Supreme Court dismisses appeal against tax court decision, ruling lower court correctly applied proportionality principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to uphold a tax authority's debt notification. The State argued the appellate court erred by accepting the taxpayer's claim of administrative act invalidity due to vagueness, which would have voided the debt notices totaling over €280,000. The court rejected this, finding the appellate court correctly determined that the taxpayer's claim was inadmissible and that the lower court's assessment of the proportionality principle was sound. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the reduced court costs of €300.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's acceptance of a taxpayer's claim of administrative act invalidity due to vagueness, leading to the voiding of debt notifications, constitutes a valid exercise of judicial review and does not constitute a procedural error warranting an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1362 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1362/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ" (Α.Α.Δ.Ε.), που εδρεύει ομοίως ως άνω και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, ειδικότερα εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Άργους. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μάρκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3932/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5626/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 1-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 5626/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος - καθ' ου η ανακοπή, Ελληνικού Δημοσίου, μόνο κατά το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την υπ' αριθ. 3932/2013 πρωτοβάθμια οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την ανακοπή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", της οποίας η αναιρεσίβλητη είναι καθολική διάδοχος, με την οποία (ανακοπή) η ανακόπτουσα είχε ζητήσει, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, να ακυρωθούν η υπ' αριθ..../2007 ατομική ειδοποίηση χρεών της Δ.Ο.Υ.
Άργους, στην οποία εμπεριέχονται οι υπ' αριθ.... και .../2007 ατομικές ταμειακές βεβαιώσεις και οι σχετικές με αυτές εγγραφές στους χρηματικούς καταλόγους της ως άνω Δ.Ο.Υ., με τις οποίες καλείται να καταβάλει στο καθ'ου το συνολικό ποσό των 280.030,20 ευρώ, κατόπιν των επιβληθεισών κατασχέσεων εις χείρας της, ως τρίτης, που αφορούν τους αναφερόμενους οφειλέτες του Δημοσίου.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) δεδομένου ότι το Δημόσιο δεν υποχρεούται στην καταβολή του σχετικού (άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ) παραβόλου (άρθρο 19 παρ.1 του κ.ν.26-6-/10-7-1944 "κώδικος νόμων δικών δημοσίου", είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 67 Ν. 3842/2010, το οποίο όριζε ότι, εάν ο τρίτος δεν προβεί στη δήλωση ή προβεί μεν σ` αυτή αλλά εκπροθέσμως ή όχι κατά τον τύπο που διαγράφεται στο άρθρο 32 του παρόντος ν.δ/τος, λογίζεται ως οφειλέτης ολόκληρης της ποσότητας για την οποία έγινε η κατάσχεση, προκύπτει ότι η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε ή η εκπρόθεσμη ή η παράτυπη δήλωση δημιουργούσε αμάχητο τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά του οποίου δεν χωρούσε ανταπόδειξη, σε αντίθεση με τον ΚΠολΔ και το άρθρο 985 παρ.3 αυτού, σύμφωνα με το οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.
Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι εφόσον ο τρίτος, κατά του οποίου υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου για απόδοση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπροθέσμως την προβλεπόμενη στο άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωση, θεωρείται ότι οφείλει, στον οφειλέτη του Δημοσίου μόνο το χρηματικό ποσό ή την ποσότητα κινητών πραγμάτων που έλαβε από αυτόν και δεν καθίσταται οφειλέτης, κατ` αμάχητο τεκμήριο, ολόκληρου του ποσού, το οποίο ο οφειλέτης του Δημοσίου οφείλει στο τελευταίο (Α.Π.918/2020, Σ.Τ.Ε.1904/2010, Σ.Τ.Ε. 47/2003), άποψη η οποία στηρίζεται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
αλλά και στην εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας (άρθρα 4 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος).
Εξάλλου, το άνω άρθρο 33 του ΚΕΔΕ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 του Ν. 3842/2010, το οποίο ορίζει ότι "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθού ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση". Με τη διάταξη αυτή διαφοροποιούνται οι συνέπειες της παράλειψης από τον τρίτο υποβολής δήλωσης ή υποβολής αυτής εκπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, διατηρείται το τεκμήριο της οφειλής εκ μέρους του τρίτου όλης της κατασχεθείσας απαίτησης του Δημοσίου κατά του καθού, πλην όμως για λόγους χρηστής διοίκησης και επιείκειας, το παραπάνω τεκμήριο τώρα γίνεται μαχητό και παρέχεται η δυνατότητα στον τρίτο να το ανατρέψει, προσβάλλοντας την εις βάρος του ταμειακή βεβαίωση και αποδεικνύοντας ότι η οφειλή του προς τον καθού η κατάσχεση είναι ανύπαρκτη ή μικρότερη του ποσού για το οποίο έγινε κατάσχεση (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 3842/2010 υπό το αρθρ.67, Α.Π.918/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο προϊστάμενος της ΔΟΥ Άργους, για την εξασφάλιση χρεών που βεβαιώθηκαν σε βάρος των οφειλετών του Ελληνικού Δημοσίου (καθ'ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος), Π.
Τ. του Κ., Δ. Κ. του Β., Ζ. Σ. του Κ., Μ. Α. του Δ. και Φ. Δ. του Κ., επέβαλε με τα υπ' αριθ. πρωτ. 616/2006, 1475/2006, 1467/2006, 1484/2006 και 1499/2006 κατασχετήρια στα χέρια της ανακόπτουσας (και ήδη, ως καθολικής διαδόχου αυτής, αναιρεσίβλητης) τράπεζας, ως τρίτης, όσα όφειλαν ή των μελλοντικά οφειλομένων προς αυτήν, ειδικότερα αναφερομένων για τον καθένα ποσών, και σε κάθε κατασχετήριο επισυνάπτεται πίνακας χρεών που αφορά τις οφειλές του κάθε οφειλέτη στον οποίο αναφέρονται αναλυτικά τα στοιχεία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος που αφορούν οι βεβαιωμένες οφειλές, το είδος της οφειλής, το κεφάλαιο και τους τόκους καθώς και τις λοιπές προσαυξήσεις.
Τα ανωτέρω κατασχετήρια, επιδόθηκαν στην ανακόπτουσα, όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες κατωτέρω εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ. και συγκεκριμένα στις 20-2-2006, για τον Π. Τ. και στις 28-2-2006 για τους λοιπούς... Η ανακόπτουσα δεν προέβη, όπως υποχρεούνταν εντός της 8ημερης προθεσμίας στην δήλωση του άρθρου 32 του ΕΔΕ, αλλά με το από 7-3-2006 έγγραφο της, το οποίο, εκπρόθεσμα επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 13-3-2006 ...
γνωστοποίησε ότι σε αυτήν δεν υφίστανται λογαριασμοί των ανωτέρω προσώπων πλην του Τ., για τον τελευταίο δε γνωστοποίησε στη ΔΟΥ Άργους με το από 27-2-2006 έγγραφο της στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο (έγγραφο) επιδόθηκε στις 2-3-2006 ... ότι δεν υφίσταται ουδείς λογαριασμός ούτε του ως άνω οφειλέτη στην Τράπεζα της.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ακολούθως, με τα Α.Π ... και ...-2007 έγγραφα του προς τη ΔΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, έδωσε εντολή να προχωρήσει η τελευταία σε βεβαίωση (εν στενή εννοία) του ποσού των 2.198,54 ευρώ για τον οφειλέτη Τ. Π. και του ποσού των 227.831,66 ευρώ για τους λοιπούς οφειλέτες και η ανακόπτουσα, όπως ομολογεί στην ανακοπή της, παρέλαβε στις 27-9-2007 την υπ'αριθ. ...-2007 ατομική ειδοποίηση χρεών της ΔΟΥ Αργούς μαζί με τις ...
και .../2007 ταμειακές βεβαιώσεις με τις οποίες ο ως άνω Προϊστάμενος βεβαίωσε σε βάρος της ανακόπτουσας το συνολικό ποσό των 280.030,20 ευρώ πλέον της δικαστικής δαπάνης... το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι υφίσταται παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων με το να κάνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο τον έκτο λόγο της ανακοπής και να ακυρώσει εντέλει την .../2007 ατομική ειδοποίηση χρεών της ΔΟΥ Αργούς μαζί με τις ...
και .../2007 ταμειακές βεβαιώσεις, με τις οποίες ο Προϊστάμενος της ανωτέρω ΔΟΥ βεβαίωσε σε βάρος της ανακόπτουσας το συνολικό ποσό των 280.030,20 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, εν συνεχεία δε, αφού έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων έφεσης που πλήττουν την ουσιαστική βασιμότητα των λοιπών λόγων ανακοπής, αφού η παραδοχή ενός λόγου οδηγεί στην ακύρωση των ανακοπτομένων πράξεων, δέχθηκε την έφεση μόνο ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε όμοια ως προς τον παραπάνω λόγο ανακοπής, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τις ανακοπτόμενες πράξεις.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 32 και 33 του ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ), όπως το δεύτερο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 67 Ν. 3842/2010, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η υποβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης - ανακόπτουσας - Τράπεζας, ύστερα από την επιβολή στα χέρια της, ως τρίτης, από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., σχετικών κατασχετηρίων για την εξασφάλιση χρεών που βεβαιώθηκαν σε βάρος των οφειλετών του Δημοσίου, εκπρόθεσμης, κατά το άρθρο 32 του ν.δ.356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε), δήλωσης δεν δημιουργεί αμάχητο σε βάρος της τεκμήριο ότι αυτή οφείλει στους οφειλέτες του Δημοσίου όλο το χρηματικό ποσό (εν προκειμένω 280.030,20 ευρώ) για το οποίο οι εις βάρος της κατασχέσεις, αλλά μόνο το ποσό που έλαβε από τους οφειλέτες και εν προκειμένω ουδέν, καθόσον η αντίθετη παραδοχή (περί αμάχητου τεκμηρίου) οδηγεί σε ανεπιεικείς καταστάσεις, άποψη που στηρίζεται στην εφαρμογή και των συνταγματικών αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος έφεσης αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (Α.Π. 1187/2021, 1588/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π.1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π.747/2019, Α.Π.841/2017, Α.Π.118/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι υφίσταται παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων με το να κάνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο τον έκτο λόγο της ανακοπής και να ακυρώσει εντέλει την .../2007 ατομική ειδοποίηση χρεών της ΔΟΥ Αργούς μαζί με τις ...
και .../2007 ταμειακές βεβαιώσεις, με τις οποίες ο Προϊστάμενος της ανωτέρω ΔΟΥ βεβαίωσε σε βάρος της ανακόπτουσας το συνολικό ποσό των 280.030,20 ευρώ, και αλυσιτελώς ερεύνησε και τους άλλους δύο λόγους ανακοπής, αφού αν γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος έστω και ένας λόγος της ανακοπής που οδηγεί σε ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.
Για τους ίδιους λόγους παρέλκει και η έρευνα και των λοιπών λόγω έφεσης που αναφέρονται στην ουσιαστική βασιμότητα της ανακοπής..." Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο έπληττε την ουσιαστική βασιμότητα σχετικού λόγου ανακοπής της αναιρεσίβλητης περί ακυρότητας των ανακοπτομένων διοικητικών πράξεων λόγω αοριστίας τους.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο έφεσης για τον οποίο έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα αυτού, που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα λόγου της ανακοπής, αφού απορρίφθηκε ο παραπάνω λόγος έφεσης που έπληττε την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω λόγο ανακοπής, του οποίου (λόγου ανακοπής) η παραδοχή οδήγησε στην ακύρωση των ανακοπτόμενων διοικητικών πράξεων.
Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚπολΔ) να καθορισθούν όμως στα όρια του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1/10/2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθ. 5626/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει μειωμένα στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ