Supreme Court dismisses appeal on construction contract damages, upholding lower court's finding of positive damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding construction contract damages. The appellant argued that certain costs should not be considered positive damages, but the court found the expenses directly related to the project's suspension were valid. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 36 §11 of Law 3669/2008; The owner's default entitles the contractor to claim positive damages exceeding interest rates only if the notice specifies the default facts and the specific damages claimed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 713 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 713/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Ανώνυμης Εταιρείας Εκμετάλλευσης Σταθμού Αυτοκινήτων "...", που εδρεύει στα ….και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πάτση, ο οποίος ανακάλεσε την από 24-10-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2015 προσφυγή - αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Χανίων.
Εκδόθηκε η απόφαση 3/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2017 αίτησή της και τους από 18-12-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 36 παρ. 11 ν. 3669/2008 "Κώδικας Κατασκευής Δημόσιων Έργων", στο οποίο κωδικοποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν. 1418/1984, ορίζει: "Αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές του ζημιές που προκαλούνται μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης.
Σε περίπτωση υπερημερίας από καθυστέρηση πληρωμής οι θετικές ζημιές οφείλονται κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τον τόκο υπερημερίας". Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημιώσεως του αναδόχου λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου, πρέπει στην έγγραφη όχλησή του να αναφέρονται, τουλάχιστον, αφ' ενός τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου πραγματικά περιστατικά, αφ' ετέρου οι θετικές ζημίες που προκαλούνται στον ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες θα ζητηθεί στο μέλλον αποζημίωση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ενώ, εξ άλλου, η ανωτέρω όχληση αρκεί να είναι έγγραφη και δεν απαιτείται να είναι ειδική.
Περαιτέρω, στην έννοια της θετικής ζημίας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και τα ποσά, τα οποία καταβάλλει ο ανάδοχος για μισθούς και έξοδα (σιτίσεως, ενδιαιτήσεως, ασφαλίσεως κ.λπ.) προσωπικού και μισθώματα μηχανημάτων (λόγω σταλίας) είτε αυτά είναι μισθωμένα, είτε είναι ιδιόκτητα, διότι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά τους και αποσβέννυται, επειδή μειώνεται η αξία τους (ΑΠ 399 / 2016, ΣτΕ 2363/2015) καθώς και καθετί, που συνιστά μείωση της περιουσίας του ζημιωθέντος αναδόχου, η οποία (μείωση) δύναται να προέλθει είτε από ελάττωση του ενεργητικού, είτε από αύξηση του παθητικού, είτε από σωρευτική συνδρομή και των δύο, δηλαδή οποιαδήποτε δαπάνη, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το υπ' όψη έργο και δεν διακόπτεται, παρά τη διακοπή του έργου, ή προξενείται ακριβώς λόγω της διακοπής(ΑΠ 2145/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, 36/1988, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν.
Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1555/2018). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999 ).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017).
Εν προκειμένω, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρόσθετο αυτής λόγο, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, και ειδικότερα ότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 36 §11 ν.3669/2008, ενώ περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, έσφαλε κατά την κρίση του, καθ' όσον :α) επιδικάστηκαν εις βάρος της αναιρεσείουσας εταιρείας κονδύλια από δέσμευση ξυλοτύπου και μεταλλοτύπου και εξοπλισμού ικριωμάτων στο έργο, καίτοι δεν συνιστούν αυτά θετική ζημία, αλλά αποθετική τοιαύτη , β) επιδίκασε εις βάρος της αναιρεσείουσας συνολικό ποσό 267.756,57 ευρώ, χωρίς να αφαιρέσει από το σύνολο αυτό το ποσό του τόκου υπερημερίας, παρά το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεσθεί υπερημερία της εταιρίας ως προς την καταβολή οφειλομένης πληρωμής, δηλαδή, ενώ διέλαβε την αιτιολογία ότι από τις 14.6.2014 η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε υπερημερία πληρωμής, παρέλειψε να προβεί σε αφαίρεση του ποσού τόκου υπερημερίας εξ 6.575,22 ευρώ για το διάστημα από 14.6.2014 έως 10.9.2014 και γ) περιέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, διότι η ως εδέχθη, επιμονή περί επανέναρξης των εργασιών δεν είναι πρόσφορη να καθορίσει τον αριθμό του εργατοτεχνικού προσωπικού που παρέμενε σε αναμονή.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: " ... Η εναγομένη ( και ήδη αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρία, φέρει την επωνυμία "... Δημοτική Ανώνυμη Εταιρεία Εκμετάλλευσης Σταθμού Αυτοκινήτων" και εδρεύει στα …..
Η ενάγουσα ( και ήδη αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", έδρα τα ….και αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την κατασκευή και δημοσίων έργων. Η εναγομένη, εργοδότης, στις 17-1-2014 ανέθεσε νομότυπα στην ενάγουσα, εργολάβο, την επέκταση δημοσίου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, ο οποίος βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
και ... στα ….. Η εργοδότης θα κατέβαλε στην εργολάβο ως αμοιβή για την εκτέλεση του έργου ποσό 1.656.000,02 Ευρώ. Η ίδια διάδικος θα κατέβαλε επίσης στην εργολάβο και το ποσό του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ο οποίος αναλογούσε στην αμοιβή της. Η ενάγουσα έπρεπε να αποδώσει στο Δημόσιο το ποσόν αυτό μετά την έκδοση του τιμολογίου παροχής ...
Η εργοδότης επιπλέον όφειλε να καταβάλλει στην εργολάβο την αμοιβή της τμηματικά και σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών κατασκευής του έργου, ενώ κατά τα λοιπά οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν η μεταξύ τους έννομη σχέση να διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3669/2008 ... Η εργολάβος πράγματι άρχισε να κατασκευάζει το έργο αμέσως και σύμφωνα με τους όρους που περιέχονταν στη σύμβαση και στα έγγραφα που τη συνόδευαν (τεύχη, σχέδια κ.λπ.).
Η ενάγουσα μάλιστα τηρούσε πλήρως τις εντολές της εναγομένης ως προς τον τρόπο κατασκευής του έργου. Η εργολάβος στις 14-4- 2014 γνωστοποίησε στην εργοδότη ότι είχε εκτελέσει εργασίες για τις οποίες μπορούσε να αξιώσει από αυτή αμοιβή πλέον Φ.Π.Α. 23% συνολικού ποσού 368.600 Ευρώ. Η εργολάβος παράλληλα υπέβαλε στην εργοδότρια όλα τα έγγραφα που πιστοποιούσαν το γεγονός.
Η εργοδότρια όμως, μολονότι είχε συμβατική υποχρέωση, να καταβάλει έως και τις 14-6-2014 ολόκληρο το ποσόν που προαναφέρθηκε στην εργολάβο, δεν τήρησε τη συμβατική της αυτή υποχρέωση. Αντίθετα κατέβαλε σε αυτή ποσό μόνον 18.013,97 Ευρώ. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η κατασκευάστρια εταιρία στις 8-4-2014 διέκοψε τις εργασίες της, επειδή με την από 7-4-2014 προσωρινή διαταγή - την οποία είχε εκδώσει ο Πρόεδρος Εφετών του Διοικητικού Εφετείου Χανίων - διατάχθηκε η αναστολή της ισχύος τόσο της υπ' αριθμό 184/2005 άδειας για την κατασκευή του έργου, όσο και των μεταγενέστερων συναφών με αυτή διοικητικών πράξεων, τις οποίες είχε εκδώσει η αρμόδια πολεοδομική Υπηρεσία Χανίων.
Οι διάδικοι ομολογούν τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν. Αποδεικνύεται επομένως ότι η εργοδότης αθέτησε κύριες συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της εργολάβου και, συγκεκριμένα, τις υποχρεώσεις της (α) να διαθέτει στην ενάγουσα ελεύθερο από νομικά ελαττώματα χώρο για να κατασκευασθεί το έργο και (β) να καταβάλει πλήρη την αμοιβή της για εργασίες, τις οποίες είχε εκτελέσει έως και τις 14-4-2014.
Η εργοδότης συνεπώς περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη ... Το γεγονός ότι ενδεχομένως, όπως επικαλείται, τα όργανά της δεν βαρύνονται με πταίσμα για την αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της ενάγουσας δεν ασκεί έννομη επιρροή (άρθρο 36 παρ. 11 ν. 3669/2008, ... Η σύμβαση, τέλος, των διαδίκων λύθηκε νομότυπα στις 10-9-2014.
Αποδεικνύεται, επίσης, ότι η εργολάβος από τη διακοπή των εργασιών (8-4-2014) έως τη διάλυση της σύμβασής της με την εναγομένη (10-9-2014) διατηρούσε σε ετοιμότητα προς εργασία οκτώ (8) εργάτες και δύο (2) τεχνίτες ημερησίως ... επειδή η εργοδότης επέμενε ότι επίκειται η επανέναρξη των εργασιών. Η ενάγουσα κατέβαλε στο εργατοτεχνικό της αυτό προσωπικό συνολικό ποσόν 10.328,10 Ευρώ...
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κύκλος εργασιών της ενάγουσας ανήλθε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 31-12-2014 σε 1.204.366,88 Ευρώ. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η εργολάβος είχε μεταφέρει έως τις 7-4-2014 στο εργοτάξιο 28.740 κιλά σιδηρού οπλισμού με ιδιόκτητα μεταφορικά της μέσα, και, συγκεκριμένα, με ένα γερανοφόρο όχημα και ένα φορτηγό.
Το αδρανές αυτό υλικό παρέμεινε αχρησιμοποίητο στο χώρο του έργου για χρονικό διάστημα 36 ημερών, οπότε απομακρύνθηκε. Η ζημία που υπέστη η εργολάβος από την αιτία αυτή, η οποία υπολογίζεται αντικειμενικά σύμφωνα με την ΥΑ ΠΕΧΩΔΕ Δ1/α/0/6/74/4-7-1994 ..., ανέρχεται για τη σταλία του γερανοφόρου οχήματός της σε ποσόν (546,06 Ευρώ την ημέρα X 36 ημέρες=) 19.658,16 Ευρώ και για την ακινησία του τετραξονικού φορτηγού σε ποσόν (191,85 Ευρώ την ημέρα X 36 ημέρες=) 6.906,60 Ευρώ και, συνολικά, σε ποσόν (19.658,16 Ευρώ + 6.906,60 Ευρώ=) 26.564,76 Ευρώ ...
Η εργολάβος, επίσης, είχε τοποθετήσει τις αναγκαίες ποσότητες ξυλοτύπου και μεταλλοτύπου της στο έργο σε επιφάνεια 4.200 τετραγωνικών μέτρων και όχι σε μεγαλύτερη, όπως αβάσιμα επικαλείται ... Τα υλικά αυτά δεν '"μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε άλλες κατασκευές έως και τις 6- 8-2014, όταν με πρωτοβουλία της και χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής τις απομάκρυνε από το χώρο ...
Η ενάγουσα, επομένως, υπέστη ζημία από την αιτία αυτή ποσού (0,25 Ευρώ την ημέρα X 4.200 τετραγωνικά μέτρα X 121 ημέρες δέσμευσης=) 127.050 Ευρώ. Η εναγομένη μάλιστα δεν αμφισβητεί ότι η αποζημίωση υπολογίζεται σε ποσό 0,25 Ευρώ τη ημέρα ανά τετραγωνικό μέτρο σκυροδετημένης επιφάνειας. Από τις φωτογραφίες, επιπλέον, που προσκομίζονται, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είχε εγκαταστήσει έως και την ημέρα που διέκοψε τις εργασίες της μεταλλικά ικριώματα στο ισόγειο, τον πρώτο και το δεύτερο όροφο του κτιρίου που είχε ήδη αρχίσει να κατασκευάζει και, ειδικότερα, σε συνολική επιφάνεια 4.200 τετραγωνικών μέτρων, τα οποία παρέμειναν στον ίδιο χώρο για χρονικό διάστημα εκατόν τριάντα (130) ημερών ...
Η εργολάβος μπορεί, συνεπώς, να αξιώσει από την αντισυμβαλλομένη της αποζημίωση ποσού (0,14 Ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο την ημέρα X 4.200 τετραγωνικά μέτρα X 130 ημέρες =) 76.440 Ευρώ. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 14041/22-4-2014 επιστολή της, με την οποία γνωστοποιούσε στην αντισυμβαλλομένη της ότι υπέστη θετική ζημία συγκεκριμένου ποσού εξαιτίας της αντισυμβατικής της συμπεριφοράς.
Η ενάγουσα στη συγκεκριμένη επιστολή προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις παραλείψεις της εναγομένης, οι οποίες αποτέλεσαν το λόγο που υπέστη οικονομική ζημία, την οποία προσδιορίζει ειδικά. Η ενάγουσα αναφέρει συνοπτικά, αλλά συγκεκριμένα, στο έγγραφό της αυτό ότι, μολονότι είχε παύσει τις εργασίες της, εξακολουθούσε να καταβάλει τους μισθούς στο επιστημονικό και εργατοτεχνικό προσωπικό της και υποβαλλόταν σε δαπάνες για τη συντήρηση και εξοπλισμό των μηχανημάτων της και την προμήθεια εγγυητικών επιστολών.
Η εργολάβος, τέλος, προσδιορίζει στο ίδιο ιδιωτικό έγγραφο και το ποσόν της ζημίας, την οποία υπέστη από την αθέτηση των υποχρεώσεων της εργοδότη έναντί της. Η όχληση επομένως στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι δεν απαιτείτο, ήταν και ειδική .Η εργολάβος μάλιστα με το υπ' αριθμό 180/30-9-2014 έγγραφό της προς την εργοδότη υπέβαλε σε αυτή και την τελική επιμέτρηση του έργου.
Η ενάγουσα στη συνέχεια με το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 6/13-1-2015 έγγραφό της προς την εναγομένη γνωστοποίησε σε αυτή πλήρη ανάλυση όλων των θετικών ζημιών, τις οποίες είχε υποστεί από την αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων και παράλληλα υπέβαλε και αίτημα για την αποκατάστασή τους. Αποδεικνύεται επομένως ότι η ενάγουσα-εργολάβος κατάρτισε νομότυπα με την εναγομένη-εργοδότη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου, αλλά η εργοδότης κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της με αποτέλεσμα να υποστεί θετική ζημία συνολικού ποσού (10.328,10 Ευρώ + 26.564,76 Ευρώ+ 127.050 Ευρώ + 76.440 Ευρώ + 6.706,70 Ευρώ + 20.667,01 Ευρώ =) 267.756,57 Ευρώ...".
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα α) ποσόν 267.756,57 Ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης στην εναγομένη της από 28-4-2015 αίτηση θεραπείας προς τη διοικητική αρχή και β) ποσόν 61.584,01 Ευρώ ατόκως.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 36 §11 εδαφ. α' και β' ν.3669/2008, ενώ δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, επαρκείς και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά στην θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης και έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, ως προς τη ζημία της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ενάγουσα ως εργολάβος: α) είχε τοποθετήσει τις αναγκαίες ποσότητες ξυλοτύπου και μεταλλοτύπου στο έργο σε επιφάνεια 4.200 τετραγωνικών μέτρων και ότι τα υλικά αυτά δεν ηδύναντο να χρησιμοποιηθούν σε άλλες κατασκευές έως και τις 6- 8-2014, εντεύθεν υπέστη ζημία από την αιτία αυτή ποσού 127.050 Ευρώ.
και β) είχε εγκαταστήσει έως και την ημέρα που διέκοψε τις εργασίες της μεταλλικά ικριώματα στο ισόγειο, τον πρώτο και το δεύτερο όροφο του κτιρίου που είχε ήδη αρχίσει να κατασκευάζει, τα οποία παρέμειναν στον ίδιο χώρο για χρονικό διάστημα 130 ημερών εντεύθεν υπέστη ζημία 76.440 Ευρώ. Η ανωτέρω υπο στοιχ.
α και β περιγραφομένη ζημία αποτελεί θετική τοιαύτη και όχι αποθετική, ως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, εφ' όσον αναφέρεται σε δαπάνη, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το συγκεκριμένο έργο και δεν διακόπηκε, παρά τη διακοπή του έργου, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση. Εξ άλλου, ως προς την προβαλλομένη αιτίαση περί παραλείψεως επιδικάσεως ποσού κατά το μέτρο που δεν υπερέβαινε τον τόκο υπερημερίας, ο ανωτέρω λόχος τυγχάνει απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφ' όσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η υπερημερία της κυρίας του έργου( αναιρεσείουσας) προήλθε από την μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων και όχι λόγω υπερημερίας από καθυστέρηση πληρωμής, ώστε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 36 §11 εδαφ.
β' του Ν.3669/2008. Περαιτέρω, με επαρκή και άνευ αντιφάσεων αιτιολογία δέχθηκε το Εφετείο ότι η εργολάβος από τη διακοπή των εργασιών έως τη διάλυση της συμβάσεως διατηρούσε σε ετοιμότητα προς εργασία οκτώ εργάτες και δύο τεχνίτες ημερησίως, επειδή η εργοδότης επέμενε ότι επίκειται η επανέναρξη των εργασιών.
Κατά τις λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίκληση της διατάξεως των αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττεται ουσιαστικώς η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εντεύθεν ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή, ως ηττηθείσα, μη απολαύουσα των προνομίων του άρθρου 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων(ν. 3463/2006) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-11-2017 αίτηση της Δημοτικής Ανώνυμης Εταιρείας Εκμετάλλευσης Σταθμού Αυτοκινήτων "...", για αναίρεση της υπ' αριθ. 3/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και το από 18-12-2017 δικόγραφο προσθέτου λόγου αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ