Supreme Court dismisses appeal against appellate court's property dispute decision regarding ignored expert report.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate court decision in a property dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a submitted technical expert report, claiming a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court ruled this argument baseless because the appellate judgment explicitly stated it had taken into account all documents presented by the parties, including the expert report, without needing specific mention for each one. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's general reference to considering all submitted documents without specific evaluation of each constitutes a valid exercise of free assessment of evidence, precluding an appeal based on alleged omission of a specific document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1338 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1338/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Μπούρα.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-1-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1184/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2807/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21-10-2022 (αριθ. κατάθ. 188/24-10-2022) κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος κατά της καθής η κλήση-αναιρεσίβλητης, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 8-7-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2597/322/2021) αίτηση αναίρεσης, μετά τη ματαίωση συζήτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 21-10-2022. Με την υπό κρίση, από 8-7-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2597/322/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 2807/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:
Με την από 1-1-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4095/276/2019) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτή (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος Θ. Λ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του ως οδηγού της με αριθ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και την πρόκληση σε αυτή υλικών ζημιών. Ζήτησε δε, να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρο, ως θετική και αποθετική ζημία, το ποσό των 76.522,35 ευρώ, παραιτούμενος στη συνέχεια, με δήλωσή του στα πρακτικά και στις κατατεθείσες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο και τρέποντας σε εν μέρει αναγνωριστικό μέρος των αιτημάτων του για διαφυγόντα εισοδήματα και αμοιβές αποκλειστικών νοσοκόμων, όπως ειδικότερα κατά κονδύλια αυτά προσδιορίστηκαν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1184/2019 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.201,75 ευρώ, ενώ υποχρεώθηκε η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 7.726,04 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: α) η από 20-6-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 52746/4159/2019) έφεση του ενάγοντος και β) η από 3-9-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 75457/5824/2019) έφεση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με τις οποίες οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και ο μεν ενάγων την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής, η δε εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου της και την επαναφορά των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση.
Το ως άνω δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την από 1-1-2019 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως βάσιμη κατ' ουσία, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.991,69 ευρώ, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 600,88 ευρώ, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της εκκαλούσας-εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας περί επαναφοράς των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση υποχρεώνοντας τον ενάγοντα να καταβάλει στην εναγόμενη-αιτούσα το ποσό των 421,62 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες(ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 1217/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 12/2020).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 551/2020).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 522/2021, ΑΠ 306/2021).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...", ενώ κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του ίδιου νόμου "...ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον, εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας...'' και κατά την παρ. 5 '' ..ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως..", κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει τη ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει τη ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων.....ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας....
Τέλος, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους..''.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, σχετικά με το ζήτημα των συνθηκών του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ` αυτό και ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''...στις 31/03/2018 και περί ώρα 17:50, ο Θ.
Λ. που οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. ... I.X. αυτοκίνητο, ασφαλισμένο για την αστική του ευθύνη έναντι τρίτων στη δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο, με χαμηλή, περί τα 20 χλμ., ταχύτητα, επί της οδού ..., στη περιοχή ..., με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ..., με πρόθεση να διενεργήσει αριστερό ελιγμό (στροφή), στη συμβολή των οδών ...
και ... Η οδός ..., είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση κυκλοφορίας και το συνολικό πλάτος της οδού ανέρχεται στα 10,70 μέτρα. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κινείτο επί της ίδιας ως άνω οδού, ομόρροπα με τον πρώτο εναγόμενο στην ίδια με αυτόν κατεύθυνση και όπισθεν αυτού.
Όταν ο Θ. Λ. έφτασε στη συμβολή των οδών ... και ..., επιχείρησε, όπως προειπώθηκε, να στρίψει αριστερά και ξεκίνησε να ενεργεί αριστερό ελιγμό, χωρίς όμως προηγουμένως να έχει κάνει επαρκή έλεγχο στα οχήματα που τον ακολουθούν. Ταυτόχρονα ο ενάγων, δεν τηρούσε επαρκή απόσταση ασφαλείας και δεν πήρε μέτρα προφύλαξης από τον ανωτέρω οδηγό του αυτοκινήτου, επιχειρώντας να τον προσπεράσει από αριστερά, κατά τον χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου ξεκινούσε τον ελιγμό του και ενώ βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από το αυτοκίνητο, ο ενάγων επιχείρησε να κάνει επικίνδυνο ελιγμό επάνω στη στροφή και κατά την διάρκεια που ο οδηγός του αυτοκινήτου επιχειρούσε ήδη τον ελιγμό του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, καθόσον δεν άφησε περιθώρια στον οδηγό του αυτοκινήτου, να ολοκληρώσει τον ελιγμό του, να ευθυγραμμίσει το όχημα του και να πάρει την ορθή θέση το αυτοκίνητο επί της οδού.
Αποτέλεσμα των ενεργειών των ανωτέρω οδηγών των οχημάτων, ήταν ο μπροστινός τροχός της μοτοσικλέτας, να βρεθεί στο ύψος του οπίσθιου αριστερού φτερού- φαναριού του αυτοκινήτου και να συγκρουσθεί με αυτό, μετά δε τη πρόσκρουση η μοτοσικλέτα έπεσε στο οδόστρωμα μαζί με τον αναβάτη της, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο ενάγων (...).
Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, τα χαρακτηριστικά της οδού είναι: ευθεία με ελαφρά ανωφέρεια στη πορεία των οχημάτων, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, η κυκλοφορία των πεζών αραιή, η ορατότητα κανονική, οι καιρικές συνθήκες αίθριες, ίχνη τροχοπεδήσεως δεν βρέθηκαν, ίχνη πλάγιας ολίσθησης δεν βρέθηκαν, αίμα δεν βρέθηκε.
Τα δε θραύσματα που ανευρέθηκαν και αφορούσαν τη δίκυκλη μοτοσικλέτα ήταν διάσπαρτα επί της οδού ... Το όχημα Β που αφορά τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, βρισκόταν στη θέση Β1 του σχεδιαγράμματος της τροχαίας. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ανωτέρω σύγκρουση, οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών των οχημάτων.
Ο οδηγός της μοτοσικλέτας έχει ποσοστό συνυπαιτιότητας 80%, καθόσον ως μέσος συνετός οδηγός δεν κατέβαλε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια που απαιτείται σε ανάλογες περιστάσεις, δεν είχε διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του, δεν τηρούσε επαρκή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, επιχείρησε προσπέρασμα επάνω στη στροφή, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας των λοιπών χρηστών της οδού, δεν υπολόγισε καθόλου τις πλευρικές αποστάσεις ασφαλείας, που θα του επέτρεπαν να πραγματοποιήσει τον ελιγμό του και να προσπεράσει το αυτοκίνητο, καθόσον δεν κατέλαβε καθόλου μέρος της οδού που ήθελε να εισέλθει, εφόσον η σύγκρουση είχε ήδη γίνει στη στροφή και όχι εντός του οδοστρώματος, που ήθελαν να διασχίσουν τα δύο οχήματα.
Άλλωστε σύμφωνα με το σχετικό σχεδιάγραμμα της τροχαίας καθώς και με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, η μοτοσικλέτα του ενάγοντα βρέθηκε στο μέσον της συμβολής των οδών, επάνω στη στροφή και όχι πλησίον του ορατού τμήματος της οδού ....
Ο ενάγων δεν άφησε καθόλου περιθώρια, ούτε στον εαυτό του, ούτε στον οδηγό του προπορευόμενου οχήματος, να εκτελέσει ο δεύτερος τους χειρισμούς του, να διορθώσει σταδιακά - ομαλά την πορεία του, να γίνει εμφανής η θέση του επί της οδού και εν γένει να γίνουν αντιληπτά τα περιθώρια κινδύνου, προκειμένου οι όποιοι στη συνέχεια ελιγμοί του ενάγοντος, να πραγματοποιούνταν με ασφάλεια.
Ο ενάγων σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1, τη διάταξη του άρθρου 17 παρ 3 εδ. δ', 4 και 5, τη διάταξη του άρθρου 19 παρ 1, 2, 3 και 7 καθώς και τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 2696/1999 όπως ισχύει, δεκτής γεννώμενης εν μέρει της ένστασης συνυπαιτιότητας, στην επέλευση του ατυχήματος, που προέβαλε νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η δεύτερη εναγομένη.
Ο Θ. Λ., οδηγός του αυτοκινήτου ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 20%, διότι δεν κατέβαλε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθόσον κατά την διάρκεια που εκτελούσε τον ελιγμό του, όφειλε προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη την θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.
Έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 2696/1999 όπως ισχύει. Η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε ποσοστά συνυπαιτιότητας για μεν τον ενάγοντα 60%, αντί του ορθού 80%, για δε τον οδηγό του αυτοκινήτου 40%, αντί του ορθού 20%, μη ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος..''.
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 και 914 του ΑΚ και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα αμέλεια καθενός των ως άνω εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών.
Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας (άρθρο 330 β'του ΑΚ), που επέδειξε ο ενάγων οδηγός της με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας στη πρόκληση του εν λόγου αυτοκινητικού ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 17 παρ. 1, 5 και 19 παρ.1, 2, 3 του ν. 2696/1999, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, η, συνυπαιτιότητα, για την πρόκληση του ατυχήματος στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα οδηγό συνίσταται, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, στο ότι κατά το χρόνο που ο οδηγός του προπορευόμενου με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου επιχειρούσε ήδη ελιγμό προς τα αριστερά για να εισέλθει από την οδό ..., στο ρεύμα της οποίας κινείτο σύννομα, στην οδό ..., επιχείρησε να τον προσπεράσει από αριστερά με επικίνδυνο ελιγμό επάνω στη στροφή και ενώ βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από το αυτοκίνητο, μη τηρώντας επαρκή απόσταση ασφαλείας από αυτό, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, καθόσον δεν άφησε περιθώρια στον οδηγό του αυτοκινήτου, να ολοκληρώσει τον ελιγμό του ούτε να ευθυγραμμίσει το όχημά του και να πάρει την ορθή θέση το αυτοκίνητο επί της οδού.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παράθεσης ασαφών, ανεπαρκών και αντιφασκουσών αιτιολογιών στη προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τη συντρέχουσα αμέλεια αυτού κατά ποσοστό 80% στο ένδικο ατύχημα, ως οδηγού της με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, δεν διευκρινίζονται:
α) σε ποιο σημείο του ρεύματος πορείας επί της οδού ... κινείτο το ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο του πρώτου (αρχικά) εναγόμενου πριν από την πρόσκρουση σε αυτό της ακολουθούσας δίκυκλης μοτοσικλέτας, β) ποια η απόσταση μεταξύ του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου και της δίκυκλης μοτοσικλέτας τη στιγμή που το πρώτο όχημα επιχειρούσε στροφή αριστερά για να εισέλθει από την οδό ...
στην οδό ..., γ) ποιό επαρκή έλεγχο παρέλειψε να κάνει ο εναγόμενος οδηγός του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, εφόσον ήθελε να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στην οδό ..., στα οχήματα που τον ακολουθούσαν (μεταξύ αυτών και της μοτοσικλέτας του ενάγοντος), δ) αν ο εναγόμενος οδηγός του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου προτιθέμενος από την οδό ..., στην οποία κινείτο, να στρίψει αριστερά και εισέλθει στην οδό ...
άναψε τον αριστερό δείκτη πορείας (φλάς) και αν αντιλήφθηκε ή όχι τα όπισθεν ή παραπλεύρως αυτού κινούμενα οχήματα, ε) ποιά απόσταση τηρούσε ο ενάγων από το προπορευόμενο όχημα και ποιά έπρεπε να τηρεί, στ) ποία μέτρα προφύλαξης δεν έλαβε ο ενάγων από το προπορευόμενο αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου και ζ) γιατί δεν εμφανίζονται στην έκθεση αυτοψίας ίχνη τροχοπεδήσεως και ίχνη πλάγιας ολίσθησης της μοτοσικλέτας του ενάγοντος.
Τούτο δε, διότι όλες οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις και ασάφειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Ταύτα δε, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων αφού, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι συνθήκες της οδού ... (ευθεία, με ελαφρά ανωφέρεια, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 10,70 μ.), η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων (ομόρροπη κίνηση αυτών, με προπορευόμενο το επιβατηγό αυτοκίνητο και όπισθεν αυτού η δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος), η θέση αυτών επί της οδού πριν αλλά και μετά από τη σύγκρουση όπως αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων (μπροστινός τροχός της μοτοσικλέτας και οπίσθιο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου), η έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης και ιχνών πλάγιας ολίσθησης, ενώ τα θραύσματα που ανευρέθηκαν και αφορούσαν τη μοτοσικλέτα βρέθηκαν επί της οδού ...
προσδιορίζοντας περαιτέρω ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα επιχείρησε υπέρβαση του προπορευόμενου οχήματος, το οποίο ήδη ενεργούσε ελιγμό προς τα αριστερά (στην οδό ...), επάνω στη στροφή, χωρίς να καταλάβει καθόλου μέρος της οδού στην οποία είχε πρόθεση να εισέλθει, καθόσον η σύγκρουση έγινε στη στροφή και όχι εντός του οδοστρώματος, το οποίο ήθελαν να διασχίσουν τα δύο οχήματα, προσδιόρισε δε και την αμελή συμπεριφορά του οδηγού του προπορευόμενου αυτοκινήτου που συνίσταται στο ότι κατά την διάρκεια που εκτελούσε τον ελιγμό του, δεν βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να ενεργήσει τον ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη την θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.
Η εμπεριεχόμενη δε στον ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση, κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το πιο πάνω ύψος του ποσοστού συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού (80%) στο ένδικο ατύχημα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ο καθορισμός του ποσοστού εμπίπτει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 961/2020).
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, αλλά και των άρθρων 591 παρ. 1 και 614 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1229/2023, 1630/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).
Εξάλλου, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρ. 390 του ΚΠολΔ) δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται ειδικά (Ολ.ΑΠ 848/1981, ΑΠ 596/2020, ΑΠ 1634/2018, ΑΠ 1106/2014, ΑΠ 858/2011, ΑΠ 107/2010).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρείων, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, ούτε αξιολόγησε για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, την προσκομισθείσα από αυτόν, από 25-10-2018 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου-μηχανικού Π.
Κ., την οποία ουδόλως μνημονεύει. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι "..λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, εκτιμώμενα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς..", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και το ανωτέρω, φερόμενο ως αγνοηθέν, έγγραφο και το συνεκτίμησε, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο ο αναιρεσείων, δεν ήταν δε ανάγκη να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Σε ακολουθία των παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8-7-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2597/322/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 2807/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ