Legislator Case Law & Legislation
1378/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove company documents were properly served to the defendant company.

Case Number 1378/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment from the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower courts failed to order the production of specific company documents, claiming a legal interest in proving a business transfer. The court found the appeal inadmissible because the request for document production was vague and did not sufficiently identify the specific documents or their content.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1 and 4, 576 para. 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure; The court must examine sua sponte if a non-present party expedited the hearing or was lawfully summoned, declaring the hearing inadmissible if neither occurred. Furthermore, an appeal based on the failure to order document production is inadmissible if the request was vague, failed to identify specific documents, or lacked a clear legal interest.

Keywords

AI generated
appeal admissibility document production legal interest service of process vague request code of civil procedure business transfer

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1 and 4, 576 para. 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 122 et seq., 128 para. 4, 498 para. 1 and 2, 564 para. 1, 2 and 568 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 9 lit. c of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 450-451 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1378 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1378/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δ.Ν.Μ. Ε. Κ. Ε. Κ. Α. Β. Κ. Ε. Ε." και δ.τ. " Δ.Μ. Α.Β.Ε.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα …, που δεν παραστάθηκε, και 2) Ν. Μ. του Δ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 143/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2519/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-8-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1 , 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, αυτεπαγγέλτως, αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 48/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την, με αριθ. 2860Ζ'/22-10-2019, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ΚΩΝ/ΝΟΥ ΛΕΡΑΚΗ, την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της, από 28.8.2019, αιτήσεως αναιρέσεως της 2519/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (21.1.2020), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 122 επ., 128 παρ. 4, 498 παρ. 1 και 2, 564 παρ. 1, 2 και 568 ΚΠολΔ), στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Δ.

Ν. Μ. Ε. και Ε. Κ. ΑΒΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Δ. Μ. ΑΒΕΕ", με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Δημητρίου ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ, δυνάμει του υπ' αριθ. 441/17-1-2020 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Δέσποινας θυγ. Αντωνίου ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗ. Πλην όμως η αναιρεσίβλητη αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, η συζήτηση πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, να προχωρήσει παρά την απουσία της, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η, από 28-8-2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 743/28-8-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της, με αριθμό 2519/9-5-2019, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσας εφέσεως των αναιρεσίβλητων και τότε εναγομένων, κατά της, με αριθμό 143/2018, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της, από 27-12-2016 και με αριθμό κατάθεσης 2520/2016, αγωγής του αναιρεσείοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 28-8-2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της υπό του νόμου τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 9-5-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης:

Ο αναιρεσείων - ενάγων στην κρινόμενη, από 27-12-2016, αγωγή του εκθέτει ότι προσλήφθηκε στις 21-4- 2009 από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του λογιστή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την αμοιβή, το ωράριο και τα καθήκοντα που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο.

Ότι στις 18-7-2011 η πρώτη εναγομένη εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι κατόπιν αγωγής του εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3489/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και υποχρεώθηκε η τότε εναγομένη εταιρεία και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει τα αναφερόμενα στην ως άνω απόφαση ποσά για επίδομα ισολογισμού και αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών και για αποδοχές υπερημερίας συνολικού ύψους 102.054,68 ευρώ.

Ότι μετά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής και συγκεκριμένα στις 10-3-2014 η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε την ανωτέρω επιχείρησή της, στο σύνολό της, στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος τυγχάνει υιός του Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της -από την ίδρυσή της- Δημήτριου Ν.

Μακρή. Ότι έκτοτε ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης, η οποία αφέθηκε χωρίς χρηματοδότηση και διέκοψε έτσι τη λειτουργία της. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος για το χρονικό διάστημα από τις 19-7-2011 μέχρι τις 31-12-2017 (πιθανολογούμενη ημεροχρονολογία συζήτησης της αγωγής), του οφείλει για μισθούς υπερημερίας πλέον δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας, το συνολικό ποσό των 261.205,26 ευρώ.

Ότι εκ του ως άνω ποσού η πρώτη εναγομένη εταιρεία του οφείλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον δεύτερο εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι τις 10-3-2014 (χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης της επιχείρησης) το συνολικό ποσό των 7.732,28 ευρώ, πλέον αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας.

Ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ως διάδοχος εργοδότης του, του οφείλει εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη για επίδομα ισολογισμού το συνολικό ποσό των 2.826,65 ευρώ. Ότι επιπλέον ο δεύτερος εναγόμενος του οφείλει εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη για αναλογία επιδόματος ισολογισμού στα επιδόματα εορτών το συνολικό ποσό των 368,05 ευρώ.

Με βάση το ως άνω ιστορικό ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητεί με την ένδικη αγωγή του, μετά από παραδεκτό περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε εν μέρει αναγνωριστικά: α) να αναγνωρισθεί ότι στις 10-3-2014 έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη εταιρεία στον δεύτερο εναγόμενο και συνακόλουθα ότι ο ενάγων συνδέεται με τον δεύτερο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα επίδομα ισολογισμού και αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών ποσού 3.194,70 ευρώ και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, πλέον αναλογίας επιδομάτων εορτών, για το διάστημα από 19-7-2011 έως 31-12-2011 ποσού 17.687,34 ευρώ, γ) να αναγνωρισθεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας διαστήματος από 1-1-2012 έως 28-2-2017 το ποσό των 157.414,35 ευρώ, δ) να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλει, εις ολόκληρον με τον δεύτερο εναγόμενο, μέρος του ως άνω ποσού ύψους 7.734,28 ευρώ, που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 10-3-2014, νομιμοτόκως άπαντα τα ως άνω ποσά από τότε που κάθε αξίωση, όπως προσδιορίστηκε η γένεσή της στο ιστορικό της αγωγής κατέστη απαιτητή, άλλως από της επιδόσεως της προηγούμενης, από 30-9-2011, με γενικό αριθμό κατάθεσης 166276/2011 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5045/2011, αγωγής του κατά της πρώτης εναγομένης, ήτοι από 10-10-2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ε) να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος με την απειλή χρηματικής ποινής να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του ενάγοντος κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί.

Με την, με αριθμό 143/2018, πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και αφού αναγνωρίστηκε ότι στις 10-3-2014 έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης εταιρείας στο σύνολό της στον δεύτερο εναγόμενο, στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά τα ως άνω καταψηφιστικά και αναγνωριστικά αιτήματά της, όπως στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης αναφέρονται.

Οι εναγόμενοι κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 2519/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι δεν επήλθε μεταβίβαση επιχειρήσεως από την πρώτη εναγομένη στον δεύτερο, στη συνέχεια εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη μόνον ως προς την πρώτη εναγομένη εταιρεία, για την οποία αναγνωρίστηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτούμενο ποσό των 6.006,74 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β. Δ/τος 16/18-7-1920. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του ΠΔ/τος 178/2002 λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου".

Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν ΠΔ 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθμό 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΠΔ 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων.

Έτσι, οι διατάξεις του ως άνω Π.Δ/τος εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχεία ά και γ').

Κατά το άρθρο 4 του ΠΔ 178/2002, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1).

Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Π.Δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων.

Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2).

Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή.

Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση.

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το, μετά τη μεταβολή, χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 575/2019, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 259/2006, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 389/2005, ΑΠ 564/2005, ΑΠ 1002/2004).

Ως εκ τούτου, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 14/2012).

Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διακριτικοί τίτλοι, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006).

Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης, εκμετάλλευσης κλπ, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζόμενων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών.

Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει, όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, τη λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενά συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη, που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 444/2019).

Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008). Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (ΑΠ 1188/2019, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 318/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. ά του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμού 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, αναγκαία στοιχεία για την επάρκεια της λείπουν και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη της προκύπτουν (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 77/2018, ΑΠ 117/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Π. Δ/τος 178/2002 για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο και σχετικά με το επίμαχο θέμα της μεταβίβασης επιχείρησης, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων τυγχάνει πτυχιούχος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς και λογιστής με άδεια Γ' Τάξης.

Ότι στις 21.4.2009 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του λογιστή, απασχολούμενος στις εγκαταστάσεις της, επί των οδών … και … αρ…. στα …, αντί μηνιαίου μισθού ποσού 2.770,34 ευρώ και εργάστηκε στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι τις 18.7.2011, οπότε και απολύθηκε.

Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε αγωγή σε βάρος της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της προαναφερόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του καταβληθούν, μεταξύ άλλων, το επίδομα ισολογισμού και η αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών και μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 19.7.2011 έως 31.12.2013.

Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να αποδεχτεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ως λογιστή, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης και υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Επί της ως άνω αγωγής του ενάγοντα εκδόθηκε η με αριθμό 3489/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 18.7.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα και του επιδικάστηκε το ποσό των 2.826,65 ευρώ και των 368,05 ευρώ, αντίστοιχα, για επίδομα ισολογισμού και αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών για τα έτη 2009, 2010 και 2011 καθώς και το ποσό των 81.172,64 ευρώ για μισθούς υπερημερίας (συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ισολογισμού και των εορτών) για το χρονικό διάστημα από 20.7.2011 έως 31.12.2013.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι μετά τη συζήτηση της προαναφερομένης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 28.2.2014, και πριν τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 3489/2014 απόφασης (ημερομηνία δημοσίευσης : 24.11.2014), και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του έτους 2014, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε την επιχείρησή της στο δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος τυγχάνει γιός του νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου αυτής, κι ότι έκτοτε ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή (παραγωγική και εμπορική) δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης.

Ότι ο δεύτερος εναγόμενος έκανε έναρξη της επαγγελματικής του επιχείρησης με την επωνυμία "Μ. Ν." στις 20.9.2011, με κύρια δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο κρέατος και προϊόντων κρέατος και δευτερεύουσα το λιανικό εμπόριο κρέατος, την επεξεργασία και συντήρηση κρέατος. Στις 14.12.2011 χορηγήθηκε από τον Περιφερειάρχη Αττικής στην εταιρεία "Μ.

Ν." άδεια λειτουργίας εργαστηρίου τεμαχισμού, αποστέωσης και επεξεργασίας κρέατος οπληφόρων και πουλερικών, παραγωγής παρασκευασμάτων κρέατος οπληφόρων και πουλερικών καθώς και παραγωγής κιμά οπληφόρων. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι η εταιρεία του δεύτερου εναγομένου έχει την έδρα της στον …, στην …, όπου ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του με ημερομηνία 14.9.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτού και του "Οργανισμού Κεντρικής Αγοράς Αθηνών ΑΕ", εκμίσθωσε δύο καταστήματα - βιομηχανοστάσια πωλήσεως, συντηρήσεως και αποθηκεύσεως κρέατος, συνολικής επιφανείας 528 τ.μ., αντί μηνιαίου μισθώματος 7.268,18 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.

Ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία είχε συσταθεί το έτος 2002 και σκοπός της ήταν η επεξεργασία και τυποποίηση κρέατος και προϊόντων αυτού, η εμπορία (αγορά από το εσωτερικό ή εξωτερικό και πώληση) κάθε είδους και κάθε φύσεως παρασκευασμάτων κρέατος για καταστήματα χονδρικής πωλήσεως. Δυνάμει της υπ' αριθμ.

… συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης, της πρόσθετης πράξης και των Παραρτημάτων αυτής, η εταιρεία "Α. Λ. ΑΕ" εκμίσθωσε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη εταιρεία μηχανήματα και έτερα αντικείμενα απολύτως αναγκαία και απαραίτητα για τον εξοπλισμό και τη λειτουργία της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης.

Την εν λόγω σύμβαση κατήγγειλε η "Α. Λ. ΑΕ" με το από 29.9.2011 έγγραφό της, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 7.10.2011, και ακολούθως, στις 27.1.2012, με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής η εκμισθώτρια εταιρεία παρέλαβε τα κάτωθι κινητά πράγματα : 1 σταθμό απολύμανσης χρειών - μποτών, 1 αυτόματη μηχανή έγχυσης άλμης, 1 μηχανή συσκευασίας θαλάμων, 1 γεμιστική μηχανή, 1 μηχανή επικάλυψης φρυγανιά, 1 μηχανή επικάλυψης αβγοαλ/της, 1 μηχανή συγκόλλησης δίσκων, 1 σύστημα παρασκευής γύρου, 4 καρότσια μεταφοράς αλλαντικών, 1 flaker κοπής κατεψυγμένου κρέατος σε λεπίδες, 1 πλυντήριο τελάρων, 1 ανοξείδωτο ανεβατόριο, 1 μηχανή αυτόματης κοπής μερίδων, 2 πάγκους αποστέωσης, 10 μπάνια ανοξείδωτα διαστάσεων 61*61*51*, 4 μπάνια ανοξείδωτα διαστάσεων 120*63*31*, 3 πάγκους επεξεργασίας γύρου, 1 ανοξείδωτη κρεατομηχανή, 2 ανοξείδωτες βαρέλες, 1 μηχάνημα εγκατάστασης αδρανούς αερίου, 7 μηχανές υγιεινής ανάλυσης, 1 μηχανή τυποποίησης κρέατος, 1 μηχανή ιχνηλασιμότητας - επεξεργασίας κρεάτων, 1 μηχανή παρασκευής κεμπάπ, 1 μηχανή γεμιστικό γύρου, 1 μηχανή εξωλκέας κεμπάπ με φόρμες μηχανικές, 1 μηχανή σνίτσελ, 1 επιπλοσύνθεση, 1 συρταροθήκη τροχήλατη, 2 καναπέδες διθέσιους, 1 τραπεζάκι κρυστάλλινο, 3 γραφεία κρυστάλλινα, 4 διευθυντικά καθίσματα εργασίας, 8 καθίσματα συνεργασίας, 1 γραφείο κρυστάλλινο, 12 έπιπλα ερμάρια, 1 έπιπλο γραφείου, 1 έπιπλο σουμέ γραφείου, 1 έπιπλο τράπεζα ΔΣ, 2 έπιπλα ερμάρια με πόρτες, 2 έπιπλα ΤΟΠ, 10 πολυθρόνες, 7 καθίσματα εργασίας, 26 μηχανές διακίνησης κρεάτων, 1 αυτόματη κρεατομηχανή, 1 αυτόματο μεριδοποιητή, 1 μηχανή μίξερ, 358 μηχανές - εξαρτήματα σουβλακομηχανής, 49 μηχανές διακίνησης κρεάτων, 126 μηχανές μεταφοράς κρεάτων, 12 καπάκια φόρμας, 1 μηχανή κοπής σουβλακίων υδραυλική, 180 μηχανές - εξαρτήματα κρεάτων, 2 πλυστικά μηχανήματα, 1 μηχανή treif cutting, 3 μηχανικές πλάστιγγες κρεμαστές, 1 μηχάνημα αεροσυμπιεστής, 1 ηλεκτροπαράγωγο ζεύγος, 3 μηχανές πλατφόρμα φορτοεκφόρτωσης, 1 καλωδιακή φορτοεκφόρτωση κρεάτων, 32 μηχανές ορθοστάτη.

Ότι, πέραν των ανωτέρω αντικειμένων, η πρώτη εναγομένη εταιρεία δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε και έτερα κινητά πράγματα, ιδιοκτησίας της, συναφή με τη δραστηριότητά της, τα οποία μεταβίβασε στο δεύτερο εναγόμενο. Άλλωστε, ο τελευταίος με τη μίσθωση των προαναφερομένων καταστημάτων παρέλαβε και τα αναφερόμενα στο μισθωτήριο υλικά και μηχανήματα, ιδιοκτησίας της εκμισθώτριας, τα οποία είναι σχετικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα (2 ζυγοί δαπέδου 600Kg/200gr, 3 ζυγούς δαπέδου 150Kg/10gr, 5 ζυγοί γραμμής, 1 ζυγός ηλεκτρονικός, 2 συσκευαστικές κενού, 2 δεξαμενές συρρίκνωσης, 4 αναλόγια ανοξείδωτα, 2 τραπέζια κοπής, 2 καρότσια σακούλες σκουπιδιών, 4 καρότσια 200 It, 2 καρότσια μεταλλικά ανοικτά, γραμμές μεταλλικές οροφής μεταφοράς κρεάτων, 2 μηχανικοί βραχίονες φορτοεκφόρτωσης κρεάτων, 2 πλυντικά μηχανήματα ηλεκτρικά, 1 πλυντικό μηχάνημα εσωτερικής καύσης, 2 ψύκτες πόσιμου νερού), προκειμένου να κάνει άμεση χρήση αυτών.

Το δε διώροφο κτήριο με υπόγειο επεξεργασίας και εμπορίας κρέατος της πρώτης εναγομένης κατασχέθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 1793/2016 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανάσιου Γεωργαντόπουλου εξαιτίας οφειλής της πρώτης εναγομένης εταιρείας και τέθηκε σε πλειστηριασμό για τις 14.6.2017, γεγονός που καταδεικνύει ότι ουδέποτε το εν λόγω κτήριο μεταβιβάστηκε στο δεύτερο εναγόμενο.

Επίσης, η πρώτη εναγομένη εταιρεία κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της σταδιακά από τις 23.9.2011 έως και τις 15.10.2011, καταβάλλοντάς τους τα οφειλόμενα δεδουλευμένα και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Το γεγονός δε ότι κάποιοι εκ των εργαζομένων αυτών, εν συνεχεία, εργάστηκαν στην επιχείρηση του δεύτερου εναγομένου, αφού προηγουμένως είχαν νομίμως απολυθεί από την πρώτη εναγομένη εταιρεία, ουδεμία έννομη συνέπεια έχει εν προκειμένω.

Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος από το χρόνο σύστασης της πρώτης εναγομένης εταιρείας ήταν μέλος του Δ.Σ. αυτής και παραιτήθηκε από μέλος αυτού στις 25.8.2010.

Συνεπώς, ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε το πώς λειτουργεί εσωτερικά και στις προς τα έξω σχέσεις μία εταιρεία αυτού του είδους και όταν συνέστησε την προσωπική του εταιρεία, με την ίδια εμπορική δραστηριότητα, δεν είχε ανάγκη από την τεχνογνωσία της πρώτης εναγομένης εταιρείας. Το μόνο που μεταβιβάστηκε στο δεύτερο εναγόμενο είναι το εμπορικό σήμα της εταιρείας και συγκεκριμένα μεταβιβάστηκε η κυριότητα και τα πάσης φύσεως δικαιώματα επί του λεκτικού σήματος με απεικόνιση και με ορισμένη έγχρωμη σύνθεση "Μ.

Π. Μ. Τ. Κ.". Και αυτή η μεταβίβαση του εμπορικού σήματος δικαιολογεί την ύπαρξη του ονόματος Μ. στα φορτηγά αυτοκίνητα της επιχείρησης του δεύτερου εναγομένου, για τα οποία φορτηγά ο μάρτυρας απόδειξης αναφέρει μόνον ότι φέρουν την ανωτέρω ένδειξη και έχουν λευκό χρώμα, όπως και τα φορτηγά της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, χωρίς όμως να μπορεί να τα ταυτίσει (άδεια και αριθμός κυκλοφορίας).

Το δε γεγονός ότι κάποιοι εκ των προμηθευτών και πελατών της πρώτης εναγομένης, η οποία υφίσταται μεν ως εταιρεία αλλά είναι αδρανής, συνεργάστηκαν με την επιχείρηση του δεύτερου εναγομένου είναι θεμιτό και λογικό αφενός διότι η αγορά κρέατος είναι περιορισμένη, αφετέρου ο δεύτερος εναγόμενος λόγω της από χρόνια παρουσίας του στον εν λόγω χώρο ήταν γνωστός.

Ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαία η προσκομιδή των καταστάσεων πελατών και προμηθευτών των εναγομένου, όπως ο ενάγων αιτείται, όπως δεν είναι απαραίτητη και η προσκομιδή των καταστάσεων προσωπικού των εναγομένων. Κατόπιν των προαναφερθέντων, ουδόλως αποδείχτηκε ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομική μονάδα και διατήρησε αμετάβλητη την ταυτότητά της υπό τον νέο φορέα της, το δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος είχε τη βούληση να είναι διάδοχός της.

Ότι ο τελευταίος δεν είχε οικονομικό συμφέρον προς τούτο, καθόσον η πρώτη εναγομένη εταιρεία είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα (είχαν ήδη εκδοθεί - και εκδόθηκαν και στη συνέχεια - σε βάρος της διαταγές πληρωμής από τράπεζες και τρίτα νομικά πρόσωπα και είχε οφειλές και προς το Δημόσιο). Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της εφέσεως των εναγομένων, έκρινε ότι δεν έγινε μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη προς τον δεύτερο εναγόμενο, εξαφάνισε για το ενιαίο της εκτέλεσης στο σύνολό της ως προς την πρώτη εναγομένη την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της από 27-12-2016 αγωγής απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο, δέχθηκε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη και αναγνώρισε την υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 6.006,74 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2014 έως 10-3-2014.

Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών και συγκεκριμένα με τις παραδοχές ότι: α) η έδρα της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης ήταν στα …, ενώ του δευτέρου εναγομένου στον …, β) ο δεύτερος εναγόμενος παραιτήθηκε από μέλος του ΔΣ της πρώτης εναγομένης στις 25-8-2010, έκανε έναρξη της επαγγελματικής του επιχείρησης με την επωνυμία "Μ.

Ν." στις 20.9.2011, με κύρια δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο κρέατος και προϊόντων κρέατος και δευτερεύουσα το λιανικό εμπόριο κρέατος, την επεξεργασία και συντήρηση κρέατος και στις 14.12.2011 χορηγήθηκε από τον Περιφερειάρχη Αττικής στην εταιρεία "Μ. Ν." άδεια λειτουργίας εργαστηρίου τεμαχισμού, αποστέωσης και επεξεργασίας κρέατος οπληφόρων και πουλερικών, παραγωγής παρασκευασμάτων κρέατος οπληφόρων και πουλερικών καθώς και παραγωγής κιμά οπληφόρων, γ) ο δεύτερος εναγόμενος εκμίσθωσε δύο καταστήματα - βιομηχανοστάσια πωλήσεως, συντηρήσεως και αποθηκεύσεως κρέατος στην ανωτέρω περιοχή στις 14-9-2011 και συγχρόνως με τη μίσθωση παρέλαβε από την εκμισθώτρια τα αναφερόμενα κινητά- εξοπλισμό ιδιοκτησίας της εκμισθώτριας, δ) η πρώτη εναγομένη εταιρεία είχε συσταθεί το έτος 2002 και σκοπός της ήταν η επεξεργασία και τυποποίηση κρέατος και προϊόντων αυτού, η εμπορία κάθε είδους και κάθε φύσεως παρασκευασμάτων κρέατος για καταστήματα χονδρικής πωλήσεως, ε) ότι μετά την καταγγελία της χρηματοδοτικής μίσθωσης, στις 7-10-2011, η μισθώτρια - πρώτη εναγομένη παρέδωσε στην εκμισθώτρια εταιρεία "Α.

Λ. ΑΕ" τα αναφερόμενα μηχανήματα και αντικείμενα, που αποτελούσαν τον εξοπλισμό για τη λειτουργία της επιχείρησής της και επομένως δεν μεταβιβάσθηκαν στον δεύτερο μηχανήματα και εξοπλισμός, στ) το μόνο που μεταβιβάσθηκε στον δεύτερο εναγόμενο από την πρώτη ήταν το σήμα αυτής "Μ. Μ. Τ. Κ.", ζ) η πρώτη εναγομένη εταιρεία κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της σταδιακά από τις 23.9.2011 έως και τις 15.10.2011, καταβάλλοντάς τους τα οφειλόμενα δεδουλευμένα και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και η) κάποιοι εκ των προμηθευτών και πελατών της πρώτης εναγομένης, η οποία υφίσταται ως εταιρεία αλλά είναι αδρανής, συνεργάστηκαν με την επιχείρηση του δεύτερου εναγομένου, αυτό όμως είναι θεμιτό και λογικό αφενός διότι η αγορά κρέατος είναι περιορισμένη και αφετέρου διότι ο δεύτερος εναγόμενος λόγω της από χρόνια παρουσίας του στο χώρο ήταν γνωστός.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε σε αρνητική κρίση ως προς τη συνδρομή περίπτωσης μεταβίβασης επιχείρησης, συνεκτιμώντας τους προαναφερόμενους παράγοντες και καταλήγοντας ότι δεν μεταβιβάσθηκαν στην προκείμενη περίπτωση τόσα επί μέρους στοιχεία και κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν οργανική ενότητα (οικονομική οντότητα), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού τον οποίο επεδίωκε η πρώτη εναγομένη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Π.Δ. 178/2002 και 6 του Ν. 2112/1920, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι αν και δέχθηκε ότι: 1) έγινε μεταβίβαση του σήματος της πρώτης εναγομένης στον δεύτερο εναγόμενο, 2) κάποιοι από τους εργαζόμενους της πρώτης εναγομένης εργάστηκαν στη συνέχεια στην επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου, 3) η δραστηριότητα των εναγομένων ταυτίζεται και 4) κάποιοι εκ των προμηθευτών και πελατών της πρώτης εναγομένης συνεργάστηκαν με την επιχείρηση του δεύτερου εναγομένου, παρ' όλα αυτά με ανεπαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο έκρινε ότι δεν επήλθε μεταβίβαση της ένδικης επιχείρησης στο δεύτερο εναγόμενο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τη μη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων που αποκλείουν την εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Οι ως άνω ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, που δεν αποτελούν ζητήματα τα οποία ιδρύουν τον λόγο αυτό, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου άτι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008).

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1517/2008). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται τα εξής : α) η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου, β) η αποδεικτική δύναμη που έχει αυτό και εκείνη που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, γ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, δ) μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής του δύναμης και ε) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 816/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη τη δεσμευτικότητα της ισχύος της δικαστικής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων, που έγινε με το δικόγραφο της έφεσης και των πρωτόδικων προτάσεών τους, όπου αυτοί συνομολογούν περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η βασιμότητα του αγωγικού του ισχυρισμού ότι έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον δεύτερο και ειδικότερα συνομολογούν ότι:

α) η μίσθωση του υλικοτεχνικού εξοπλισμού από την εταιρεία " Α. Λ. Α. Ε. Χ. Μ." δεν αφορούσε το σύνολο του εξοπλισμού της πρώτης εναγομένης. Η εν λόγω δικαστική ομολογία περιέχεται στις σελίδες 6 και 9 των πρωτόδικων προτάσεών τους, β) μεταβιβάστηκε το σήμα και η φήμη της πρώτης εναγομένης στον δεύτερο εναγόμενο και η ομολογία αυτή περιέχεται στις σελίδες 7, 8 και 10 της έφεσής τους και σελίδα 8 των πρωτόδικων προτάσεών τους, γ) συνομολογούν στις πρωτόδικες προτάσεις τους (σελίδα 14) ότι μέρος του προσωπικού της πρώτης εναγομένης απασχολείται στον δεύτερο εναγόμενο, δ) συνομολογούν οι εναγόμενοι στις σελίδες 6 και 7 των πρωτόδικων προτάσεών τους και 7 και 8 της έφεσής τους ότι υπάρχει ομοιότητα των δραστηριοτήτων στις δύο επιχειρήσεις και ε) συνομολογούν, επίσης, στις σελίδες 6 και 7 των πρωτόδικων προτάσεών τους, καθώς και στις σελίδες 6, 7 και 9 της έφεσής τους, ότι η επιχείρηση συνέχισε αδιάλειπτα τη λειτουργία της και μετά τη μεταβίβασή της στον δεύτερο και ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων στην πρώτη εναγομένη έγινε κατά το χρόνο που ξεκίνησε τη λειτουργία της η επιχείρηση του δεύτερου.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων που επικαλείται ο αναιρεσείων και ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε σ' αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος "ασαφείς αιτιολογίες" της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα της δικαστικής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων κάποιον κανόνα ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης, ούτε επικαλείται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση αυτή.

Επίσης στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα λεπτομερώς προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα και δη αποσπάσματα ιστοσελίδων στο διαδίκτυο, που αφορούν την επιχείρηση της πρώτης και του δευτέρου εναγομένου, από τα οποία προκύπτει ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση του τελευταίου παραπέμπει ευθέως στην ιστοσελίδα της πρώτης και χρησιμοποιείται το ίδιο σλόγκαν " ποιότητα μέχρι το κόκαλο" και από τις δύο επιχειρήσεις, τα ΦΕΚ από τα οποία προκύπτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος διατέλεσε επί μακρόν μέλος του ΔΣ της πρώτης εναγομένης και ο πατέρας του Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, καθώς και οι αναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως, στις οποίες υπογράφει ως παραλαβών ο πατέρας του Δ.

Μ. ενώ τα δικόγραφα που παρέλαβε απευθύνονται στον δεύτερο, τα οποία ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι δύο επιχειρήσεις της πρώτης εναγομένης και του δευτέρου ταυτίζονται και έγινε μεταβίβαση επιχειρήσεως.

Ο λόγος αυτός είναι ορισμένος, πλην όμως είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της βεβαιώσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 344/2020, ΑΠ 467/2019).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό(ΑΠ 1180/2017). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο μπορεί να ζητήσει την επίδειξη, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον.

Η επίδειξη του εγγράφου μπορεί να ζητηθεί και με τις προτάσεις για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1625/2014). Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί αιτήσεως για επίδειξη εγγράφου θεμελιώνει τον ανωτέρω, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση επίδειξης ήταν παραδεκτή και σύννομη, ήτοι εφόσον υποβλήθηκε με παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις στο δικαστήριο της ουσίας, με αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, ότι δηλαδή το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 43/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τον αριθμό 9 εδ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δεν απάντησε στο αίτημα επίδειξης εγγράφων που υπέβαλε τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου. Το αίτημα αυτό είχε υποβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος και εκεί εφεσιβλήτου και είχε κατά λέξη το εξής περιεχόμενο: " Υποβάλλω, επομένως, όπως και πρωτοδίκως, το αίτημα, κατ' άρθρα 450-451 ΚΠολΔ, να προσκομίσουν οι εκκαλούντες: i τους πίνακές τους προσωπικού ετών 2011- 2017, ii.

τις καταστάσεις των πελατών- προμηθευτών ετών 2011-2017 και iii. τα μητρώα των παγίων στοιχείων ετών 2011-2017"....τα έγγραφα αυτά προδήλως βρίσκονται στην κατοχή των εκκαλούντων... το έννομο συμφέρον μου είναι αυτονόητο, αφού τα έγγραφα αυτά είναι πρόσφορα για την άμεση απόδειξη του ισχυρισμού μου περί μεταβίβασης επιχείρησης...." .

Το αίτημα αυτό, με το παραπάνω περιεχόμενο, ήταν αόριστο, διότι δεν προσδιορίζονται ειδικά τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη και ιδίως το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Επομένως, δεν ιδρύεται εξ αυτού του λόγου λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος εν μέρει, καθόσον το Εφετείο ρητά απέρριψε το αίτημα επίδειξης των καταστάσεων πελατών και προμηθευτών των εναγομένων και των καταστάσεων προσωπικού αυτών.

Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.

Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του δευτέρου αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 28.8.2019, αίτηση του Π. Τ. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 2519/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ