Legislator Case Law & Legislation
697/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on counterclaim set-off, ruling evidence was properly considered by lower court.

Case Number 697/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting a counterclaim for unjust enrichment. The appellant argued the lower court ignored specific documents proving the defendant's debt, but the court found the appellate court had correctly evaluated all submitted evidence, including prior trial documents. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 440 and 441 of the Civil Code; The court must evaluate all evidence presented by the parties, including documents from previous proceedings between the same parties, without granting them enhanced probative force, and may consider all relevant items collectively for the substantive judgment.

Keywords

AI generated
unjust enrichment set-off defense appeal admissibility evidence evaluation legal costs Civil Code probative force

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 440 and 441 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 697 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 697/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καυκόπουλο, που ανακάλεσε την από 25/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. χήρας Π. Α., κατοίκου ...ς, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φαλαγγαράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 30/1/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 85/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 134/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 52/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/12/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 2-12-2019 (αριθμ. καταθ. 60/19-12-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 52/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία, μετά από αναίρεση της προεκδοθείσας με αριθμό 134/2014 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την 85/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την από 20-7-2010 έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 60/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 14-6-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο, ότι, ''Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες'', το δε δεύτερο ότι, ''συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν''. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του, απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου, με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ, ΑΠ 486/2016). Η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζομένων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 953/2019, ΑΠ 84/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. του 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 330/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο. ..... "Η εναγομένη παραδεκτά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρότεινε την ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής της, ποσού 34.519.948 δραχμών, ισόποσο με 101.305,79 ευρώ.

Η εν λόγω ένσταση με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το ποσό των 72.184,89 ευρώ και εν τέλει συμψηφίστηκε έναντι της αποδοτέας από την εναγομένη στην ενάγουσα ωφέλειας, ποσού 65.597,42 ευρώ, ανταπαίτηση ποσού 45.115,56 ευρώ, αντιστοιχούσα στο ποσοστό της ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο και στο ποσοστό της ίδιας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του συζύγου της, ήτοι στα 2/8 εξ αδιαιρέτου του ποσού, που αντιστοιχεί στη μετοχική συμμετοχή του θανόντος συζύγου της και πλέον η αποδοτέα στην ενάγουσα ωφέλεια περιορίστηκε στο ποσό των 20.481,86 ευρώ (65.597,42 ευρώ - 45.115,56 ευρώ).

Με την 134/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, επικυρώθηκε αμετάκλητα πλέον, η εν μέρει παραδοχή της προταθείσας από την εναγομένη ένστασης συμψηφισμού, που επέφερε απόσβεση της απαίτησης της ενάγουσας κατά το άνω ποσό των 45.115,56 ευρώ. Η εκκαλούσα εναγομένη με τον πέμπτο λόγο και με αιτιάσεις του έβδομου λόγου της έφεσής της παραπονείται ότι, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού και ως προς τα υπόλοιπα επιμέρους ποσά, των 12.359.321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών, καθόσον από μαρτυρικές καταθέσεις και ιδίως από το από 1-9-1998 σημείωμα που δεν αμφισβήτησε η ενάγουσα ότι γράφτηκε ιδιοχείρως από το σύζυγό της Π.

Α., αποδεικνύεται η ανταπαίτησή της, κατά τα ως άνω ποσά. Κατά το επιλυθέν με την υπ' αριθμ. 85/2018 αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα που δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, το οποίο ως δικαστήριο της παραπομπής, σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει τη λύση που δόθηκε με την αναιρετική απόφαση, το από 1-9-1998 σημείωμα, που φέρει τη μη αμφισβητηθείσα από την ενάγουσα ιδιόχειρη γραφή του συζύγου της, αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίστηκε ως γνήσιο και η ενάγουσα, φέρει το αντικειμενικό βάρος απόδειξης της αναλήθειας του περιεχομένου της δήλωσης του συζύγου της περί απολήψεως από το ταμείο της εναγομένης και των ποσών των 12.359.321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών.

Πράγματι δε αποδεινύεται ότι, το από 1-9-1998 σημείωμα έχει γραφτεί εξ ολοκλήρου από το σύζυγο της ενάγουσας, Π. Α., ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του, ως λογιστής στην εναγομένη. Η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε ότι το εν λόγω ανυπόγραφο σημείωμα γράφτηκε εξ ολοκλήρου από το σύζυγό της και ως εκ τούτου δεν φέρει ανταποδεικτικό βάρος ως προς τη μη προέλευση του εγγράφου από το σύζυγό της, μάλιστα δε και ο προταθείς από τη ενάγουσα μάρτυρας Δ.

Τ., που εξετάστηκε κατά τη συζήτηση προηγούμενης αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων και η κατάθεσή του περιέχεται στα υπ' αριθμ. 76/2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, επιβεβαίωσε ρητά ότι το από 1-9-1998 σημείωμα έχει γραφτεί από τον Π. Α., τούτο δε μετά λόγου γνώσεως, αφού ο ως άνω μάρτυρας τυγχάνει συγγενής της ενάγουσας (επ' αδελφή γαμβρός) και συνεπώς γνώριζε το γραφικό χαρακτήρα του Π.

Α.. Το από 1-9-1998 σημείωμα, ως ιδιωτικό έγγραφο μαρτυρίας, όμως, δεν αποδεικνύει, ως βασίμως υποστηρίζει η ενάγουσα, την απόληψη από το σύζυγό της Π. Α., για λογαριασμό αυτού και της ιδίας των προτεινόμενων προς συμψηφισμό ποσών των 12.359.321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών και τούτο για τους εξής λόγους: Το εν λόγω ανυπόγραφο έγγραφο αποτελεί πρόχειρη αποτύπωση της λογιστικής κατάστασης του ταμείου της εναγομένης, εμπεριέχον χρηματικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις, συντάχθηκε στις αρχές του έτους 1998, ασθενούντος ήδη του μέχρι τότε λογιστή της εναγομένης, Π.

Α., που μάλιστα αποβίωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα, προκειμένου ο νέος λογιστής της εναγομένης Γ. Μ., να αποκτήσει εικόνα του ταμείου της (βλ. σχ. την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατάθεση του Γ. Μ. του Δ., ως και την υπ' αριθμ. 11031/19-2-2019 ένορκη βεβαίωση του ιδίου ενώπιον της συμβολαιογράφου ...ς, Μαγδαληνής Ζαμπούκη).

Στην αριστερή στήλη των εγγραφών του εν λόγω σημειώματος καταγράφονται τα υπάρχοντα στο ταμείο χρήματα, καθώς και οι χρηματικές απαιτήσεις της εταιρίας, μεταξύ των οποίων σημειώνεται και αυτή που βαρύνει τον Π. Α. εκ δραχμών 9.834.000 (ανταπαίτηση της εναγομένης, που ήδη συμψηφίστηκε με την αποδοτέα στην ενάγουσα ωφέλεια, κατά τη σχετική ήδη αμετάκλητη κρίση της υπ' αριθμ. 134/2014 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου), που συμποσούνται στο συνολικό ποσό των 71.246.575 δραχμών.

Στη δεξιά στήλη των εγγραφών του από 1-9-1998 σημειώματος καταγράφονται οι χρηματικές υποχρεώσεις της εναγομένης προς τρίτους και μετόχους, μεταξύ των οποίων και ο Ν. Τ. που εμφαίνεται να διατηρεί απαίτηση έναντι της εναγομένης ποσού 36.235.689 δραχμών, αλλά και ο Π. Α.ς που εμφαίνεται να διατηρεί απαίτηση έναντι της εναγομένης ποσού 12.539.321 δραχμών, υπάρχει δε μια εγγραφή οφειλής μετρητών, ποσού 88.000 δραχμών, χωρίς, όμως, να διευκρινίζεται ποιον αφορά, συναθροίζονται δε όλες οι υποχρεώσεις της εναγομένης στο συνολικό ποσό των 71.246.575 δραχμών, ώστε κατ' αποτέλεσμα απαιτήσεις και υποχρεώσεις της εναγομένης να φαίνονται ισοσκελισμένες.

Ακριβώς δε αυτός ο αναγραφόμενος, κάτωθι εκάστης στήλης (αριστεράς και δεξιάς), από τον έχοντα το χρόνο εκείνο την ιδιότητα του λογιστή της εναγομένης Π. Α., ισοσκελισμός ενεργητικού και παθητικού της εναγομένης, καταδηλώνει πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι στο εν λόγω σημείωμα απεικονίστηκε λογαριασμός χρεώσεων και πιστώσεων της εναγομένης και δεν αποτυπώθηκαν μόνο οι χρηματικές απαιτήσεις της εναγομένης από μετόχους και τρίτους, αλλά και οι προς αυτούς υποχρεώσεις της.

Η ενάγουσα εξαρχής υποστηρίζει ότι το εν λόγω σημείωμα, που γράφτηκε από το σύζυγό της περιέχει χρεώσεις και πιστώσεις και όχι απολήψεις του συζύγου της από το ταμείο της εναγομένης, μάλιστα δε τούτο κατέθεσε και ο προταθείς από την ενάγουσα μάρτυρας Δ. Τ. (βλ. σχ. την περιεχόμενη στα υπ' αριθμ. 76/2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς κατάθεση του ως άνω μάρτυρος).

Ο ισχυρισμός της εναγομένης που επιχειρείται από αυτήν να επιρρωθεί και από τις σχετικές αναφορές του εξετασθέντος με επιμέλειά της, μάρτυρος Γ. Μ. του Δ., ότι οι εγγραφές και στη δεξιά στήλη του σημειώματος αφορούν απαιτήσεις της εναγομένης από οφειλές μετόχων και τρίτων, δεν ευσταθεί, καθόσον, κατά την κοινή λογιστική πείρα και λογική και τα συναλλακτικά ήθη, δεν είθισται στους λογαριασμούς να γίνεται διαχωρισμός των απαιτήσεων και διαφορετική συνάθροισή της, αλλά αυτές εγγράφονται στο αριστερό μέρος τους και εκεί συμποσούνται, μάλιστα δε εν προκειμένω, ο περιεχόμενος στο από 1-9-1998 σημείωμα λογαριασμός αποτυπώθηκε από το σύζυγο της ενάγουσας, που διέθετε λογιστικές γνώσεις και ως εκ τούτου συντάχθηκε κατά την πάγια λογιστική πρακτική.

Άλλωστε, ο ως άνω μάρτυρας Γ. Μ., καίτοι ασχολήθηκε με τη λογιστική παρακολούθηση της εναγομένης, αμέσως μετά την ασθένεια του συζύγου της ενάγουσας, ενώ καταθέτει ότι και η εγγραφή στη δεξιά στήλη του ιδιόχειρου σημειώματος του ποσού των 12.539.321 δραχμών δίπλα στο όνομα του Π. Α. αποτελεί οφειλή του προς την εναγομένη από χρήματα που έλαβε από το ταμείο της, δεν αιτιολογεί την αιτία των λοιπών εγγραφών της ίδιας στήλης, δεδομένου ότι σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, με αντίστοιχες εγγραφές φέρονται να οφείλουν στην εναγομένη διάφορα ποσά η ...

Τράπεζα, η Τράπεζα ... ,η ... Τράπεζα και η Τράπεζα ..., ακόμη δε φέρονται να οφείλουν στην εναγομένη ποσά διάφοροι τρίτοι, χωρίς να τους κατονομάζει ως οφειλέτες της ενάγουσας. Για ένα δε εξ αυτών, τον Π. Α., για τον οποίο υπάρχει εγγραφή στη δεξιά στήλη του από 1-9-1998 σημειώματος, ποσού 13.971.543 δραχμών, καταθέτει ο ως άνω μάρτυρας, ότι είναι προμηθευτής της εναγομένης και όχι πελάτης της, συνεπώς πιστωτής της, προς τον οποίο η εναγομένη οφείλει το άνω ποσό και ως εκ τούτου παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη, αποδεικνύεται ότι οι εγγραφές της δεξιάς στήλης του σημειώματος αναφέρονται σε οφειλές της εναγομένης και όχι σε απαιτήσεις της.

Ακόμη, τα δύο επιμέρους ποσά των 12.359.321 και 88.000 δραχμών αβασίμως υποστηρίζει η εναγομένη ότι περιλαμβάνονται ως οφειλές του ζεύγους Α. στην από 5-11-1999 εκτίμηση οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, καθώς οι αναφερόμενες εκεί απολήψεις του ζεύγους Α., ως ανταπαιτήσεις της εναγομένης, ήδη συνυπολογίστηκαν στην συμψηφιστέα ανταπαίτησή της, δεκτής εν μέρει γενομένης, αμετακλήτως πλέον, της ένστασης συμψηφισμού των ποσών αυτών.

Από το ίδιο δε έγγραφο, ήτοι την από 5-11-1999 εκτίμηση οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, προκύπτει ότι η αναφερόμενη στην αριστερή στήλη του από 1-9-1998 ιδιόχειρου σημειώματος βαρύνουσα το ζεύγος Α. εκ δραχμών 9.834.000 απαίτηση της εναγομένης (ανταπαίτηση που ήδη συμψηφίστηκε αμετακλήτως) έχει καταγραφεί και συνυπολογιστεί ως στοιχείο του ενεργητικού της, ενώ τα ποσά των 12.359.321 και 88.000 δραχμών, επειδή ακριβώς δεν αντιπροσωπεύουν απαίτηση της εναγομένης, δεν καταγράφηκαν, ως στοιχεία του ενεργητικού της.

Να σημειωθεί δε, ότι πέραν των ποσών των 12.359.321 και 88.000 δραχμών, για τα άλλα επιμέρους προς συμψηφισμό ποσά των 88.000 δραχμών και 88.000 δραχμών, δεν υπάρχουν εγγραφές στο εν λόγω ιδιόχειρο σημείωμα, ούτε άλλωστε και η εναγομένη υποστηρίζει ότι τα ως άνω ποσά αποτελούν οφειλές του ενάγοντος και του συζύγου της προς αυτήν, μάλιστα δε στους σχετικούς λόγους της έφεσης της δεν περιέχονται αιτιάσεις για το μη συνυπολογισμό τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στη συμψηφιστέα ανταπαίτησή της, αλλά ούτε και κατά την επαναφορά, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, της απορριφθείσας εν μέρει πρωτοδίκως ένστασης συμψηφισμού, ζητεί το συμψηφισμό με την απαίτηση της ενάγουσας και των εν λόγω επιμέρους ποσών.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε κατά τα ως άνω, εν μέρει την ένσταση συμψηφισμού που πρότεινε η εναγομένη, δεν έσφαλε κατά την αποδεικτική εκτίμηση και όσα αντιθέτως υποστηρίζει η εναγομένη με τον πέμπτο λόγο και τις αιτιάσεις του εβδόμου λόγου της έφεσής της πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα''.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο με το να απορρίψει την προβληθείσα από την ίδια ένσταση συμψηφισμού ως προς τα κονδύλια των ποσών, 12.359.321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών, στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, καθώς από τις παραδοχές του, δεν στοιχειοθετείται αναμφίβολο πόρισμα, περί της λήψης ή μη λήψης από την ενάγουσα και το σύζυγό της Π.

Α. των άνω ποσών από το ταμείο της και συνακόλουθα περί της αβασιμότητας της ένστασής της, περί συμψηφισμού των κονδυλίων αυτών και ειδικότερα δεν διέλαβε παραδοχές αν τα ποσά αυτά αναλήφθηκαν από τον Π. Α. ή την ενάγουσα σύζυγό του από το ταμείο της κατά το χρόνο σύνταξης του σημειώματος (1-9-1998), ούτε και κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα από 1-9-1998 μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής και της προβολής της ένστασής της περί συμψηφισμού και των ποσών αυτών.

Ωστόσο, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης συμψηφισμού (ΑΚ 440), κατά τα επιμέρους ποσά των 12.359.321 δραχμών, 88.000 δραχμών, 88.000 δραχμών και 88.000 δραχμών, για τα οποία αναιρέθηκε η προεκδοθείσα απόφαση, ερευνώντας αυτά ως δικαστήριο της παραπομπής, στα πλαίσια των πέμπτου και έβδομου λόγων της έφεσης.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, περιοριζόμενο στην έρευνα της ένστασης συμψηφισμού, ως προς τα κονδύλια των ποσών, 12.359.321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, φέρονταν ως απολήψεις του συζύγου της ενάγουσας στο από 1-9-1998 ιδιόχειρο σημείωμα του συζύγου της (ενάγουσας), δέχθηκε ότι τα δύο πρώτα κονδύλια των 12.359.321 δραχμών και 88.000 δραχμών, για τα οποία υφίστανται εγγραφές στη δεξιά στήλη του άνω ιδιόγραφου σημειώματος, δεν αποτελούν απολήψεις από το ταμείο της εναγομένης, δεχόμενο έτσι σαφώς, ότι δεν αναλήφθηκαν τα ποσά αυτά από τον Π.

Α. ή την ενάγουσα σύζυγό του από το ταμείο της εναγομένης, παραδοχή την οποία αιτιολογεί αναφέροντας ότι, το εν λόγω ανυπόγραφο έγγραφο αποτελεί πρόχειρη αποτύπωση της λογιστικής κατάστασης του ταμείου της εναγομένης, σε δύο στήλες, ενεργητικό - παθητικό και ότι οι εγγραφές στη δεξιά στήλη του σημειώματος, όπου καταχωρείται το παθητικό της εναγομένης, αφορούν οφειλές αυτής προς τρίτους, μεταξύ των οποίων ο σύζυγος της ενάγουσας Π.

Α.ς και όχι απολήψεις του τελευταίου από το ταμείο της εναγομένης, δεχόμενη σχετικό ανταποδεικτικό ισχυρισμό της ενάγουσας, η οποία, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ''εξαρχής υποστήριξε ότι το εν λόγω σημείωμα, που πράγματι γράφτηκε από το σύζυγό της περιέχει χρεώσεις και πιστώσεις και όχι απολήψεις του συζύγου της από το ταμείο της εναγομένης, ισχυρισμούς για τους οποίους κατέθεσε και ο προταθείς από αυτή μάρτυρας, Δ.

Τ.''. Όσον δε αφορά τα λοιπά ποσά των 88.000 και 88.000 δραχμών, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι ουδεμία υφίσταται εγγραφή στο άνω σημείωμα. Έτσι, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν σαφές το αποδεικτικό του πόρισμα περί της μη απόληψης από την ενάγουσα και το σύζυγό της και των ανωτέρω ποσών και της απόρριψης της ένστασης συμψηφισμού, την οποία και ερεύνησε ως δικαστήριο της παραπομπής, εκτιμώντας το περιεχόμενο του από 1-9-1998 σημειώματος, για την οποία αναιρέθηκε η προεκδοθείσα απόφαση του Εφετείου Θράκης, για εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης.

Δεν συνιστά δε έλλειψη αιτιολογίας, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, το ότι το Εφετείο δεν διέλαβε σκέψη για την απόληψη των άνω ποσών από το ταμείο της, σε μεταγενέστερο χρόνο από τη σύνταξη του σημειώματος και μέχρι την άσκηση της αγωγής, καθώς όπως ήδη αναφέρθηκε οι επικαλούμενες απολήψεις, ως επιμέρους κονδύλια της ένστασης συμψηφισμού, φέρονται ότι είχαν γεννηθεί, ως λαβούσες χώρα μέχρι τη σύνταξή του σημειώματος, οπότε σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς τους, θα επέφεραν την αποσβεση των απαιτήσεων κατά το μέρος που καλύπτονται κατά τον πιο πάνω χρόνο γέννησής τους.

Τυχόν δεν μεταγενέστερες απολήψεις, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της δίκης. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 1263/2020, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 280/2019, ΑΠ 466/2019).

Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί του συμψηφισμού και των κονδυλίων των 12.359.321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών, προς τα αξιούμενα με την αγωγή αγωγικά κονδύλια και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του, α) το αναλυτικό καθολικό τριτοβαθμίων της εταιρίας της, έτους 1990, από όπου προκύπτει ότι το ζεύγος Α.

ελάμβανε μηνιαία αποζημίωση 140.000 δραχμών ....., καθώς και τα αναλυτικά καθολικά τριτοβαθμίων, από τα οποία προκύπτει ότι το ζεύγος Α. οφείλει σ' αυτή, μέχρι την 21-12-1998 το ποσό των 6.862.627 δραχμών, β) την από 24-3-1999 απόδειξη της ενάγουσας περί πληρωμής σε εκείνη του ποσού των 1.000.000 δραχμών, στις 24-3-1999, γ) την εκτύπωση καθολικού τεταρτοβαθμίων'' του μηχανογραφημένου συστήματος του λογιστηρίου της, όπου τα ποσά του ζεύγους Α.

εμπεριέχονται και εμφανίζονται στο λογαριασμό της, με κωδικό ... - Π. Α.ς και Χ. Α., δ) τα extre των συναλλαγών σε σχέση με τις επιταγές μέσω της τράπεζας ... από τα οποία προκύπτουν οι από αυτή καταβολές των επίδικων ποσών των 600.000 δραχμών, 650.000 δραχμών, 1.200.000 δραχμών και 1.750.000 δραχμών, ε) την υπ'αριθμ. ... απόδειξη του Π.

Α. που έλαβε την 6-3-1998 το ποσό των 9.834.000 δραχμών και την αντίστοιχη εγγραφή στο λογαριασμό του Π. Α. στο αναλυτικό καθολοικό τροιτοβαθμίων, στ) το από 5-11-1999 έγγραφο περί της ''εκτιμήσεως της οικονομικής κατάστασης της εταιρίας ...'', που υπογράφει τόσο η ενάγουσα, όσο και ο λογιστής της εταιρίας (εναγομένης) Δ.

Τ., .... στο οποίο, στην πρώτη του σελίδα, στη στήλη των στοιχείων του ενεργητικού αναφέρεται το ποσό των 9.834.000 δραχμών, το οποίο αναφέρεται και στο από 1-9-1998 ιδιόχειρο σημείωμα του Π. Α., ενώ στη στήλη του παθητικού δεν αναφέρεται καμια υποχρέωση της προς τον Π. Α. ή την ενάγουσα και 7) τους ισολογισμούς της, των ετών 1999-2003 ....., ήτοι αποδεικτικά έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η αβασιμότητα της παραδοχής, ότι η εγγραφή στη δεξιά στήλη του από 1-9-1998 ιδιόγραφου σημειώματος του Π.

Α. του ποσού των 12.359.321 δραχμών αφορούσε οφειλές της προς εκείνον και η βασιμότητα της ένστασής της συμψηφισμού, εκτός άλλων, και των ανωτέρω αναφερόμενων ποσών, ύψους 12.359.321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών, αφού αν πράγματι υπήρχε οποιαδήποτε αξίωση της ενάγουσας οπωσδήποτε θα είχε καταχωρηθεί στα ανωτέρω αναφερόμενα επίσημα βιβλία της.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων, ''τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων είναι και αυτά από προηγούμενη δίκη που διεξήχθη μεταξύ των ιδίων διαδίκων, χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα αναφορά, που είναι, όμως, ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς'', δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, με ρητή μάλιστα αναφορά στην άνω υπό στοιχ.

στ από 5-11-1999 εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης. Τούτο δε ανεξαρτήτως της αλυσιτέλειας του υπόψη λόγου, καθόσον, οι αναφερόμενες στα παραπάνω υπό στοιχ. α, β, γ, δ και στ' έγγραφα, ως απολήψεις του ζεύγους Α., από την αναιρεσείουσα, ποσών 6.862.627 δραχμών, 1.000.000 δραχμών, 600.000 δραχμών, 650.000 δραχμών, 1.200.000 δραχμών, 1.750.000 δραχμών και 9.834.000 δραχμών και συνολικά 21.896.627 δραχμών, δεν αφορούν το αντικείμενο της παρούσας δίκης, καθώς οι απολήψεις αυτές λήφθηκαν υπόψη, ως επιμέρους κονδύλια της ένστασης συμψηφισμού, για τα οποία η ένσταση αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να μεταβιβαστεί κατά το μέρος αυτό, με σχετικό λόγο έφεσης, στο Εφετείο.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2019 (αριθμ. καταθ. 60/19-12-2019) αίτηση αναίρεσης της 52/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ