Legislator Case Law & Legislation
858/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest and insufficient reasoning regarding will validity.

Case Number 858/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting her appeal against a will's invalidity. The appellant argued the will was forged and lacked proper execution, but the Court of Appeal had already rejected her claim based on insufficient evidence. The Court ruled the appeal inadmissible because the appellant lacked legal interest to raise the specific ground regarding the lack of a preliminary ruling, and the appeal was also rejected for being vague and lacking sufficient reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(13), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to raise the specific ground, and an appeal is rejected if the complaint is vague or lacks sufficient reasoning regarding the facts and evidence.

Keywords

AI generated
legal interest requirement insufficient reasoning appeal will validity evidence preliminary ruling necessity vague appeal complaint Code of Civil Procedure appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 340(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 28/1998
AP 57/1990
AP 861/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 858 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 858/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σκούτα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. συζ. Ι. Π., το γένος Σ. Γ., και 2. Ε. Γ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Σβερκούνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/ΤΠ/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2010 αίτησή της και με τους από 31-8-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων-με την οποία ζήτησαν αυτοί να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της (φερόμενης ως) ιδιόγραφης από 1-1-1999 διαθήκης της μητέρας των διαδίκων Β.

χας Σ. Γ. ως πλαστής, γιατί δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα αυτή διότι δέχτηκε ότι η εν λόγω διαθήκη δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, παραβίασε "κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη αυτόν περί της αληθούς βουλήσεως της διαθέτιδας, άσχετα αν στην περίπτωση αυτή φέρεται ότι η υπό κρίση διαθήκη δεν γράφηκε και δεν υπογράφηκε από τη διαθέτιδα".

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, επειδή, μολονότι εκτίθεται στο αναιρετήριο η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν παρατίθεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε εκτίθενται με πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές του δικάσαντος Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο αυτό, με βάση τα οποία διαμόρφωσε τη νομική κρίση του και κατέληξε στην παραδοχή της ένδικης αγωγής, ούτε, τέλος, αναφέρεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε οφείλεται σε εσφαλμένη ερμηνεία ή κακή εφαρμογή της, ώστε να εξακριβωθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Η αναφερόμενη δε στο αναιρετήριο διάταξη του άρθρου 127 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (ενήλικος) είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία", δεν έχει καμία σχέση με την ουσία της υπόθεσης που αφορά τη γνησιότητα της επίμαχης διαθήκης.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ιδρύει η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 εδαφ.α' του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 110 του ΚΠολΔ που καθιερώνει τέσσερις θεμελιώδεις αρχές της πολιτικής δίκης, ήτοι:

α) την ισότητα των διαδίκων, β) την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, γ) την υποχρέωσε εμφανίσεως των διαδίκων και δ) την αρχή της δημοσιότητας έναντι των διαδίκων, γιατί ο μάρτυρας Ι. Π., ως σύζυγος της πρώτης αναιρεσίβλητης, "είχε ειδικό έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και χειρίστηκε την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων, με αποτέλεσμα και λόγω ιδιότητας αλλά και γνώσεων να έχει πλήρη γνώση ιδιαίτερων ή και ευαίσθητων στιγμών (και) της θανούσας και (αυτής-αναιρεσείουσας) και να θεωρηθεί ως αξιόπιστη η κατάθεσή του, ενώ αυτό ακριβώς έπρεπε να είχε αποφευχθεί, προκειμένου να μην παραβιασθούν τα ίσα δικαιώματά (της) στη δίκη", οι δε αντίδικες αδελφές της ενώπιον και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εμφανίσθηκαν "με τετράδα δικηγόρων (και ως μαρτύρων) ενώ αυτή μόνο με ένα", πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις του άρθρου 110 ΚΠολΔ δεν είναι ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικού τοιούτου και έτσι η παραβίασή τους δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.

Ο ίδιος λόγος ως προς το πρώτο μέρος του, εκτιμώμενος ότι με αυτόν αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π. το Εφετείο την εκτίμησε ελεύθερα, όπως είχε δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) και δεν απέδωσε σε αυτήν μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη αναφορικά με το κρίσιμο εδώ ζήτημα της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περίπτ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους, όπως ορθά εκτιμώνται, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 9 περιπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα γιατί έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι η επίμαχη (από 1-1-11999) ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη γιατί δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, χωρίς με την αγωγή να έχει υποβληθεί τέτοιο αίτημα, αφού, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, "με την ένδικη αγωγή εζητείτο να κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη μόνο ως πλαστή". Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της εν λόγω από 11-9-2007 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν υποβλήθηκε το αίτημα αυτό, ήτοι να αναγνωρισθεί ότι η επίμαχη (από 1-1-1999), ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, γιατί δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, και συνεπώς οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης, ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

IV. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση, του παραδεκτό των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτώς και νόμιμος.

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα γιατί παρά το νόμο έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα Ι.

Π., αφού οι ήδη αναιρεσίβλητες ενάγουσες πρότειναν και εξετάστηκε από το Δικαστήριο ο μάρτυρας αυτός κατά παραβίαση του άρθρου 116 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης και το καθήκον αληθείας, δεδομένου ότι εξετάστηκε με επιμέλειά τους, αφού προηγουμένως είχε παραστεί ως πληρεξούσιός τους στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και, έτσι, κατά την εξέτασή του ως μάρτυρας μπόρεσε να αξιοποιήσει τα έγγραφα και τις ειδικότερες γνώσεις του, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.

V. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά, γι' αυτά καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 339 και 390 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχτηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, εφόσον συντάχτηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα, που υποβάλλονται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα διότι αναφορικά με το κρίσιμο εδώ ζήτημα της γνησιότητας της διαθήκης απέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη "στη γραφολογική εξέταση της Μ.-Μ. Κ. (η οποία ορίσθηκε από τις ήδη αναιρεσίβλητες ενάγουσες) και στην κατάθεσή του μάρτυρα Ι. Π.", συζ. της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας, την οποία θεωρεί πειστική, αν και ως δικηγόρος "είχε την ικανότητα και τη διαύγεια να απαντά κατά τρόπο συμφέροντα προς τις ήδη αναιρεσίβλητες ενάγουσες". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τόσο τη γραφολογική εξέταση της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ. Κ. όσο και την κατάθεση του Ι. Π. το Εφετείο- για την οποία έχει άλλωστε ήδη εκτεθεί- τις εκτίμησε ελεύθερα, όπως είχε δικαίωμα από το νόμο (άρθρα 340 και 390 ΚΠολ) και δεν απέδωσε σε αυτές μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, από εκείνη που είχαν κατά νόμο.

VI. Επί αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, το χαρακτήρα της οποίας έχει και η αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης λόγω μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής της από το διαθέτη, προς ευδοκίμηση αυτής αρκεί μόνη η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσόμενη, από τον ενάγοντα, κατά του προβαλλόμενου δικαιώματος του εναγομένου, άρνηση.

Ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στηρίζουν το προβαλλόμενο από αυτόν δικαίωμα, δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης, ως μαχόμενος υπέρ του κύρους της και αντλών δικαίωμα από αυτήν. Η προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει όταν γράφτηκε από τρίτο με υπαγόρευση του διαθέτη.

Στην περίπτωση, όμως, που προβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός για πλαστότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν οφείλει να αποδείξει αυτός που τον προβάλλει. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε του ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους της απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεων απόφασης. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται πλέον κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.5 εδάφ.

α' και 7 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν (από 1-1-2002 κατά τη διάταξη του άρθρου 15 εδάφ. α' του ν. 2493/2001), η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μια δικάσιμο, η οριστική δε απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.

Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος, ιδρύεται μόνο όταν το βάρος απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά νόμο ο τελευταίος δεν έφερε αυτό και, έτσι, ο σχετικός ισχυρισμός του απορρίφθηκε για έλλειψη αποδείξεων ή ανεπάρκεια αυτών, κατ' εφαρμογή του κανόνα "μη αποδεικνύοντος του φέροντος το βάρος της απόδειξης, ο αντίδικος απαλλάσσεται", γιατί εάν προσκομίστηκαν αποδείξεις, αδιάφορα από ποιο διάδικο και μετά την εκτίμησή τους από το δικαστήριο, ενόψει της επιταγής του άρθρου 346 ΚΠολΔ, περί της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου του επίμαχου ισχυρισμού, ο οποίος απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, αφού ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντα για την προβολή του λόγου αυτού της αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, γιατί αυτό απέρριψε τον πραγματικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ολόκληρη η διαθήκη έχει γραφεί με το χέρι της μητέρας των διαδίκων και φέρει την υπογραφή της και έκανε ως άνω δεκτή την αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης, διότι δέχτηκε ότι δεν έχει γραφεί χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, ενώ έπρεπε να χωρήσει στην έκδοση απόφασης και να διατάξει περαιτέρω αποδείξεις, αφού 1) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η άμεση ωφέλειά της από τη διαθήκη, 2) η ίδια παρέμεινε άγαμη εξαιτίας των δύο γονέων τους και αφιέρωσε όλη της τη ζωή γι' αυτούς, 3) οι ήδη αναιρεσίβλητες ενάγουσες γνώριζαν ότι η αληθινή βούληση της διαθέτιδας ήταν αυτή που διατυπώθηκε στη διαθήκη και 4) ο ειδικός γραφολόγος Ιωάννης Δόσης, στον οποίο αυτή (ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη) απευθύνθηκε, προκειμένου να αποφανθεί αν πράγματι η διαθήκη είναι πλαστή, κατέληξε στο σαφές συμπέρασμα, ότι η διαθήκη δεν έχει γραφεί με το χέρι της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης.

Ο λόγος, όμως, αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, αλλιώς γιατί η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον για να προβάλει την αμέσως πιο πάνω αιτίαση, αφού το Εφετείο απέρριψε τον προεκτιθέμενο πραγματικό ισχυρισμό της - του οποίου σύμφωνα με τα παραπάνω είχε το βάρος της απόδειξής του - ότι ολόκληρη η διαθήκη έχει γραφεί με το χέρι της μητέρας των διαδίκων και φέρει την υπογραφή της, και έκανε ως άνω δεκτή την αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης, διότι δέχτηκε ότι δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, λόγω επάρκειας των αποδείξεων που προσκομίστηκαν από τις αντίδικές της και ήδη αναιρεσίβλητες ενάγουσες.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 13 του άρθρου 559, επίσης, του ΚΠολΔ, ότι η αγωγή έγινε ως άνω δεκτή χωρίς να διαταχθεί απόδειξη για την πλαστότητα της διαθήκης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης, για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης, στηρίζει αυτοτελώς η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου χωρίς να είναι αναγκαία και η παραδοχή ότι η διαθήκη είναι πλαστή.

VII. Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία, επαγόμενη αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά, όσα είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελίωση της εφαρμοσθείσας διάταξης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και όταν υπάρχουν ελλείψεις, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ της οποίας όμως πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, η επιταγή του άρθρου 340 παρ.2 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στην απόφαση οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, δεν σημαίνει ότι ο δικαστής βαρύνεται με την υποχρέωση να επιλαμβάνεται ιδαιτέρως ενός εκάστου των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ή των επιχειρημάτων των διαδίκων (βλ.

ΑΠ 861/1984). Ο τέταρτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα γιατί δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά "των αποδεικτικών στοιχείων και δη των εγγράφων", με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, το Εφετείο δεν βαρυνόταν με τέτοια υποχρέωση.

Ο ίδιος, κατά το πρώτος μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με αριθμητική απλώς μνεία, επικαλείται τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 10, 11 και 12, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς την παράθεση οικείου πραγματικού, είναι αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2010 αίτηση της Ε. Γ., καθώς και τους από 30-8-2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 269/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ