως άνω έκτασης στο Ταμείο Εθνικής Άμυνας με απαλλοτριωτική πράξη που εκδόθηκε για ορισμένους σκοπούς δεν επηρεάζει, εφόσον η πράξη αυτή δεν ανακλήθηκε, την νομιμότητα της παραχώρησης και της συνακόλουθης χρησιμοποίησής της για άλλους σκοπούς αλλά αποτελεί λόγο ανακλήσεως της απαλλοτριωτικής πράξης αν συντρέχουν οι νόμιμοι προς τούτο όροι.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει τα αντίθετα".
Συνεπώς, με την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ έχει κριθεί αμετακλήτως α) ως νόμιμη η παραχώρηση της επίδικης έκτασης από το ΤΕΘΑ στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, β) ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως που επικαλούνταν το δασικό χαρακτήρα της έκτασης αυτής, με την επισήμανση στο σκεπτικό αυτής ότι είναι αδιάφορο, το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης που εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο, διότι η υπαγωγή στη ρυμοτομική ρύθμιση γίνεται κατά νόμο με πολεοδομικά κριτήρια και επιφέρει τις ίδιες νόμιμες συνέπειες, είτε η σχετική έκταση είναι δημόσια, είτε ιδιωτική, γ) ότι η συνταγματική προστασία των δασών και η συνακόλουθη εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, που την εξειδικεύουν, δεν εκτείνεται στις περιοχές που έχουν ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο, εφ' όσον η σχετική εγκριτική πράξη δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί και επομένως, ειδικότερα, σε τμήματα των περιοχών αυτών, που δεν έχουν χαρακτηρισθεί κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου, ανεξάρτητα από το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς (ιδιωτικά ή δημόσια).
Κατόπιν των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί νομικών ελαττωμάτων, πραγματικών ελαττωμάτων, ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας της συμβάσεως πώλησης, συνισταμένης αυτής στην ακυρότητα του από 25.5.1962 Β.Δ., με το οποίο εγκρίθηκε το πολεοδομικό σχέδιο της περιοχής Σταμάτας και εντάχθηκε η επίδικη έκταση, καίτοι δασική, στο σχέδιο πόλεως, με αποτέλεσμα τα πωληθέντα ακίνητα να μην είναι ούτε άρτια ούτε οικοδομήσιμα, αλλά και κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθώς: 1) Η επίδικη περιοχή έχει ενταχθεί στο ρυμοτομικό σχέδιο δυνάμει του προαναφερόμενου βασιλικού διατάγματος και των προεδρικών διαταγμάτων που τροποποίησαν αυτό, όπως εκτίθεται και στην υπό κρίση αγωγή, με συνέπεια αυτή (επίδικη έκταση) να έχει αποσυνδεθεί από τη δασική νομοθεσία και να έχει απολέσει το δασικό της χαρακτήρα, η δε εγκριτική πράξη του β.δ. 23/5/1962 δεν έχει ανακληθεί, ούτε ακυρωθεί, ούτε τούτο αποτελεί σχετικό αγωγικό ισχυρισμό και συνεπώς μη νομίμως ζητείται ο παρεμπίπτων έλεγχος αυτού και των συναφών αυτού διοικητικών πράξεων.
Επιπλέον και προς επίρρωση των ανωτέρω, πρέπει να επισημανθεί εν προκειμένω ότι με την υπ' αριθμ. 1365/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας..., εκδοθείσα επί αίτησης ακύρωσης Υπουργικών αποφάσεων για την αυτεπάγγελτη αναμόρφωση και κατάρτιση των δασικών χαρτών, κρίθηκε ότι βάσει του τεκμηρίου νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, ο τυχόν δασικός χαρακτήρας ακινήτων (που έχουν απενταχθεί από αυτήν με διοικητική πράξη) δεν επανεξετάζεται προκειμένου αυτά να απενταχθούν ή μη από τη δασική νομοθεσία, καθώς υπό την αντίθετη εκδοχή, η ρητώς εξαγγελλόμενη από τη διάταξη τήρηση του τεκμηρίου νομιμότητας, το οποίο έχει την έννοια ότι καλύπτει και μη νόμιμες διοικητικές πράξεις, δεν θα είχε νόημα, αφού, υπό την εκδοχή αυτή, η επανεξέταση του δασικού χαρακτήρα της θα ισοδυναμούσε με παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης και θα οδηγούσε στην επανασύνδεση της έκτασης προς τη δασική νομοθεσία κατά τρόπο ασύμβατο με την τήρηση του τεκμηρίου νομιμότητας. 2) Η νομιμότητα της δωρεάν παραχώρησης της εκτάσεως από το ΤΕΘΑ στο Ελληνικό Δημόσιο κρίθηκε αμετάκλητα δυνάμει της προαναφερόμενης απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνεπώς μη νομίμως ζητείται η αναγνώριση της έλλειψης συγκυριότητας της εκκαλούσας επί των προαναφερόμενων 85 οικοπέδων, λόγω νομικού ελαττώματος των πωληθέντων. 3) Όσον αφορά στις προαναφερόμενες πράξεις απαλλοτρίωσης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι, επειδή πρόκειται για δασική έκταση, έπρεπε να προηγηθεί της πράξης κήρυξης της απαλλοτρίωσης απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κατ' άρθρο 60 παρ. 1 του Ν.Δ. 86/1969, η οποία επιτρέπει την κατάτμηση, που επέρχεται με την απαλλοτρίωση, διότι η επίδικη έκταση έχει απολέσει το δασικό της χαρακτήρα, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, σε κάθε δε περίπτωση, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, η άδεια του Υπουργού Γεωργίας απαιτείται μόνο σε κατάτμηση, που επέρχεται με εκούσια σύμβαση του ιδιοκτήτη της δασικής εκτάσεως και όχι για αυτήν, που επέρχεται λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, για την οποία προνοούν οι ειδικές διατάξεις ... 4) Κατά το μέρος, που η αγωγή επιχειρείται να θεμελιωθεί στην έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, ήτοι της ακυρότητας του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος εξαιτίας της μη προσυπογραφής του από τον Υπουργό Γεωργίας, λόγω του δασικού χαρακτήρα της ρυμοτομηθείσας περιοχής, είναι επίσης απορριπτέα, καθώς σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, η επίδικη έκταση έχει απολέσει το δασικό της χαρακτήρα, σε κάθε δε περίπτωση κατά τον χρόνο εκδόσεως του από 23/5/1962 Β.Δ., με το οποίο επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής, δεν είχε τεθεί σε ισχύ το Ν.Δ. 86/1969, οι διατάξεις του οποίου (άρθρο 49 όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από τη διάταξη του άρθρου 36 του Ν.4280/2014) προέβλεπαν την δυνατότητα εντάξεως ή επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών, μόνο εφόσον το σχετικό διάταγμα προσυπογράφεται από τον Υπουργό Γεωργίας, και δεν προβλεπόταν από την σχετική νομοθεσία (πολεοδομική, δασική ή άλλη) η υποχρέωση συμμετοχής του Υπουργού Γεωργίας στην έκδοση των σχετικών διαταγμάτων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που έκρινε όμοια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 24 παρ.1 του Συντάγματος, περί προστασίας των δασών, 3 παρ.6 και 59 του Ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών κ.λ.π.", τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και επίσης δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 117 παρ.3 του Συντάγματος, 49 παρ.2 του Ν.998/1979, 60 παρ.1 του Ν.Δ.86/1969, 513, 514, 515 εδ.α', 516, 534, 535, 543 του Α.Κ., αφού, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί νομικών ελαττωμάτων και ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας των πωληθέντων ακινήτων, είναι νομικά αβάσιμη.
Τούτο διότι: 1) Τα επίδικα ακίνητα, όπως εκτίθεται στην αγωγή, βρίσκονται σε περιοχή που έχει ενταχθεί στο ρυμοτομικό σχέδιο δυνάμει του από 23/5/1962 β.δ/τος, με συνέπεια αυτή (επίδικη έκταση) να έχει αποσυνδεθεί από τη δασική νομοθεσία και να έχει απολέσει το δασικό της χαρακτήρα, η δε εγκριτική πράξη του ως άνω βασιλικού διατάγματος δεν έχει ανακληθεί ούτε ακυρωθεί, με συνέπεια ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας αυτού και των συναφών διοικητικών πράξεων να είναι ασύμβατος με την τήρηση του τεκμηρίου νομιμότητας, αφού ο τυχόν δασικός χαρακτήρας ακινήτων που έχουν ενταχθεί στο ρυμοτομικό σχέδιο με διοικητική πράξη, που δεν έχει ακυρωθεί ή ανακληθεί, δεν επανεξετάζεται, καθώς, υπό την αντίθετη εκδοχή, η επανεξέταση του δασικού χαρακτήρα της θα ισοδυναμούσε με παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης. 2) Νόμιμα περιήλθε η ως άνω έκταση στο Ταμείο Εθνικής Άμυνας με απαλλοτριωτική πράξη που εκδόθηκε για ορισμένους σκοπούς, η οποία δεν ανακλήθηκε, επίσης νόμιμα παραχωρήθηκε η επίδικη έκταση από το ΤΕΘΑ στην ΚΕΔ με την υπ' αριθ. 1114/24/8306/Α0010/20-12-1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, κατά το μέρος που αφορά τους οικοδομήσιμους χώρους του ρυμοτομικού σχεδίου, η οποία (παραχώρηση) δεν προσκρούει στη συνταγματική προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων, η οποία δεν εκτείνεται σε περιοχές που έχουν ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο, εξάλλου, η νομιμότητα της ως άνω δωρεάν παραχώρησης της εκτάσεως από το ΤΕΘΑ στο Ελληνικό Δημόσιο κρίθηκε αμετάκλητα δυνάμει της υπ' αριθ.2753/1994 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά συνέπεια να μην πάσχουν από νομικό ελάττωμα τα πωληθέντα ακίνητα, λόγω ελλείψεως κυριότητας του πρώτου εναγομένου επ' αυτών. 3) Δεν απαιτείται, όσον αφορά στις προαναφερόμενες πράξεις απαλλοτρίωσης, να προηγηθεί της πράξης κήρυξης της απαλλοτρίωσης απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, κατ' άρθρο 60 παρ. 1 του Ν.Δ. 86/1969, η οποία επιτρέπει την κατάτμηση, που επέρχεται με την απαλλοτρίωση, διότι η επίδικη έκταση έχει απολέσει το δασικό της χαρακτήρα. 4) Δεν υφίσταται ακυρότητα του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος, με το οποίο εντάχθηκε η επίδικη έκταση στο σχέδιο πόλεως, λόγω της μη προσυπογραφής του από τον Υπουργό Γεωργίας, αφού η επίδικη έκταση είχε απολέσει το δασικό της χαρακτήρα, σε κάθε δε περίπτωση κατά τον χρόνο εκδόσεως του από 23/5/1962 Β.Δ., δεν είχε τεθεί σε ισχύ ο Ν.998/1979, οι διατάξεις του οποίου (άρθρο 49 όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από τη διάταξη του άρθρου 36 του Ν.4280/2014) προέβλεπαν τη δυνατότητα εντάξεως ή επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, μόνο εφόσον το σχετικό διάταγμα προσυπογράφεται από τον Υπουργό Γεωργίας, με συνέπεια να μην πάσχουν από έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας τα πωληθέντα ακίνητα, λόγω του ότι αυτά, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ήταν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται, να επεμβαίνουν σε διοικητικές υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου, επιτρέπεται δε μόνον η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεπιπτόντως.
Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σε αυτά κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ ιδιωτικές διαφορές μπορούν να εξετάσουν παρεπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από τον νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Δεν επιτρέπεται όμως να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση των οργάνων της διοίκησης, που εξέδωσαν τη διοικητική πράξη, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδοσης αυτής, ενώ περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα τα διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών κατά τα άνω.
Δεν επιτρέπεται δηλαδή να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση των οργάνων της διοίκησης, που εξέδωσαν τη διοικητική πράξη, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδοσης αυτής, ενώ περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα τα διοίκησης ενήργησαν μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών κατά τα άνω (Α.Π.1134/2023, Α.Π.1319/2022, Α.Π.526/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν προέβη σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της υπ' αριθ.1114/24/806/Α0010/20-12-1991 Κ.Υ.Α., με την οποία περιήλθε η επίδικη έκταση από το Τ.ΕΘ.Α.
στο πρώτο αναιρεσίβλητο και του από 25-5-1962 Β.Δ., με το οποίο αυτή εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο, και δεν κήρυξε την ακυρότητα αυτών. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι ουδόλως ερείδεται σε κάποια ακυρότητα που προήλθε από παραβίαση δικονομικής διάταξης. Αν δε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως ακυρότητα αυτών που προήλθε από παραβίαση των σχετικών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα μ' όσα προαναφέρθηκαν, η υπ' αριθ.1114/24/806/Α0010/20-12-1991 Κ.Υ.Α.
και το από 25-5-1962 Β.Δ., δεν έχουν ακυρωθεί δικαστικά, ούτε έχουν ανακληθεί διοικητικά και συνεπώς απολαμβάνουν του τεκμηρίου νομιμότητάς τους, όπως, εξάλλου έχει αμετάκλητα κριθεί με την προαναφερόμενη υπ' αριθ.2753/1994 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η κρίση της οποίας, ως προς τη νομιμότητα των ως άνω διοικητικών πράξεων, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/ 2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π.250/2014, Α.Π.1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π.11/1996, Α.Π.747/2019, Α.Π.118/2017). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η επίδικη έκταση είχε κηρυχθεί αναδασωτέα λόγω καταστροφής της από πυρκαγιά και ότι το επίμαχο συμβόλαιο μεταβίβασής της στο πρώτο αναιρεσίβλητο ήταν άκυρο επειδή δεν προσκομίσθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 παρ.1 του Ν.998/1979, πιστοποιητικό ακαϊας.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της, τον οποίο απέρριψε με την παραδοχή της ότι η συνταγματική προστασία των δασών και συνακόλουθα η εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας (του Ν.998/1979) που την εξειδικεύουν δεν εφαρμόζονται στην επίδικη έκταση που έχει ενταχθεί στο ρυμοτομικό σχέδιο και έχει απολέσει το δασικό της χαρακτήρα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1/7/2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ` αριθ. 2341/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ