Legislator Case Law & Legislation
1371/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence consideration in civil proceedings.

Case Number 1371/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Athens' decision rejecting their lawsuit. The appellants argued the lower court failed to consider specific documents proving their lack of knowledge about a joint account and the existence of funds. The court ruled that the appellate judgment clearly demonstrated these documents were reviewed and weighed alongside other evidence, making the omission of specific mention legally irrelevant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The omission of specific mention of evidence considered by the appellate court does not constitute a ground for cassation if the judgment clearly indicates such evidence was taken into account.

Keywords

AI generated
cassation appeal evidence consideration appellate judgment Code of Civil Procedure admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1371 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1371/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσείοντων: 1) Α. Π. του Β., 2) Ε. συζύγου Α. Π., κατοίκων …Δράμας, διαμενόντων στην Γερμανία οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αντωνόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Οικονομοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6364/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2297/2016 μη οριστική και 1476/2018 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/12/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 111/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 1476/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως προς την αναιρεσίβλητη. Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επαναλαμβάνεται, αφού ορίσθηκε νέα δικάσιμος, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, με την υπ'αριθ.111/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιήθηκε με κλήση για τη συζήτηση στους αντίκλητους δικηγόρους των διαδίκων, κατ' άρθρο 307 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τα από …2022 και …2022 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών των δικαστηρίων Σ..Β. και Κ./νου Δ.. Οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο της 27-1-2020, όσο και κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρo 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με τον χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.

Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ` αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του.

Εξάλλου, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς τον δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτήν, όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν.

δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "Η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην διά της επ` αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία".

Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ` αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της.

Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή, - θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί-, εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 448 παρ. 2 του ίδιου κώδικα πλήρη απόδειξη, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ` αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε μηχανική καταχώριση.

Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ` αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.

Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, διατηρείται άθικτη η εναντίον της Τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι η Τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σ` αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ` αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης.

Συνακόλουθα, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά πάντοτε αθέτηση σύμβασης από μέρους της Τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή γίνεται σε βάρος της Τράπεζας από τον τρίτο και όχι από την Τράπεζα σε βάρος του καταθέτη (ΑΠ 1601/2022, ΑΠ 71/2022, ΑΠ 908/2021).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α' και β' του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί.

Η λειτουργία ωστόσο της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από τη βούληση του καταθέτη.

Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο.

Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων.

Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης-τράπεζα για τον εαυτό του.

Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000).

Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ' επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 529/2015).

Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων (ΑΠ 255/2022, ΑΠ 1128/2017).

Σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τον συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών προς εκείνη των άρθρων 330, 335 και 340 ΑΚ συνάγεται, ότι αν η εξ αδικήματος απαίτηση για αποζημίωση έχει το αυτό αντικείμενο (παροχή) με συρρέουσα απαίτηση εκ συμβάσεως, απόκειται μεν στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές επιφέρει την απόσβεση και της άλλης, ανεξάρτητα ποια εκ των δύο απαιτήσεων εισάγεται και εκκρεμεί επί δικαστηρίου.

Εκ τούτων και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 481, 482, 483, 822, 827, 830, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται επιπλέον: α) ότι, εάν με αδίκημα, το οποίο διέπραξε τραπεζικός υπάλληλος, (μόνος ή με συμμετοχή άλλων), εκταμιευθούν από την τράπεζα χρήματα επ' ονόματι καταθέτη κατόπιν παραπλανήσεώς του από τον τραπεζικό υπάλληλο και με χρέωση του λογαριασμού του καταθέτη, ενέχονται έναντι του τελευταίου εις ολόκληρον, τόσον η Τράπεζα (ως προστήσασα τον υπάλληλό της), όσο και καθένας των συμμέτοχων του αδικήματος, για καταβολή αποζημίωσης ίσης με το εκταμιευθέν ποσό, κατά το οποίο απομειώθηκε η κατάθεσή του, β) ότι, επιπλέον, η Τράπεζα ενέχεται έναντι του καταθέτη πελάτη της και από τη μεταξύ τους σύμβαση (ανώμαλης) παρακαταθήκης για απόδοση του ιδίου χρηματικού ποσού, γ) ότι, εάν η απαίτηση του καταθέτη για καταβολή των χρημάτων που δικαιούται ικανοποιηθεί ολικώς ή μερικώς είτε από την τράπεζα, είτε από τους δράστες του εις βάρος του αδικήματος (συνοφειλέτες της εξ αδικήματος παροχής) ,αποσβήνεται αντίστοιχο μέρος, τόσο της απαίτησής του έναντι όλων των εις ολόκληρον εξ αδικήματος συνοφειλετών, όσο και της απαίτησής του από τη σύμβαση έναντι της θεματοφύλακα Τράπεζας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.

και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ'υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 93/2019, ΑΠ 368/2011, ΑΠ 355/2013).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1445/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 830 παρ.1, 914, 922 ΑΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι δεν υπήρχε νόμιμη κατάθεση του αρχικού ποσού των 123.760 ευρώ, αφού αυτό αναγράφεται μεν στο βιβλιάριο των αναιρεσειόντων, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα re καταρτιζόμενη σύμβαση καταθέσεως χρημάτων, η κατάθεση των 100.000 ευρώ αποδεικνύεται μεν ότι έγινε, αλλά το ποσό αυτό βρίσκεται κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό του πρώτου αναιρεσείοντος με τον διευθυντή της αναιρεσίβλητης, ενώ η κατάθεση 82.000 ευρώ δεν αποδεικνύεται.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες διατηρούσαν στο κατάστημα της εναγομένης Τράπεζας στις … τους εξής τραπεζικούς λογαριασμούς : 1) τον ... λογαριασμό προθεσμίας σε μάρκα Γερμανίας με δικαιούχο τον πρώτο ενάγοντα, 2) τον ...

λογαριασμό ταμιευτηρίου σε μάρκα Γερμανίας, 3) τον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τους ενάγοντες, 4) τον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τους ενάγοντες που ανοίχθηκε στις 6-7-2000, 5) τον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τον πρώτο ενάγοντα και τον Ι. Ι. που ήταν διευθυντής του ως άνω καταστήματος της εναγομένης από τον Οκτώβριο του 1998 έως τον Δεκέμβριο του 2008 και συνδεόταν με τον πρώτο ενάγοντα με στενή γνωριμία από την παιδική τους ηλικία.

Χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης φιλίας και συνεργασίας που τους συνέδεε είναι ότι σε θέματα επενδύσεων και χρηματιστηριακών συναλλαγών οι ενάγοντες είχαν αναθέσει στον Ι. Ι. την διαχείριση των λογαρισμών τους και την επένδυση χρηματικών ποσών με αγορά μετοχών και γενικά χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όσον αφορά τον ... κοινό λογαριασμό τους στις 29-8-2003 ήταν κατατεθειμένο σ'αυτόν το ποσό των 123.765,71 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζουν πως και πότε έγινε η κατάθεση αυτή και από πού προερχόταν το ποσό αυτό και να προσκομίζουν κάποιο παραστατικό έγγραφο νόμιμης κατάθεσης, παρά μόνο επικαλούνται το τραπεζικό βιβλιάριο που τους χορηγήθηκε από την εναγομένη, όπου στη στήλη καταθέσεις αναφέρεται το ως άνω ποσό.

Δεν προκύπτει αλλά ούτε και οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι προέβησαν σε κατάθεση του ποσού αυτού στο ταμείο της Τράπεζας. Όπως προκύπτει από τα επίσημα αντίγραφα κινήσεως του λογαριασμού αυτού μέσα σε διάστημα ολίγων ημερών έλαβαν χώρα δύο αναλήψεις : στις 9-9-2003 ανάληψη ποσού 42.681,63 ευρώ και στις 15-9-2003 ανάληψη ποσού 81.000 ευρώ.

Μετά την ημερομηνία αυτή δεν προκύπτει καμία άλλη κατάθεση στον λογαριασμό και το υπόλοιπό του είναι 138,3 ευρώ. Κατόπιν εσωτερικού ελέγχου στην εναγομένη όταν εντοπίστηκαν ανυπόγραφα παραστατικά, στις 31-7-2006 ο πρώτος ενάγων, εκπροσωπώντας και την δεύτερη ενάγουσα, ενέκρινε όλες τις ανωτέρω κινήσεις του λογαριασμού αυτού και των άλλων δύο λογαριασμών του και ταυτόχρονα δήλωσε στην από 31-7-2006 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη επιστολή του προς την Τράπεζα τα εξής: "Ο Π.

Α. και Μ. Ε. συνδικαιούχοι των λογαριασμών καταθέσεων ταμιευτηρίου ευρώ με αριθμ. .... 1. Ενημερωθήκαμε για όλες τις κινήσεις (αναλήψεις-καταθέσεις) που έγιναν στους λογαριασμούς μας από το άνοιγμά τους μέχρι σήμερα 31-7-2006. 2.Δηλώνω ότι συμφωνώ με τα σημερινά υπόλοιπα ευρώ 137,77, 26,39 και 787,80, όπως εμφανίζεται στη μηχανογραφική εφαρμογή καταθέσεων του συστήματος, εκτύπωση της οποίας μου επιδείχθηκε και δεν έχω καμία απαίτηση πέρα από το σημερινό υπόλοιπο από την Τράπεζα Αττικής". ..

Περί τις αρχές του 2009 οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι ο Ι. είχε καταχρασθεί χρήματα πελατών της εναγομένης. Τότε ο πρώτος ενάγων ήλθε στην Ελλάδα και υπέβαλε αίτημα προς την εναγομένη με το οποίο ζήτησε να ενημερωθεί σχετικά με την κατάσταση των δύο προθεσμιακών καταθέσεών του με δικαιούχο τον ίδιο, κεφαλαίου 82.000 και 195.000 ευρώ αντίστοιχα και ζήτησε να αποζημιωθεί για τη ζημία που υπέστη από τον πρώην διευθυντή του καταστήματος....

Στα πλαίσια του διενεργηθέντος εσωτερικού ελέγχου η εναγομένη Τράπεζα αποζημίωσε όσους πελάτες της από τους λογαριασμούς των οποίων είχαν αφαιρεθεί χρηματικά ποσά από τον Ι.Ι. εν αγνοία τους, εφόσον τεκμηριωνόταν ότι τα ποσά αυτά είχαν προηγουμένως κατατεθεί νομίμως από τους πελάτες στους επίμαχους λογαριασμούς.

Ερευνήθηκαν όλοι οι λογαριασμοί των εναγόντων και από τον διενεργηθέντα έλεγχο προέκυψαν τα εξής : στις 29-8-2003, ενώ υπήρχε υπόλοιπο το ποσό των 5,71 ευρώ έλαβε χώρα κατάθεση ποσού 123.760 ευρώ, χωρίς υπογραφή στο παραστατικό, στη θέση "ο καταθέτης". Το ποσό της καταθέσεως αυτής προήλθε από αναλήψεις που διενεργήθηκαν από λογαριασμούς καταθέσεων που τηρούσαν στο κατάστημα οι καταθέτες Α.

Σ. και Χ. Μ.. Ως προς τις αναλήψεις που επακολούθησαν των 42.681,63 και 81.000 ευρώ αντίστοιχα, έγιναν και οι δύο με πλαστά παραστατικά.... Οι ενάγοντες προς απόδειξη του ισχυρισμού περί υπάρξεως αρχικής καταθέσεως 123.760 ευρώ στηρίζονται στη σχετική εγγραφή στο τραπεζικό τους βιβλιάριο και ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζουν περί της κατοχής του ποσού αυτού εκ μέρους τους κατ'εκείνο το χρονικό διάστημα, αλλά ούτε και του τρόπου με τον οποίο αυτό βρέθηκε στον λογαριασμό τους (μετρητά, έμβασμα, μεταφορά από άλλη τράπεζα, επιταγή).

Και ναι μεν το βιβλιάριο της Τράπεζας αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο έναντι του οποίου όμως χωρεί ανταπόδειξη, από την οποία προέκυψε ότι δεν έλαβε χώρα κατάθεση του εν λόγω ποσού με κάποιο νόμιμο τρόπο. Ανεξαρτήτως δηλαδή της νομιμότητας ή μη των δύο αναλήψεων που έλαβαν χώρα μετά δεν προκύπτει νόμιμη κατάθεση του ποσού των 123.760 ευρώ από τους ενάγοντες....

Ως προς το ποσό των 100.000 ευρώ αποδείχθηκε ότι είναι πράγματι κατατεθειμένο στον ... κοινό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντα με τον Ι. και όχι στον ... κοινό λογαριασμό των εναγόντων όπως αυτοί ισχυρίζονται. Το ποσό αυτό των 100.000 ευρώ που αποδείχθηκε ότι πράγματι κατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό με τον Ι. με τραπεζική επιταγή της ΕΤΕ …σε διαταγή Α..Π., αυτός δεν δύναται να διεκδικήσει από την εναγομένη, δεδομένου ότι η ανάληψή του έγινε από τον έτερο συνδικαιούχο του και άρα έχει αξίωση μόνο ως προς αυτόν.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι προέβησαν στην κατάρτιση δύο προθεσμιακών λογαριασμών μέσω του Ι. :1) την 29-5-2007 για ποσό 195.000 ευρώ από το μεγαλύτερο που είχαν κατατεθειμένο (123.760+100.000=223.760) λήξεως 29-5-2009 και συνολικό ποσό κατά τη λήξη του με τους τόκους 220.350 ευρώ και 2) την 21-12-2007 κατέθεσαν δια χειρός Ι. 82.000 ευρώ και κατάρτισαν νέα προθεσμιακή κατάθεση, συνολικού ποσού κατά τη λήξη με τους τόκους 87.433,64 ευρώ....

Για τις ως άνω προθεσμιακές καταθέσεις οι ενάγοντες έλαβαν από τον Ι. τα …2007 και …2007 παραστατικά-τίτλους-αποδεικτικά καταθέσεως των παραπάνω κλειστών λογαριασμών. Όμως στις 29-5-2007 ο κοινός λογαριασμός των εναγόντων είχε υπόλοιπο 138,3 ευρώ, αφού το ποσό των 123.760 ευρώ που παράνομα είχε πιστωθεί στον λογαριασμό αυτό από τον Ι.

είχε ήδη αναληφθεί από τον ίδιο με δύο διαδοχικές αναλήψεις, γεγονός το οποίο άλλωστε είχαν αναγνωρίσει οι ενάγοντες από την 31-7-2006 τουλάχιστον. Σύμφωνα με τον διενεργηθέντα το 2009 εσωτερικό έλεγχο ο αριθμός …είχε δοθεί από το σύστημα σε προθεσμιακή κατάθεση άλλου πελάτη άλλου καταστήματος της εναγομένης και ο αριθμός …ήταν ανύπαρκτος.

Επί των παραστατικών αυτών υπήρχαν υπογραφές του Ι. και της προϊσταμένης καταθέσεων Α..Κ., ήταν πλαστά αφού είχαν τυπωθεί σε επιστολόχαρτο εξωτερικής αλληλογραφίας της Τράπεζας και όχι στο ειδικό προαριθμημένο έντυπο που χρησιμοποιείται για τις προθεσμιακές καταθέσεις, εξάλλου η υπογραφή της Κ. είχε τεθεί από τον Ι., όπως ο ίδιος ομολόγησε στα πλαίσια του διενεργηθέντος ελέγχου.

Κατά συνέπειαν, δεν στοιχειοθετείται νόμιμη σύσταση προθεσμιακής καταθέσεως, η οποία ως παραδοτική σύμβαση προϋποθέτει παράδοση του αντίστοιχου χρηματικού ποσού αφού οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η κατοχή των χρηματικών ποσών που επικαλούνται πλην της επιταγής για το ποσό των 100.000 ευρώ.

Ως προς την επικαλούμενη από τους ενάγοντες κατάθεση των 82.000 ευρώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας αυτής δεν προέκυψε ότι έλαβε πράγματι χώρα τέτοια κατάθεση κατά κάποιο νόμιμο τρόπο. Ακόμη και οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν είναι βέβαιοι ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε η κατάθεση του ποσού αυτού.

Στην από 27-5-2009 εξώδικη δήλωση του πρώτου ενάγοντος αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό είναι μέρος του ποσού των 100.000 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η τραπεζική επιταγή και κατατέθηκε την 21-12-2007 σε νέα προθεσμιακή κατάθεση κατ'εντολή του. Στην αγωγή αναφέρεται ότι το ποσό αυτό κατατέθηκε δια χειρός του Ι. στον ...

κοινό λογαριασμό των εναγόντων. Σύμφωνα δε με την τελευταία προβαλλόμενη από τους ενάγοντες εκδοχή, την οποία υποστήριξε ο εξετασθείς ως μάρτυρας υιός τους, το ποσό των 82.000 ευρώ προήλθε από πώληση μετοχών του πρώτου ενάγοντος στο Χρηματιστήριο και κατατέθηκε στον ως άνω λογαριασμό. Όμως κανένα παραστατικό αποδεικτικό της καταθέσεως στον τελευταίο λογαριασμό δεν προσκομίζεται, ούτε έγγραφο που να αποδεικνύει την αξία των μετοχών που πωλήθηκαν.

Στις 29-5-2007 οι ενάγοντες αφενός γνώριζαν ότι ο ένας λογαριασμός είχε τα ποσά που έχουν αποδεχθεί σύμφωνα με την ως άνω από 2006 επιστολή τους προς την εναγομένη, κατόπιν των δύο αναλήψεων που έλαβαν χώρα, αφετέρου ότι το ποσό των 100.000 ευρώ ήταν κατατεθειμένο στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο πρώτος ενάγων με τον Ι.......

Ο διενεργηθείς έλεγχος (14-4-2009) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από το ηλεκτρονικό αρχείο των προθεσμιακών καταθέσεων του καταστήματος δεν προκύπτει ότι έχει ανοίξει προθεσμιακή κατάθεση με δικαιούχο τον Α..Π. για την περίοδο από 1-1-2002 έως σήμερα, τις ημερομηνίες που φέρεται ότι εκδόθηκαν οι προθεσμιακές καταθέσεις που έχει στην κατοχή του ο Α..Π.ς δεν έχουν διενεργηθεί ισόποσες αναλήψεις από λογαριασμούς του, ούτε βρέθηκαν ή προσκομίσθηκαν απ'αυτόν άλλες προθεσμιακές καταθέσεις του που έληγαν τις ημερομηνίες αυτές, ο Ι.

πλαστογραφώντας την υπογραφή της προϊσταμένης καταθέσεων Α..Κ. κατασκεύασε και στη συνέχεια παρέδωσε στον Α..Π. πλαστούς τίτλους προθεσμιακών καταθέσεων, για να αποκαταστήσει τα ανοίγματα που είχε δημιουργήσει εξαιτίας κακών επενδυτικών επιλογών σε μετοχικούς τίτλους, για λογαριασμό του τελευταίου στα πλαίσια της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του ιδιωτικά....

Από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι δεν υπάρχει νόμιμη κατάθεση του αρχικού ποσού των 123.760 ευρώ, αφού αυτό αναγράφεται μεν στο βιβλιάριο των εναγόντων, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα re καταρτιζόμενη σύμβαση καταθέσεως χρημάτων, η κατάθεση των 100.000 ευρώ αποδεικνύεται μεν ότι έγινε αλλά το ποσό αυτό βρίσκεται κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος με τον Ι., ενώ η κατάθεση 82.000 ευρώ δεν αποδεικνύεται.

Για τους λόγους αυτούς η αξίωση των εναγόντων για απόδοση των ως άνω ποσών με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς την αδικοπρακτική της βάση, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη εκ μέρους των εναγόντων νόμιμης καταθέσεως και νόμιμων προθεσμιακών λογαριασμών που προηγείται της παράνομης ιδιοποιήσεως των ποσών αυτών από τον Ι.

ως προστηθέντος της εναγομένης, ώστε να στοιχειοθετείται η παράνομη πράξη και ευθύνη της εναγομένης Τράπεζας ως προστήσασας αυτόν προς αποζημίωση των εναγόντων". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, δεν υπήρχε νόμιμη κατάθεση εκ μέρους των αναιρεσειόντων του αρχικού ποσού των 123.760 ευρώ, αφού δεν είχε λάβει χώρα re καταρτιζόμενη σύμβαση καταθέσεως χρημάτων και η αναιρεσίβλητη δεν έγινε κυρία του ως άνω χρηματικού ποσού και δεν οφείλει να το αποδώσει στους αναιρεσείοντες, η κατάθεση του ποσού των 100.000 ευρώ είχε γίνει στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο πρώτος αναιρεσείων με τον τότε διευθυντή του καταστήματος της αναιρεσίβλητης Ι., ο οποίος ανέλαβε ολόκληρο το ποσό, ο δε πρώτος αναιρεσείων που δεν ανέλαβε χρήματα από τον κοινό λογαριασμό έχει απαίτηση μόνον έναντι του αναλαβόντος Ι.

και όχι έναντι της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ενώ για το ποσό των 82.000 ευρώ δεν συστάθηκε νόμιμη προθεσμιακή κατάθεση. Ειδικότερα, το ποσό των 123.760 ευρώ, με το οποίο είχε πιστωθεί ο λογαριασμός των αναιρεσειόντων, δεν προήλθε από δικά τους χρήματα, αλλά προήλθε από παράνομες αναλήψεις που διενήργησε ο Ι. από λογαριασμούς καταθέσεων που τηρούσαν στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης άλλοι καταθέτες.

Συνεπώς, η αξίωση των αναιρεσειόντων για απόδοση των ως άνω ποσών με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν, όπως αβάσιμη κατ'ουσίαν είναι και η αξίωσή τους η στηριζομένη στην αδικοπραξία, αφού δεν υπήρξαν νόμιμες καταθέσεις χρημάτων ούτε νόμιμες προθεσμιακές καταθέσεις των αναιρεσειόντων που προηγούνται της παράνομης ιδιοποιήσεως των ποσών αυτών από τον Ι., προστηθέντα της αναιρεσίβλητης, έτσι ώστε δεν στοιχειοθετείται ευθύνη της τελευταίας, ως προστήσασας αυτόν, προς αποζημίωση των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου , στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 968/2018).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς που πρότειναν ότι ουδέποτε κλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη το καλοκαίρι του 2006 να αναγνωρίσουν το υπόλοιπο οποιουδήποτε λογαριασμού, καθόσον, αν είχε υπάρξει τέτοια πρόσκληση, είναι βέβαιο ότι θα τους αποστελλόταν έγγραφη και ότι η από 31-7-2006 επιστολή εγκρίσεως των κινήσεων των λογαριασμών τους προς την αναιρεσίβλητη ουδέποτε υπεγράφη από αυτούς, σε κάθε δε περίπτωση, αν υποτεθεί ότι έχει υπογραφεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα, η υπογραφή του τέθηκε κατά παραπλάνησή του από τον τότε διευθυντή της αναιρεσίβλητης Ι.

Ι.. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που πρότειναν ότι στους λογαριασμούς τους, που διατηρούσαν στην αναιρεσίβλητη, είχαν καταθέσει τα ποσά των 123.765,71, 100.000 και 82.000 ευρώ αντίστοιχα.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι το ποσό των 123.760 ευρώ, με το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασμός των αναιρεσειόντων, είχε προέλθει από παράνομες αναλήψεις που διενήργησε ο Ι.

από λογαριασμούς καταθέσεων άλλων καταθετών, το ποσό των 100.000 ευρώ ήταν κατατεθειμένο στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο πρώτος αναιρεσείων με τον Ι. και για το ποσό των 82.000 ευρώ δεν συστάθηκε νόμιμη προθεσμιακή κατάθεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 697/2022, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 754/2020, ΑΠ 280/2019).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση και ειδικότερα : 1) το …ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Δράμας Μαρίνας Κετσετζή, από το οποίο προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού τους ότι ουδόλως γνώριζαν την ύπαρξη του ...

λογαριασμού με δήθεν συνδικαιούχο τον Ι.Ι., τον οποίο ο ίδιος κατασκεύασε χωρίς τη συναίνεσή τους, 2) τις από 4-8-2006, 19-8-2004, 29-7-2005, και 16-8-2005 κινήσεις του ... κοινού λογαριασμού των αναιρεσειόντων, από τις οποίες προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού τους ότι κατά τις ως άνω ημερομηνίες υπήρχαν στον λογαριασμό τους τα αναμενόμενα γι'αυτούς χρηματικά ποσά.

Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια και τα έγγραφα που προσκόμισε η εφεσίβλητη κατόπιν της 2297/2016 μη οριστικής αποφάσεως", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 1476/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ