Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding insufficient reasoning in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, ruling the request inadmissible. The appellant argued the lower court failed to adequately justify its rejection of a claim based on a specific contract clause, citing a lack of reasoning in the decision. The court held that the lower court's assessment of evidence and the application of the relevant civil code article were beyond the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 12 lit. a' of Law 1157/1981; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: The appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that the lower court's decision lacks sufficient reasoning regarding the evaluation of evidence or the application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 672 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 672/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντζούφα πουκαι δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμου και καθολικού διαδόχου των αποβιωσάντων, αρχικά αναιρεσιβλήτων, Ε. Β. του Ε. και Ε. χήρας Π. Γ., το γένος Ε. Β., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αριστείδη Καλαμιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/11/1999, 21/8/2003 και 31/5/2006 αγωγές των αρχικά αναιρεσιβλήτων και τις από 20/8/2001 και 24/9/2001 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7009/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/8/2013 αίτησή του και τον από 6/10/2015 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 6/11/2015, έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων, κυρίων και προσθέτου, της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την, από 30-6-2016, κλήση του αναιρεσείοντος, ο οποίος νομίμως, κατ’ αρθ. 291 ΚΠολΔ, επανλαμβάνει τη δίκη που διακόπηκε βιαίως, λόγω του κατά την 16-3-14 και 11-9-15 επισυμβάντος θανάτου των αρχικών αναιρεσιβλήτων Ε. Γ. και Ε. Β. αντίστοιχα, των οποίων ο καθού (η κλήση) Γ. Γ., τυγχάνει μοναδικός τους κληρονόμος [ιδιότητα την οποία συνομολογεί ο τελευταίος με το από 23-3-17 υπόμνημα αυτού ενώπιον του ΑΠ] φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με τους απ’ αυτού (αναιρεσείοντα) ασκηθέντες πρόσθετους λόγους (ΑΠ 606/2015 ΑΠ 434/2006).
Από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α’ του ν. 1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από την αδίστακτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (ΑΠ 240/10, Ολ.ΑΠ 654/84), ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996 ΑΠ 890/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 16-11-2015. Ο αναιρεσείων κατέθεσε το με χρονολογία 6-10-15 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης στις 15-10-15, σύμφωνα με την επισυναπτομένη οικεία πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα και την ίδια ημέρα δικηγόρο, επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο του δικογράφου αυτού, με αποτέλεσμα η τριακοστή ήμερα, από την επομένη της κατάθεσής του και της επίδοσής του να συμπίπτει με την 14-11-15 ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο αυτού του έτους, ώστε η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινομένη αντιστοίχως, να λήγει την 7η μ.μ.
της επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 16-11-15 η οποία είναι και η αρχικώς ορισθείσα δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα έχει συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι, η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να συμφωνηθεί είτε σε χρήματα είτε σε παροχή οποιουδήποτε είδους και συνεπώς και σε υπόσχεση μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου πράγματος, όπως αυτό μπορεί να συμβεί επί συμβάσεως, κατά την οποία ο κύριος του οικοπέδου (εργοδότης) αναθέτει σε άλλον (εργολάβο) την ανέγερση πάνω σ’ αυτό πολυκατοικίας με τη συμφωνία ότι θα διατηρήσει την κυριότητα ορισμένου ποσοστού εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και θα μεταβιβάσει, λόγω αμοιβής στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα του υποδείξει αυτός, τα υπόλοιπα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τα αντίστοιχα διαμερίσματα ή άλλης φύσεως αυτοτελείς οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες.
Καταβάλλεται δε η αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 694 Α.Κ., κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου γίνεται τμηματικά, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος. Έτσι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εργολάβος έχει δικαίωμα να διεκδικήσει την αμοιβή του, επικαλούμενος την αποπεράτωση και παράδοση του έργου, με την επιδίωξη της μεταβίβασης με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, κατ’ άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ., κατά κυριότητα σ’ αυτόν των υποσχεθέντων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου πάνω στο οποίο θα αναγείρονταν οι αυτοτελείς οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες, πράγμα που αποτελεί το περιεχόμενο της κύριας παροχής και που δεν αλλοιώνεται παρά όταν συντρέξει νόμιμος λόγος αλλοίωσης της ενοχής.
Περαιτέρω, ως παράδοση του έργου νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόρηση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση.
Για την περίπτωση δε της τμηματικής παράδοσης του έργου, για την καταβολή από τον εργοδότη της αμοιβής, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί και παραδοθεί, υπό την προεκτεθείσα έννοια, το συγκεκριμένο τμήμα του έργου. (ΑΠ 183/2011). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 688, 689, 690 και 694 του ΑΚ συνάγεται ότι, αν το έργο που εκτελέσθηκε βάσει συμβάσεως μισθώσεως έργου, έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, έστω και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο, ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει τις, κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρα 374 επ ΑΚ), ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως και γενικότερα δεν μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο από τον εργολάβο έργο, ώστε να τον καταστήσει υπερήμερο οφειλέτη σχετικά με την παράδοση του έργου, ή, αν έχει επέλθει τέτοια υπερημερία του, να παρεμποδίσει την, με την προσφορά του έργου, άρση της υπερημερίας του και να καταστήσει ανενεργό τη δική του υποχρέωση προς καταβολή της αμοιβής, κατά το άρθρο 694 ΑΚ, εκτός αν, εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή υπάρξεως των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο ή έχει συμφωνηθεί, μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου, αντίθετη της πιο πάνω, ρύθμιση και τούτο διότι οι διατάξεις για την έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές μ’ αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα [διατάξεων] ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 519/2011, ΑΠ 503/2010, 1366/2008, 403/2000).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405 § 1, 407, 340, 342 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι, η αγωγή για την καταβολή ποινικής ρήτρας, η οποία έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής, απορρίπτεται, αν ο εναγόμενος ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία (υπερημερία) αποτελεί προϋπόθεση της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας.
Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλεια του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντος τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης. (ΑΠ 1980/2008).
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν στο αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 30/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, 361/2008).
Τέλος, από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 609/13.
ΑΠ 495/13). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 681, 686, 694 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή την κατ’ αυτού (ως εργολάβου) από τους αναιρεσιβλήτους (ως εργοδότες-οικοπεδούχους) ασκηθείσα και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή δεχθείσα (εσφαλμένως κατά την προβαλλόμενη αιτίαση) ότι ή απ’ αυτόν (αναιρεσείοντα), με την επιδοθείσα στους αναιρεσιβλήτους (από 16-2-2001) εξώδικη πρόσκληση του, γενομένη πραγματική και προσήκουσα προφορά (προς παραλαβή) του, αφορώντος στις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις και τις περιερχόμενες σ’ αυτούς (αναιρεσιβλήτους) οριζόντιες ιδιοκτησίες του δευτέρου ορόφου της με το σύστημα της αντιπαροχής ανεγειρόμενης από τον ίδιο επί οικοπέδου των τελευταίων (αναιρεσιβλήτων), πολυωρόφου οικοδομής, τμήματος του επιδίκου έργου δεν επέφερε την άρση της (μέχρι τότε) υπερημερίας του για το μετά την 17-2-2001 χρονικό διάστημα και τη συνακόλουθη μη κατάπτωση, για το διάστημα αυτό, των συμφωνημένων ποινικών ρητρών παρά τα αντιθέτως συναγόμενα από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται παραδοχή αφενός περί προσφοράς, καθοιονδήποτε τρόπο, του αναληφθέντος ως άνω τμήματος του έργου (που αφορά στις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του δευτέρου ορόφου) από τον αναιρεσείοντα-εργολάβο προς τους αναιρεσιβλήτους - οικοπεδούχους και αφετέρου περί αρνήσεως των τελευταίων προς παραλαβή αυτού (έργου), ενώ, από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) και ιδίως από την παραδοχή ότι "...
αποδεικνύεται ότι όλες οι ιδιοκτησίες των εναγόντων-οικοπεδούχων δεν έχουν παραδοθεί σ’ αυτούς έτοιμες (με το κλειδί), όπως είχε συμφωνηθεί με τον υπ’ αριθ. 6 όρο της .../94 τροποποιητικής πράξης του εργολαβικού ... (και) συνεπώς ο εργολάβος (που) καθυστέρησε υπαίτια την εκπλήρωση της οφειλομένης παροχής του τόσο σχετικά με τις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις όσο και με τις ιδιοκτησίες του δευτέρου ορόφου οφείλει, λόγω καταπτώσεως, τις συμφωνημένες ποινικές ρήτρες" προκύπτει η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς (παραδοχής), έστω και υπαινικτικής, είτε σε προσφορά εκ μέρους του αναιρεσείοντος-εργολάβου προς τους αναιρεσιβλήτους-οικοπεδούχους του απ’ αυτόν φερομένου ως εκτελεσθέντος τμήματος του ως άνω έργου είτε σε άρνηση των τελευταίων για την παραλαβή αυτού, υπό τη συνδρομή και μόνο των οποίων θα επήρχετο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η άρση της, και κατά την ομολογία του αναιρεσείοντος υφισταμένης, μέχρι την 16-2-2001 υπερημερίας του.
Η ρητή, άλλωστε, παραδοχή της προσβαλλομένης " ότι με το από 16-2-2001 εξώδικό του ο εναγόμενος εργολάβος (αναιρεσείων) κάλεσε τους οικοπεδούχους να του μεταβιβάσουν το σύνολο του εργολαβικού ανταλλάγματος, ήτοι 452, 5/1000 εξ αδιαιρέτου με τις αντιστοιχούσες σ’ αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν το γεγονός αυτό έχει σημασία για την υπερημερία των οικοπεδούχων ως προς την εκπλήρωση των δικών τους παροχών (μεταβίβαση οριζόντιων ιδιοκτησιών) της αντιπαροχής, δεν αίρει όμως την υπερημερία αυτού (εργολάβου - αναιρεσιβλήτου) ως προς την εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων και παραμένει έτσι η υποχρέωσή του για καταβολή ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεως", χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε γενομένη (με την παραπάνω εξώδικη) πρόσκληση του αvαιρεσείοντος (προς τους αναιρεσιβλήτους) για παραλαβή του επιδίκου έργου δικαιολογεί απολύτως την εξενεχθείσα σχετική κρίση, αποκλείουσα τη βασιμότητα της προβαλλόμενης αιτιάσεως.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 342 ΑΚ, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την, προς απόκρουση της ένδικης κατ’ αυτού ως άνω αγωγής των αναιρεσίβλητων προταθείσα και επί της εν λόγω διατάξεως θεμελιωθείσα, ένσταση ελλείψεως πταίσματος αναφορικά με την έγκαιρη εκ μέρους του παράδοση προς τους αναιρεσιβλήτους του αναφερομένου ως άνω τμήματος του έργου, υπό την επίκληση ότι αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει ευθύνη και, ειδικότερα, στην άσκηση του παρεχομένου, με τον 21° όρο της εργολαβικής συμβάσεως, δικαιώματος διακοπής των εργασιών λόγω μη μεταβιβάσεως από τους αναιρεσιβλήτους προς αυτόν των ποσοστών της αντιπαροχής, που αντιστοιχούσαν στο εκτελεσθέν τμήμα του έργου, και τη συνακόλουθη ισόχρονη παράταση της προθεσμίας παραδόσεως αυτού (έργου), δεχθείσα τη μη άσκηση του επικληθέντος, ως αίροντος την υπερημερία του, δικαιώματος διακοπής των εργασιών, με ανεπαρκή όμως αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στη μείζονα πρόταση της εφαρμοσθείσας ως άνω διατάξεως (342 ΑΚ), απορρέουσα (ανεπάρκεια) "από το ότι δεν αιτιολογεί, έστω και στοιχειωδώς από πού προκύπτει ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν ασκήθηκε και δεν διευκρινίζει ποια ήταν τα πραγματικά περιστατικά που, με βάση το αποδεικτικό υλικό, συνέτρεξαν για την κρίση της αυτής".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον η επικαλούμενη ανεπάρκεια της αιτιολογίας που αναφέρεται στο σαφώς διατυπούμενο, με την παραδοχή "το οποίο όμως δικαίωμα διακοπής των εργασιών ο εναγόμενος (αναιρεσείων) δεν άσκησε", αποδεικτικό πόρισμα, δεν μπορεί να θεμελιώσει την προβαλλόμενη με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο αιτίαση, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αυτή (επικαλούμενη ανεπάρκεια) ανάγεται σε ελλείψεις αναφορικά με την ανάλυση, στάθμιση και δικαιολόγηση του συναγομένου από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος, στην περί των οποίων κρίση το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά του προσθέτου λόγου αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 26-8-2013 και με αριθμ....2013] αίτηση και του [από 6-10-15 και με αριθμ..../15] πρόσθετο λόγο αναιρέσεως της 96/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ