Supreme Court dismisses appeal claiming contradictory reasoning regarding payment obligations under Greek Civil Code articles 211, 513, and 416.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a regional court judgment regarding property sale payments. The appellants argued the lower court contradicted itself by first accepting a payment declaration and later ruling no payment was made. The court found no contradiction because the initial declaration was merely a statement of fact without evidentiary support, while the final ruling correctly applied the law to determine the lack of actual payment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 211, 513, and 416 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a lower court's finding of no payment, despite a seller's representative claiming payment was received, is not contradictory if the claim lacks evidentiary basis and the court correctly applies statutory obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 747 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 747/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ., χήρας Δ. Β., το γένος Β. Ε. και 2) Ε. Β. του Δ., αμφοτέρων κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων και καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος και αρχικώς εναγομένου Δ. Β. του Ε.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Λιάρο - Παπαχαραλάμπους. Της αναιρεσίβλητης: Β. συζύγου Ν. Δ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη της Νικόλαο Φίλωνα Δημητρίου, κατοίκου ομοίως, που διορίστηκε με την με αριθμ.3124/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζέρβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θήβας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2017 του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ .../2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, παραβαίνοντας το άρθρο 559αρ8 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τα οποία δεν είχαν προταθεί με την έφεσή τους .Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι, ενώ με την έφεσή τους προσέβαλαν μόνο το κεφάλαιο, με το οποίο έγινε δεκτό ότι η με αριθμό ...00/30-12-2005 συμ/κή πράξη εξόφλησης της ενάγουσας δεν απόσβεσε την ενοχή του οφειλόμενου τιμήματος που αναφερόταν στο 38.074/2005 πωλητήριο συμβόλαιο, το δικαστήριο εξελθόν των ορίων του έκρινε ότι ο εντολοδόχος πληρεξούσιος της ενάγουσας δεν κατέβαλε σ'αυτήν το τίμημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση ,όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ 561 παρ 2 ΚΠοΛΔ) έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "....Η Ζ. Β., μητέρα των διαδίκων (ενάγουσας και αρχικώς εναγομένου), ζήτησε από τη συμβολαιογράφο, Ε. Κ., η οποία είναι συγγενής τους, να συντάξει τη διαθήκη της.
Πράγματι στις 30 Δεκεμβρίου 2004 η τελευταία προσήλθε στο σπίτι της Ζ Β., στη …, προκειμένου να συντάξει τη διαθήκη σύμφωνα με τη βούληση της διαθέτιδος. Μετά τη νομότυπη υπογραφή της δημόσιας αυτής διαθήκης με την παρουσία τριών μαρτύρων, αποχώρησαν από το δωμάτιο της διαθέτιδος οι δύο μάρτυρες και παρέμεινε ο τρίτος εξ αυτών, Δ.
Κ., η Ζ. Β., η συμβολαιογράφος Ε. Κ. και η ενάγουσα, η οποία είχε στο μεταξύ προσέλθει και αυτή στην οικία της μητρός της, προκειμένου να υπογράψει πληρεξούσιο, τη σύνταξη του οποίου είχε αναθέσει η ίδια στην παραπάνω συμβολαιογράφο. Πράγματι, αφού πρώτα της αναγνώσθηκε το περιεχόμενο του .πληρεξουσίου όπως τούτο βεβαιώνεται στο ίδιο το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, στη συνέχεια η ενάγουσα το υπέγραψε.
Με το πληρεξούσιο αυτό, που έλαβε τον αριθμό ...16/30-12-2004, η ενάγουσα διόριζε ειδικό πληρεξούσιο της τον αδελφό της, αρχικώς εναγόμενο, και του έδινε την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα για λογαριασμό της να πωλεί, μεταβιβάζει, παραχωρεί και παραδίδει προς οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες ενέκρινε αυτός και προς τον εαυτό του ακόμη με αυτοσύμβαση τα κληρονομιαία αγροτικά ακίνητα, τα οποία αναφέρονται και περιγράφονται λεπτομερώς στην ...
πράξη αποδοχής και στο ... διανεμητήριο συμβόλαιο. Στη συνέχεια, ο αρχικώς εναγόμενος προσήλθε στην ανωτέρω συμβολαιογράφο, Ε. Κ., προκειμένου να συντάξει το με αρ. ...74/8-3-2005 συμβολαιογραφικό συμβόλαιο πώλησης των αναφερομένων στο πληρεξούσιο συμβόλαιο αγροτικών ακινήτων της ενάγουσας με τίμημα το ποσό των 97.422,30 €, ενεργώντας από την πλευρά της πωλήτριας, ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου, ενώ από την πλευρά του αγοραστή για τον εαυτό του ατομικά.
Στο ίδιο πωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο αρχικώς εναγόμενος υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το τίμημα των 97.422,30 € με ισόποσο δάνειο που θα λάμβανε από την "...". Σε περίπτωση δε που ο αγοραστής δεν κατόρθωνε να συμφωνήσει με την τράπεζα για το δάνειο, έστω και εάν δεν ήταν ο ίδιος υπεύθυνος γι' αυτό, μέσα σε ένα μήνα από την κατάρτιση του συμβολαίου, είχε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα από δικά του χρήματα και, εάν δεν το πλήρωνε μέσα σε 30 ημέρες από τότε, η ενάγουσα θα δικαιούτο να κάνει κάθε νόμιμη ενέργεια για να πληρωθεί την ισόποση προς το δάνειο απαίτηση της από τον αγοραστή, ακόμα και με εκτέλεση του συμβολαίου που από την κατάρτιση του οι συμβαλλόμενοι κατά δήλωση τους το κήρυτταν τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο σε κάθε περιουσία του αγοραστή, κατά δε της εκτέλεσης αυτής δεν επιτρεπόταν καμία ένσταση ή ανακοπή.
Τέλος, η εξόφληση του τιμήματος που πιστώθηκε θα αποδεικνυόταν αποκλειστικά από εξοφλητική απόδειξη της πωλήτριας ή από γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του ΤΠΔ περί καταθέσεως του πιο πάνω πιστωθέντος τιμήματος επ' ονόματι της πωλήτριας. κάθε δε άλλο μέσο απόδειξης ακόμη και ο όρκος αποκλειόταν. Αν ο αγοραστής εξοφλούσε το τίμημα, η πωλήτρια αναλάμβανε την υποχρέωση να υπογράψει στη συμβολαιογράφο πράξη εξόφλησης, το δικαίωμα δε της υπογραφής της πράξης αυτής είχε και ο αγοραστής με αυτοσύμβαση κατόπιν εντολής και πληρεξουσιότητας που του παρείχε από εκείνη την ημέρα η πωλήτρια, όμως ο αγοραστής έπρεπε να εξοφλήσει εμπροθέσμως το τίμημα και να παραδώσει στη συμβολαιογράφο τα έγγραφα που αποδείκνυαν την εξόφληση και συγκεκριμένα απόδειξη καταβολής της δανείστριας τράπεζας ή γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του ΤΠΔ, η δε συμβολαιογράφος να τα προσαρτήσει στην πράξη.
Στις 30 Δεκεμβρίου 2005 παρουσιάστηκε ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου …. ο αρχικώς εναγόμενος, ενεργώντας αφενός μεν ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας αφετέρου δε για τον εαυτό του, και της ζήτησε να συνταχθεί η με αρ. ...99/30-12-2005 διορθωτική πράξη του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου, με την οποία δήλωνε ότι, επειδή η λήψη του δανείου (που συμφωνήθηκε στο με αρ. ...74/8-3-2005 πωλητήριο συμβόλαιο) κρίθηκε ασύμφορη, αυτός θα κατέβαλε στην ενάγουσα-πωλήτρια το τίμημα σε πέντε ετήσιες δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη, ύψους 17.422,30 ευρώ, θα έπρεπε να καταβληθεί στις 25 Ιουνίου 2006, ενώ οι λοιπές τέσσερις, ύψους 20.000 ευρώ η καθεμία, στις 25 Ιουνίου των ετών 2007-2010 αντίστοιχα, η δε καταβολή τους θα αποδεικνυόταν με εξοφλητική απόδειξη της πωλήτριας ή συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης.
Την ίδια δε ημέρα, στις 30 Δεκεμβρίου 2005, της ζήτησε να συνταχθεί και έτερη συμβολαιογραφική πράξη, η με αρ. ...00/30-12-2005, στην οποία καταχωρήθηκε η δήλωση του, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας (πωλήτριας), ότι πληρώθηκε και έλαβε από τον αγοραστή (τον ίδιο δηλαδή) ολόκληρο το τίμημα και έτσι εξοφλήθηκε αυτό.
Όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα το τίμημα των 97.422,30 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχεί στο τίμημα από τη πώληση των μεταβιβασθέντων ακινήτων. Ειδικότερα, με το ...16/2004 πληρεξούσιο πώλησης ακινήτων, ο εναγόμενος έλαβε την ειδική εντολή να πωλεί κλπ για λογαριασμό της ενάγουσας εντολέως τα ακίνητα που αναφέρονται στο ως άνω ...16/30-12-2004 (ενν.
πληρεξούσιο). Στη συνέχεια με το ...74/2005 πωλητήριο συμβόλαιο, ο εναγόμενος αγοραστής ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα της πώλησης εξ 97.422,30 ΕΥΡΩ στην ενάγουσα πωλήτρια, με ισόποσο δάνειο που θα λάμβανε από την "...". Σε περίπτωση δε που ο αγοραστής δεν κατόρθωνε να συμφωνήσει με την τράπεζα για το δάνειο, έστω και εάν δεν ήταν ο ίδιος υπεύθυνος γι' αυτό, μέσα σε ένα μήνα από την κατάρτιση του συμβολαίου, είχε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα από δικά του χρήματα και, εάν δεν το πλήρωνε μέσα σε 30 ημέρες από τότε, η ενάγουσα θα δικαιούτο να κάνει κάθε νόμιμη ενέργεια για να πληρωθεί την ισόποση προς το δάνειο απαίτηση της από τον αγοραστή, ακόμα και με εκτέλεση του συμβολαίου που από την κατάρτιση του οι συμβαλλόμενοι κατά δήλωση τους το κήρυτταν τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο σε κάθε περιουσία του αγοραστή, κατά δε της εκτέλεσης αυτής δεν επιτρεπόταν καμία ένσταση ή ανακοπή.
Τέλος, η εξόφληση του τιμήματος που πιστώθηκε θα αποδεικνυόταν αποκλειστικά από εξοφλητική απόδειξη της πωλήτριας ή από γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του ΤΠΔ περί καταθέσεως του πιο πάνω πιστωθέντος τιμήματος επ' ονόματι της πωλήτριας, κάθε δε άλλο μέσο απόδειξης ακόμη και ο όρκος αποκλειόταν. Αν ο αγοραστής εξοφλούσε το τίμημα, η πωλήτρια αναλάμβανε την υποχρέωση να υπογράψει στη συμβολαιογράφο πράξη εξόφλησης, το δικαίωμα δε της υπογραφής της πράξης αυτής είχε και ο αγοραστής με αυτοσύμβαση κατόπιν εντολής και πληρεξουσιότητας που του παρείχε από εκείνη την ημέρα η πωλήτρια, όμως ο αγοραστής έπρεπε να εξοφλήσει εμπροθέσμως το τίμημα και να παραδώσει στη συμβολαιογράφο τα έγγραφα που αποδείκνυαν την εξόφληση και συγκεκριμένα απόδειξη καταβολής της δανείστριας τράπεζας ή γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του ΤΠΔ, η δε συμβολαιογράφος να τα προσαρτήσει στην πράξη.
Όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος αγοραστής των ακινήτων που περιγράφονται στο ...74/2005 συμβόλαιο, κατέβαλε στην ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα των 97.422,30 ΕΥΡΩ, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με το ...16/2004 πληρεξούσιο, αφού ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας και συνεπώς, είχε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα το τίμημα που θα ελάμβανε από τη πώληση των ακινήτων αυτών στην ενάγουσα, σύμφωνα με τις ΑΚ 211 και 513.
Το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε δικαίωμα να υπογράφει εξοφλητική απόδειξη ή πράξη εξόφλησης δεν σημαίνει ότι κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης της ενάγουσας, καθόσον ο αρχικά εναγόμενος προέβη σε απλή δήλωση, χωρίς να προσκομίσει στην ως άνω συμβολαιογράφο έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται η εξόφληση.
Άλλωστε, η δήλωση του εναγομένου ενώπιον της συμβολαιογράφου για την εξόφληση του τιμήματος επιδέχεται ανταπόδειξη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 441 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, το επικαλούμενο από τον εναγόμενο ότι κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης στην ενάγουσα από χρήματα που διατηρούσε στο σπίτι του, δεν αποδεικνύεται ελλείψει αποδεικτικών μέσων (ο εναγόμενος δεν εξέτασε μάρτυρα), αντίκειται δε στη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου, ήτοι να καταβάλει το τίμημα από τη πώληση ακινήτου, όντας καλής οικονομικής κατάστασης και να το κάνει με χρήματα εκτός τραπεζικού συστήματος ή χωρίς να λάβει έγγραφη απόδειξη από τον πωλητή και αντ' αυτού να χρησιμοποιεί χρήματα έκτος τραπεζικού συστήματος και μάλιστα χωρίς να λαμβάνει απόδειξη για τη καταβολή των χρημάτων αυτών....
Τέλος, οι εκκαλούντες, διάδοχοι του αρχικά εναγομένου, δεν επικαλούνται ότι η επίδικη σύμβαση πώλησης είναι εικονική και υποκρύπτεται δωρεά, αλλά αντίθετα ισχυρίζονται, όπως και πρωτόδικα ότι κατέβαλαν στην αρχικά ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα των 97.422,30 ΕΥΡΩ. Όμως, όπως προελέχθη, δεν αποδεικνύεται τέτοια καταβολή.
Το γεγονός ότι ο αρχικά εναγόμενος κατέβαλε τους φόρους που αναλογούσαν στα πωληθέντα ακίνητα, δεν αποδεικνύει ότι είχε συμφωνηθεί δωρεά, αφού οι εκκαλούντες δεν υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, ούτε ότι έχει καταβληθεί το τίμημα της πώλησης, καθόσον και ο κακόπιστος νομέας μπορεί να καταβάλει τους φόρους προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα χρησικτησίας στα διεκδικούμενα ακίνητα".
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο δεν έκρινε πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης χωρίς να έχουν προταθεί Ειδικότερα. το Εφετείο, κρίνοντας επί του καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού ότι ο αρχικά εναγόμενος έχει καταβάλει στην πωλήτρια ενάγουσα το τίμημα των αγρών για τους οποίους είχε λάβει εξουσιοδότηση να τους πωλήσει, δέχθηκε ότι σύμφωνα με το δοθέν πληρεξούσιο κατά τη σύνταξη των ….816/2004 και του τροποποιητικού αυτού 40099/2005 αγοραπωλητήρια συμβόλαια της Σ/φου Ε.
Κ. ο εναγόμενος ως αγοραστής υποσχέθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα ως τίμημα για τα αναφερόμενα σ'αυτά ακίνητα το ποσό των 97.422,30 ευρώ η δε καταβολή θα αποδεικνυόταν αρχικά με έγγραφα που θα αποδείκνυαν αυτή και θα προσαρτώνταν στη συμβολαιογραφική πράξη και δυνάμει του δεύτερου συμβολαίου με εξοφλητική απόδειξη της πωλήτριας ή με συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης, δυνάμει δε του άνω πληρεξουσίου ο εναγόμενος είχε δικαίωμα να εκδίδει εξοφλητικές αποδείξεις και να καταρτίζει πράξεις εξόφλησης.
Όμως στο ...00/30-12-2005 συμβολαιογραφικό έγγραφο της άνω Συμ/φου στο οποίο περιέχεται η δήλωση του αρχικά εναγομένου, ενεργούντος ως αντιπροσώπου της ενάγουσας με την ιδιότητα του πωλητή, κατά την οποία φέρεται ότι η ενάγουσα πληρώθηκε και έλαβε από τον αγοραστή, δηλ τον ίδιο τον ενεργούντα για τον εαυτό του εναγόμενο, το άνω τίμημα των ακινήτων και έτσι εξοφλήθηκε αυτό, ούτε έχει προσαρτηθεί κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει την καταβολή τούτου ως αγοραστή στον ενεργούντα για λογαριασμό της ενάγουσας αντιπρόσωπό της στη συγκεκριμένη πώληση, δηλαδή στον ίδιο, αλλά και δεν αποδείχθηκε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε πράγματι στην ίδια την πωλήτρια.
Επομένως, το Εφετείο δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε καταβολή του τιμήματος από τον αγοραστή στην πωλήτρια, δεν έλαβε υπόψη του μη προταθέντα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γι' αυτό ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, όσα δε περαιτέρω ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον αυτό λόγο αναιρέσεως, ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος ενέργησε ως εντολοδόχος και όφειλε να αποδώσει στον εντολέα του ό,τι απέκτησε εκ της εντολής, δηλαδή το τίμημα πωλήσεως των ακινήτων, είναι απαραδέκτως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον το Εφετείο ουδόλως διέλαβε παραδοχές περί εντολής μεταξύ των αρχικών διαδίκων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211ΑΚ δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα τούτο επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις.
Στην περίπτωση αυτή, υποκείμενο της δημιουργουμένης έννομης σχέσης από την ενέργεια του αμέσου αντιπροσώπου είναι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος και μόνον δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες στο όνομά του πράξεις υπό του πρώτου.
Κατά δε την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μετάθεσης της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές ,καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία ,είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.(Ολ,ΑΠ10/2011, 7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση ,η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσίοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση, (αρθ. 559 αρ1 και 19ΚΠολΔ) αντίστοιχα, των διατάξεων των άρθρων 211, 513 και 416 ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων κρίνοντας ότι αν και αναφέρεται στην εξοφλητική πράξη της άνω Συμβολαιογράφου ..
η δήλωση του ενεργούντος ως αντιπροσώπου της πωλήτριας ότι< πληρώθηκε και έλαβε από τον αγοραστή ολόκληρο το τίμημα και έτσι εξοφλήθηκε αυτό...>, στη συνέχεια δέχεται ότι ..<Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος αγοραστής των ακινήτων που περιγράφονται στο ...74/2005 συμβόλαιο κατέβαλε στην ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα των 97422,30 ευρώ, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με το ...16/2004 πληρεξούσιο ,αφού ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας και συνεπώς είχε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα το τίμημα που θα ελάμβανε από την πώληση των ακινήτων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις ΑΚ211 και 513> καθώς και ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες δεχθείσα αφενός μεν ότι στην άνω εξοφλητική συμ/κή πράξη, ο εναγόμενος ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας πωλήτριας πληρώθηκε και έλαβε από τον αγοραστή ολόκληρο το τίμημα και έτσι εξοφλήθηκε αυτό και στη συνέχεια ότι ο εναγόμενος αγοραστής δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με το ...16/2004 πληρεξούσιο..." Από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 211,513 και 416ΑΚ και δεν στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως, δεν συνιστά δε αντίφαση η κρίση, ότι ο (αρχικά) εναγόμενος αγοραστής των ακινήτων δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα με την περαιτέρω πλεοναστική κρίση ότι ο (αρχικά) εναγόμενος δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το πληρεξούσιο, να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα το τίμημα που έλαβε από την πώληση των ακινήτων.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (αρθ 176 και 183 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2017 αίτηση αναίρεσης των Δ. χας Δ. Β. και Ε. Β. κατά της 28/2017 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ