Supreme Court dismissed appeal against electricity company's liability for traffic accident damages and awarded costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the electricity distribution company against the Third Instance Court's judgment awarding damages to three individuals for a traffic accident. The court found the lower court's assessment of compensation for moral and additional damages did not exceed legal discretion or violate the principle of proportionality. Consequently, the appeal was rejected, the costs were collected by the state, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's determination of compensation amounts for moral and additional damages does not constitute a violation of substantive law or the principle of proportionality if it falls within the bounds of judicial discretion and common practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 827 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 827/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ" (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Δήμου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Φ. του Γ., 2) Ζ. Φ. συζύγου Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Βρεττού και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχάλη Δημητρακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11/11/2014 και 17/11/2014 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 760/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4548/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/11/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 28-11-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 31-10-2018 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 4548/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αντίθετες τέσσερις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 760/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει τις από 11-11-2014 και 17-11-2014 αγωγές των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής τους ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από το αναφερόμενο ατύχημα, απέρριψε τις δύο εφέσεις της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτές τις δύο εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτές τις αγωγές τους και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα (μεγαλύτερα) ποσά με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αυτή αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρ. 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 414/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 69/2017, ΑΠ 1510/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ, ο κύριος ή ο νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσεως, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα του κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος για τη ζημία που προκάλεσε σε τρίτομη πτώση του, απαλλάσσεται δε ο κύριος ή νομέας, αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση.
Πρόκειται δηλαδή εδώ για τυπική περίπτωση ευθύνης από διακινδύνευση. Ο λόγος της ευθύνης αυτής είναι ότι έχοντας αυτός την εκμετάλλευση του κτίσματος, πρέπει να φέρει και τους κινδύνους από την πτώση του. Επομένως, αν αυτή οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση του κτίσματος, ο κύριος ή ο νομέας αυτού ευθύνεται ασχέτως αν τον βαρύνει οποιοδήποτε πταίσμα περί την ύπαρξη και διατήρηση των καταστάσεων αυτών του κτίσματος, ευθύνεται δηλαδή και αν δεν είχε ενεργήσει αυτός την ελαττωματική κατασκευή του κτίσματος αλλά άλλος, από τον οποίο αγόρασε το κτίσμα, ή αν η πλημμελής συντήρηση οφείλεται επίσης στο δικαιοπάροχο του (ΑΠ 1878/2013, ΑΠ 755/2009, ΑΠ 839/2000).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή Οαν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 204/2018, ΑΠ 96/2018). Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος για αναίρεση απόφασης αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ" αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση αυτή ανέλεγκτα (άρθρ. 561 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 425/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 16/5/2013, στην περιοχή "..." του ..., Δ.Δ. Φιλιατρών, που βρίσκεται στο δρόμο από ..., και περί ώρα 14.Θ0 με 15.00 εκδηλώθηκε πυρκαγιά. Τη φωτιά αντιλήφθηκε, αρχικώς, η Ε.
Φ....η οποία εκείνη την ώρα βρισκόταν στην οικία της, μαζί με τον, τότε ανάπηρο και ήδη θανόντα, σύζυγο της, Γ. Φ.. Αμέσως μόλις είδε από το παράθυρο της κουζίνας της πυκνά σύννεφα καπνού να κατευθύνονται προς το αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του συζύγου της, με τα εντός αυτού ελαιόδεντρα, το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση (περί τα διακόσια πενήντα μέτρα) από την οικία τους, έσπευσε προς το σημείο της φωτιάς, προκειμένου να διαπιστώσει τι συνέβαινε.
Όταν έφθασε εκεί αντίκρισε την πυρκαγιά να βρίσκεται στο ανατολικό σύνορο της ιδιοκτησίας τους, με το αγρόκτημα ιδιοκτησίας Χ. Μ. Διαπιστώνοντας δε ότι εξαπλωνόταν με ταχύτητα και προς αποτροπή της εξάπλωσης αυτής, όχι μόνο προς το ελαιοπερίβολό τους αλλά και προς την οικία τους, όπου βρισκόταν ο ανάπηρος σύζυγος της, έκοψε ένα κλαδί από τις ελιές και άρχισε να χτυπά τα φλεγόμενα χόρτα κατά μήκος του ορίου των δύο αγροτεμαχίων, προκειμένου να περιορίσει τη φωτιά, ώστε να μην επεκταθεί και εντός του δικού τους αγροτεμαχίου.
Καθ' όλη τη διάρκεια της προσπάθειάς της αυτής η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική από τους καπνούς και η ορατότητά της περιορισμένη. Το τελευταίο πράγμα που αντελήφθη ήταν να τη διαπερνά και να την τινάζει ένα απίστευτα δυνατό ρεύμα και κατόπιν αυτού έχασε τις αισθήσεις της και έπεσε στο έδαφος, ενώ η φωτιά συνέχιζε να καίει.
Την ίδια, περίπου, ώρα, ο Δ. Φ....., ανιψιός της Ε. Φ., ο οποίος εκτελούσε εργασίες εντός του αγροτεμαχίου του, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή, αντιλήφθηκε κι εκείνος την ύπαρξη καπνού στο παρακείμενο, όμορο, αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Χ. Μ. και κατευθύνθηκε προς το σημείο της φωτιάς. Φθάνοντας εκεί, αντιλήφθηκε τη θεία του Ε.
Φ., που ήταν πεσμένη στο έδαφος σε λιπόθυμη κατάσταση και προσέτρεξε να την βοηθήσει. Εκτιμώντας ότι η θεία του είχε λιποθυμήσει από τις αναθυμιάσεις, προσπάθησε να την μετακινήσει, σπρώχνοντας την μέχρι το πλησιέστερο ελαιόδεντρο για να την τοποθετήσει με την πλάτη στο δέντρο και να την συνεφέρει. Στην προσπάθειά του αυτή αισθάνθηκε ένα έντονο σωματικό κλονισμό και έχασε κι αυτός τις αισθήσεις του.
Συνήλθε μετά από απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και κατάφερε να περπατήσει προς τον κεντρικό δρόμο, προκειμένου να αναζητήσει βοήθεια από διερχόμενους οδηγούς. Πράγματι, τον αντελήφθη ο, διερχόμενος από εκεί με το αυτοκίνητο του, Σ. Τ., ο οποίος και τον μετέφερε στο Κέντρο Υγείας Φιλιατρών. Σχεδόν ταυτόχρονα, στο σημείο της πυρκαγιάς έσπευσε με τη μοτοσικλέτα του και ο Θ.
Φ., αδελφός του Δ. Φ. και ανιψιός της Ε. Φ., ο οποίος είχε δει κι εκείνος τους καπνούς και πλησίασε να δει τι συμβαίνει. Κατευθυνόμενος στην, εν λόγω, περιοχή, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Χ. Α., κάτοικο της ίδιας περιοχής, ο οποίος του είπε να τρέξει γιατί "κινδυνεύουν δύο άνθρωποι". Φθάνοντας ο Θ. Φ. πλησίον της φωτιάς, άκουσε γυναικεία φωνή να καλεί σε βοήθεια και προσπάθησε να πλησιάσει με τη μηχανή του, πλην, όμως, μια δύναμη τον πέταξε λίγα μέτρα προς τα πίσω.
Συνερχόμενος, αμέσως αντιλήφθηκε ότι η γυναίκα που καλούσε σε βοήθεια, ήταν η θεία του, Ε. Φ., την οποία, στη συνέχεια, με τη βοήθεια και του Η. Χ., κατάφερε να απομακρύνει από το σημείο της φωτιάς και την μετέφερε στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας. Κατά την εξέτασή τους από τους θεράποντες ιατρούς, οι παθόντες έμαθαν ότι είχαν υποστεί ηλεκτροπληξία.
Η ηλεκτροπληξία, δε, που υπέστησαν οι Δ. και Ε. Φ. προκλήθηκε εκ του γεγονότος ότι, προσέγγισαν ηλεκτροφόρο αγωγό, που είχε "κρεμάσει" και βρισκόταν λίγο πάνω από το έδαφος, από τον οποίο και ηλεκτροδοτήθηκαν, εξαιτίας του ηλεκτρικού τόξου (ηλεκτρικού πεδίου), που είχε δημιουργηθεί μεταξύ αυτών και του αγωγού.
Ειδικότερα, αμέσως μετά το συμβάν διενεργήθηκε, κατόπιν σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας, προκαταρτική εξέταση από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Γαργαλιάνων, για την διακρίβωση των αιτίων της πυρκαγιάς και των συνθηκών επέλευσης του ανωτέρω συμβάντος, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρών σωματικών βλαβών στους παθόντες.
Όπως διαπιστώθηκε, η αρχή του κακού ήταν η χαλάρωση και το "κρέμασμα" ενός ηλεκτροφόρου αγωγού. Συγκεκριμένα, στην προαναφερθείσα περιοχή υπάρχουν ξύλινες κολώνες, οι οποίες στηρίζουν εναέριους ηλεκτροφόρους αγωγούς. Μια τέτοια ξύλινη κολώνα υπήρχε και πλησίον του αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας Χ. Μ., από την οποία διέρχονταν τρεις εναέριοι ηλεκτροφόροι αγωγοί μέσης τάσης (20.000 βολτ), οι οποίοι στηρίζονταν, μέσω μονωτήρων, σε δύο οριζόντιες ξύλινες τραβέρσες, σχηματίζοντας με εκείνες ένα νοητό σχήμα "Τ", σε απόσταση περίπου επτά μέτρων από το έδαφος.
Κάτω από τις τραβέρσες αυτές, υπήρχε ακόμα μια οριζόντια τραβέρσα, σε ύψος περίπου έξι μέτρων από το έδαφος, πάνω στην οποία στηρίζονταν, μέσω μονωτήρων, άλλοι εναέριοι ηλεκτροφόροι αγωγοί, επίσης μέσης τάσης (20.000 βολτ), οι οποίοι τροφοδοτούσαν μετασχηματιστή, που ηλεκτροδοτούσε την γύρω περιοχή. Τμήμα, (μήκους περί τα 25 εκατοστά), του άκρου της προαναφερόμενης (μονής) οριζόντιας τραβέρσας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείτο για τη στήριξη των αγωγών προς το μετασχηματιστή, έσπασε και έτσι ο ηλεκτροφόρος αγωγός, που στηριζόταν στο ίδιο άκρο, σχημάτισε καμπύλη τροχιά ("κοιλιά"), στο ενδιάμεσο διάστημα με την επόμενη κολώνα και "κρέμασε" σε πολύ μικρή απόσταση από το έδαφος, όχι μεγαλύτερη του ενός μέτρου.
Κατά το "κρέμασμα" και την ταλάντωση του ο αγωγός από τη σπασμένη τραβέρσα ήλθε σε επαφή με κλαδιά υποκείμενων ελαιοδέντρων και σχηματίστηκε ηλεκτρικό τόξο, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά. Μάλιστα, στην ευθεία του πεσμένου αγωγού βρέθηκαν απανθρακωμένα τρία ζώα (πιθανόν σκυλιά). Το ηλεκτρικό τόξο εκτεινόταν από 5 έως 20 εκατοστά από τον αγωγό και ήταν αόρατο στους παθόντες, όπως αόρατος ήταν, γενικότερα, και ο αγωγός, εξαιτίας, κυρίως, των πυκνών καπνών, αλλά και του χρώματός του που ήταν το χρώμα του αλουμινίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η θραύση της ξύλινης τραβέρσας, που είχε ως επακόλουθο τη δημιουργία καμπύλης του αγωγού, οφείλεται, αφενός μεν στην παλαιότητα και τη φθορά αυτής, αφετέρου δε στην, κατά την ημερομηνία του ατυχήματος, έλλειψη δεύτερης τραβέρσας, η ύπαρξη της οποίας είναι αναγκαία προκειμένου να κρατάει "κόντρα" και να ενισχύει την άλλη τραβέρσα στις δυνάμεις που ασκούν πάνω της οι οριζόντιοι αγωγοί (που συνδέονται μέσω μονωτήρων στις τραβέρσες), λόγω του βάρους τους και του τεντώματός τους, ειδικά όταν υπάρχει άνεμος.
Σημειώνεται, επίσης, ότι... πριν το ατύχημα και πάντως έως τις 10/12/2012 υπήρχε στην κολώνα και δεύτερη τραβέρσα...., ενώ τέτοια επανατοποθέτησε η πρώτη εναγομένη αμέσως μετά το ατύχημα. Η κρίση του Δικαστηρίου για τις συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο συμβάν, που είχε ως αποτέλεσμα την ηλεκτροπληξία των Δ.
και Ε. Φ., στηρίζεται στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως....Από όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, η πρώτη εναγόμενη (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), η οποία εκμεταλλεύεται τον ξύλινο στύλο απ' όπου διερχόταν το ηλεκτροφόρο καλώδιο που "κρέμασε" σε καμπύλη τροχιά, λόγω της θραύσης της μονής ξύλινης τραβέρσας που το στήριζε, ευθύνεται, κατ' αρχήν αντικειμενικώς, για τη ζημία που προκλήθηκε, καθώς η - έστω - μερική πτώση της τραβέρσας που στηρίζεται σε στύλο που είναι στερεωμένος σε έδαφος και η συνακόλουθη δημιουργία καμπύλης του ηλεκτροφόρου αγωγού, συνιστά "πτώση άλλου έργου", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, που τεκμαίρεται-και εν προκειμένω αποδείχθηκε-ότι προκλήθηκε, πρωτίστως, από τη φθορά, παλαιότητα και πλημμελή συντήρηση του στύλου και ειδικότερα της τραβέρσας που έσπασε.
Η αντικειμενική δε ευθύνη της πρώτης εναγομένης ενισχύεται και από το γεγονός ότι, από την επίδικη εγκατάσταση (στύλος-τραβέρσα-αγωγός) εκπορεύεται ένας ιδιαίτερος κίνδυνος που, αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί τη σωματική βλάβη και την περιουσία των ατόμων που είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ' αυτόν.
Τούτο σημαίνει ότι, η πρώτη εναγόμενη ως κάτοχος και εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων ευθύνεται έναντι τρίτων για τις ζημίες που προκαλούνται από τη λειτουργία της, αφού, άλλωστε, αυτή αντλεί οφέλη από την επίδικη εγκατάσταση, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα κάποιου υπαλλήλου ή οργάνου της.
Εξάλλου, ανεξαρτήτως της αντικειμενικής της ευθύνης, από την διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ, η πρώτη εναγομένη ευθύνεται για τη θραύση της μονής τραβέρσας και την πτώση του ηλεκτροφόρου αγωγού (συνακόλουθα δε και για την ηλεκτροπληξία που υπέστησαν οι Δ. και Ε. Φ. και τις περαιτέρω συνέπειες αυτής, όπως θα αναφερθούν αναλυτικά κατωτέρω), και με βάση τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΑΚ 922, 914), ως προστήσασα τα άτομα εκείνα που είχαν αναλάβει την επίβλεψη και συντήρηση των αγωγών.
Ειδικότερα, οι προστηθέντες της πρώτης εναγομένης, από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που μπορούσαν και όφειλαν κατά τις περιστάσεις να καταβάλουν, (α) δεν μερίμνησαν για την αντικατάσταση της πιο πάνω παλαιάς και φθαρμένης τραβέρσας, (β) δεν μερίμνησαν για την έγκαιρη επανατοποθέτηση της δεύτερης τραβέρσας που θα παρείχε στήριξη στην πρώτη και (γ), μολονότι υπήρξε διαρροή ρεύματος στην περιοχή της πτώσης του αγωγού, αφενός μεν παρέλειψαν να δώσουν εντολή για την άμεση διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στον πεσμένο αγωγό, αφετέρου δε παρέλειψαν να εγκαταστήσουν σύστημα ασφαλείας που θα διέκοπτε αυτομάτως τη ροή του ρεύματος και θα απαγόρευε την επάνοδο αυτής πριν τη διαπίστωση του λόγου διαρροής και της αποκατάστασης της βλάβης...
Η πρώτη εναγόμενη αρνείται την υπαιτιότητα της, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος (ηλεκτροπληξία των παθόντων), ισχυριζόμενη, αφενός μεν ότι υπήρχε και δεύτερη τραβέρσα, αφ' ετέρου δε ότι η πτώση της τραβέρσας δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση του έργου, άλλα σε γεγονότα για τα οποία δεν υπέχει ευθύνη (πτώση κεραυνού, καύτρες φωτιάς).
Ωστόσο, οι ισχυρισμοί της αυτοί δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα
Ακόμη, όμως, κι αν ήθελε υποτεθεί ότι υπήρχε και την ημέρα του ατυχήματος δεύτερη τραβέρσα, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης, αφού η ύπαρξη της δεύτερης τραβέρσας δεν θα αναιρούσε την ευθύνη της για την πτώση, τελικά, του ηλεκτροφόρου αγωγού, η οποία (πτώση) τεκμαίρεται κατ' άρθρο 925 ΑΚ ότι οφείλεται στην πλημμελή συντήρηση των τραβέρσών, ενώ δεν προέκυψε ανταποδεικτικώς ότι οφείλεται σε ανωτέρα βία ή ενέργεια τρίτου.
Σε κάθε περίπτωση, η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ όφειλε και μπορούσε, δια των προστηθέντων της, να έχει λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να στερεωθεί επαρκώς ο αγωγός πάνω στην ξύλινη κολώνα και έτσι να αποτραπεί η πτώση του και επομένως - και υπό την εκδοχή ότι υπήρχαν κατά την ημέρα του ατυχήματος δύο τραβέρσες-, διατηρείται, λόγω της, από αμέλεια της, παράλειψης λήψης των ανωτέρω μέτρων, η ευθύνη της, κατά τα άρθρα 914 και 922 ΑΚ.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης περί θραύσης της τραβέρσας από πτώση κεραυνού ή από καύτρες φωτιάς, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Ειδικότερα, από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι υπήρξε πτώση κεραυνού στην κολώνα την ημέρα του ατυχήματος, αφού δεν υπήρξαν αντίστοιχα καιρικά φαινόμενα, όχι μόνο την ημέρα εκείνη (βλ.
το από 21/6/2013 πιστοποιητικό της Ε.Μ.Υ), αλλά ούτε και τις προηγούμενες ημέρες. Ούτε, όμως, αποδείχθηκε ότι η θραύση της τραβέρσας οφείλεται σε καύτρες φωτιάς που επικάθισαν σ' αυτήν και άρχισαν να τη "σιγοκαίουν", όπως υποστηρίζει η πρώτη εναγομένη, αφού από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας προέκυψε ότι είχε υπάρξει την ίδια ημέρα (πριν το επίδικο ατύχημα) φωτιά πλησίον της κολώνας, αλλά ούτε και τις προηγούμενες ημέρες, δεδομένου, άλλωστε, ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαν δημιουργηθεί στην κολώνα ίχνη από τη φερόμενη φωτιά, πλην όμως, τέτοια ίχνη δεν διαπιστώθηκαν.
Εξάλλου και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι είναι δυνατόν να "σιγοκαίει" φωτιά στις τραβέρσες και ακολούθως, μετά από μία ή περισσότερες ημέρες, να κάψει τις τραβέρσες, χωρίς, στο μεταξύ, η φωτιά αυτή να έχει γίνει αντιληπτή, είτε από την οσμή, είτε με την εκδήλωση καπνού κλπ......
Σημειώνεται, επίσης, ότι η φωτιά που, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας Ε. Φ., εκδηλώθηκε στις 10:00 το πρωί της ίδιας ημέρας, δεν έχει σχέση με την επίδικη πυρκαγιά, όπως απρόσφορα επιχειρεί να συσχετίσει η πρώτη εναγόμενη, αφού η πρωινή αυτή φωτιά ήταν μικρής έκτασης και εκδηλώθηκε κατά μήκος της εθνικής περιφερειακής οδού ..., ήτοι σε σημείο διαμετρικά αντίθετο από τον τόπο του επίδικου συμβάντος....
Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη προβάλλει και ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) των παθόντων, Δ. και Ε. Φ., για την ηλεκτροπληξία που υπέστησαν. Την συνυπαιτιότητα αυτή θεμελιώνει: α) στο γεγονός ότι δεν ειδοποίησαν την Πυροσβεστική Υπηρεσία αλλά πλησίασαν στην περιοχή που είχε εκδηλωθεί ο καπνός για να διαπιστώσουν τι συμβαίνει και β) στο γεγονός ότι οι παθόντες υπέστησαν την ηλεκτροπληξία, όχι από το ηλεκτρικό τόξο που, όπως ισχυρίζονται, είχε δημιουργηθεί, αλλά επειδή ακούμπησαν τον ηλεκτροφόρο αγωγό, που είχε πλησιάσει στο έδαφος.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού της πρώτης εναγόμενης, η μη ειδοποίηση από τους παθόντες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και η προσπάθεια της Ε. Φ. να την περιορίσει, με ίδιες δυνάμεις καθώς και η απόφαση του Δ. Φ. να προστρέξει σε βοήθεια της θείας του δεν μπορεί να θεμελιώσει αμελή συμπεριφορά τους και συνακόλουθα συνυπαιτιότητά τους στο ατύχημα που συνέβη.
Τούτο διότι, με τον ίδιο τρόπο θα ενεργούσε κάθε μέσος συνετός άνθρωπος που θα βρισκόταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, δεδομένου ότι, αν γίνει αντιληπτή η φωτιά στην έναρξη της και είναι μικρής έκτασης, μπορεί να αντιμετωπισθεί από τους περίοικους ώστε να περιορισθεί, τουλάχιστον, η έκταση της. Έτσι και η Ε.
Φ. εύλογα θεώρησε ότι, εφόσον η φωτιά δεν είχε ακόμα λάβει μεγάλη έκταση θα μπορούσε να την περιορίσει, με τη συνδρομή μάλιστα και άλλων κατοίκων της περιοχής, (που προφανώς θα αντιλαμβάνονταν και εκείνοι την πυρκαγιά και θα προσέτρεχαν), προκειμένου να μην απειληθεί το αγροτεμάχιο της και συνακόλουθα η οικία της.
Όσον αφορά δε τον Δ. Φ. έπραξε ό,τι ακριβώς θα έπραττε κάθε πολίτης που θα έβλεπε ένα συνάνθρωπο του (και μάλιστα συγγενή του) να κινδυνεύει. Έτσι, προσέτρεξε σε βοήθεια της θείας του και προσπάθησε να την συνεφέρει και να την μετακινήσει, πιστεύοντας, εύλογα, ότι είχε λιποθυμήσει από τις αναθυμιάσεις. Όσον αφορά, εξάλλου, το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης δεν αποδείχθηκε ότι η ηλεκτροπληξία που υπέστησαν οι παθόντες οφείλεται στο ότι ακούμπησαν τον ηλεκτροφόρο αγωγό, ...
Εξάλλου, ακόμα κι αν οι παθόντες ακούμπησαν τον αγωγό και πάλι δεν μπορεί να τους αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα (αποκλειστική ή έστω συντρέχουσα). Και τούτο διότι, αφενός μεν εξαιτίας, κυρίως, των πυκνών καπνών, αλλά και του χρώματος (αλουμινίου) που είχε ο αγωγός, ήταν αδύνατον να τον αντιληφθούν και να τον εντοπίσουν ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων, αφετέρου δε, με κριτήριο την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, δεν μπορούσαν ούτε όφειλαν να προβλέψουν την προηγούμενη πτώση του ηλεκτροφόρου αγωγού και τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας που συνεπαγόταν το άγγιγμα του καλωδίου....Τέλος, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην κρινόμενη υπόθεση το αν η έναρξη της φωτιάς έλαβε χώρα στις 14.00, στις 14.30 ή στις 15.00, αφού η πυρκαγιά από την οποία επήλθαν τα προαναφερόμενα αποτελέσματα ήταν μια και μοναδική και ουδεμία σημασία έχει ο ακριβής χρόνος εκδήλωσή της.
Επομένως... αποκλειστικώς υπαίτια για τη ζημία που προκλήθηκε στους ενάγοντες είναι η πρώτη εναγομένη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τις ενστάσεις της ήδη αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας των ήδη αναιρεσιβλήτων και περί ύπαρξης ανωτέρας βίας, δεχόμενο την ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητας της πρώτης απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο αμφοτέρων των εφέσεων αυτής.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στις νομικές διατάξεις των άρθρων 330, 334, 914, 922, 925, 926 ΑΚ και μάλιστα κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας (αμέλειας), αιτώδους συνάφειας και ανώτερης βίας για το επίδικο ατύχημα.
Τούτο δε διότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 1936/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" και του ν. 551/1915 "περί εργατικών ατυχημάτων".
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, τόσο κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ (αντικειμενική ευθύνη) με βάση την αναφερόμενη πτώση του ξύλινου στύλου που εκμεταλλεύεται αυτή και συνιστά "πτώση άλλου έργου", όσο και με βάση τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις (922, 914 ΑΚ), ως προστήσασα τα άτομα εκείνα που είχαν αναλάβει την επίβλεψη και συντήρηση των ηλεκτροφόρων αγωγών.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών, διότι οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει σχετικές αιτιάσεις.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην πρόκλησή του ενδίκου ατυχήματος, δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει σχετικές αιτιάσεις. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσίουσας με τον ίδιο λόγο περί παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαραδέκτως προβάλλονται κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή δεν επικαλείται με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των δικογράφων των από 1-11-2016 και υπ' αριθ.
κατ. 4520 και 4521/2016 εφέσεων αυτής, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, από την τελευταία, ενώ δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
III. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ , υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Βέβαια καμμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια απ' αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ) που λήφθηκαν υπόψη.
Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κύριο και τον έβδομο πρόσθετο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ισχυρισμών της περί έλλειψης υπαιτιότητάς της και έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος (ηλεκτροπληξία των παθόντων), άλλως περί συνυπαιτιότητας των παθόντων, καθώς και περί ανώτερης βίας (πτώση κεραυνού και καύτρες φωτιάς).
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη: α) τις φωτογραφίες με αριθμούς σχετικών No 13 έως No 33, από τις οποίες και συγκεκριμένα τις με αριθ. σχετικών No 14, No 16, No 17, No 7, No 6, No 5, No 18, No 23, No 26, No 27 και No 33 αποδεικνύεται ότι οι δύο τραβέρσες είναι απανθρακωμένες-καμένες και β) την από 13-6-2013 ένορκη κατάθεση του Δ.
Φ. στους αξιωματικούς της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Με αυτό το περιεχόμενο οι πιο πάνω λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, γίνεται μνεία σ' αυτήν ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ως προς τις συνθήκες και τον τρόπο επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται :
α)....και δ) οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες (άρθρα 444 παρ.3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ)", έτσι ώστε ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με νόμιμη επίκλησή τους ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των εγγράφων, ανεξαρτήτως του αν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών.
Οι ίδιοι λόγοι, καθ' όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτοι, αφού αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
IV. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 981/2018, ΑΠ 174/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέσσερις πρώτους πρόσθετους λόγους της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των φωτογραφιών με αριθμούς σχετικών No 14, 16, 17, 7 6, 5, 18, 23, 26, 27 και 33, καθώς και του υπ' αριθ. ... /2015/ΕΥΤ/9-9-2015 εγγράφου (πιστοποιητικού δοκιμών) του Κέντρου Δοκιμών Ερευνών και Προτύπων (ΚΔΕΠ), που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, με το να δεχθεί την ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα αυτής (αναιρεσείουσας), απορρίπτοντας τις ενστάσεις της περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων και περί ύπαρξης ανωτέρας βίας.
Τούτο δε διότι με απλή παρατήρηση σ' αυτές (φωτογραφίες) δια γυμνού οφθαλμού προκύπτει ότι δεν υπήρχε η κατάσταση που περιγράφει η προσβαλλόμενη απόφαση (αποπνικτική ατμόσφαιρα από τους καπνούς και περιορισμένη ορατότητα), ενώ δεν υπήρχαν ποσότητες ξερών χόρτων στο χωράφι και επιπλέον πάνω στην κολώνα υπήρχαν δύο τραβέρσες που κάηκαν και όχι μια, ούτε ότι αυτή δήθεν έσπασε λόγω φθοράς και παλαιότητας.
Ειδικότερα, ως προς το πιο πάνω πιστοποιητικό δοκιμών η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με το να δεχθεί, όπως δεν έπρεπε, ότι αυτό δεν μπορεί να ανατρέψει την πιο πάνω παραδοχή της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτής, αφενός μεν επειδή συντάχθηκε πολύ μεταγενέστερα του συμβάντος και με βάση δοκιμές σε συνθήκες εργαστηρίου, αφετέρου δε επειδή ακόμη και στην περίπτωση που οι παθόντες "ακούμπησαν" τον αγωγό και πάλι δεν μπορεί να τους αποδοθεί υπαιτιότητα.
Πλην όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του, καθώς και ανεξαρτήτως της αντιφατικότητας του παρόντος λόγου καθόσον αφορά τις συγκεκριμένες φωτογραφίες με τον προηγούμενο λόγο περί μη λήψης υπόψη αυτών, με τις πιο πάνω παραδοχές δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτών (εγγράφων) κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή τους.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι ως άνω τέσσερις πρώτοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και τα παραπάνω έγγραφα, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.
V. Ο από το/αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος, όταν κατά νόμο τα αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ, και το δικαστήριο απλώς αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα. Επιπλέον, τα αποδεικτικά μέσα, κατά κανόνα και ενόψει του ως άνω συστήματος της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως στη δικαστική ομολογία του διαδίκου κατ' άρθρ. 352 παρ.1 ΚΠολΔ, όχι όμως και στην εξώδικη ομολογία αυτού που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρ. 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθώς και στα δημόσια έγγραφα κατ' άρθρ. 438 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά 6την ύπαρξη ή βτην ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ εξώδικη είναι η ομολογία του διαδίκου που γίνεται εκτός του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή.
Τόσο όμως η δικαστική όσο και η εξώδικη ομολογία πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη και να αναφέρεται στην παραδοχή από το διάδικο επιβλαβούς γι' αυτόν πραγματικού γεγονότος, δηλαδή γεγονότος με του οποίου την απόδειξη βαρύνεται ο αντίδικος του ομολογούντος (ΑΠ 441/2018, ΑΠ 265/2017, ΑΠ 1407/2014, ΑΠ 354/2001). Εξάλλου, για να προσλάβουν την κατά το νόμο αποδεικτική τους δύναμη τα δημόσια έγγραφα, πρέπει, εκτός των άλλων, να συντρέχει και η προϋπόθεση της ιδιότητας του συντάκτη αυτών ως δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού ή προσώπου που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία.
Τέτοια δε ιδιότητα δεν έχουν οι υπάλληλοι κοινωφελών οργανισμών, όπως η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, η οποία αποτελεί κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1468/1950, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν.δ. 3758/1957, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο στη συνέχεια με το π.δ. 333/2000 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ.Ε.Η.
Α.Ε." και της οποίας ήδη καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, δυνάμει των σχετικών διατάξεων του ν. 4001/2011 (ΑΠ 175/2019, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 282/1995). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα του υπ' αριθ. .../2015/ΕΥΤ/9-9-2015 εγγράφου (πιστοποιητικού δοκιμών) του Κέντρου Δοκιμών Ερευνών και Προτύπων (ΚΔΕΠ) της ΔΕΗ με το να δεχθεί κατά τα ως άνω ότι το ηλεκτρικό τόξο εκτεινόταν από 5 έως 20 εκατοστά από τον αγωγό και ήταν αόρατο στους παθόντες, ενώ από το δημόσιο αυτό έγγραφο αποδείχθηκε ότι δεν μπορεί να δημιουργηθεί ηλεκτρικό τόξο σε απόσταση μεγαλύτερη των 20 mm.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, ανεξάρτητα από το ότι το ως άνω συμπέρασμα αποτελεί μια γενικότερη επιστημονική εκτίμηση για το φαινόμενο του ηλεκτρικού τόξου από το συντάκτη του εν λόγω εγγράφου με βάση κάποιες δοκιμές, αυτό δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω και συνεπώς δεν έσφαλε το Εφετείο που δεν προσέδωσε σ' αυτό αυξημένη αποδεικτική δύναμη και το έκρινε ως ένα από τα αναφερόμενα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την επικαλούμενη εξώδικη ομολογία της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία στην από 4-4-2014 αίτησή της ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για τη χορήγηση σχετικής προσωρινής διαταγής αναφέρει ότι "το δικό μας χωράφι, επειδή είχε προσφάτως οργωθεί, δεν έπιασε αμέσως φωτιά...ξαφνικά στις 10.00 το πρωί περίπου...ξεκίνησε φωτιά...καταφέραμε να τη σβήσουμε μόνοι μας...".
Επίσης, ισχυρίζεται ότι από την εν λόγω δικαστική ομολογία της παραπάνω αναιρεσίβλητης αποδεικνύεται η αποκλειστική υπαιτιότητά της για την ενασχόλησή της δύο φορές την ίδια ημέρα με την κατάσβεση της πυρκαγιάς, αλλά και το γεγονός ότι και οι δύο (πρώτος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) πλησίασαν τον αγωγό χωρίς να λάβουν κανένα απολύτως μέτρο προφύλαξης, ενώ, αν ειδοποιούσαν την Πυροσβεστική Υπηρεσία, θα είχε κληθεί απ' αυτήν ο ΔΕΔΔΗΕ, που θα διέκοπτε το ρεύμα και θα γινόταν κατάσβεση της φωτιάς με απόλυτη ασφάλεια.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι τα ως άνω αναφερόμενα από την τρίτη των αναιρεσιβλήτων στην εν λόγω αίτησή της δεν συνιστούν ομολογία αυτής και μάλιστα δικαστική, δηλαδή παραδοχή επιβλαβών γι' αυτήν πραγματικών γεγονότων για υπαιτιότητα της ίδιας και συνεπώς δεν έσφαλε το Εφετείο που δεν προσέδωσε στο εν λόγω έγγραφο αυξημένη αποδεικτική δύναμη και το έκρινε ως ένα από τα αναφερόμενα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης.
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 927/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες και λοιπά αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα με τις προτάσεις της.
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα με τον όγδοο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην ως άνω απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και την από 13-6-2013 ένορκη κατάθεση του Δ. Φ. (πρώτου των αναιρεσιβλήτων) στους αξιωματικούς της Πυροσβεστικής Υπηρεσία. Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν αποτελούν "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη όσα εξέθεσε στους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, καθώς και τους ισχυρισμούς της που προέβαλε με τις προτάσεις της στο Εφετείο. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τρίτος) κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς (πράγματα) που προτάθηκαν από την ίδια και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο.
VII. Οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών.
Επομένως, δεν ιδρύονται οι ίδιες αυτές πλημμέλειες επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Τέτοιας δε φύσης είναι και οι κανόνες εκείνοι που ρυθμίζουν τον τρόπο καν τις προϋποθέσεις χρήσης από τους διαδίκους των αποδεικτικών μέσων ενώπιον του δικαστηρίου (ΑΠ 617/2019, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 1485/2018, ΑΠ 608/2008).
Εξάλλου, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το προσβαλλόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1970/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 Ια του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός.
Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ως τέτοια δε νοούνται τα υποστατά μεν, πλην ελαττωματικά και γι* αυτό άκυρα.
Επομένως, λαμβάνονται υπόψη γενικώς κάθε είδους έγγραφα, όπως αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, μη θεωρημένα από τη Δ.Ο.Υ.. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, ούτε τα ανυπόστατα ή ανύπαρκτα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθορισμένη διαδικασία ή η εξώδικη ομολογία που ανακλήθηκε ως μη ανταποκρινόμενη προς την αλήθεια (ΑΠ 20/2017, ΑΠ 242/2017, ΑΠ 361/2016, ΑΠ 1402/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο κύριο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε εν μέρει το αίτημα (κονδύλιο) της αγωγής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων περί αποζημίωσής του λόγω απώλειας των αναφερόμενων αγροτικών-γεωργικών εισοδημάτων, λαμβάνοντας υπόψη τις αναφερόμενες δύο βεβαιώσεις του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φιλιατρών, οι οποίες όμως ήσαν δικονομικώς απαράδεκτες, άλλως άκυρες, άλλως ανυπόστατες και θα έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως προς το αίτημα αυτό ως απαραδέκτως ασκηθείσα, υπέπεσε δε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αφού παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έλαβε υπόψη την με αριθμό πρωτοκόλλου 1/6-5-2013 βεβαίωση του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φιλιατρών και την άνευ ημερομηνίας βεβαίωση του ίδιου Συνεταιρισμού, οι οποίες δεν αποδεικνύουν τίποτε και είναι άκυρες, άλλως ανυπόστατες, επειδή η μεν πρώτη δεν έφερε ούτε ημερομηνία, ούτε αριθμό πρωτοκόλλου, η δε δεύτερη υπογράφεται μόνο από τον Πρόεδρο του Συνεταιρισμού και όχι και από το Γενικό Γραμματέα αυτού, άλλως από τον αρμόδιο υπάλληλο αυτού.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, ούτε σε τι συνίσταται η παραβίαση. Επιπλέον, οι ως άνω προβαλλόμενες αιτιάσεις ως προς τη λήψη υπόψη από το Εφετείο των δύο βεβαιώσεων του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φιλιατρών είναι σαφές ότι αναφέρονται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, από τις οποίες όμως δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος.
Επιπλέον δε τούτων οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαραδέκτως προβάλλονται κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή δεν επικαλείται με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 1-11-2016 και υπ' αριθ.
κατ. 4520/2016 έφεσης αυτής, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, από την τελευταία, ενώ δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος και εάν ακόμη ήθελε εκτιμηθεί ως λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή ως λόγος από τον αριθ. 111α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Τούτο δε διότι τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, ούτε προβάλλεται ισχυρισμός περί μη γνησιότητας αυτών, είναι επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου και ως εκ τούτου νόμιμα λήφθηκαν υπόψη ως τέτοια από το Εφετείο, όπως ρητά και ειδικά γι' αυτά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 10° φύλλο, πρώτη σελίδα αυτής).
VIII. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή τη βάση αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου. Εξάλλου, οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, μόνον όταν είναι υποχρεωτικές για το Δικαστήριο ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία.
Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως αναφέρεται στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1701/2018, ΑΠ 780/2018, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 20/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Ο ανωτέρω από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 782/2017, ΑΠ 409/2016, ΑΠ 1506/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν διέταξε ιατρική πραγματογνωμοσύνη, την οποία είχε ζητήσει αυτή ως προς τα αναφερόμενα ζητήματα και ότι έτσι άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτησή της.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πέμπτος) κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν μπορεί να θεμελιώσει αυτόν (λόγο), ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ρητά απέρριψε τα ως άνω αιτήματα και ως προς τους δύο παθόντες (αναιρεσίβλητους), κρίνοντας ανελέγκτως ότι είχε σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς τη σωματική και ψυχική κατάσταση της υγείας αυτών.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις της ιατρικής επιστήμης. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο (πέμπτο) λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' του ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε το αίτημα αυτής για επίδειξη των αναφερομένων ιατρικών εγγράφων.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πέμπτος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε ρητά το εν λόγω αίτημα (βλ. 27° και 28° φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης).
IX. Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντος υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτό εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΔΠ 1289/2019, ΑΠ 966/2019, ΑΠ 1596/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου κώδικα: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του ζημιωθέντος από μια παράνομη (από δόλο ή αμέλεια) ενέργεια άλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ απαραίτητα στοιχεία της βάσεως αυτής είναι, εκτός από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, η ζημία και το ύψος της, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 209/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), για το κονδύλιο (κεφάλαιο) της από 17-11-2014 αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης ύψους 3.350,23 ευρώ, που αφορά σε αποζημίωσή της για αγορά φαρμάκων διαλαμβάνονται σ' αυτήν αναλυτικά "Γ.
Αγορά αναγκαίων ιατροφαρμακευτικών σκευασμάτων. Για την αγορά αναγκαίων φαρμακευτικών σκευασμάτων κατόπιν συνταγογραφήσεων και συστάσεων των θεραπόντων ιατρών μου για την αντιμετώπιση των συνεπειών του βαρύτατου και ανήκεστου τραυματισμού μου και των εφ όρου ζωής επιπτώσεων στην υγεία μου, όπως αναλγητικών, επουλωτικών, καταπραϋντικών κλπ σκευασμάτων, φαρμάκων και αλοιφών, παραφαρμάκων πρέπει να χρησιμοποιώ επί μονίμου βάσεως κατόπιν συστάσεως των θεραπόντων ιατρών μου κυρίως τα κάτωθι κατ' ελάχιστον:
Kelosoft cream της Dekaz, Frezykeld cream της Frezyderm, Kelogel της Version και Anti-Scar cream της Version. Τα προαναφερόμενα ιατροφαρμακευτικά σκευάσματα είναι απολύτως αναγκαία για τη διαδικασία ανάπλασης του δέρματος, μειώνοντας την πιθανότητα δημιουργίας υπερτροφικών ουλών και χηλοειδών, ενισχύουν την αναγέννηση δερματικών κυττάρων, αναδομούν τους κατεστραμμένους ιστούς της επιδερμίδας, προσφέρουν ισχυρή ενυδάτωση και παρέχουν αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη προστασία.
Στόχος είναι η κατά το δυνατόν μερική αποκατάσταση του δέρματος, αφού δεν πρόκειται να αποκατασταθεί ποτέ πλήρως αλλά μόνο κατ' ελάχιστον. Για την αγορά των ανωτέρω αναγκαίων φαρμακευτικών παρασκευασμάτων έχω καταβάλει από τον Μάιο του έτους 2013 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2014 τα εξής ποσά στα κατωτέρω φαρμακεία...(αναφέρονται αναλυτικά οι ημερομηνίες, το ποσό και το φαρμακείο...
Ήτοι συνολικά μέχρι σήμερα έχω καταβάλει για αγορά φαρμάκων, παραφαρμάκων, αναλγητικών, επουλωτικών κλπ συνεπεία του τραυματισμού μου εξαιτίας του επίδικου συμβάντος το ποσό των 3.550,23 ευρώ...". Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο αυτής περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη.
Ειδικότερα, αυτή κρίνεται πλήρως ορισμένη ως προς το κεφάλαιο της προκληθείσας ζημίας και της απαιτουμένης προς αποκατάστασή της δαπάνης, διαλαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα αναφορικά με την ως άνω προϋπόθεση της κατ' άρθρ. 914 ΑΚ αποζημιωτικής αγωγής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και αναλυτική περιγραφή τόσο του είδους και της έκτασης της προκληθείσας ζημίας, κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) διακρίσεις με τον απαιτούμενο ακριβή προσδιορισμό των σχετικών δαπανών, χωρίς να χρειάζεται η αναλυτική αναφορά του δαπανηθέντος ποσού για κάθε συγκεκριμένο φάρμακο και παρασκεύασμα, αφού τούτο δεν επάγεται αδυναμία άμυνας της αναιρεσείουσας ούτε καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του είδους και ποσού κάθε σχετικής δαπάνης.
Επιπλέον, ως προς το κεφάλαιο αυτό της αγωγής της αναφέρεται η κατά τα ως άνω απαιτουμένη για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων προϋπόθεση της ύπαρξης πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή κατά το σχετικό της κεφάλαιο, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με αποτέλεσμα να είναι αβάσιμος ο σχετικός έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Χ. Από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μια δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Σε κάθε περίπτωση όμως επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό^ ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 1Θ/2017, Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1414/2019, ΑΠ 1170/2019).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του" προκύπτει ότι σκοπός αυτής είναι η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί.
Το ποσό του επιδικαζομένου ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσες αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή παραμόρφωσες του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης χρηματικής ικανοποίησες, λόγω ηθικής βλάβης.
Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης χρηματικής παροχής από το άρθρο 931 ΑΚ αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Σε κάθε περίπτωση όμως επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω για τη χρηματικής ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρ. 932 ΑΚ (ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1051/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Ο ενάγων (στην από 11-11-2014 αγωγή Δ. Φ.), ηλικίας 50 ετών όταν έγινε το ατύχημα (γεννήθηκε την 17/8/1963), διακομίσθηκε, αρχικά, στο Κέντρο Υγείας Φιλιατρών, έπειτα στο Γενικό Νοσοκομείο Κυπαρισσίας, σε κρίσιμη κατάσταση, φέροντας πολλαπλά εγκαύματα 2ου και 3ου βαθμού σώματος, με απανθράκωση άνω άκρων, θώρακα, κοιλίας, πλάτης και άκρων ποδών, ενώ μετά τη χορήγηση των πρώτων βοηθειών διακομίσθηκε, αυθημερόν (16/5/2013), στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ".
Κατά την εισαγωγή του στο τελευταίο αυτό νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε επείγουσες σχάσεις (χειρουργικές τομές) των νεκρωμένων περιοχών (σημείων εισόδου και εξόδου του ρεύματος), στο πλαίσιο προσπάθειας διάσωσης των άκρων του και παρέμεινε νοσηλευόμενος στη Μονάδα Αναζωογόνησης, για την έγκαιρη αντιμετώπιση του εγκατεστημένου εγκαυματικού σοκ και για διατήρηση της ζωής του, λόγω των εκτεταμένων βλαβών συνεπεία της μετατροπής της ηλεκτρικής ενέργειας σε θερμότητα εντός του σώματος του (έκταση εγκαυμάτων στο 40% της συνολικής επιφάνειας του σώματος του).
Την επόμενη ημέρα (17/5/2013), ο ενάγων μεταφέρθηκε στην εξειδικευμένη Μονάδα Εγκαυμάτων του ίδιου νοσοκομείου, όπου και υποβλήθηκε στον πρώτο ευρύ χειρουργικό καθαρισμό των εγκαυμάτων του και πλήρη αφαίρεση των εννέα νεκρωμένων δάχτυλων των κάτω άκρων του, ενώ στις 22/5/2013 υποβλήθηκε σε δεύτερο χειρουργικό καθαρισμό των νεκρωμένων ιστών των άνω άκρων.
Στις 31/5/2013, υποβλήθηκε σε αναγκαστικό ακρωτηριασμό των άνω άκρων, δεξιά πάνω από τον αγκώνα και αριστερά κατά τη μεσότητα του αντιβραχίου, λόγω προχωρημένης νέκρωσης. Στις 24/7/2013, ο ενάγων υποβλήθηκε σε τέταρτη χειρουργική επέμβαση, επανόρθωσης και κάλυψης δερματικών ελλειμμάτων θώρακος και κοιλίας, με δερματικά μοσχεύματα μερικού πάχους.
Κατά τη νοσηλεία του, ο ασθενής υποβαλλόταν σε τακτικούς και επίπονους χειρουργικούς καθαρισμούς..., λάμβανε θεραπεία για τα προβλήματα απότοκα της εγκαυματικής νόσου του (νεφροπάθεια, διαταραχές κυκλοφορίας κλπ), αλλά και της μετατραυματικής συναισθηματικής διαταραχής που παρουσίασε με ανάγκη ψυχιατρικής αγωγής και ψυχολογικής θεραπείας εντός νοσοκομείου.
Στις 5/8/2013 ο ασθενής έλαβε εξιτήριο έχοντας πλήρη αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, λόγω του ακρωτηριασμού των άνω άκρων του, καθώς και ανάγκη συνεχούς ιατροφαρμακευτικής επίβλεψης από ομάδα ιατρών (οφθαλμίατρο, φυσίατρο, καρδιολόγο, νεφρολόγο, ωτορινολαρυγγολόγο, πλαστικό χειρουργό, ψυχίατρο, δερματολόγο, ψυχολόγο, νευρολόγο, φυσιοθεραπευτή κλπ), λόγω των λοιπών συστηματικών βλαβών από τη διέλευση ρεύματος υψηλής τάσης από το σώμα του....Εξ αιτίας των μετατραυματικών αισθητηριακών διαταραχών, ο ασθενής μετέβη την 1-10-2013 στο Γ.Ν.
Αθηνών "Ιπποκράτειο" και υποβλήθηκε σε ωτορινολαρυγγολογική εξέταση και ακοολογικό έλεγχο, όπου διαπιστώθηκε, "νευροαισθητήριος βαρηκοΐα, μετρίου βαθμού αριστερά και μικτού τύπου δεξιά" και συστήθηκε τακτική επανεκτίμηση (βλ. σχετική γνωμάτευση, με ημερομηνία 22/10/2013 και αποτελέσματα ακοολογικού ελέγχου, με ημερομηνία 01/10/2013).
Λόγω της μετατραυματικής συναισθηματικής του διαταραχής, ο ασθενής μετέβη, στις 22/10/2013, στο εξωτερικό ιατρείο του Γ.Ν.Ν.Θ. Αθηνών "Η Σωτηρία", όπου και τέθηκε η διάγνωση της μείζονος καταθλιπτικής συνδρομής με καταθλιπτικό ιδεασμό, απόσυρση, απώλεια χαράς και διαταραχών ύπνου, λόγω του τραυματισμού του και συστήθηκε τροποποίηση της ψυχιατρικής φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε από το Νοσοκομείο ΚΑΤ και τακτική υποστηρικτική ψυχοθεραπεία.
Στις 26/10/2013, ο Δ. Φ., εξετάστηκε από τον ειδικό Πλαστικό Χειρουργό, Θ. Β., ο οποίος διαπίστωσε πολλαπλές δύσμορφες δυσπλαστικές, εγκαυματικές και μετατραυματικές ουλές, οι οποίες συνολικά αφορούν το 50% της ολικής επιφάνειας του σώματος του. Στις 16/12/2013, υποβλήθηκε σε χειρουργική αφαίρεση μετατραυματικού καταρράκτη στον αριστερό του οφθαλμό, στο Γ.Ν.Α "Γ.
Γεννηματάς"....Με τη διάγνωση "ακρωτηριασμός ΔΕ άνω άκρου στη μεσότητα του ΔΕ βραχίονος, ακρωτηριασμός μεσότητας ΑΡ αντιβραχίου, ακρωτηριασμός όλων των δακτύλων ΑΡ άκρου ποδός και ακρωτηριασμός τεσσάρων δακτύλων ΔΕ άκρου ποδός, δύσμορφες ουλές πρόσθιας και οπίσθιας επιφάνειας κορμού, μετρίου βαθμού, νευροαισθητήριος βαρηκοΐα άμφω, μικτή διαταραχή άγχους, κατάθλιψης, χειρουργηθείς καταρράκτης ΑΡ", ο ενάγων κρίθηκε ότι είναι ανάπηρος εφ' όρου ζωής σε ποσοστό 90% (βλ.
την από 8/4/2014 Γνωστοποίηση Αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ), ενώ με την με αριθμό .../2015 απόφαση κρίθηκε ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 100% (βλ. την από 22/5/2017 βεβαίωση του Ε.Φ.ΚΑ.). Εξαιτίας της, ως άνω, μόνιμης και ολικής του αναπηρίας, ο ενάγων έχει καταστεί πλήρως ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η δυσλειτουργία και η δυσμορφία σε αμφότερα τα άνω και κάτω άκρα του ενάγοντος, έστω και αν βελτιωθούν με τις προαναφερθείσες προσθήκες μυοηλεκτρικών προθέσεων και επεμβάσεις επιμήκυνσης δακτύλων και τοποθέτησης δακτύλων σιλικόνης, δεν πρόκειται, να εξαλειφθούν πλήρως και συνιστούν μόνιμη και διαρκή αναπηρία του ενάγοντος, η οποία και επηρεάζει δυσμενώς το μέλλον του και συγκεκριμένα τόσο την προσωπική και κοινωνική εξέλιξη του, αφού δημιουργεί σε αυτόν αισθήματα μειονεξίας στις συναναστροφές του, όσο και την επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, αφού περιορίζει σημαντικά το εύρος των καθηκόντων στα οποία δύναται να ανταποκριθεί, είτε δραστηριοποιούμενος στον τομέα της αγροτικής παραγωγής, είτε απασχολούμενος σε οποιοδήποτε άλλο επαγγελματικό κλάδο.
Για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων δικαιούται ως ιδιαίτερη αποζημίωση (άρθρο 931 ΑΚ), αφού ληφθεί υπόψη το είδος και οι συνέπειες της αναπηρίας του και της παραμόρφωσης του, η ηλικία του και συνεκτιμηθεί η έλλειψη οιασδήποτε υπαιτιότητας του για τον τραυματισμό του..., το εύλογο ποσό των 100.000,00 ευρώ. Σημειώνεται ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ δεν απαιτείται η βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθώς και ότι δεν απαιτείται η σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία του παθόντος, η οποία άλλωστε σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορεί να προσδιοριστεί....
Έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα το ποσό των 80.000 ευρώ γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος έφεσης της πρώτης εναγόμενης και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος έφεσης του Δ. Φ.. Ο ενάγων, επιπλέον, υπέστη και ηθική βλάβη εξαιτίας του ατυχήματος και δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της έκτασης των σωματικών του βλαβών, το είδος και τη διάρκεια της θεραπείας του, τη μόνιμη αναπηρία του, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης για την πρόκληση του ατυχήματος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και, κατ' εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και μάλιστα στο βαθμό που δεν παραβιάζεται η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, το εύλογο ποσό των 200.000,00 ευρώ.
Έσφαλε, συνεπώς η εκκαλουμένη η οποία επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 120.000 ευρώ, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της έφεσης της πρώτης εναγόμενης". Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας όσον αφορά στη δεύτερη αναιρεσίβλητη δέχθηκε ότι "η Ε. Φ. (ενάγουσα στην από 17-11-2014 αγωγή), ηλικίας 52 ετών κατά τον χρόνο του συμβάντος, μεταφέρθηκε μετά το ατύχημα στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας, στο οποίο της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και από εκεί, αυθημερόν, στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί ηλεκτρικά εγκαύματα με πύλη εισόδου το τριχωτό της κεφαλής του κάτω χείλους και της αριστερής υπερκλείδιας τραχηλικής και ραχιαίας χώρας και με πύλες εξόδου διάχυτες από τα κάτω άκρα.
Αμέσως, διασωληνώθηκε και μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του παραπάνω νοσοκομείου, όπου και παρέμεινε μέχρι τις 26/5/2013. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη μονάδα εγκαυμάτων του ίδιου νοσοκομείου, όπου υποβλήθηκε σε καθαρισμούς των εγκαυματικών περιοχών και συστηματική κινησιοθεραπεία. Στις 16-6-2013 υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό και κάλυψη των ελλειμμάτων του κάτω χείλους και των περιοχών της αριστερής υπερκλείδιας τραχηλικής και ραχιαίας χώρας, με δερματικά μοσχεύματα μερικού πάχους, ενώ στις 2/7/2013, έγινε τοποθέτηση σκληρού κολάρου με φύλλο σιλικόνης και στις 5/7/2013, εξήλθε του νοσοκομείου με οδηγίες για παρακολούθηση της στα εξωτερικά ιατρεία....
Στις 14/12/2013 εισήχθη και πάλι στο ΚΑΤ όπου, στις 16/12/2013, επαναχειρουργήθηκε, λόγω ρικνωτικών ουλών, που δυσχέραναν την κινητικότητα της κεφαλής, Έγινε λήψη δέρματος για δερματικό αυτομόσχευμα ιστικής καλλιέργειας, ενώ διαπιστώθηκε συνύπαρξη μετεγκαυματικής ψυχωσικής συνδρομής. Εξήλθε του νοσοκομείου στις 27/12/2013....Τους επόμενους μήνες εμφάνισε καταρράκτη μετατραυματικής αιτιολογίας, απότοκο της ηλεκτροπληξίας και στη συνέχεια, στις 24/4/2014 και στις 17/6/2014, υποβλήθηκε, στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας, σε εγχειρήσεις στον αριστερό και δεξιό οφθαλμό, αντίστοιχα....
Η ίδια παρουσιάζει, ως αποτέλεσμα επίσης της ηλεκτροπληξίας, αιμωδίες στα άνω και κάτω άκρα, ιδίως αριστερά με αίσθημα αστάθειας και χωλότητα βάδισης, ενώ δεν μπορεί να ασκήσει εργασίες που απαιτούν παρατεταμένη κόπωση, βάδιση και ορθοστασία.... Επίσης, ένεκα του ατυχήματος, παρουσιάζει "νευροαισθητήριο βαρηκοΐα άμφω, με εμβοές και δυσχέρεια ακοής, συνοδευόμενη από αιθουσαία διαταραχή, με κρίσεις ιλίγγου" και για το λόγο αυτό έχει τεθεί υπό φαρμακευτική αγωγή και της έχει συσταθεί η χρήση ακουστικού βαρηκοΐας....Ακόμα η ενάγουσα πάσχει, συνεπεία του επεισοδίου ηλεκτροπληξίας που υπέστη, από "μετατραυματική συναισθηματική διαταραχή, με καταθλιπτική συνδρομή και οργανικό ψυχοσύνδρομο, με απομόνωση, ιδέες ανιάτου, γνωστική δυσπραγία και διαταραχές μνήμης", για τα ψυχιατρικά δε αυτά προβλήματα ευρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή....
Το ποσοστό της αναπηρίας της ενάγουσας κρίθηκε, βάσει της με αριθμό .../11.06.2014 Γνωστοποίησης Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αρχικά, ότι ανέρχεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), από τις 17/09/2013 έως τις 30/09/2015. Κατά της ως άνω γνωστοποίησης, η ενάγουσα άσκησε προσφυγή και στη συνέχεια, βάσει της με αριθμό .../17.10.2014 Γνωστοποίησης Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, κρίθηκε ότι το ποσοστό της αναπηρίας της ανέρχεται σε εβδομήντα τοις εκατό (70%), από 17/09/2013 έως 30/09/2015, με τη διάγνωση "ηλεκτρικά και κατόπιν θερμικά εγκαύματα 16/5/2013 προσώπου κεφαλής και άνω ημιμορίου κορμού με δυσκινησία κεφαλής και άνω αριστερού άκρου", ενώ επίσης κρίθηκε ότι ποσοστό 20% οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση.
Στη συνέχεια, βάσει της με αριθμό .../22.12.2015 Γνωστοποίησης Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, κρίθηκε ότι το ποσοστό αναπηρίας της ενάγουσας ανέρχεται σε εξήντα επτά τοις εκατό (67%), από 01/10/2015, έως 31/10/2017. Μάλιστα, ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) κρίθηκε ότι οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η δυσμορφία και η δυσλειτουργία, ιδίως στο κεφάλι και στο πρόσωπο της ενάγουσας, έστω και αν βελτιωθούν με την ιατρική διαδικασία που αναφέρεται παραπάνω, δεν πρόκειται να εξαλειφθούν πλήρως και συνιστούν μόνιμη και διαρκή αναπηρία και παραμόρφωσή της. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει δυσμενώς το μέλλον της ενάγουσας και συγκεκριμένα την προσωπική και κοινωνική εξέλιξή της, αφού της δημιουργεί αισθήματα μειονεξίας στις συναναστροφές της.
Για τους λόγους αυτούς, η ενάγουσα δικαιούται ως ιδιαίτερη αποζημίωση (άρθρο 931 ΑΚ), αφού ληφθεί υπόψη το είδος και οι συνέπειες της αναπηρίας της και της παραμόρφωσης της, η ηλικία της και η έλλειψη υπαιτιότητας της για τον τραυματισμό της, το εύλογο ποσό των 30.000,00 ευρώ. Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, γι' αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος έφεσης της πρώτης εναγόμενης και να γίνει δεκτός ο ένατος λόγος έφεσης της ενάγουσας.
Τέλος, η ενάγουσα υπέστη και ηθική βλάβη, αφού εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού της, ταλαιπωρήθηκε σωματικά και ψυχικά, υποβλήθηκε σε επίπονες χειρουργικές επεμβάσεις, υπέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα από σωματικούς πόνους, το πρόσωπο της έχει υποστεί παραμόρφωση, αντιμετωπίζει ακόμα προβλήματα υγείας, όπως αυτά ανωτέρω αναφέρθηκαν, ενώ υποφέρει από μελαγχολία και κατάθλιψη.
Δικαιούται, συνεπώς, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, αφού ληφθεί υπόψη το είδος και η έκταση των σωματικών της βλαβών, το είδος και η διάρκεια της θεραπείας της, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, οι συνθήκες του ατυχήματος και η αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης για την πρόκληση του και κατ3 εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και μάλιστα στο βαθμό που δεν παραβιάζεται η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, πρέπει να προσδιοριστεί στο ύψος των 100.000 ευρώ.
Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό των 40.000 ευρώ...." . Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε 200.000 και 100.000 ευρώ αντίστοιχα για τους ως άνω ενάγοντες και τα ποσά της πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής σε 100.000 και 30.000 ευρώ αντίστοιχα, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν (και μάλιστα καταφανώς) τα συνήθως επιδικαζομένα σε παρόμοιες περιπτώσεις και ως εκ τούτου δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 931 του ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός έβδομος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στους κατά τα ως άνω λόγους αναίρεσης (κύριους και πρόσθετους), περί παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 68, 106, 108 ΚΠολΔ, 1 του ν. 551/1915, 5 παρ.1 του 1396/1983, 20 παρ. 1 και άλλων του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, απαραδέκτως προβάλλονται κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή δεν επικαλείται με το αναιρετήριο και τους πρόσθετους λόγους, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου των από 1-11-2016 και υπ' αριθ.
κατ. 4520 και 4521/2016 εφέσεων αυτής, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, από την τελευταία, ενώ δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-11-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 31-10- 2018 πρόσθετους λόγους αυτής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.)".
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ