Supreme Court dismisses appeal on forged document charges due to lack of res judicata and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Regional Court's conviction for forging documents. The appellant argued that a prior final judgment constituted res judicata and that the crime was exempt from prosecution abroad, but the court found these claims unsupported. The court rejected the res judicata argument because the cited foreign judgment lacked required documentation and did not concern the same specific act, while also noting the domestic judgments involved different crimes. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473(2)-(3) of the Code of Criminal Procedure; Article 57(1) of the Code of Criminal Procedure; Article 546(2) of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on res judicata is inadmissible if the foreign judgment is not proven by certified copy and finality certificate, and if the domestic judgments concern different acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1384 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1384/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 6 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσνταντινόπουλου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ... του Η., κατοίκου .., που εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Φρειδερίκη Δουγιάκη - Παπασωτηρίου, η οποία ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 115/2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 584/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζων την κατηγορία το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, που εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Πολυχρόνη Καραστεργίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24-1-2020 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 180/2020.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, τον Πάρεδρο του ΝΣΚ του υποστηρίζοντος την κατηγορία Ελληνικού Δημοσίου και την ορισθείσα με πράξη δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 24-1-2020 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης [αριθ.εκθ.1/2020] στρεφόμενη κατά της 584/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως [άρθρο 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ]. Είναι συνεπώς, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 και 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την 1-7- 2019, "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών [3] μηνών. Η χρήση του εγγράφου θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 3 Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων [παράγραφοι 1 και 2] σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ".Στο αντίστοιχο άρθρο 216 παρ.1 και 3 του Νέου Ποινικού Κώδικα ορίζεται , ότι: "1.
Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί αν έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή .3.Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων ....2] σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημιά υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".
Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών , που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται , προκύπτει ότι ευμενέστερη διάταξη είναι αυτή του ισχύοντος από 1-7-2019 ποινικού κώδικα , καθόσον: α] η χρήση πλαστού δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση κατά την παρ.1 αλλά αυτοτελή πράξη [παρ.2] που συρρέει φαινομενικά όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτήν και β] ειδικώς και μόνο ως προς την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης , οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου , αφού με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο , δηλ.
από δέκα [10] ημέρες έως πέντε [5] έτη ενώ η προηγούμενη διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον τριών [3] μηνών έως πέντε [5] ετών. Η ποινική όμως κύρωση της νέας διάταξης που προβλέπει στην παρ.3 σωρευτικά ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη και χρηματική ποινή, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο.
Από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες αποβλέπουν στην προστασία της δημόσιας πίστης περί τα υπομνήματα και της ασφάλειας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτον απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού [με την έννοια είτε της απομίμησης του γραφικού χαρακτήρα, είτε της θέσης της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε της κατάχρησης της υπογραφής [συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου] ή νοθευμένου [δηλαδή της αλλοίωσης της έννοιας του περιεχομένου του] εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.γ'του ΠΚ] και η χρήση αυτού από τον τρίτο.
Στοιχειοθετείται δηλαδή αντικειμενικώς, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο, του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την γνησιότητα του εγγράφου, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος που ενέχει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου [υπερχειλής δόλος] να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός , που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες , όπως είναι εκείνο το γεγονός , το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης , δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης ασχέτως αν επετεύχθη [Ολ.ΑΠ 3/2Θ08,ΑΠ 314/2020].
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη , από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ , όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος , οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη .Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης , τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες , έγγραφα κλπ] χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως να προκύπτει με βεβαιότητα , ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ'επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζουν ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα , δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά , ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης , γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.Δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας , πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη , περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου , που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική περί αυτού [δόλου] αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή .Όταν, όμως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού [άμεσος δόλος] ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος [εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση] , όπως επί του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτον, πρέπει η ύπαρξη του δόλου , αλλά και του σκοπού να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν αφενός τη γνώση αυτή και αφετέρου το σκοπό, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ.
ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά , που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος , έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [Ολ.ΑΠ 3/2008].
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης , ανάγνωση πρακτικών της εκκαλουμένης απόφασης, ανάγνωση εγγράφων και απολογία κατηγορουμένου] αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος επί πολλά έτη απασχολούνταν ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων διεθνών μεταφορών.
Την 11η Ιουλίου 2008, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, εκινείτο επί γερμανικού εδάφους, και δη σε αυτοκινητόδρομο της περιοχής της Ν.. Το άνω ΔΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε φερόταν να μεταφέρει λευκόλιθο, τον οποίο η ημεδαπή εταιρία με την επωνυμία "Ε. Λ. Α.Ε." που εδρεύει στην .. και διατηρεί υποκατάστημα στη Γ.
Χ., φερόταν να απέστειλε από την ... στην πελάτισσά της εταιρεία με την επωνυμία L. a.s, που εδρεύει στη ..., όπου και ο κατηγορούμενος κατευθύνονταν. Κατά την προαναφερομένη ημέρα, η γερμανική αστυνομία πραγματοποίησε έλεγχο στο άνω φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, κατά τον οποίο έλεγχο αποκαλύφθηκε ότι εντός του αυτοκινήτου αυτού, επιμελώς συσκευασμένα και κρυμμένα μεταξύ των σάκων ασβεστόλιθου, βρίσκονταν 3.966.820 τεμάχια τσιγάρων μάρκας J.
L., τα οποία διακινούνταν λαθραίως, αφού για την κατοχή και την εξαγωγή αυτών δεν είχαν καταβληθεί οι νόμιμες δασμό φορολογικές επιβαρύνσεις, που στην προκειμένη περίπτωση ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό των 542.957,04 ευρώ. Μετά τη σύλληψή του, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε από το Πλημμελειοδικείο της Ν. σε στερητική της ελευθερίας ποινή δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, αποφυλακίστηκε δε μετά έκτιση ποινής 18 μηνών λόγω καλής διαγωγής.
Στη συνέχεια, μετά από έρευνα που διενεργήθηκε με τη βοήθεια και των γερμανικών αρχών, προέκυψαν τα εξής: Τη μεταφορά "συνόδευε" το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής, με φερόμενη εκδότρια την προαναφερομένη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Λ. Α.Ε.", φερομένη παραλήπτρια του εμπορεύματος, που συνίστατο σε λευκόλιθο συνολικού βάρους 22.160 μ.τ., την εταιρία με την επωνυμία L. a.s, που εδρεύει στη ...
και μέσο μεταφοράς το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο. Ωστόσο, το ως άνω δελτίο αποστολής ήταν πλαστό, αφού, στην πραγματικότητα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με τηνεπωνυμία• "Ε. Λ. Α.Ε." ουδέποτε το εξέδωσε, ενώ η σφραγίδα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "Ε. Λ. Α.Ε." δεν είχε τα αυτά χαρακτηριστικά με εκείνα του γνησίου εγγράφου.
Περαιτέρω, τη μεταφορά "συνόδευε" η από 8.7.2008 διεθνή φορτωτική, με φερόμενη εκδότρια την επιχείρηση διεθνών μεταφορών της Α. Κ., που εφέρετο να εδρεύει στην .... Και το έγγραφο αυτό ήταν πλαστό, αφού η ως άνω επιχείρηση δεν εδρεύει στην ..., αλλά στα ..., δεν ενεργεί διεθνείς αλλά εθνικές, μεταφορές, χρησιμοποιεί μόνο το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, οδηγοί της είναι μόνο ο Ν. Μ., Ι. Τ. και Κ. Α., ουδέποτε χρησιμοποίησε τον διακριτικό τίτλο K. T. (τέτοιος είχε ενσωματωθεί στη φορτωτική), ούτε μετέφερε εμπόρευμα για λογαριασμό της εταιρίας "Ε. Λ. Α.Ε.". Τέλος, τη μεταφορά "συνόδευε" η από 8.7.2008 βεβαίωση δραστηριοτήτων με φερόμενη εκδότρια την προαναφερομένη Α.
Κ.. Και αυτό το έγγραφο ήταν πλαστό, αφού η τελευταία δεν είχε καμία "επαφή" με την επίμαχη υπόθεση. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι φέρουσες τα στοιχεία ... πινακίδες κυκλοφορίας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν πλαστές, αφού οι αντίστοιχες γνήσιες αφορούσαν φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας Man, και όχι Scania, όπως το από μέρους του οδηγούμενο, που ήταν κλειστό και ανατρεπόμενο, ανήκε στον Λ.
Π., είχε άλλον αριθμό πλαισίου, και διενεργούσε εθνικές και όχι διεθνείς μεταφορές. Όλα λοιπόν τα συνοδευτικά έγγραφα για την άνω διεθνή μεταφορά ήταν πλαστά, φορέας της μεταφοράς ήταν μη σχετιζόμενο πρόσωπο (η Α. Κ.) και ο προορισμός του εμπορεύματος ήταν εικονικός. Ταυτόχρονα, όταν διερευνήθηκε από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ σε ποιον ανήκαν οι αριθμοί κινητής τηλεφωνίας που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος, διαπιστώθηκε ότι το ένα από αυτά ανήκε στην Ε.
Κ., δηλαδή την κόρη του. Κληθείς δε ο κατηγορούμενος να κατονομάσει το πρόσωπο που του ανέθεσε την επίμαχη μεταφορά, ανέφερε ψευδώς ως ιδιοκτήτη του φορτηγού αυτοκινήτου τον Κ. Μ., που αποδείχθηκε ότι είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Τα παραπάνω προκύπτουν πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν αναιρούνται δε από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο.
Με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος συνεργάσθηκε με αγνώστους συνεργούς του, τους οποίους αρνήθηκε στην πορεία της διαδικασίας να αποκαλύψει, αναφερόμενος σε όνομα ανυπάρκτου ατόμου, άπαντες δε, με κοινό δόλο, συναποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την παραπάνω λαθρεμπορική μεταφορά, δηλαδή μεταφορά της προαναφερομένης ποσότητας τσιγάρων από την ημεδαπή στην αλλοδαπή, για την κατοχή και την εξαγωγή των οποίων δεν είχαν καταβληθεί δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, η οποία θα τους απέδιδε περιουσιακό όφελος, στο οποίο και απέβλεψαν, υπέρτερο των 120.000 ευρώ και δη ισόποσο των, ως άνω, διαφυγόντων δασμών των λαθραίων τσιγάρων, με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου.
Προς τούτο, αφού τοποθετήθηκε το λαθρεμπορικό εμπόρευμα εντός του άνω φορτηγού, το οποίο ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει να οδηγήσει από την περιοχή της ... προς την αλλοδαπή, ο ίδιος προμηθεύθηκε από τους αγνώστους συνεργούς του, προ της αναχωρήσεώς του για την πραγματοποίηση του άνω δρομολογίου μεταφοράς των λαθραίων και προκειμένου να έχει αυτά διαθέσιμα σε έλεγχο, στον οποίο μπορούσε ανά πάσα στιγμή, από της εκκινήσεώς του, από την περιοχή της ..., μέχρι της ολοκληρώσεως του δρομολογίου του, να υποβληθεί, ώστε, με τη χρήση τους, να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα που ήθελαν ενεργήσει έλεγχο του μεταφερομένου φορτίου, τα προαναφερθέντα συνοδευτικά του φερομένου αποκλειστικά να μεταφέρεται φορτίου λευκολίθου, πλαστά έγγραφα, καταρτισθέντα ακριβώς για να παράσχουν νομιμοφάνεια στην από μέρους του λαθρεμπορική μεταφορά της άνω ποσότητος τσιγάρων και δη:
α) το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής, με φερόμενη εκδότρια την προαναφερομένη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Λ. Α.Ε.", φερομένη παραλήπτρια του εμπορεύματος, που συνίστατο σε λευκόλιθο συνολικού Βάρους 22.160 μ.τ., την εταιρία με την επωνυμία L. a.s, που εδρεύει στη ... και μέσο μεταφοράς το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν πλαστό, αφού, στην πραγματικότητα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Ε.
Λ. Α.Ε." ουδέποτε το εξέδωσε, ενώ η σφραγίδα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "Ε. Λ. Α.Ε." δεν είχε τα αυτά χαρακτηριστικά με εκείνα του γνησίου εγγράφου, 8) την από 8.7.2008 διεθνή φορτωτική, με φερόμενη εκδότρια την επιχείρηση διεθνών μεταφορών της Α. Κ., που φερόταν να εδρεύει στην ...., η οποία όμως φορτωτική ήταν πλαστή, αφού η ως άνω επιχείρηση δεν εδρεύει στην ..., αλλά στα ..., δεν ενεργεί διεθνείς αλλά εθνικές, μεταφορές, χρησιμοποιεί μόνο το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, οδηγοί της είναι μόνο ο Ν. Μ., Ι. Τ. και Κ. Α., ουδέποτε χρησιμοποίησε τον διακριτικό τίτλο K. T. (τέτοιος είχε ενσωματωθεί στη φορτωτική), ούτε μετέφερε εμπόρευμα για λογαριασμό της εταιρίας "Ε. Λ. Α.Ε." και γ) την από 8.7.2008 Βεβαίωση δραστηριοτήτων με φερόμενη εκδότρια την προαναφερομένη Α.
Κ., η οποία βεβαίωση ήταν και αυτή πλαστή, αφού η Α. Κ. δεν είχε "επαφή" με την επίμαχη υπόθεση. Επίσης, προκειμένου να αποκρύψει από τις αρμόδιες αρχές την πραγματική ταυτότητα του μεταφέροντος το λαθρεμπόρευμα φορτηγού αυτοκινήτου και να διευκολύνει τη μεταφορά του, προμηθεύθηκε από τους συνεργούς του πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας του και δη τις φέρουσες τα στοιχεία ..., που αντιστοιχούσαν σε φορτηγό μάρκας Man, και όχι Scania, όπως το από μέρους του οδηγούμενο, που ήταν κλειστό και ανατρεπόμενο, ανήκε στον Λ.
Π., είχε άλλον αριθμό πλαισίου, και διενεργούσε εθνικές και όχι διεθνείς μεταφορές. Τις πλαστές αυτές πινακίδες έκανε χρήση, προς τον προαναφερόμενο σκοπό, αμέσως προ της αναχωρήσεώς του, την 8-7-2009, από το ... ..., με κατεύθυνση την αλλοδαπή, ενώ των άνω πλαστών συνοδευτικών εγγράφων έκανε χρήση καθ' οδόν εντός της Ελληνικής Επικράτειας, οπωσδήποτε δε κατά τον, κατά το προαναφερθέν χρονικό σημείο, έλεγχο του από τις ...
αρχές, προκειμένου να παραπλανήσει αυτές ως προς την ταυτότητα του μεταφερομένου εμπορεύματος. Η γνώση δε του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας των άνω εγγράφων και πινακίδων και η συνειδητή χρήση τους προς ευόδωση του, ως άνω, σκοπού που είχε συναποφασίσει με τους αγνώστους συνεργούς του αποδεικνύεται πλήρως από τα προαναφερθέντα.
Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι επί της πλαστής, ως άνω, από 8.7.2008 βεβαίωσης δραστηριοτήτων με φερόμενη εκδότρια την Α. Κ., ο κατηγορούμενος σημείωσε αριθμό κινητού τηλεφώνου, ως ανήκοντος στην εκδότρια, πλην όμως ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε τηλεφωνική σύνδεση φερόμενη επ' ονόματι της θυγατέρας του, η αναγραφή δε αυτή εχώρησε σκοπίμως από τον κατηγορούμενο, ώστε σε τυχούσα τηλεφωνική αναζήτηση παρά των αρμοδίων της εκδότριας, να είναι ο ίδιος, αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτου προσώπου, σε θέση να απαντήσει επιβεβαιωτικά για τη γνησιότητα των φερομένων ως εκδοθέντων παρά της προαναφερομένης εγγράφων.
Ταυτόχρονα, ενώ ο κατηγορούμενος φυλακίσθηκε στη ... για ένα συμβάν, που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν τον βάρυνε, όχι μόνο δεν στράφηκε εναντίον κάποιου, αλλά απέκρυψε και το πραγματικό όνομα αυτού, τουλάχιστον, που του ανέθεσε τη μεταφορά, εμπλέκοντάς τον έτσι στην άνω αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, αναφέροντας αντίθετα, το όνομα ανύπαρκτου προσώπου.
Σε κάθε δε περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίηση της μεταφοράς των λαθρεμπορευμάτων χωρίς γνώση του κατηγορουμένου τόσο περί της ύπαρξης αυτών όσο και της πλαστότητας των σχετικών συνοδευτικών εγγράφων, αφού για το όλο αυτό "εγχείρημα" παρέχεται ένας ή περισσότεροι σύνδεσμοι επικοινωνίας με τον οδηγό, ώστε να είναι δυνατή η αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων.
Υπό τα δεδομένα αυτά, θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξεως της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και δη στην κακουργηματική της μορφή αφού, όπως προαναφέρθηκε, με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και τους συνεργούς του, με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, περιουσιακό όφελος υπέρτερο των 120.000 ευρώ και δη ισόποσο των ύψους 542.957,04 ευρώ διαφυγόντων δασμών των λαθραίων τσιγάρων (άρθρο 216 παρ. 3 Π.Κ.).
Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η χρήση πλαστού εγγράφου, πράξη την οποία, υπό τις άνω διακρίσεις, ο κατηγορούμενος τέλεσε τόσο στην ημεδαπή όσο και στη ..., είναι αξιόποινη και κατά τον ... ποινικό κώδικα και, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΚ, οι ελληνικοί νόμοι εφαρμόζονται και για την άνω πράξη, ο δε περί πλημμεληματικής μορφής του εν προκειμένω αδικήματος του και, μετά ταύτα, παραγραφής του αξιοποίνου του ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει μάλιστα του ότι μεταξύ των αξιοποίνων πράξεων της χρήσης πλαστών εγγράφων και της λαθρεμπορίας, συντρέχει αληθής και όχι φαινόμενη συρροή εγκλημάτων (ΑΠ 172/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, είναι αληθές ότι μετά την υπ' αριθ. πρωτ. 8607/16.3.2016 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ... ... ασκήθηκε ποινική δίωξη σε Βάρος του κατηγορουμένου για έκδοση εικονικού φορολογικού στοιχείου και δη του με αριθμό ... δελτίου αποστολής, ήτοι για παράβαση των άρθρων 66 επ. του Ν. 4174/2013, για την οποία εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 641/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ...
και μετά έφεσή του η υπ' αριθμ. 6342/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους με αναστολή για τρία έτη, πλην όμως η κατ' αυτού δίωξη, για την οποία εκδόθηκαν οι άνω αποφάσεις, ασκήθηκε μεταγενέστερα καν αναφέρεται σε διάφορο αδίκημα και δη αυτό της εκδόσεως εικονικού φορολογικού στοιχείου με συνέπεια να είναι αβάσιμος και άρα απορριπτέος ο περί εκκρεμοδικίας ισχυρισμός του σε σχέση με την πλαστογράφηση του με αριθμό ...
δελτίου αποστολής. Τέλος, μετά την υπ' αριθ. πρωτ. 18066/11.5.2016 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ... ... ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι για παράβαση του άρθρων 25 του Ν. 1892/1990, για την οποία εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 226/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών με αναστολή για τρία έτη, και μετά έφεσή του η υπ' αριθμ. 2149/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, καθόσον, κατ' εφαρμογή του άρθρου 465 του νέου ΠΚ, διαγράφηκαν από τον πίνακα χρεών χρέη ύψους 1.330.115,30 ευρώ που του είχαν επιβληθεί από το τελωνείο, πλην όμως και η προκειμένη κατ' αυτού δίωξη, για την οποία εκδόθηκαν οι άνω αποφάσεις, ασκήθηκε μεταγενέστερα και αναφέρεται σε διάφορο αδίκημα και δη αυτό της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο με συνέπεια να είναι αβάσιμος και άρα απορριπτέος ο περί εκκρεμοδικίας ισχυρισμός του σε σχέση με την πλαστογράφηση του με αριθμό ...
δελτίου αποστολής.
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει, αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί εκκρεμοδικίας και παραγραφής του αξιοποίνου της αποδιδομένης σε αυτόν αξιόποινης πράξεως, να κηρυχθεί αυτός ένοχος της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, με συνολικό περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ, κατά τα οριζόμενα παρακάτω στο διατακτικό, του αναγνωρισθεί όμως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, που του αναγνωρίσθηκε και πρωτοδίκως, ώστε να μη καταστεί χειρότερη η θέση του.
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών του ότι: "στο ... ... στις 8.7.2008 και στη ... και δη στην περιοχή της Ν. στις 11-7-2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, έκανε χρήση πλαστών εγγράφων, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, με τις πράξεις του δε αυτές σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και τους άγνωστους, ως κατωτέρω, συνεργούς του παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα αυτός, αφού συνεργάσθηκε με αγνώστους συνεργούς του, συναπεφάσισε μετ' αυτών, με κοινό δόλο, να πραγματοποιήσουν λαθρεμπορική μεταφορά και, ειδικότερα, τη μεταφορά από την ημεδαπή στην αλλοδαπή, και δη στη ..., ποσότητος τριών εκατομμυρίων εννιακοσίων εξήντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (3.966.820) τεμαχίων τσιγάρων μάρκας J.
L., για την κατοχή και την εξαγωγή των οποίων δεν είχαν καταβληθεί οι νόμιμες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, που, στην προκειμένη περίπτωση, ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων σαράντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα επτά ευρώ και τεσσάρων λεπτών (542.957,04 ευρώ). Προς τούτο, αφού τοποθετήθηκε η άνω λαθρεμπορική ποσότητα τσιγάρων εντός του φερομένου με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧΦ αυτοκινήτου και δη, επιμελώς συσκευασμένη και κρυμμένη μεταξύ σάκων ασβεστόλιθου, εμπόρευμα το οποίο η ημεδαπή εταιρία με την επωνυμία "Ε. Λ. Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και διατηρεί υποκατάστημα στη Γ. Χ., εφέρετο να απέστειλε από την ... στην πελάτισσα της εταιρεία με την επωνυμία L. a.s, που εδρεύει στη ..., ο κατηγορούμενος, που είχε αναλάβει να οδηγήσει το άνω αυτοκίνητο από την περιοχή της ...
προς την αλλοδαπή, προμηθεύθηκε από τους αγνώστους συνεργούς του, προ της αναχωρήσεώς του για την πραγματοποίηση του άνω δρομολογίου μεταφοράς των λαθραίων και προκειμένου να έχει αυτά διαθέσιμα σε έλεγχο, στον οποίο μπορούσε ανά πάσα στιγμή, από της εκκινήσεώς του, από την περιοχή της ..., μέχρι της ολοκληρώσεως του δρομολογίου του, να υποβληθεί, ώστε, με τη χρήση τους, να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα που ήθελαν ενεργήσει έλεγχο του μεταφερομένου φορτίου, τα ακόλουθα, συνοδευτικά του φερομένου αποκλειστικά να μεταφέρεται φορτίου λευκολίθου, πλαστά έγγραφα, καταρτισθέντα ακριβώς για να παράσχουν νομιμοφάνεια στην από μέρους του λαθρεμπορική μεταφορά της άνω ποσότητος τσιγάρων• α) Το υπ' αριθμ. ...
δελτίο αποστολής, με φερόμενη εκδότρια την προαναφερομένη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Λ. Α.Ε.", φερομένη παραλήπτρια του εμπορεύματος, που συνίστατο σε λευκόλιθο συνολικού Βάρους 22.160 μ.τ., την εταιρία με την επωνυμία L. a.s, που εδρεύει στη ... και μέσο μεταφοράς το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο. Ωατόσο, το ως άνω δελτίο αποστολής ήταν πλαστό, αφού, στην πραγματικότητα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Ε.
Λ. Α.Ε." ουδέποτε το εξέδωσε, ενώ η σφραγίδα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "Ε. Λ. Α.Ε." δεν είχε τα αυτά χαρακτηριστικά με εκείνα του γνησίου εγγράφου, Β) Την από 8.7.2008 διεθνή φορτωτική, με φερόμενη εκδότρια την επιχείρηση διεθνών μεταφορών της Α. Κ., που εφέρετο να εδρεύει στην .... Και το έγγραφο αυτό ήταν πλαστό, αφού η ως άνω επιχείρηση δεν εδρεύει στην ..., αλλά στα ..., δεν ενεργεί διεθνείς, αλλά εθνικές, μεταφορές, χρησιμοποιεί μόνο το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, οδηγοί της είναι μόνο ο Ν. Μ., Ι. Τ. και Κ. Α., ουδέποτε χρησιμοποίησε τον διακριτικό τίτλο K. T. (τέτοιος είχε ενσωματωθεί στη φορτωτική), ούχε μετέφερε εμπόρευμα για λογαριασμό της εταιρίας "Ε. Λ. Α.Ε." και γ) την από 8.7.2008 βεβαίωση δραστηριοτήτων με φερόμενη εκδότρια την προαναφερομένη Α.
Κ.. Και αυτό το έγγραφο ήταν πλαστό, αφού η τελευταία ουδεμία "επαφή" είχε με την επίμαχη υπόθεση. Επίσης, προκειμένου ν' αποκρύψει από τις αρμόδιες αρχές την πραγματική ταυτότητα του μεταφέροντος το λαθρεμπόρευμα φορτηγού αυτοκινήτου και να διευκολύνει τη μεταφορά του, προμηθεύθηκε από τους συνεργούς του πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας του και δη τις φέρουσες τα στοιχεία ..., που αντιστοιχούσαν σε φορτηγό μάρκας Man, και όχι Scania, όπως το από μέρους του οδηγούμενο, που ήταν κλειστό και ανατρεπόμενο, ανήκε στον Λ.
Π., είχε άλλον αριθμό πλαισίου, και διενεργούσε εθνικές και όχι διεθνείς μεταφορές. Τις πλαστές αυτές πινακίδες έκανε χρήση, προς τον προαναφερόμενο σκοπό, αμέσως προ της αναχωρήσεώς του, την 8-7-2008, από το ... ..., με κατεύθυνση την αλλοδαπή, ενώ των άνω πλαστών συνοδευτικών εγγράφων έκανε χρήση οπωσδήποτε κατά τον χωρήσαντα στις 11- 7-2008, σε αυτοκινητόδρομο στην περιοχή της Ν., έλεγχο του από τις ...
αρχές, προκειμένου να παραπλανήσει αυτές ως προς την ταυτότητα του μεταφερομένου εμπορεύματος. Με τη διαδοχική δε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και πινακίδων ο κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και τους άγνωστους συνεργούς του παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και είναι ισόποσο των διαφυγόντων δασμών των λαθραίων τσιγάρων, ανερχομένων στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων σαράντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα επτά ευρώ και τεσσάρων λεπτών (542.957,04 ευρώ).
ΔΕΧΕΤΑΙ ότι ο κατηγορούμενος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του , όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ'εξακολούθηση για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α , 27 παρ. 1,98 και 216 παρ.2 και 3 του ΠΚ , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς , ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους , είναι αβάσιμες , αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται , διαλαμβάνονται τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος κατά τόπο, χρόνο, τρόπο και λοιπές περιστάσεις.
Ειδικότερα αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων προκειμένου να πραγματοποιήσει λαθρεμπορική μεταφορά από την ημεδαπή [περιοχή ...] στην αλλοδαπή και δη στη ..., ποσότητας 3.966.820 τεμαχίων τσιγάρων μάρκας J. L., για την κατοχή και εξαγωγή των οποίων δεν είχαν καταβληθεί οι νόμιμες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις ύφους 542.957,04 ευρώ , εναπέθεσε, επιμελώς κρυμμένο μέσα σε σάκκους ασβεστόλιθου , το άνω λαθρεμπόρευμα τσιγάρων, στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο έφερε πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας που ο ίδιος [αναιρεσείων] προμηθεύτηκε από άγνωστους συνεργούς του και τις τοποθέτησε στο μεταφορικό αυτό μέσο του οποίου είχε αναλάβει την οδήγηση , πριν την αναχώρησή του [8-7-2008] από την περιοχή της ... με προορισμό τη ... ότε και έκανε χρήση αυτών και για τον ενδεχόμενο έλεγχο του μεταφερομένου φορτίου από τα αρμόδια όργανα κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, έκανε χρήση των συνοδευτικών αυτού πλαστών εγγράφων και δη του υπ'αριθμ.675/8-7-2008 δελτίου αποστολής , της από 8-7-2008 διεθνούς φορτωτικής και της από 8-7-2008 βεβαίωσης δραστηριοτήτων , κατά τον χωρήσαντα στις 11-7-2008 έλεγχο από τις ...
Αρχές σε αυτοκινητόδρομο της Ν.. Τέλος, αναφέρεται ότι με τη διαδοχική χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και πινακίδων, ο κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στους άγνωστους συνεργούς του, παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και είναι ισόποσο των διαφυγόντων δασμών των λαθραίων τσιγάρων, ανερχομένων στο χρηματικό ποσό των 542.957,04 ευρώ.
Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στους αυτούς λόγους αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, προκύπτουν συμπεράσματα διαφορετικά από αυτά, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί της πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ'ακολουθία τούτων, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε'του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 παρ.1 του ΚΠΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του , δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη , ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ.3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη , κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου , η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ΣΤ'λόγο αναιρέσεως , πρέπει να συντρέχουν : α] αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη ,β] ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ] ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του , που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή [ΑΠ 713/2019, ΑΠ 672/2017].
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προτείνεται ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός διότι παραβίασε το δεδικασμένο που ο αναιρεσείων προέβαλε με αυτοτελή ισχυρισμό στο Δικαστήριο της ουσίας περί καταδίκης του για το ίδιο έγκλημα που τέλεσε στη ... από το ... Δικαστήριο και την έκτιση εκεί της επιβληθείσας ποινής του και αφετέρου διότι δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 9 του Π Κ για το ακαταδίωκτο του εγκλήματος που τέλεσε στην αλλοδαπή . Ο προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 57 παρ.1 του ΚΠΔ, πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της αποφάσεως από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως, βεβαιώσεως από την οποία προκύπτει ότι η απόφαση είναι αμετάκλητη [άρθρο 546 παρ.2 ΚΠΔ], [ΑΠ 375/2019].
Ο αναιρεσείων με το σημείωμα των αυτοτελών ισχυρισμών που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρίζεται ότι "καταδικάστηκε ήδη από το ... Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης δύο [2] ετών και τριών [3] μηνών την οποία εξέτισε και αποφυλακίστηκε με διάρκεια φυλάκισης από 11-7-2008 έως 21-12- 2009". Όμως έτσι όπως προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός χωρίς να αναφέρεται, κατά τα ανωτέρω, η αμετάκλητη απόφαση που απεφάνθη κατά τους ισχυρισμούς του , για την ίδια αξιόποινη πράξη , η ταυτότητα του προσώπου και της πράξεως καθώς και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν , είναι απορριπτέος ως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος.
Πέραν αυτού όμως οι αποφάσεις των ημεδαπών δικαστηρίων που επικαλείται ο αναιρεσείων, αφορούν την καταδίκη του για άλλες πράξεις που τέλεσε στην ημεδαπή και ελλείπει έτσι το βασικό στοιχείο της ταυτότητας της πράξης επί των οποίων έκριναν οι αποφάσεις αυτές με αποτέλεσμα να μην συντρέχει περίπτωση ύπαρξης δεδικασμένου κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΚΠΔ.
Αναφορικά δε με την πλημμέλεια που αποδίδεται με τον ίδιο λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση από μη εφαρμογή του άρθρου 9 του Π Κ, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού το Δικαστήριο δέχθηκε με τις εκτιθέμενες επαρκείς αιτιολογίες , ότι ο κατηγορούμενος , υπό τις άνω διακρίσεις ,τέλεσε την εγκληματική πράξη τόσο στην Ελλάδα όσο και στη ...
και συνεπώς δεν τίθεται θέμα ακαταδίωκτου της πράξης .Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. ΣΤ' λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ] και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος και υποστηρίζοντος την κατηγορία Ελληνικού Δημοσίου μειωμένη όμως κατ' 22 Ν.3693/1957 [άρθρο 178 και 183 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-1-2020 και με αριθμό εκθ.1/2020 αναίρεση του Ι. Κ. του Η., κατοίκου .., οδός ... αριθ...., κατά της 584/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα [250] ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του υποστηρίζοντος την κατηγορία, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ