Supreme Court dismisses appeal as procedural defect regarding absent party does not constitute substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final district court judgment regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court violated evidence rules by refusing unsworn testimony, but the court found this a procedural matter rather than a substantive law violation. Consequently, the appeal was rejected because the specific grounds cited did not meet the legal requirements for overturning a district court decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 394, 559, 560 of the Code of Civil Procedure; A violation of procedural evidence rules by a district court does not constitute a ground for appeal under Article 560(1) as it pertains to substantive law, and appeals against district court decisions are limited to specific grounds excluding Article 559(11).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1368 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1368/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Νταμοτσίδου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας.
Εκδόθηκε η 364/2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/3/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ100/2019, ΑΠ764/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 826 Γ/15-11-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Χ. Ν. προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση, από τον επισπεύδοντα αυτήν αναιρεσείοντα.
Όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ. 364/2014 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, η οποία απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσιμη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει η αποδιδόμενη παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 55/2021, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 362/2017).
Περαιτέρω, ο κανόνας του άρθρου 394 του ΚΠολΔ (για το επιτρεπτό της αποδείξεως με μάρτυρες) είναι καθαρά δικονομικού δικαίου και η παραβίαση των ορισμών του ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 αντίστοιχα του ΚΠολΔ που προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1370/2018, ΑΠ 1483/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο παραβίασε, με τη μη εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 394 αρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ μη επιτρέποντας την εμμάρτυρη απόδειξη της επίδικης συμβάσεως.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 394 ΚΠολΔ είναι καθαρά δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, το οποίο προϋποθέτει παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να ιδρυθεί αναιρετικός λόγος ούτε από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου και από τις διατάξεις του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα, που είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς σ'αυτές, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ.11.
Τέλος, και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ότι δηλ. αυτή αμφισβήτησε το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως της επίδικης συμβάσεως, είναι απαράδεκτος, καθόσον, με το πρόσχημα της επίκλησής της επιχειρείται η θεμελίωση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 11 άρθρο 559 ΚΠολΔ η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν συγκαταλέγεται σ' αυτές του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, ελλείψει σχετικού αιτήματος της απούσης αναιρεσίβλητης. Σημειωτέον ότι δεν γίνεται λόγος περί του κατ'άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι με την 102/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας παρεσχέθη νομική βοήθεια στον αναιρεσείοντα και απηλλάγη από την υποχρέωση καταθέσεως του παραβόλου της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 364/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ