Supreme Court dismisses appeal on rent dispute, rejecting failure to consider evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by ELEKIA ENTERPRISES against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a lease dispute. The appellant argued that the Court of Appeal failed to consider specific evidence and committed a procedural error under Article 559 of the Civil Procedure Code. The court rejected these claims, ruling that the lower court had duly considered all submitted evidence and that the appellant did not sufficiently specify the impact of the alleged omissions in the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 564 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the specific evidence not considered by the court, its content, and the specific impact of the omission on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1363/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας κυπριακού δικαίου με την επωνυμία "ELEKIA ENTERPRISES COMPANY LIMITED", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μάρκου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EDISON ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" και δ.τ. "EDISON ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δημητρίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-1-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 834/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18-11-2020, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 614-615 του ΚΠολΔ), υπ'αριθμ.212/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 20-11-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 834/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει, νόμιμη και δεχθεί ερήμην της εναγομένης ως ουσιαστικά βάσιμη (ομολογουμένη λόγω της ερημοδικίας της) την αγωγή, κατά την κυρία βάση από ενεργό σύμβαση μισθώσεως, δεχόμενο ότι α)το μηνιαίο μίσθωμα από 1-10-2017 ανέρχεται στο αναφερόμενο ποσό και ότι βάση υπολογισμού για το μηνιαίο μίσθωμα από 1-10-2017 αποτελεί το αναφερόμενο ποσό, δέχθηκε ακολούθως ως νόμιμη την αγωγή όσον αφορά το υπό στοιχείο γ'αγωγικό αίτημα, κατά τα σε αυτήν αναφερόμενα.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι εντός δύο ετών, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13-1-2020 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών (ΑΠ 70/2022).
Εξάλλου, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 13/2022, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 416/2018).
Περαιτέρω κατ` άρθρ. 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε, να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 233/2020), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 72/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 212/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 27.06.2008 "Ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης", που θεωρήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
στις 07.07.2008, η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία, που έχει α) στην κυριότητά της ένα διαμέρισμα, επιφάνειας 321,79 τ.μ. του τετάρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της κειμένης στην Αθήνα επί της συμβολής της ... και της οδού ..., πολυκατοικίας, αποτελούμενου από δέκα χώρους-δωμάτια, ορισμένα με ντουλάπες και ορισμένα χωρίς ντουλάπες, τέσσερα λουτρά εκ των οποίων το ένα δεν διαθέτει είδη υγιεινής, αλλά μόνο μπανιέρα και καθρέπτη και από μία κουζίνα και ειδικότερα, αποτελούμενου από είσοδο, χωλλ, σαλόνι, γραφείο, τραπεζαρία, τρία δωμάτια, ιμματιοθήκη, δύο λουτρά, δύο τουαλέτες, δύο δωμάτια υπηρεσίας, κουζίνα, οφφίς, κελάρι και βεστιάριο, καθώς και β) την αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία 6 αποθήκης του υπογείου της άνω πολυκατοικίας και γ) την κυριότητα του υπό στοιχεία 5 υπόγειου και όμορου στην ανωτέρω αποθήκη βοηθητικού χώρου, εκμίσθωσε τους άνω χώρους στην ενάγουσα, (ήδη αναιρεσείουσα) για χρονική διάρκεια 12 ετών με έναρξη τις 01.07.2008 και λήξη τις 30.06.2020, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει, για τη στέγαση της επαγγελματικής της έδρας.
Με τον 3° όρο του άνω μισθωτηρίου το μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό "των 8.000 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο εφεξής κατ' έτος κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή (τιμαρίθμου) του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, όπως αυτό καθορίζεται από το σχετικό δελτίο της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας ή άλλη αρμόδια υπηρεσία, προσαυξημένο κατά δυόμισι 2,5 ποσοστιαίες μονάδες".
Με τον 9° όρο της ένδικης σύμβασης μίσθωσης ορίστηκε ότι "Η μισθώτρια υποχρεούται να καταβάλλει κάθε μήνα ...ολόκληρο το τέλος χαρτοσήμου της παρούσας μισθώσεως ήτοι 3,6%, Το μίσθιο παραδόθηκε, κατά χρήση, κατά την έναρξη της μίσθωσης στην ενάγουσα μισθώτρια και η τελευταία το χρησιμοποιούσε για τον σκοπό που το μίσθωσε, το δε καταβαλλόμενο από αυτήν στην εναγομένη εκμισθώτρια μηνιαίο μίσθωμα με βάση τις άνω συμφωνίες των συμβληθέντων, είχε ανέλθει την 01.07.2010, στο ποσό των 9.074 ευρώ.
Με μεταγενέστερη τροποποιητική συμφωνία των μερών, που τιτλοφορείται "έγγραφη συμφωνία και συναίνεση για μείωση μισθώματος" και καταρτίστηκε στις 29.11.2010, μεταξύ τους, λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, κατατέθηκε δε στις 28.12.2010 στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., το μηνιαίο μίσθωμα από το άνω ποσό των 9.074 ευρώ, στο οποίο, κατά τα άνω, είχε ανέλθει μειώθηκε κατά ποσοστό 10%, ήτοι στο σταθερό ποσό των 8.166 ευρώ, για το χρονικό διάστημα ενός έτους ήτοι από 01.10.2010 έως 30.09.2011.
Ακολούθως, λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης, με μεταγενέστερη τροποποιητική συμφωνία των ίδιων άνω συμβληθέντων, που τιτλοφορείται "έγγραφη συμφωνία και συναίνεση για μείωση μισθώματος" και καταρτίστηκε στις 11.11.2011, ήτοι ένα και πλέον μήνα μετά τη λήξη της προηγούμενης και κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
στις 29.11.2011, το μηνιαίο μίσθωμα από το εν λόγω ποσό των 8.166 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί με την προηγούμενη τροποποίηση, μειώθηκε έτι περαιτέρω κατά ποσοστό 14,28%, ήτοι ανήλθε στο ποσό των 7.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα μίας διετίας, και μάλιστα αναδρομικά, ήτοι από 01.10.2011 έως 30.09.2013. Στην προαναφερόμενη από 11.11.2011 τροποποιητική συμφωνία περιλήφθηκε και ο όρος ότι "Μετά την 30.09.2013 το ύψος του μηνιαίου μισθώματος θα προκύψει κατόπιν νέας διαπραγμάτευσης μεταξύ των εδώ συμβαλλομένων μερών".
Στη συνέχεια δε με νέα τροποποιητική συμφωνία των ίδιων άνω συμβληθέντων, που τιτλοφορείται "Ιδιωτικό συμφωνητικό μείωσης μισθώματος" που καταρτίστηκε την 01.12.2013, για τον ίδιο πιο πάνω λόγο, κατατέθηκε δε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 19.12.2013, το μηνιαίο μίσθωμα από το εν λόγω ποσό των 7.000 ευρώ μειώθηκε έτι περαιτέρω, στο σταθερό ποσό των 6.000 ευρώ, για το χρονικό διάστημα ενός έτους και μάλιστα αναδρομικά, καλύπτοντας και το χρονικό διάστημα από 01.10.2013 έως 01.12.2013, κατά το οποίο είχε λήξει η προηγούμενη τροποποιητική συμφωνία, έως και τις 30.09.2014 και στη συνέχεια, με νεότερη συμφωνία των ίδιων συμβληθέντων, που τιτλοφορείται "ιδιωτικό συμφωνητικό μείωσης μισθώματος" και καταρτίστηκε την 01.12.2014, διατηρήθηκε το εν λόγω μηνιαίο μίσθωμα των 6.000 ευρώ καλύπτοντας αναδρομικά και το χρονικό διάστημα από 01-10-2014 που είχε λήξει η προηγούμενη συμφωνία έως και 30-11-2014 κατά το οποίο η ενάγουσα είχε καταβάλει το μειωμένο δυνάμει της προηγούμενης τροποποιητικής συμφωνίας μίσθωμα.
Με την τελευταία, εξάλλου, τροποποιητική συμφωνία, τα μέρη συμφώνησαν να διατηρηθεί το μηνιαίο μίσθωμα στο καθορισθέν με την προηγούμενη συμφωνία ύψος των 6.000 ευρώ και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 01.12.2014 έως και τις 30.09.2015. Ειδικότερα, με το τελευταίο αυτό συμφωνητικό ορίστηκε ότι "τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν και εγγράφως την συμφωνία αυτή και συναποδέχονται ότι το καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από 01.10.2014 μέχρι και 30.11.2014, ανερχόταν στο ποσό των 6000 ευρώ, το οποίο θα αποτελεί το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα και για το χρονικό διάστημα από 01.12.2014 μέχρι και την 30.09.2015.
Ρητώς συμφωνείται, ότι στο εν λόγω μίσθωμα, ύψους 6.000 ευρώ, περιλαμβάνεται και το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου για την παρούσα μίσθωση". Και με την έγγραφη αυτή συμφωνία τους, που καταρτίστηκε στις 01.12.2014, ήτοι δύο μήνες μετά τη λήξη, στις 30.09.2014, της προηγούμενης τροποποίησης, τα μέρη επιβεβαίωσαν και ρητώς τη συμφωνία τους, που ίσχυε σε όλες τις τροποιητικές της αρχικής σύμβασης συμφωνίες, όπως ευθέως προκύπτει από αυτές, ότι δηλαδή και μετά τη λήξη της κάθε τροποποιητικής συμφωνίας, με την οποία καθοριζόταν το ύψος του μηνιαίου μισθώματος και μέχρι την τυχόν κατάρτιση της νέας τροποποιητικής συμφωνίας, το ύψος του συμφωνημένου και καταβλητέου μισθώματος ήταν εκείνο που καταβαλλόταν με βάση την προηγούμενη τροποποιητική συμφωνία, εφόσον με τη νεότερη τροποποιητική συμφωνία, που καταρτιζόταν στη συνέχεια αυτό δεν οριζόταν αναδρομικά ακόμη χαμηλότερο.
Περαιτέρω, με την τελευταία από 01.12.2014 τροποποιητική συμφωνία, τα μέρη τροποποίησαν εκτός από τον 3° συμβατικό όρο περί του ύψους του μηνιαίου μισθώματος, που είχε ήδη από 29.10.2010 τροποποιηθεί και τον 9° συμβατικό όρο περί της υποχρέωσης της μισθώτριας ενάγουσας να καταβάλλει επιπλέον του μηνιαίου μισθώματος και το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, ορίζοντας ρητώς ότι στο συμφωνημένο με την εν λόγω από 01.12.2014 τροποποιητική συμφωνία ποσό του μηνιαίου μισθώματος των 6.000 ευρώ περιλαμβάνεται πλέον και το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου.
Για τον λόγο αυτόν στην από 15.01.2015 ηλεκτρονική δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας η εκμισθώτρια δήλωσε ως μηνιαίο μίσθωμα το μικρότερο ποσό των 5.791,50 ευρώ για την πιο πάνω περίοδο. Τέλος, με την τελευταία τροποποιητική συμφωνία της ένδικης μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ των συμβληθέντων, στις 24.07.2015, δηλαδή πριν από τη λήξη στις 30.09.2015 της προηγούμενης, μειώθηκε έτι περαιτέρω για τους ίδιους προαναφερόμενους λόγους, οι οποίοι εξακολουθούσαν να υφίστανται, το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα από 6.000 ευρώ σε 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, κατά τροποποίηση των άνω συμβατικών όρων 3ου και 9ου, για το μεταγενέστερο της κατάρτισής της (24.07.2015) χρονικό διάστημα, που θα ακολουθήσει τη λήξη της προηγούμενης τροποποίησης, ήτοι από 01.10.2015 και μέχρι τις 30.09.2017.
Για τον λόγο αυτόν στην από 10.08.2015 ηλεκτρονική δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας η εκμισθώτρια δήλωσε ως μηνιαίο μίσθωμα το μικρότερο ποσό των 4.826,25 ευρώ για την πιο πάνω περίοδο. Σε όλες τις προαναφερόμενες τροποποιητικές συμφωνίες, μειώθηκε σταδιακά το ποσό του καταβαλλομένου μηνιαίως μισθώματος, κατά τροποποίηση του 3ου όρου της αρχικής από 27.06.2008 σύμβασης μίσθωσης, από το συμφωνημένο ποσό των 9.074 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, στο οποίο είχε ανέλθει με τις συμβατικές ρήτρες αναπροσαρμογής του, στις 29.11.2010, σε εκείνο των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, όπως κατά τούτο τροποποιήθηκε με τις δύο τελευταίες τροποποιητικές συμφωνίες (της 01.12.2014 και της 24.07.2015) και ο σχετικός 9ος όρος της αρχικής μίσθωσης.
Επίσης σε όλες τις προαναφερόμενες τροποποιήσεις περιλήφθηκε πανομοιότυπος ρητός όρος ότι "Κατά τα λοιπά παραμένουν σε ισχύ οι όροι και συμφωνίες της ως άνω από 27-6- 2008 έγκυρης σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης", αποτυπώνοντας τη βούληση των συμβαλλομένων να διατηρηθεί η ισχύς της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, μόνο, ως προς τους λοιπούς μη τροποποιημένους όρους της, δηλαδή πλην των όρων 3ου και 9ου, οι οποίοι, κατά τα άνω τροποποιήθηκαν.
Μετά τη λήξη της ισχύος της τελευταίας τροποποιητικής συμφωνίας, στις 30.09.2017, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των άνω συμβληθέντων μερών για νέα τροποποιητική συμφωνία αναφορικά με το ύψος του μηνιαίου μισθώματος, απέτυχαν, αφού η μεν εναγόμενη ζητούσε αύξηση του εκ 5.000 ευρώ μηνιαίου ποσού μισθώματος, ώστε αυτό να ανέλθει σε εκείνο των 6.000-6.500 ευρώ, ενώ η ενάγουσα ζητούσε τη μείωσή του ή έστω τη διατήρησή του στο ίδιο ποσό των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου (βλ. ...).
Έτσι, δεν καταρτίστηκε νέα τροποποιητική συμφωνία για το χρονικό διάστημα από 01.10.2017 και εφεξής. Ωστόσο, από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης και τις ανωτέρω διαδοχικές τροποποιήσεις της, όπως το περιεχόμενό τους στα κρίσιμα για την προκειμένη περίπτωση σημεία, αναφέρεται αυτούσιο παραπάνω, προκύπτει ευθέως και σαφώς, χωρίς να καταλείπεται κανένα κενό για την πληρότητά τους και καμία αμφιβολία για την έννοιά τους και συνεπώς, χωρίς να παρίσταται ανάγκη ερμηνείας των επίμαχων συμβάσεων και κατ' ακολουθίαν, χωρίς ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι οι συμβαλλόμενοι με την πρώτη από 29.11.2010 τροποποιητική συμφωνία, λόγω της επελθούσης στην Ελλάδα, κατά το έτος 2010 και συνεχιζόμενης έκτοτε και μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό (15.03.2018) οικονομικής κρίσης, τροποποίησαν τον 3° στοιχ.
α όρο του αρχικού μισθωτηρίου, σχετικά με το ύψος του καταβλητέου μηνιαίου μισθώματος, καθώς και σχετικά με την ετήσια αναπροσαρμογή του κατά το ποσοστό της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, προσαυξημένου κατά 2,5 μονάδες.
Στη συνέχεια, με την εκάστοτε νέα τροποποιητική συμφωνία, τροποποιούσαν τον σχετικό με το ύψος του μηνιαίου μισθώματος όρο της κάθε προηγούμενης τροποποιητικής συμφωνίας, καθορίζοντας κάθε φορά το ποσό του μισθώματος μειωμένο σε σχέση με το ήδη μειωμένο ποσό μισθώματος, όπως αυτό είχε καθοριστεί με την προηγούμενη τροποποίηση.
Και είναι αλήθεια ότι με την εκάστοτε τροποποίηση τα συμβληθέντα μέρη όριζαν και το χρονικό διάστημα (έτος, δεκαπεντάμηνο ή διετία) για το οποίο θα ίσχυε το μειωμένο κάθε φορά μίσθωμα, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, μετά τη λήξη του χρόνου της ισχύος της κάθε τροποποιητικής συμφωνίας και μέχρι να καταρτισθεί μεταξύ των μερών νέα τροποποιητική συμφωνία, καταβαλλόταν από την ενάγουσα μισθώτρια στην εναγομένη εκμισθώτρια το ποσό του μηνιαίου μισθώματος, όπως αυτό είχε καθορισθεί μειωμένο με την προηγούμενη τροποποιητική συμφωνία, καίτοι αυτή είχε λήξει και όχι το ποσό του μισθώματος, με την συμφωνημένη αναπροσαρμογή του, όπως αυτό είχε καθοριστεί με τον όρο 3° στοιχ.α της από 27.06.2008 αρχικής σύμβασης της ένδικης μίσθωσης, στην οποία τα μέρη ουδέποτε επανήλθαν, είτε ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθώματος, είτε ως προς την αναπροσαρμογή του, καθόλη τη διάρκεια των τροποποιητικών συμφωνιών από 29.11.2010 έως 30.09.2017, ούτε άλλωστε επανήλθαν στον 9° όρο της αρχικής σύμβασης, ως προς την επιβάρυνση του μισθώματος με το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου, κατά το χρονικό διάστημα από 01.12.2014 έως 30.09.2017.
Απεναντίας, πλήρως αποδείχθηκε ότι το μειωμένο ποσό του μηνιαίου μισθώματος, όπως αυτό είχε καθοριστεί με κάθε προηγούμενη τροποποίηση, αποτελούσε πάντοτε τη βάση για τον καθορισμό του μηνιαίου μισθώματος με τη νέα τροποποιητική συμφωνία των διαδίκων και ότι το ποσό αυτό του μειωμένου μισθώματος, όπως αυτό είχε καθοριστεί με την προηγούμενη τροποποίηση, καταβαλλόταν από την ενάγουσα μισθώτρια στην εναγομένη εκμισθώτρια, κατ' αποδοχήν της τελευταίας, ακόμη και μετά τη λήξη της ισχύος της προηγούμενης τροποποίησης και μέχρι τη σύναψη της νέας τροποποιητικής συμφωνίας, όταν αυτή καθυστερούσε.
Μάλιστα, η βούληση αυτή των διαδίκων, η οποία ευθέως και σαφώς προκύπτει από όλες τις προαναφερόμενες τροποποιητικές συμφωνίες, αφού σε κάθε μία εξ αυτών ρητώς αναφέρεται και τίθεται ως βάση για τη διαπραγμάτευση το μηνιαίο μίσθωμα του επίμαχου μισθίου ακινήτου, όπως αυτό είχε καθοριστεί (μειωθεί) με την αμέσως προηγούμενη τροποποιητική συμφωνία, διατυπώθηκε και ρητώς στην προτελευταία τροποποιητική συμφωνία, ήτοι στην από 01.12.2014, που καταρτίστηκε δύο μήνες μετά τη λήξη στις 30.09.2014 της προηγούμενης (από 01.12.2013) και στην οποία (προτελευταία τροποποιητική συμφωνία) ορίστηκε ότι το καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της προηγούμενης τροποποίησης στις 30.09.2014 και μέχρι τη σύναψη νέας τροποποιητικής συμφωνίας, στις 01.12.2014, ήτοι από 01.10.2014 έως και 30.11.2014, ήταν εκείνο των 6.000 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί με την προηγούμενη τροποποίηση.
Εξάλλου, σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες τροποποιητικές συμφωνίες αποδείχθηκε ότι περιλήφθηκε πανομοιότυπος ρητός όρος ότι οι λοιποί {μη τροποποιηθέντες δηλαδή} συμβατικοί όροι της αρχικής σύμβασης διατηρούνται ως έχουν. Τέτοιοι δε συμβατικοί όροι, οι οποίοι προφανώς και δεν διατηρήθηκαν ως έχουν, στην αρχική σύμβαση, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, τροποποιήθηκαν, είναι αφενός μεν ο συμβατικός όρος 3ος στοιχ.α, καθόσον αφορά το ύψος του μηνιαίου μισθώματος και τη συμφωνημένη ετήσια αναπροσαρμογή του, κατά το ποσοστό του δείκτη μεταβολής τιμών καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα προσαυξημένου κατά 2,5 μονάδες, αφετέρου δε ο συμβατικός όρος 9ος, καθόσον αφορά μόνο το αναλογούν στο μηνιαίο μίσθωμα, τέλος χαρτοσήμου.
Άλλωστε και στην τελευταία απόπειρα των διαδίκων για καθορισμό του μηνιαίου μισθώματος, που έλαβε χώρα το φθινόπωρο του έτους 2017, τέθηκε ως βάση για τις σχετικές διαπραγματεύσεις τους, το ήδη καταβαλλόμενο μίσθωμα, όπως αυτό είχε μειωθεί με την τελευταία από 24.07.2015 τροποποίηση, δηλαδή το ποσό των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου και οι διαπραγματεύσεις αυτές απέτυχαν, επειδή η μεν εναγομένη ζητούσε αύξηση του εν λόγω ποσού των 5.000 ευρώ σε 6.000 έως 6.500 ευρώ η δε ενάγουσα περαιτέρω μείωση κάτω από 5.000 ευρώ, καμία δε νύξη δεν αποδείχθηκε ότι έγινε εκ μέρους της εναγομένης για επάνοδο στις σχετικές με το μίσθωμα συμφωνίες της αρχικής μίσθωσης.
Κατ' ακολουθίαν, μετά τη λήξη της τελευταίας τροποποιητικής συμφωνίας στις 30.09.2017, ενόψει του ότι τα μέρη δεν συμφώνησαν σε νέο καθορισμό του μηνιαίου μισθώματος (αύξηση ή διατήρηση/μείωση του ήδη καταβαλλομένου) για το επίμαχο μίσθιο ακίνητο, το ποσό του μηνιαίου μισθώματος, που έπρεπε να καταβάλει στην εναγομένη εκμισθώτρια η ενάγουσα μισθώτρια, με βάση την ένδικη από 27.06.2008 μίσθωση, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί, ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθώματος, με την πρώτη από 29.11.2010 τροποποιητική συμφωνία και στη συνέχεια και διαδοχικά, εκάστη τούτων με την αμέσως επόμενη τροποποιητική συμφωνία, ήταν το καταβαλλόμενο, δυνάμει της τελευταίας από 24.07.2015 τροποποιητικής συμφωνίας, ποσό των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, αφού το ποσό αυτό θα αποτελούσε -και πράγματι αποτέλεσε, κατά τις διαπραγματεύσεις τους- τη βάση για τον οποιοδήποτε καθορισμό (αύξηση ή διατήρηση/μείωση) του μηνιαίου μισθώματος για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της εν λόγω τροποποιητικής συμφωνίας, στις 30.09.2017 και εφεξής.
Πράγματι, η ενάγουσα κατέβαλε ως μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από 01.10.2017 έως και 31.01.2018 το άνω ποσό των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, πλέον δε τούτων και χωρίς να έχει σχετική συμβατική υποχρέωση, αφού ο όρος 3ος στοιχ.α της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, που την προέβλεπε δεν ίσχυε, ήδη από 29.11.2010, οπότε καταρτίστηκε η πρώτη τροποποιητική συμφωνία, (και όπως προεκτέθηκε η προαναφερόμενη επιφύλαξη που διατυπώθηκε σε κάθε τροποποιητική συμφωνία δεν αφορούσε τον πιο πάνω όρο, αφού αυτός δεν διατηρήθηκε ως είχε στην αρχική συμφωνία) κατέβαλε και το ποσό των 159,99 ευρώ, ως συμβατική αναπροσαρμογή του πιο πάνω μηνιαίου μισθώματος, ίση με την μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή μηνός Οκτωβρίου 2017 σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα Οκτώβριο 2016, προσαυξημένη κατά 2,5 μονάδες.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το καταβλητέο μηνιαίο μίσθωμα για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από 01.10.2017 έως 31.01.2018, ήταν εκείνο των 8.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6% , ήτοι 8.288 ευρώ, όπως αυτό είχε καθοριστεί με τους όρους 3° και 9° της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, πριν από την τροποποίησή τους με την πρώτη από 29.11.2010 τροποποιητική συμφωνία, καθώς μετά και τη λήξη της ισχύος και της τελευταίας διαδοχικής τροποποιητικής συμφωνίας, η αρχική σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης είχε επανέλθει σε ισχύ, ως προς όλους τους όρους της, συνεπώς και ως προς τους άνω 3° και 9° συμβατικούς όρους και ζήτησε από την ενάγουσα την καταβολή της διαφοράς εκ ποσού {8.288 - 5.159,99=) 3.128,01 ευρώ μηνιαίως και συνολικώς, 12.512,04 ευρώ για τους μήνες Οκτώβριο 2017 έως και Ιανουάριο 2018 με την από 22.01.2018 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 23.01.2018, όπως προκύπτει από την 1908/23.01.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Στράτου-Παναγιώτη Καραμιχαήλ.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγόμενης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι το ποσό αυτό του μισθώματος των 8.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, κατά τη συμφωνία των διαδίκων ορίστηκε μόνο για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως από το δεύτερο μισθωτικό έτος και μεταγενέστερα, κατά τον σχετικό 3° όρο της μίσθωσης, πριν δε την έναρξη δε των πιο πάνω τροποποιήσεων στις 29.11.2010, κατ' εφαρμογή του άνω 3ου όρου της ένδικης μίσθωσης, το μηνιαίο μίσθωμα για το επίμαχο μίσθιο ακίνητο, είχε ανέλθει σε 9.074 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, το οποίο με την προαναφερόμενη από 29.11.2010 τροποποιητική συμφωνία μειώθηκε αρχικώς σε 8.166 ευρώ και ακολούθως, το μηνιαίο μίσθωμα είτε μειώθηκε περαιτέρω είτε παρέμεινε μειωμένο μεν, πλην σταθερό, με τις διαδοχικές τροποποιητικές συμφωνίες, που προαναφέρονται, με βάση πάντοτε το μειωμένο ή σταθερό ποσό του μηνιαίου μισθώματος, όπως αυτό είχε καθοριστεί με τις εκάστοτε προηγούμενες τροποποιητικές συμφωνίες.
Και ναι μεν, με τις άνω διαδοχικές τροποποιητικές συμβάσεις, καθορίστηκε εκάστοτε και για την περιορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος της εκάστοτε τροποποιητικής συμφωνίας, το μηνιαίο μίσθωμα σε ποσό διαφορετικό από εκείνο που είχε καθοριστεί με τους 3° και 9° όρους της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, πλην όμως με τη λήξη του συμβατικού χρόνου ισχύος εκάστης τροποποίησης δεν επανερχόταν εκάστοτε σε ισχύ οι άνω 3ος και 9ος συμβατικοί όροι της αρχικής μίσθωσης όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη εκμισθώτρια, αφού η ρητή επιφύλαξη που διατυπώθηκε πανομοιότυπα σε κάθε τροποποιητική συμφωνία αφορούσε μόνο τους όρους της αρχικής μίσθωσης, που παρέμειναν αμετάβλητοι (ως έχουν) και όχι τους ανωτέρω, (3° και 9°), που με κάθε μία από αυτές μεταβλήθηκαν και μάλιστα διαδοχικά.
Όπως δε, προκύπτει από την αρχική και τις μεταγενέστερες τροποποιητικές συμφωνίες των διαδίκων, ως βάση για τον εκάστοτε καθορισμό από τα μέρη του μηνιαίου μισθώματος του επίμαχου μισθίου ακινήτου, λαμβανόταν υπόψη το μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό είχε καθοριστεί μειωμένο ή σταθερό, με την αμέσως προηγούμενη τροποποιητική συμφωνία, ακόμη και στην περίπτωση που η χρονική διάρκεια της ισχύος της είχε λήξει, χωρίς σε καμία περίπτωση να ανατρέξουν τα μέρη στο ποσό του μισθώματος, όπως αυτό προβλεπόταν στους 3° και 9° όρους της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, καθόσον αυτοί είχαν αντικατασταθεί με άλλους, περιλαμβανόμενους στις τροποποιητικές συμφωνίες.
Ενδεικτικά δε, η συμφωνία αυτή των διαδίκων αποτυπώνεται ρητώς στην περίπτωση της τροποποιητικής συμφωνίας από 11.11.2011, που καταρτίστηκε ενώ είχε λήξει από 30.09.2011 η προηγούμενη και για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από τότε που έληξε η προηγούμενη μέχρι τη σύναψη της νέας τροποποιητικής συμφωνίας στις 11.11.2011, η εναγόμενη εκμισθώτρια αποδέχθηκε ρητώς ως μηνιαίο μίσθωμα το καταβληθέν ποσό των 6.000 ευρώ, που είχε οριστεί με την προηγούμενη και ήδη λήξασα τροποποιητική συμφωνία.
Μάλιστα, με την από 11.11.2011 τροποποιητική συμφωνία, με χρόνο λήξης της στις 30.09.2013, αποκλείστηκε ρητώς η προσφυγή για τον καθορισμό του μηνιαίου μισθώματος στην αρχική σύμβαση της ένδικης μίσθωσης, αφού ορίστηκε ότι "Μετά την 30.09.2013 το ύψος του μηνιαίου μισθώματος θα προκύψει κατόπιν νέας διαπραγμάτευσης μεταξύ των εδώ συμβαλλομένων μερών".
Ως εκ τούτου, για την χρονική περίοδο από 01.10.2017 και εφεξής, που απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις των μερών και δεν καταρτίστηκε νέα τροποποιητική συμφωνία, το καταβλητέο μηνιαίο μίσθωμα, κατά τη βούληση των συμβληθέντων μερών, όπως αυτή προκύπτει ευθέως και σαφώς από όλες τις προαναφερόμενες συμφωνίες τους, ανέρχεται στο ποσό που είχε καθοριστεί με την τελευταία τροποποιητική συμφωνία, δηλαδή σε 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, παρά το γεγονός της παρέλευσης, στις 30.09.2017, της χρονικής διάρκειας ισχύος της τελευταίας από 24.07.2015 τροποποιητικής συμφωνίας.
Μολονότι, όμως, κατά τα προαναφερόμενα, το μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο, με βάση τις συμφωνίες των μερών, έπρεπε να καταβάλει η ενάγουσα στην εναγομένη ανερχόταν στο ποσό των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου τέλους χαρτοσήμου και για το χρονικό διάστημα από 01.10.2017 και εφεξής μέχρι να καταρτισθεί μεταξύ τους νέα τροποποιητική (με αύξηση ή με διατήρηση) του ύψους του συμφωνία, εν τούτοις, η εναγομένη κοινοποίησε, κατά τα άνω, στην ενάγουσα την από 22.01.2008 εξώδικη δήλωσή της με την οποία ισχυρίστηκε ότι το μηνιαίο μίσθωμα, για το χρονικό διάστημα από 01.10.2017 και εφεξής, ανερχόταν όχι στο πιο πάνω ποσό των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, όπως είχε αυτό καθοριστεί με την τελευταία τροποποιητική συμφωνία τους, αλλά στο καθορισμένο με την αρχική σύμβαση μίσθωσης και για το πρώτο μισθωτικό έτος ποσό των 8.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6% και ποσού 288 ευρώ.
Ζήτησε δε από την ενάγουσα να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του άνω ποσού των 8.288 ευρώ, που ισχυρίστηκε ότι της οφείλει και του μειωμένου μισθώματος εκ ποσού 5.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, και ποσού 159,99 ευρώ, που ήδη της είχε καταβάλει, [καθώς η ενάγουσα εξέλαβε εσφαλμένως ότι εξακολουθεί να ισχύει ο 9ος συμβατικός όρος και ότι τη βαρύνει και το τέλος αυτό χαρτοσήμου, μολονότι και ο όρος αυτός είχε τροποποιηθεί (καταργηθεί) ρητώς με την προτελευταία από 01.12.2014 τροποποιητική συμφωνία τους και η κατάργησή του διατηρήθηκε με την τελευταία από 24.07.2015 τροποποιητική συμφωνία και συνεπώς, εξακολουθούσε να είναι καταργημένος και μετά τη λήξη του χρόνου ισχύος της τελευταίας].
Στη συνέχεια δε, επειδή η ενάγουσα αρνήθηκε την καταβολή του αιτούμενου με την εξώδικη δήλωση ποσού, η εναγομένη ζήτησε και επέτυχε την έκδοση της 2769/23.02.2018 Διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων συνολικού ποσού 15.640,05 ευρώ του Δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την οποία επέδωσε στην ενάγουσα στις 12.03.2018, όπως προκύπτει από την 1961/12.03.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ..-Π..
Κ., κατά της οποίας η τελευταία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16.03.2018 (ΓΑΚ 26463/983/2018) ανακοπή της, ζητώντας την ακύρωσή της, επί της οποίας δεν προέκυψε, κατά τον χρόνο συζήτησης (26.11.2019) της κρινόμενης έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου, ότι έχει εκδοθεί απόφαση.
Περαιτέρω, η εναγομένη εκμισθώτρια, δυνάμει της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, επέβαλε σε βάρος της ενάγουσας, κατ' άρθρο 982 ΚΠολΔικ την από 16.03.2018 κατάσχεση στα χέρια της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ ως τρίτης και για συνολικό ποσό 16.710,24 κάθε είδους χρηματικών απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της άνω τράπεζας, από την τήρηση σε αυτήν κάθε είδους τραπεζικών λογαριασμών, κάθε είδους απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της άνω τράπεζας για μεταβίβαση κινητών πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων αξιογράφων, κλπ κινητών αξιών, κατά της οποίας (κατάσχεσης) η ενάγουσα άσκησε την από 20.03.2018 (ΓΑΚ 27691/1038/2018) ανακοπή κατά της εκτέλεσης, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔικ επί της οποίας δεν προέκυψε, κατά τον χρόνο συζήτησης (26.11.2019) της κρινόμενης έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου, ότι έχει εκδοθεί απόφαση.
Τέλος, η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11.04.2018 (ΓΑΚ 36850/2018 και ΕΑΚ 630/2018) αγωγή της, με την οποία επικαλούμενη υπερημερία της ενάγουσας στην καταβολή των πιο πάνω διαφορών μισθωμάτων κατήγγειλε τη μίσθωση, κατ' άρθρο 597 ΑΚ και ζήτησε την απόδοση του μισθίου ακινήτου και το ποσό των 6.256,02 ευρώ ως διαφορές μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2018, επί της οποίας εκδόθηκε η 1795/2018 μη οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία η συζήτηση της αγωγής ανεστάλη κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔικ μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ήδη κρινόμενης από 08.02.2018 αγωγής.
Εν τέλει η ένδικη μίσθωση λύθηκε συναινετικώς με το από 31.07.2019 "ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης και παράδοσης-παραλαβής μισθίου", που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και την ταυτόχρονη απόδοση της χρήσης του μισθίου από την ενάγουσα στην εναγομένη. Ωστόσο, η εναγομένη εξακολουθεί να ζητεί από την ενάγουσα τα πιο πάνω ποσά, τα οποία δεν δικαιούται ως διαφορές μισθωμάτων, με αποτέλεσμα να είναι ενεργό, τόσο κατά την συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό (15.03.2018), όσο και κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου, στις 26.11.2019, το έννομο συμφέρον της τελευταίας, που τη νομιμοποιεί (70 ΚΠολΔικ) να ζητεί την αναγνώριση της ανυπαρξίας της πιο πάνω οφειλής της.
Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη αρνητική αναγνωριστική αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, κατά την πρώτη ευθέως εκ της συμβάσεως βάση της και να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα μισθώτρια του πιο πάνω περιγραφόμενου μισθίου ακινήτου, δεν οφείλει στην εναγόμενη εκμισθώτρια, εκ της από 27.06.2008 συμβάσεως μισθώσεως, που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, όπως αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικά μεταγενέστερα, ως διαφορά μισθώματος το ποσό των 3.128,01 ευρώ μηνιαίως και συνολικώς το ποσό των 12.512,04 ευρώ, ως διαφορά μηνιαίων μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2017, ως και Ιανουάριου 2018".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20.11.2018 έφεση κατά της υπ' αριθ. 834/31-5-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση, στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και προέβη στην εκδίκαση της αγωγής, την οποία δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι στα πλαίσια της από 27.06.2008 έγκυρης σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων και αφορούσε το μίσθιο ακίνητο, που περιγράφεται στο ιστορικό της παρούσας, η ενάγουσα δεν οφείλει στην εναγομένη, διαφορές μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2017 έως και 31-1-2018, εκ ποσού τριών χιλιάδων εκατόν είκοσι οκτώ ευρώ και ενός λεπτού (3.128,01) μηνιαίως και συνολικώς, εκ ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων δώδεκα ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (12.512,94).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ). Η πλημμέλεια δε που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη με τον λόγο αυτόν συνίσταται (αυτολεξεί) στο ότι αυτή "εσφαλμένα και παρά τα διδάγματα της κοινής πείρας κατέληξε σε συμπέρασμα που ουδεμία σχέση έχει με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που αφορούν τις συμβάσεις μισθώσεως, πολλώ μάλλον δε κρίνοντας παντελώς εσφαλμένα την ερμηνεία της μεθ' ημών με την αναιρεσίβλητη σύμβασης μισθώσεως και των τροποποιητικών πράξεών της.
Και τούτο γιατί....εφόσον το καταβλητέο μίσθωμα μετά τη λήξη της τροποποιητικής συμφωνίας και δη από 1-10-2017 και εφεξής μέχρι την νέα συμφωνία, ανήρχετο σε 5.000 ευρώ, τότε απλούστατα δεν θα υπήρχε λόγος για καμία νέα συμφωνία, αφού η αναιρεσίβλητη θα μπορούσε εσαεί και μέχρι την λήξη της μίσθωσης να καταβάλει μόλις 5.000 ευρώ (όπερ και εγένετο εν τέλει, μέχρι τις 31-7-2019 που η αναιρεσίβλητη μας είχε σε ομηρία), χωρίς να απαιτείται η συναίνεσή μας ως ιδιοκτήτες του ακινήτου και εκμισθωτές αυτής!!! γεγονός που φυσικά καταστρατηγεί κάθε έννοια δικαίου και καταλύει παντελώς την ίδια την ουσία της φύσης των αμφοτεροβαρών συμβάσεων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης".
Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, το μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο, με βάση τις συμφωνίες των μερών, έπρεπε να καταβάλει η αναιρεσίβλητη μισθώτρια στην αναιρεσείουσα εκμισθώτρια ανερχόταν στο ποσό των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου τέλους χαρτοσήμου και για το χρονικό διάστημα από 01.10.2017 και εφεξής μέχρι να καταρτισθεί μεταξύ των συμβαλλομένων νέα τροποποιητική (με αύξηση ή με διατήρηση) του ύψους του μισθώματος συμφωνία.
Στο αποδεικτικό δε πόρισμα αυτό το Εφετείο ήχθη, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, χωρίς να χρειασθεί να προβεί σε ερμηνεία της επίδικης σύμβασης, ούτε από τις παραδοχές του προκύπτει ότι διαπίστωσε, έστω με έμμεσο τρόπο, κάποιο κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προς αναζήτηση της αληθινής βούλησής τους.
Ο ισχυρισμός δε της αναιρεσείουσας περί παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας εκ μέρους της προσβαλλομένης, όσον αφορά την κρίση της περί του συμφωνηθέντος μεταξύ των συμβαλλομένων μερών καταβλητέου μισθώματος, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον η εν λόγω παράβαση αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς,ρ περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις άνω διακρίσεις. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για τις εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 9 και 19 (αληθώς 19) ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι: "κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αναγνώρισε ότι το καταβλητέο μίσθωμα, μετά τη λήξη κάθε τροποποιητικής σύμβασης, ήταν σε κάθε περίπτωση το τελευταίο καταβαλλόμενο και άρα από 1-10-2017 και εφεξής το ποσό των 5.000 ευρώ, μολονότι ουδέποτε προτάθηκε ή υπήρξε από την αναιρεσίβλητη δια του δικογράφου της αγωγής τέτοιο αίτημα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε αντιφατική κρίση στερούμενη νόμιμης βάσης....Ως εκ τούτου το Εφετείο οδηγήθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του σε κρίση επί του ζητήματος που ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης.....
Το Εφετείο παντελώς αυθαίρετα και χωρίς να το ζητήσει κανείς έκρινε ότι δεν ισχύει ο όρος 9 του αρχικού συμφωνητικού (τέλος χαρτοσήμου)....και κυριότερα έκρινε ότι το καταβλητέο, μετά τις 1-10-2017, μίσθωμα είναι μικρότερο από εκείνο που η αναιρεσίβλητη ως ενάγουσα ισχυριζόταν ότι έδει να καταβάλει....". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη πλημμέλειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές αυτής, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε των προβαλλομένων πλημμελειών της παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1205/2017).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τόσο τους αποδεικνυόμενους με τα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα ισχυρισμούς όσο και την κατάθεση της μάρτυρος που εξέτασε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας η αναιρεσίβλητη. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αναφέροντας μάλιστα μερικά εξ αυτών ρητά. Επίσης, από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα λοιπά φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, ανεξαρτήτως αν κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Επομένως, ο παραπάνω, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-11-2020 αίτηση της εταιρείας κυπριακού δικαίου με την επωνυμία "ELEKIA ENTERPRISES COMPANY LIMITED" για αναίρεση της υπ` αριθ. 212/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ