Legislator Case Law & Legislation
75/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on theater funding and evidence evaluation.

Case Number 75/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-instance court's decision regarding the National Theatre of Northern Greece. The appellant argued that the lower court failed to consider specific witness testimony and misinterpreted a Ministry document concerning the 2010 funding of the Opera of Thessaloniki. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly evaluated the evidence and did not err in its legal application or interpretation of the financial documents.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 C.Pol.D.; Art. 559 no. 11g C.Pol.D.; Art. 559 no. 20 C.Pol.D.: An appeal based on the non-consideration of evidence or the misinterpretation of a document is inadmissible if the lower court properly evaluated the available proof and reached a different conclusion based on the totality of the evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation document interpretation theater funding financial records

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 C.Pol.D.
Art. 559 no. 11g C.Pol.D.
Art. 559 no. 20 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 495 para. 4 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2015
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 75/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Π. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (Κ.Θ.Β.Ε.), Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καλφόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την με αριθμό κατάθεσης 49777/2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2798/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, στην παρ. 13 του άρθρου 3 του ν. 2273/1994, με τον οποίο ιδρύθηκε το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, ορίζονται τα εξής: "Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής κάθε Θεάτρου για τριετή θητεία που μπορεί να ανανεώνεται.

Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ο διορισμός του καλλιτεχνικού διευθυντή μπορεί να ανακαλείται και πριν τη λήξη της θητείας του, σε περίπτωση που ο ετήσιος απολογισμός του έργου του καλλιτεχνικού διευθυντή απορριφθεί από το Δ.Σ. πλήρως αιτιολογημένα με πλειοψηφία 2/3 επί του συνόλου των μελών του. Ειδικά η θητεία του πρώτου καλλιτεχνικού διευθυντή που διορίζεται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου είναι τετραετής.

Για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή επιλέγεται πρόσωπο αναγνωρισμένου κύρους που έχει ιδιαιτέρως διακριθεί στο χώρο του Θεάτρου. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής έχει τις εξής αρμοδιότητες: α. Καταρτίζει το δραματολόγιο κάθε περιόδου. β. Καταρτίζει τον προϋπολογισμό κάθε έργου και κάθε θεατρική παραστάσεως ή εκδήλωσης γενικά.

γ. Είναι υπεύθυνος για την όλη και εντός του προϋπολογισμού του Θεάτρου προετοιμασία, οργάνωση και εκτέλεση κάθε καλλιτεχνικής παραγωγής του Θεάτρου, επιβλέπει την προετοιμασία των έργων που ανεβαίνουν, καθορίζει το ωράριο δοκιμών και παρακολουθεί και ελέγχει την εργασία του κάθε κατηγορίας προσωπικού που ασχολείται με το ανέβασμα των έργων και με κάθε γενικά παραγωγή του Θεάτρου.

δ. Επιβλέπει και δίνει κατευθύνσεις και εντολές για τη σωστή και έγκαιρη σκηνική, σκηνογραφική, μουσική, ενδυματολογική και κάθε άλλη αναγκαία προετοιμασία, δοκιμή και παράσταση κάθε παραγωγής, για καθεμιά από τις οποίες εγκρίνει τις επί μέρους δαπάνες για το ανέβασμα στα πλαίσια της ευθύνης του για την τήρηση του προϋπολογισμού τους.

ε. Στο πλαίσιο του προϋπολογισμού προσλαμβάνει με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή συνάπτει συμβάσεις έργου με το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, ειδικούς συνεργάτες, μετακαλεί συγκροτήματα ή καλλιτέχνες, υπογράφει τις συμβάσεις πρόσληψης και μετάκλησης των παραπάνω και ορίζει τους καλλιτεχνικούς και μη όρους της απασχόλησής τους και τις αμοιβές τους, συμφωνεί τους όρους και τις αμοιβές της σύμβασης εργασίας κάθε μέλους του καλλιτεχνικού προσωπικού και έχει πειθαρχική εξουσία σε πρώτο βαθμό για το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό.

στ. Αποφασίζει για τις παραστάσεις, τις εμφανίσεις σε φεστιβάλ ή άλλες εκδηλώσεις και περιοδείες και αποφασίζει τις διανομές μετά από έγγραφη εισήγηση των σκηνοθετών... ". Εξάλλου, με το άρθρο 3 παρ. 6α του ν. 2557/1997 ορίζονται τα εξής: "α. ιδρύεται ως αυτοτελές τμήμα του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (Κ.Θ.Β.Ε.) η "Οπερα Δωματίου Θεσσαλονίκης" (Ο.Δ.Θ.).

β. Στους σκοπούς της Όπερας περιλαμβάνονται ιδίως: Ι. Η ανάπτυξη, προαγωγή, προβολή και διάδοση της μελοδραματικής τέχνης στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης.

ΙΙ. Η σκηνική διδασκαλία και παρουσίαση έργων όπερας, οπερέτας, μουσικού θεάτρου, χορωδιακών έργων, συμφωνικών έργων και κλασικού τραγουδιού.

ΙΙΙ. Η μελέτη, έρευνα και παρουσίαση έργων Ελλήνων δημιουργών.

ΙV. Η εξοικείωση του κοινού με το ρεπερτόριο όπερας. V. Η αξιοποίηση του τοπικού καλλιτεχνικού δυναμικού και η εξυπηρέτηση της περιφερειακής πολιτιστικής ανάπτυξης. VΙ. Η σύσταση και λειτουργία εργαστηρίων λυρικού τραγουδιού για την εκπαίδευση, εξειδίκευση νέων μουσικών στον τομέα της όπερας. VII. Η εξασφάλιση προϋποθέσεων για τη δημιουργία και ανάδειξη νέων μελοδραματικών έργων.

VIII. Η σύσταση, οργάνωση και λειτουργία μουσικού αρχείου και μουσικής βιβλιοθήκης. Στο πλαίσιο των σκοπών της, η Όπερα αναπτύσσει καλλιτεχνικές δραστηριότητες σχετικές με τη μελοδραματική τέχνη, διατηρεί μικρό σύνολο μονωδών, χορωδών, μουσικών και συντελεστών σκηνής, συνεργάζεται με καλλιτεχνικούς φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού, για την οργάνωση παραστάσεων ή και άλλων καλλιτεχνικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, διοργανώνει ή συμμετέχει σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, προβαίνει στην εγγραφή και αναπαραγωγή των κάθε είδους εκδηλώσεών της, εκδίδει βιβλία, περιοδικά, έντυπα και μπορεί να αναθέτει εργασίες συναφείς με τα παραπάνω σε τρίτους με αποφάσεις της πενταμελούς εποπτεύουσας Εφορείας του επόμενου εδαφίου.

Η Όπερα εποπτεύεται από πενταμελή Εφορεία με τετραετή θητεία, που διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού από εκπροσώπους του καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου με ιδιαίτερη εμπειρία ως προς τα ζητήματα του λυρικού θεάτρου. Με την απόφαση ορίζεται ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της Εφορείας, στις συνεδριάσεις της οποίας μετέχει και ο καλλιτεχνικός διευθυντής, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

γ. Ως προς την Όπερα οι αρμοδιότητες του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Κ.Θ.Β.Ε. ασκούνται από τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή της Όπερας. Ο Υπουργός Πολιτισμού με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζει τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή της Όπερας με τριετή θητεία που μπορεί να ανανεώνεται.

Στη θέση του Διευθυντή της Όπερας διορίζεται πρόσωπο αναγνωρισμένου κύρους που έχει την ιδιότητα του Αρχιμουσικού ή του σκηνοθέτη Όπερας ή τραγουδιστή Όπερας ή συνθέτη που έχει διακριθεί στη σύνθεση έργων λυρικού ρεπερτορίου. δ. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού καταρτίζεται ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας της Όπερας.

Με τον εσωτερικό κανονισμό καθορίζονται κατά ειδικότητα οι θέσεις του αναγκαίου προσωπικού και τα προσόντα του και ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της Όπερας, στη συγκρότηση, στη λειτουργία και στις αρμοδιότητες της Εφορείας, στις σχέσεις της Εφορείας με το Δ.Σ.

του Κ.Θ.Β.Ε. και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια... ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει μεν ότι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Όπερας Δωματίου Θεσσαλονίκης ασκεί τις αρμοδιότητες του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Κ.Θ.Β.Ε., μεταξύ των οποίων η σύναψη συμβάσεως έργου με το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, πλην όμως στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, τον οποίο οφείλει να καταρτίσει για κάθε έργο και θεατρική παράσταση ή εκδήλωση και πάντως η προετοιμασία, οργάνωση και εκτέλεση κάθε καλλιτεχνικής παραγωγής πρέπει να γίνεται εντός του προϋπολογισμού του Θεάτρου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2428/2018 απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Το έτος 1997 ιδρύθηκε ως αυτοτελές τμήμα του εναγομένου Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος η Όπερα Θεσσαλονίκης, η οποία εποπτεύονταν από πενταμελή Εφορεία, την οποία διόριζε ο Υπουργός Πολιτισμού.

Επίσης με απόφαση του ιδίου Υπουργού διορίζονταν και ο καλλιτεχνικός διευθυντής, ο οποίος είχε τις αρμοδιότητες που περιγράφονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού διορίσθηκε η πενταμελή Εφορεία της Όπερας Θεσσαλονίκης, η οποία ανέλαβε τα καθήκοντά της στις 21-8-2009.

Κατά την πρώτη συνεδρίασή της στις 7-9-2009 διαπίστωσε ότι ο προϋπολογισμός της όπερας "DON GIOVANI", η οποία προετοιμάζονταν να ανέβει, ανέρχονταν στο ποσό 624.619,95 ευρώ, ενώ η ετήσια επιχορήγηση της Όπερας ανέρχονταν στο ποσό 900.000 ευρώ, από τα οποία έπρεπε να καλυφθούν και οι λειτουργικές δαπάνες αυτής. Στη συνέχεια στις 28-9-2009 συνεδρίασε με θέματα ημερήσιας διάταξης την έγκριση ή μη του προϋπολογισμού των παραγωγών "Μαγικός Αυλός" και "Ο Βαπτιστικός", που είχαν προγραμματισθεί από την προηγούμενη εφορεία.

Κατά την εν λόγω συνεδρίαση αποφασίσθηκε να μην πραγματοποιηθούν οι ως άνω παραγωγές λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της Όπερας, η οποία ήταν απόρροια του αυξημένου προϋπολογισμού της όπερας "DON GIOVANI". Όπως αναφέρεται στο προσκομιζόμενο από 23-11-2009 έγγραφο-επιστολή της Προέδρου της Όπερας Θεσσαλονίκης Π.

Σ. προς τον καλλιτεχνικό διευθυντή Γ. Γ., η απόφαση αυτή της Εφορείας είχε γνωστοποιηθεί στον προαναφερόμενο ήδη από 29-10-2009. Στην επιστολή της αυτή η Εφορεία διαμαρτύρονταν στον καλλιτεχνικό Διευθυντή ότι, παρά το γεγονός ότι δεν είχε εγκριθεί από αυτήν η εκτέλεση των παραγωγών "Μαγικός Αυλός" και "Ο Βαπτιστικός", όπως είχε πληροφορηθεί-διότι δεν είχε προηγηθεί καμία σχετική ενημέρωση-, αυτός είχε συνάψει προφορικές συμφωνίες με καλλιτέχνες, με τους οποίους έκανε πρόβες για τις ως άνω δύο παραγωγές, είχε προβεί στη μίσθωση του κινηματοθεάτρου "Αριστοτέλειον", είχε αναρτήσει διαφημιστικό banner της παραγωγής "Μαγικός Αυλός", ορίζοντας μάλιστα και τις ημερομηνίες των παραστάσεων.

Στο τέλος της επιστολής επισημαίνονταν στον καλλιτεχνικό διευθυντή ότι οι ενέργειές του αυτές αποτελούσαν καταστρατήγηση των αποφάσεων της Εφορείας και ότι δεν δεσμεύουν την Όπερα Θεσσαλονίκης. Παρά το γεγονός ότι από 29-10-2009 ο ως άνω καλλιτεχνικός Διευθυντής γνώριζε την απόφαση της Εφορείας, στις 20-11-2009 κατήρτισε έγγραφη σύμβαση μίσθωσης έργου με την ενάγουσα προκειμένου η τελευταία να ερμηνεύσει τον ρόλο της "..." στο έργο "…".

Με την από 23-11-2009 επιστολή της η Εφορεία γνωστοποίησε και στην ενάγουσα ότι δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθούν οι παραγωγές "Μαγικός Αυλός" και "Ο Βαπτιστικός", λόγω της οικονομικής αδυναμίας της "Όπερας Θεσσαλονίκης" να ανταποκριθεί στις απαιτούμενες δαπάνες, εφόσον αυτές δεν μπορούσαν να καλυφθούν από την ετήσια επιχορήγηση αυτής από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Βέβαια τόσον ο καλλιτεχνικός διευθυντής, όσο και οι καλλιτέχνες-μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα- αγνόησαν την απόφαση της Εφορείας και ανέβασαν τελικά την παράσταση στο κινηματοθέατρο "Αριστοτέλειο" από 25-12-2009 έως 25-1-2009. Το εναγόμενο δεν κατέβαλε την αμοιβή της ενάγουσας, δεδομένου ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενήργησε εκτός των καθοριζομένων από τον νόμο αρμοδιοτήτων του, που συνίστανται-αναλογικά με όσα ισχύουν για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του θεατρικού τμήματος του εναγομένου- ...

στην όλη και εντός του προϋπολογισμού του Θεάτρου προετοιμασία, οργάνωση και εκτέλεση της κάθε καλλιτεχνικής παραγωγής, την έγκριση των επί μέρους δαπανών για το ανέβασμα αυτής στα πλαίσια της ευθύνης του για την τήρηση του προϋπολογισμού τους και τις εντός του πλαισίου του προϋπολογισμού προσλήψεις με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή σύναψη συμβάσεων έργου με το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό.

Στην προκειμένη περίπτωση αυτός προέβη στις ως άνω ενέργειες χωρίς να προβεί στην κατάρτιση του προϋπολογισμού δαπανών που απαιτούνταν και αγνοώντας την απόφαση της Εφορείας περί της μη εκτέλεσης των παραγωγών λόγω έλλειψης αντίστοιχων κονδυλίων. Βέβαια η ενάγουσα προσκομίζει το υπ' αριθ. πρωτ. ΓΚΕ 1115528 ΕΞ 2013 4594/18-7-2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών (Αυτοτελές Γραφείο Κοινοβουλευτικού Ελέγχου), στο οποίο αναφέρεται ότι κατά το οικονομικό έτος 2010 η Όπερα Θεσσαλονίκης επιχορηγήθηκε με το ποσό των 3.000.000 ευρώ και ότι τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν από 29-3-2010 έως 12-10-2010.

Από το έγγραφο αυτό δεν αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω ποσά καταβλήθηκαν προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες του προηγουμένου έτους και μάλιστα αυτές που διενεργήθηκαν παρά την αντίθετη απόφαση της εποπτεύουσας την Όπερα Θεσσαλονίκης αρχής.

Συνεπώς, η καταρτισθείσα μεταξύ του καλλιτεχνικού διευθυντή και της ενάγουσας σύμβαση έργου, ως ευρισκόμενη εκτός του καθοριζομένου από τον νόμο πλαισίου των αρμοδιοτήτων του πρώτου, ουδόλως δέσμευε το εναγόμενο και, ως εκ τούτου, αυτό δεν υποχρεούνταν στην καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας. Με βάση τα ως άνω εκτεθέντα, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατά την κυρία βάση αυτής, τη στηριζομένη επί των διατάξεων των άρθρων 681 επ. ΑΚ.

Συνεπώς, εφόσον η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έστω με διαφορετική αιτιολογία, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, αντικαθισταμένης της αιτιολογίας αυτής..., πρέπει να απορριφθεί η έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας ως αβάσιμης κατ' ουσία... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης (2798/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), η οποία είχε απορρίψει επίσης την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, με διαφορετική όμως αιτιολογία και δη κατ' αποδοχή της προβληθείσας από το εναγόμενο ένστασης συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στη ζημία που υπέστη (άρθρο 300 ΑΚ).

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων άρθρου 3 παρ. 13 του ν. 2273/1994 και 3 παρ. 6α του ν. 2557/1997, βάσει των οποίων και απέρριψε τελικά ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενήργησε εκτός των καθοριζομένων από τον νόμο και δη των άνω διατάξεων αρμοδιοτήτων του κατά την πρόσληψη της ενάγουσας, με συνέπεια η σχετική σύμβαση να μη δεσμεύει το εναγόμενο και να μην υποχρεούται αυτό στην καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής, αναφέρεται ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Όπερας Δωματίου Θεσσαλονίκης Γ. Γ. προέβη στην πρόσληψη της ενάγουσας, καθώς και στις λοιπές ενέργειές του προς εκτέλεση των παραγωγών "Μαγικός Αυλός" και "Ο Βαπτιστικός", χωρίς να προβεί στην κατάρτιση του προϋπολογισμού δαπανών που απαιτούνταν και αγνοώντας την απόφαση της Εφορείας περί της μη εκτέλεσης των παραγωγών λόγω έλλειψης αντίστοιχων κονδυλίων, δεδομένου ότι ο προϋπολογισμός μόνο της όπερας "DON GIOVANI", η οποία προετοιμάζονταν να ανέβει, ανέρχονταν στο ποσό των 624.619,95 ευρώ, ενώ η ετήσια επιχορήγηση της Όπερας ανέρχονταν στο ποσό των 900.000 ευρώ, από τα οποία έπρεπε να καλυφθούν και οι λειτουργικές δαπάνες αυτής.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Όπερας Δωματίου Θεσσαλονίκης ασκεί μεν τις αρμοδιότητες του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Κ.Θ.Β.Ε., μεταξύ των οποίων η σύναψη συμβάσεως έργου με το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, πλην όμως στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, τον οποίο οφείλει να καταρτίσει για κάθε έργο και θεατρική παράσταση ή εκδήλωση και πάντως η προετοιμασία, οργάνωση και εκτέλεση κάθε καλλιτεχνικής παραγωγής πρέπει να γίνεται εντός του προϋπολογισμού του Θεάτρου, κάτι που δεν έγινε εν προκειμένω και συνεπώς η σχετική σύμβαση δεν δέσμευε το εναγόμενο, το οποίο και δεν υποχρεούτο στην καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων. Εξάλλου, το Εφετείο, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και δη αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα: α) ότι η πενταμελής Εφορεία της Όπερας Θεσσαλονίκης, η οποία ανέλαβε τα καθήκοντά της στις 21-8-2009, μετά τη διαπίστωση, στις 7-9-2009, ότι ο προϋπολογισμός της όπερας "DON GIOVANI" ανέρχονταν στο ποσό των 624.619,95 ευρώ, ενώ η ετήσια επιχορήγηση της Όπερας ανέρχονταν στο ποσό των 900.000 ευρώ, από τα οποία έπρεπε να καλυφθούν και οι λειτουργικές δαπάνες αυτής, συνεδρίασε στις 28-9-2009 και αποφάσισε να μην πραγματοποιηθούν οι παραγωγές "Μαγικός Αυλός" και "Ο Βαπτιστικός", που είχαν προγραμματισθεί από την προηγούμενη εφορεία, λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της Όπερας, η οποία ήταν απόρροια του αυξημένου προϋπολογισμού της όπερας "DON GIOVANI".

β) ότι η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε με την από 23-11-2009 επιστολή της Προέδρου της Όπερας Θεσσαλονίκης Π. Σ. προς τον καλλιτεχνικό διευθυντή Γ. Γ., με την οποία μάλιστα επισημαίνονταν στον καλλιτεχνικό διευθυντή ότι οι αναφερόμενες ενέργειές του αποτελούσαν καταστρατήγηση των αποφάσεων της Εφορείας και ότι δεν δεσμεύουν την Όπερα Θεσσαλονίκης.

γ) ότι τόσο ο καλλιτεχνικός διευθυντής, όσο και οι καλλιτέχνες-μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα- αγνόησαν την απόφαση της Εφορείας και ανέβασαν τελικά την παράσταση στο κινηματοθέατρο "Αριστοτέλειο" από 25-12-2009 έως 25-1-2009. δ) ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε την αμοιβή της ενάγουσας, δεδομένου ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενήργησε εκτός των καθοριζομένων από τον νόμο αρμοδιοτήτων του, αφού αυτός προέβη στις ως άνω ενέργειες χωρίς να προβεί στην κατάρτιση του προϋπολογισμού δαπανών που απαιτούνταν και αγνοώντας την απόφαση της Εφορείας περί της μη εκτέλεσης των παραγωγών λόγω έλλειψης αντίστοιχων κονδυλίων.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω δε, επικουρικά προβαλλόμενη, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, αιτίαση περί ελλείψεως νομίμου βάσεως ως προς την εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ, αν ήθελε θεωρηθεί ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή της λόγω του ότι η μη καταβολή των αποδοχών της προκλήθηκε από οικείο πταίσμα της, είναι απορριπτέα ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενη, διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, δεχόμενο συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας, αλλά την απορριπτική του κρίση στήριξε αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενήργησε εκτός των καθοριζομένων από τον νόμο αρμοδιοτήτων του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 156/2012).

Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 670/2016). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μία κυρία βάση και μία επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως από τον ενάγοντα (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 920/2011, ΑΠ 994/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την από 11-1-2011 αγωγή της η αναιρεσείουσα ζητούσε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλει το ποσό των 68.880 ευρώ, κυρίως μεν βάσει της μεταξύ τους από 20-11-2009 καταρτισθείσας συμβάσεως έργου, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερευνώντας και τις δυο βάσεις της αγωγής (κύρια και επικουρική), την μεν επικουρική (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) βάση απέρριψε ως μη νόμιμη, την δε κύρια (εκ της συμβάσεως) βάση απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, κατ' αποδοχή της προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στη ζημία που υπέστη (άρθρο 300 ΑΚ).

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την από 1-8-2013 έφεση, με την οποία παραπονείτο μόνο για την απόρριψη της αγωγής της ως προς την παραπάνω κύρια βάση της και δη για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί συνδρομής συντρέχοντος πταίσματός της, κανένα δε παράπονο δεν εξέφραζε για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής της.

Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την ασκηθείσα από την ενάγουσα και ήδη αναιρείουσα έφεση, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα απορρίπτοντας την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως ουσία αβάσιμη, χωρίς να ερευνήσει την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της.

Με το να μη ερευνήσει τη βάση αυτή, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, ούτε άφησε αδίκαστη αίτηση, αφού ως προς τη σχετική απορριπτική της εν λόγω βάσης (επικουρικής) διάταξη της πρωτόδικης απόφασης δεν πλήττονταν με λόγο έφεσης η κρίση αυτή από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο είχε την εξουσία να εξετάσει την αγωγή μόνο ως προς το μέρος κατά το οποίο επλήττετο με την έφεση της αναιρεσείουσας, δηλαδή κατά την κύρια βάση της.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 8 άλλως από τον αρ. 9 του άρθρου 559, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια μη λήψεως υπόψη του προβληθέντος με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμού της ότι το αναιρεσίβλητο εισέπραξε το ποσό των 101.155 ευρώ από τις παραστάσεις της οπερέτας "Βαφτιστικός", στην οποία συμμετείχε ως πρωταγωνίστρια, έτσι δε κατά το ποσό αυτό κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο και αποκτά βάση και το δικαίωμά της για καταβολή του αιτούμενου ποσού με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την οποία εισάγει με την αγωγή της, στην οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται καθόλου και την άφησε αδίκαστη, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου και τελευταίου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου Ά.

Σ., από την οποία προκύπτει ότι την κάλυψη των οικονομικών αναγκών για την παράσταση του "…" από την Όπερα Θεσσαλονίκης είχε το Υπουργείο Πολιτισμού και όχι η Εφορεία της πρώτης. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την φερόμενη ως αγνοηθείσα άνω ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου Ά.

Σ., χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων. Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για τη μη λήψη υπόψη του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.

πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του διαλαμβανόμενου στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του εγγράφου και δη του υπ' αριθ. πρωτ. ΓΚΕ 1115528 ΕΞ 2013 4594/18-7-2013 εγγράφου του Υπουργείου Οικονομικών (Αυτοτελές Γραφείο Κοινοβουλευτικού Ελέγχου), στο οποίο αναφέρεται ότι κατά το οικονομικό έτος 2010 η Όπερα Θεσσαλονίκης επιχορηγήθηκε με το ποσό των 3.000.000 ευρώ και ότι τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν από 29-3-2010 έως 12-10-2010, γιατί δέχθηκε ότι από το έγγραφο αυτό δεν αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω ποσά καταβλήθηκαν προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες του προηγουμένου έτους και μάλιστα αυτές που διενεργήθηκαν παρά την αντίθετη απόφαση της εποπτεύουσας την Όπερα Θεσσαλονίκης αρχής.

Κατά το σκέλος αυτό ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, δεδομένου ότι ρητά αναγράφεται στο άνω έγγραφο ότι "... Α. Η Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο τέως Πολιτισμού και Τουρισμού, εξέδωσε κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 2010, δεκαπέντε (15) χρηματικά εντάλματα, συνολικού ύψους 8,7 εκατ.

ΕΥΡΩ, περίπου, για επιχορήγηση του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδος. Απ' αυτά, τα επτά (7) εντάλματα, ύψους 3,1 εκατ. ΕΥΡΩ, περίπου, αφορούσαν στην Όπερα Θεσσαλονίκης και η διαχείριση του ποσού ενεργήθηκε από τα αρμόδια όργανα του Κ.Θ.Β.Ε...", αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2019 αίτηση της Γ. Π. για αναίρεση της με αριθ. 488/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ