Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding compensation claim already decided by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision to set compensation rates for expropriated property. The appellants, heirs of the deceased original claimant, sought recognition as entitled to compensation, but the lower court rejected this based on res judicata arising from a prior single-instance court decision. The Court upheld this ruling, noting that the heirs had already entered the legal position of the deceased and could not simultaneously pursue the same issue in a new trial, thereby preventing contradictory judgments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 495, 22 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata bars a party from raising a claim already decided by a final judgment, even if the party is a successor to the original litigant, to prevent contradictory decisions and ensure legal certainty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 596 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 596/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Α., 2) Α. Κ. του Α., 3) Α. Κ. του Α. και 4) Κ. χας Α. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 7-11-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αποβιώσαντος Α. Κ. του Α., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι ήδη αναιρεσείοντες (μετά την έκδοση της 279/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 1-2-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 140/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2-12-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 364/2010 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ο αρχικώς αιτών αποβιώσας Α. Κ. του Α. και στη συνέχεια οι νόμιμοι κληρονόμοι του (ήδη αναιρεσείοντες), ζήτησαν να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους με ΑΚΠ …., να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας τους, να αναγνωρισθεί ότι δεν ωφελούνται από την κατασκευή του έργου και να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημίωσης που θα ορισθεί.
Επί της αιτήσεως αυτής, που συνεκδικάσθηκε με την από 1-2-2011 (αριθμ. καταθ. 21/2011) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και αιτήσεις ιδιοκτητών άλλων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 140/2018 απόφαση του Εφετείου Πατρών (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας του με ΑΚΠ … ακινήτου των αναιρεσειόντων σε 25 ευρώ/τ.μ., καθορίσθηκε η ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα του με ΑΚΠ ...
ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, σε ποσοστό 10%, αναγνωρίσθηκε ότι το ως άνω ακίνητο δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωση και, επομένως, δεν αυτοαποζημιώνεται ούτε συμμετέχει στις δαπάνες ή αποζημιώσεις άλλων ιδιοκτησιών, ενώ το αίτημα για αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων αποζημίωσης του ως άνω ακινήτου απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενού ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον ίου δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για προσωρινό καθορισμό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το νόμο 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002. Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ν. 2882/2001, όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3193/2003, ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".
Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι' αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη "ιδίως", κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.
Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 56/2018, ΑΠ 558/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1202/2008).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί η βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα και η αναφορά του είδους αυτών (μάρτυρες, έγγραφα κ.τ.λ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης και διάκριση από ποια προκύπτει άμεση ή έμμεση απόδειξη, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 523/2016, ΑΠ 813/2003).
Εξάλλου, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ) δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται ειδικά (Ολ.ΑΠ 848/1981, ΑΠ 107/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, μεταξύ των οποίων και του με ΑΚΠ … ακινήτου των αναιρεσειόντων, καθώς και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εδαφικών τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του ΜονΠρΗλείας κατά τη συνεδρίαση της 11-11-2009 και περιέχονται στα υπ' αριθμ. 279/2010 πρακτικά του εν λόγω δικαστηρίου, των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 18ης-9-2014 αυτού του Δικαστηρίου, όλων των εγγράφων και όλων των φωτογραφιών, ορθοφωτοχαρτών που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο με επίκληση των διαδίκων, τόσο κατά την αρχική συνεδρίαση (18-9-2014), όσο και κατά την επαναλαμβανόμενη (1-2-2018) που θεωρείται συνέχεια αυτής, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1008762/602/0010/11-2-2008 ΚΥΑ κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για τις ανάγκες κατασκευής της Νέας Εθνικής Οδού Πάτρας - Πύργου και ειδικότερα του τμήματος από ΧΘ 67+693 έως τη ΧΘ 75+044, που βρίσκεται στο Νομό Ηλείας και συγκεκριμένα μεταξύ των οικισμών Καρδαμά, Χανάκια, Μυρτιά, Πράσινο, Κατσαρό καθώς και σε απόσταση από τα αστικά κέντρα της Αμαλιάδας και του Πύργου...
Το επίδικο τμήμα αποτελεί εντελώς ανεξάρτητη χάραξη από την υφιστάμενη Ε.Ο. Πάτρας-Πύργου με τα τεχνικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων αυτοκινητοδρόμων (κλειστός, δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση και λωρίδα έκτακτης ανάγκης, ανισόπεδους κόμβους για είσοδο και έξοδο στη βασική αρτηρία κ.λπ.). Επίσης, από τη μελέτη του έργου προβλέπεται η κατασκευή παράπλευρων οδών αμφίδρομης κατεύθυνσης για την εξυπηρέτηση των παρόδιων ακινήτων και των τοπικών κυκλοφοριακών αναγκών καθώς και ανισόπεδων διαβάσεων για την επικοινωνία των εκατέρωθεν του αυτοκινητοδρόμου περιοχών.
Η βασική αρτηρία κατασκευάζεται σε επιχώματα και σε ορύγματα μεταβλητού ύψους, από το φυσικό έδαφος, οι δε παράπλευροι ευρίσκονται σε σχεδόν πλήρη ισοσταθμία με τα παρόδια ακίνητα. Στα πλαίσια κατασκευής του εν λόγω έργου αντιμετωπίζονται σε μεγάλο βαθμό τα θέματα των λιμναζόντων νερών σε περιόδους έντονης βροχόπτωσης με την κατασκευή αποστραγγιστικών τάφρων κατά μήκος της νέας οδού, όπως επίσης και σε ορισμένη απόσταση διευθετούνται κοίτες χειμάρρων, βελτιώσεις κάθετων υφιστάμενων τοπικών οδών.
Το εν λόγω έργο αποτελεί το βασικότερο έργο υποδομής στο τμήμα των μεταφορών και προβλέπεται ότι θα επιφέρει οικονομική ανάπτυξη της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου στην γεωργική οικονομία και στον τουρισμό. Η χάραξη του αυτοκινητοδρόμου στο επίδικο τμήμα βρίσκεται μεταξύ Αμαλιάδας και Πύργου, αποφεύγει όρια οικισμών, διερχόμενη από περιοχές με εκτός σχεδίου δόμηση και εκτός ορίων οικισμών.
Ειδικότερα η χάραξη κείται 2,5 χλμ. περίπου ανατολικά των Δουναίικων, 700 μ. δυτικά του Αλεποχωρίου, 3 χλμ. δυτικά από το Βούναργο, 250 μ. δυτικά από το Πράσινο, ενώ περνά κοντά στο όριο του οικισμού Χανάκια, σε τμήμα το οποίο όμως δεν είναι δομημένο. Η περιοχή εντάσσεται στις παραγωγικότερες γεωργικές περιοχές του Ν.
Ηλείας. Διαθέτει εύφορο έδαφος, με ικανοποιητική αποστράγγιση, επιπεδότητα, μέση κατάτμηση γης (8-10 στρέμματα), υψηλό υδροφόρο ορίζοντα, ευνοϊκό μικροκλίμα για γεωργική εκμετάλλευση και αξιοσημείωτη πρωιμότητα παραγόμενων προϊόντων. Τα περισσότερα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι καλλιεργούμενα και αρδευόμενα (ή δυνάμενα να αρδευτούν) και πλησίον αυτών δεν έχει αναπτυχθεί καμία άλλη χρήση (οικιστική κλπ).
Επίσης στο τμήμα από τη ΧΘ 71+000 περίπου ως τη ΧΘ 75+044 στην πεδινή περιοχή από τα Χανάκια προς την πόλη του Πύργου υπάρχει πλήρες αρδευτικό και αποστραγγιστικό δίκτυο, με μικρές επίγειες αρδευτικές διώρυγες και πυκνό δίκτυο σωληνώσεων σχεδόν σε κάθε ιδιοκτησία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η χρήση των ακινήτων είναι κυρίως γεωργική και δεν προσφέρεται για την ανάπτυξη άλλων χρήσεων (οικιστικών, εμπορικών κλπ.) παρά μόνο εκείνων των επαγγελματικών που συνδέονται άμεσα με τη γεωργική ανάπτυξη και βελτίωση των υποδομών (αγροτικές αποθήκες κλπ).
Η περιοχή ως γεωργική διαθέτει ικανοποιητικές υποδομές για την εξυπηρέτηση της χρήσης της και συγκεκριμένα εκτενές δίκτυο γεωτρήσεων από σχετικά υψηλό υδροφόρο ορίζοντα και αγροτικό οδικό δίκτυο για τη μεταφορά των προϊόντων το οποίο διασυνδέεται τόσο με την Ε.Ο. Πάτρας-Πύργου, όσο και με το κύριο δημοτικό οδικό δίκτυο της περιοχής.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται μέσω αγροτικών οδών που στην πλειοψηφία τους είναι χωμάτινοι. Η μέση απόσταση από την υφιστάμενη ΕΟ Πάτρας - Πύργου είναι της τάξης των 700 μέτρων. Τα απαλλοτριούμενα βρίσκονται εκτός ορίων οικισμών και ως προς τους όρους δόμησης, όταν επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η οικοδόμηση, ισχύουν εκείνοι που έχουν τεθεί με το Π.Δ. 24/31-5-85 (ΦΕΚ 270 Α'), για την εκτός σχεδίου και οικισμών δόμηση.
Η οικοδομησιμότητα των εκτός σχεδίου ιδιοκτησιών επηρεάζεται επίσης από τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169Α'/1998) - άρθρο 2. Η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στα απαλλοτριούμενα απαιτεί ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τον άξονα του αυτοκινητόδρομου 60 μέτρα και από τον άξονα της παράπλευρης οδού 20 μέτρα.
Όπου δεν υπάρχει παράπλευρη οδός απαιτούνται 40 μέτρα από το όριο της απαλλοτρίωσης, Επειδή όμως οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες, ως αγροτικές καλλιέργειες έχουν πολύ μεγάλο εμβαδόν, τα εναπομένοντα τμήματα στις περισσότερες των περιπτώσεων εξακολουθούν να έχουν έκταση τέτοιου μεγέθους που δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα δόμησης.
Όμως με το ως άνω περιορισμό της ελάχιστης θέσης των κτιρίων, επηρεάζεται η θέση των μελλοντικών οικοδομημάτων επί του εδάφους των εναπομεινάντων και το ποσοστό κάλυψης αυτών. Επίσης σε κάποιες ιδιοκτησίες που η απομένουσα έκταση είναι κάτω των 8.000 τ.μ. μειώνεται η επιτρεπόμενη δόμηση (200 τμ + εμβ - 4.000 χ 0,002) από ότι όταν ήταν άνω των 8.000 τ.μ. (280 τ.μ. + εμβ - 8.000 χ 0,001) πριν την απαλλοτρίωση.
Επομένως περιορίζεται μερικώς η δευτερεύουσα χρήση τους. Η περιοχή είναι απόλυτα γεωργική και απαντώνται κυρίως καλλιέργειες κηπευτικών (καρπούζια, ντομάτες, πατάτες, φράουλες πεπόνια κλπ), λιγότερο δενδροκομικών (ελαιώνες, αμπελώνες κλπ). Επίσης υπάρχουν εγκαταστάσεις εποχιακών θερμοκηπίων που εξυπηρετούν κυρίως προστατευόμενες καλλιέργειες εκτός κυρίας εποχής αυτών.
Παρά το γεγονός ότι η περιοχή ήταν πολύ εύφορη, τα τελευταία χρόνια η παραγωγική απόδοση των καλλιεργειών έχει μειωθεί σημαντικά λόγω της πολύχρονης εντατικής καλλιέργειας από τη δεκαετία του '60 και έχει αυξηθεί σημαντικά το κόστος της παραγωγής προκειμένου να εμπλουτισθεί το έδαφος με τα χρήσιμα ιχνοστοιχεία.
Έτσι η εμπορικότητα των ακινήτων έχει μείνει στάσιμη εδώ και αρκετά χρόνια και δεν παρατηρείται αξιόλογο ενδιαφέρον για την αγορά γεωργικής γης. Με την κατασκευή του έργου η νέα εθνική οδός που θα προκύψει θα είναι μια οδός ταχείας κυκλοφορίας κλειστή με παράπλευρες οδούς εισόδου και εξόδου στην κύρια οδό αμφίδρομης κατεύθυνσης.
Η νέα οδός θα είναι υπερυψωμένη στο μεγαλύτερο μέρος της, ενώ τμήμα της θα κατασκευασθεί σε όρυγμα. Η λειτουργία της νέας εθνικής οδού θα επηρεάσει περιβαλλοντικά τα ακίνητα και θα υποβαθμίσει αυτά, αφού είναι βέβαιο ότι θα αυξηθούν οι εκπομπές των ρύπων και του θορύβου στην περιοχή σε επίπεδα πολύ ανώτερα των προϋπαρχόντων.
Έτσι, με βάση τα ανωτέρω, αλλά και όσα αναφέρονται στις εκτιμητικές εκθέσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, όσο και στις πρόσφατα συνταχθείσες επικαιροποιημένες εκθέσεις της Σύμπραξης των Πιστοποιημένων Ορκωτών Ανεξάρτητων Εκτιμητών Δ. Κ. και Ι. Α., που για την έτκδικη υπόθεση υποκαθιστούν το ΣΟΕ μετά την κατάργησή του...
στην οποία η Υπηρεσία του Δημοσίου που εποπτεύει την εκτέλεση του έργου, υπέρ του οποίου γίνεται η επίδικη απαλλοτρίωση, ανέθεσε την εκτίμηση των επίδικων απαλλοτριωμένων ακινήτων, ως έναν από τους αρμόδιους εκτιμητικούς φορείς, διαδόχους του ΣΟΕ, λαμβάνοντας υπόψη την αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο (18-9-2014) σε παρακείμενα ομοειδή ακίνητα, τα τιμήματα αγοραπωλησιών σε συμβόλαια που συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και των προσόδων των απαλλοτριουμένων και την οικονομική κρίση που διέρχεται η κτηματαγορά, η οποία έχει οδηγήσει σε πάγωμα των αγοραπωλησιών, μείωση των εμπορικών τιμών των αγροτικών ακινήτων, μικρότερες σε σχέση με τα οικοδομημένα ακίνητα, η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους, εξειδικευμένη για καθένα χωριστά εδαφικό ακίνητο αναλόγως των ειδικών χαρακτηριστικών του (θέση, μέγεθος, πολεοδομική κατάσταση, οδική πρόσβαση, αρδευόμενο ή μη κλπ), η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στους δικαιούχους αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάσταση αυτών σύμφωνα με την συνταγματική επιταγή...
ανέρχεται με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες... για το ακίνητο με Α.Κ.Π. ... (επίδικο), που είναι μεγάλο, πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, με οικοπεδική αξιοποίηση και εύκολη πρόσβαση και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία, στο ποσό των 25 ευρώ/τ.μ... Περαιτέρω ως προς τα αιτήματα ιδιαίτερης αποζημίωσης, αποδείχθηκε ότι...
για τα Α.Κ.Π. ... ... (επίδικο)... ως προς τα εναπομείναντα τμήματα εκτάσεων υφίστανται μείωση της αξίας σε ποσοστό 10% της καθορισθείσας για τα αντίστοιχα απαλλοτριωθέντα τμήματα, λόγω του ότι η Ν.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου κατασκευάζεται ως κλειστός αυτοκινητόδρομος, με μεταλλικά στηθαία ασφαλείας και υπερυψωμένη περίφραξη, που αποκλείει την άμεση πρόσβαση των εναπομενόντων τμημάτων των ακινήτων στην υπό κατασκευή οδό ενώ βέβαιο είναι ότι θα επιβαρυνθούν με ηχορύπανση και ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω της κυκλοφορίας στην ως άνω οδό".
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί σεβασμού της ιδιοκτησίας και περί των αρχών της δίκαιης δίκης, του άρθρου 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), αλλά και του ΠΔ 24/1985, που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλης ακίνητα, οι οποίες είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά την πρώτη αιτίαση, λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου των αναιρεσειόντων, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έτσι δεν στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, ενώ καλύπτεται με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί η αξία του ακινήτου των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε όλα τα χαρακτηριστικά της επίδικης απαλλοτριούμενης έκτασης, ότι αυτή βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Καρδαμά, Χανάκια, Μυρτιά, Πράσινο και Κατσαρό και ότι αποτελεί εντελώς ανεξάρτητη χάραξη από την υφιστάμενη Ε.Ο. Πάτρας - Πύργου, από την οποία τα ακίνητα της εν λόγω εδαφικής έκτασης απέχουν κατά μέσο όρο περί τα 700 μέτρα.
Ότι όλα τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται μέσω αγροτικών οδών που στην πλειοψηφία τους είναι χωμάτινοι και ότι το οδικό αυτό δίκτυο διασυνδέεται τόσο με την Ε.Ο. Πάτρας - Πύργου και με το κύριο δημοτικό δίκτυο της περιοχής. Επίσης εκτίθεται ότι τα απαλλοτριούμενα βρίσκονται εκτός ορίων οικισμών και ως προς τους όρους δόμησης ισχύουν εκείνοι που έχουν τεθεί με το Π.Δ. 24/1985 για την εκτός σχεδίου και οικισμών δόμηση, ότι οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες, ως αγροτικές καλλιέργειες, έχουν πολύ μεγάλο εμβαδόν και τα εναπομένοντα τμήματα στις περισσότερες των περιπτώσεων, εξακολουθούν να έχουν έκταση τέτοιου μεγέθους που δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα δόμησης και ότι στην κατηγορία αυτή ανήκει και το ακίνητο των αναιρεσειόντων, το οποίο, όπως εκτίθεται σαφώς, είναι μεγάλο, πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο με οικοπεδική αξιοποίηση και εύκολη πρόσβαση και, καταλήγει ότι με βάση και τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία, η αξία του πρέπει να προσδιορισθεί προς 25 ευρώ/τ.μ.
Τέλος, εκτίθεται σαφώς ότι το τμήμα του απολλοτριούμενου ακινήτου των αναιρεσειόντων (Α.Κ.Π. ...), που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, μειώθηκε κατά το αναφερόμενο ποσοστό, καθώς και τμήματα άλλων αναφερομένων ομοειδών ακινήτων, λόγω του ότι η νέα Ε.Ο. Πατρών - Πύργου κατασκευάζεται ως κλειστός αυτοκινητόδρομος, με μεταλλικά στηθαία ασφαλείας και υπερυψωμένη περίφραξη, που αποκλείει την άμεση πρόσβαση των ως άνω τμημάτων στην υπό κατασκευή οδό και είναι βέβαιο ότι θα επιβαρυνθούν με ηχορύπανση και ατμοσφαιρική ρύπανση.
Επομένως γίνεται πλήρης και σαφής περιγραφή του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου των αναιρεσειόντων, οι ανωτέρω δε παραδοχές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, που προσάπτεται με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την κρίση της, ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του επιδίκου ακινήτου των αναιρεσειόντων.
Τέλος, με τον ίδιο (πρώτο), κατά το τρίτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ως προς τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου και των επικειμένων του, δεν έλαβε υπόψη το από Μαΐου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα και την από Μαΐου 2009 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Δ., που προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (πρώτη σελίδα πεντηκοστού φύλλου αυτής), υπάρχει η διαβεβαίωση ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο με επίκληση των διαδίκων.
Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου των αναιρεσειόντων και των επικειμένων του και τον προσδιορισμό στη συνέχεια της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, και συνεκτίμησε, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, που νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες, δεν ήταν δε ανάγκη να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθένος από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 11γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 παρ. 1 και 557 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης γενικώς αλλά και για κάθε λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον, τόσο κατά την άσκηση, όσο και κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, τη συνδρομή του οποίου πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αναίρεσης και το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο, υπάρχει δε όταν εξαιτίας της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης βλάπτονται ή εκτίθενται σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα (ιδιωτικά) δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ΑΠ 1921/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αρχικώς αιτών Α. Κ. του Α., ο οποίος απεβίωσε και στη θέση του υπεισήλθαν οι νόμιμοι κληρονόμοι του (ήδη αναιρεσείοντες), ζήτησε με την από 2-12-2010 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 364/2010) αίτηση στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, εκτός των άλλων, να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα της ιδιοκτησίας του.
Το αίτημα αυτό κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτο "αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 18 παρ. 6 του ΚΑΑΑ, δεν υποβλήθηκε σχετική αίτηση του άρθρου 15 παρ. 2 του ΚΑΑΑ στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης δικαστήριο".
Οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, που κατατέθηκαν πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση, άσκησαν παραδεκτά ανταίτηση, με την οποία ζήτησαν, εκτός των άλλων, να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας τους. Η ανταίτηση, αφού κρίθηκε ως προς το εν λόγω αίτημα, παραδεκτή ("αφού υποβλήθηκε σχετική αίτηση του άρθρου 15 παρ. 5 του ΚΑΑΑ στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο δικαστήριο") και νόμιμη, εξετάσθηκε κατ' ουσίαν και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή καθορίσθηκε δε η ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων (με Α.Κ.Π. ...) σε ποσοστό 10% επί της οριστικής τιμής αποζημίωσης του εν λόγω ακινήτου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την από 2-12-2010 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ως προς το αίτημα του καθορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης, δεδομένου ότι είχε επιδοθεί νόμιμα στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία η από 2-9-2009 αίτηση καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από την εκδίκαση της αίτησης αυτής από το αρμόδιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως ασκούμενος χωρίς τη συνδρομή αμέσου εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, αφού το αίτημά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, που είχε υποβληθεί με την κατά τα ανωτέρω ανταίτηση, ερευνήθηκε από το Εφετείο, και, όπως προεκτέθηκε, έγινε κατά ένα μέρος δεκτό. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης.
Το άρθρο 26 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4070/2011, ορίζει στην παρ. 1 "Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος", στην παρ. 2 "Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού.
Το πρωτοδικείο επιλαμβάνεται μετά από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου", στην παρ. 11 "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο Δημόσιο, β) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού διεκδικείται από περισσότερους και είναι δυσχερής η διακρίβωση του δικαιούχου, γ) εάν το αίτημα του αξιούντος την αναγνώριση δεν είναι σύμφωνο με τον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα και δεν έχει υποβάλλει σχετικό αίτημα, προ τριμήνου, από τη συζήτηση στην αρμόδια υπηρεσία για τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 16 και δ) εάν δεν αποδεικνύεται το δικαίωμα του αξιούντος να αναγνωρισθεί ως δικαιούχος της αποζημίωσης.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο επικαλούμενος νέα στοιχεία δύναται με αυτοτελή αίτηση να ζητήσει μόνο μία ακόμη φορά να αναγνωρισθεί ως δικαιούχος κατά τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, επιτρεπομένης και πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται και διεξάγεται κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 20.
Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα δικαιώματα επ' αυτού, κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία" και στην παρ. 12 "Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα...".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημίωσης μεταξύ άλλων περιπτώσεων και αν η κυριότητα του απαλλοτριουμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, εάν δε το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει τέτοια απόφαση, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία.
Εξάλλου, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει ότι οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την άποψη αυτή κρίθηκε ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2882/ 2001 ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 10/2004, 11/2004).
Επομένως, στην περίπτωση που το Εφετείο δικάζει κατά τη διαδικασία του πιο πάνω νόμου (2882/2001), προκειμένου να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, εκτός από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά, με την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (Ολ.ΑΠ 10/2004).
Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσοτέρων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες και δεν υπάρχει δέσμευση από τις δικονομικές διατάξεις περί εκκρεμοδικίας ή και δεδικασμένου, που ισχύουν για το κράτος μέλος.
Και τούτο γιατί η ΕΣΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης.
Συνεπώς, σε περίπτωση σώρευσης αιτήματος αναγνώρισης των δικαιούχων αποζημίωσης, ενώ είχε προηγηθεί απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζοντας κατά τη διαδικασία του προσωρινού προσδιορισμού, είχε κρίνει παραδεκτή την αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής αποζημίωσης και τη σωρευόμενη σε αυτή αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων αυτής, αλλά απέσχε να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση δικαιούχων στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 3 του ν. 2882/2001, γιατί έκρινε ότι συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 11 του ίδιου ως άνω άρθρου, το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της αιτήσεως του οριστικού προσδιορισμού, δεσμεύεται να επιληφθεί του σχετικού αιτήματος αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης, ενόψει του ότι η απόφαση περί αποχής του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, διατηρεί κατά το σημείο τούτο την ισχύ της και δημιουργεί, εντεύθεν, δεδικασμένο, ως προς το δικονομικό ζήτημα που με αυτή κρίθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321 και 322 εδ.
β' του ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001 και κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία. Το δικονομικό αυτό ζήτημα, περί αποχής, δηλαδή, του Μονομελούς Πρωτοδικείου να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης μέχρι να κριθεί το ζήτημα της κυριότητας του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κατά την τακτική διαδικασία, δημιουργεί δεδικασμένο και εμποδίζει την άσκηση της ίδιας αίτησης με το αυτό δικονομικό ζήτημα, ενώπιον του Εφετείου που δικάζει κατά την ίδια ειδική διαδικασία.
Η κατά τα ανωτέρω ρύθμιση δεν προσκρούει στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η παραπάνω αναφερόμενη αρχή, κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας με το κριτήριο της δίκαιης ισορροπίας, αφού η ενιαία κρίση τηρήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο, αλλά δεν απέδωσε λόγω των δυσχερειών που ανέκυψαν στην εξέταση των θεμάτων ιδιοκτησίας.
Δεν αντιβαίνει, επίσης, στις πιο πάνω διατάξεις της ΕΣΔΑ, αφού σκοπός των τελευταίων είναι η προστασία όχι θεωρητικών και υποθετικών, αλλά συγκεκριμένων και υπαρκτών δικαιωμάτων των ιδιωτών για τα οποία υπάρχει σαφής και σπουδαία αμφισβήτηση από διάδικο των επικαλουμένων από των αντίδικο του δικαιωμάτων του, ακριβώς διότι η υποχρέωση του Δικαστηρίου, για παροχή έννομης προστασίας μέσα από μια "δίκαιη δίκη", επιβάλλει να υπάρχουν τα εχέγγυα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και για τα δύο διάδικα μέρη, με δεδομένο ότι η δίκη δεν είναι μονοσήμαντη.
Τούτο, άλλωστε, κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 του Συντάγματος, αλλά είναι και σύμφωνο με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει να εξασφαλίζεται εκείνη η διαδικασία, η οποία λειτουργεί με βάση το σεβασμό της κατ' αντιμωλία παράστασης των διαδίκων και της δυνατότητάς τους να εκθέτουν όλα τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, καθώς και να ασκήσουν όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα, αλλά παράλληλα να είναι σε θέση και το δικαστήριο να διαμορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση και κρίση για τα αμφισβητούμενα δικαιώματα.
Υπό την έννοια αυτή εχέγγυα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας παρέχει, προεχόντως, η τακτική διαδικασία στην οποία, κατά τα ανωτέρω, ρητά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 εδ. β' του ν. 2882/2001 ρυθμίζοντας, και μάλιστα διεξοδικά, την περίπτωση της διεκδίκησης από περισσότερους του δικαιώματος κυριότητας στο απαλλοτριούμενο ακίνητο.
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, της παραπομπής στην τακτική διαδικασία, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδικάσεως των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινομένων καθυστερήσεων που υποθάλπουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς.
Εξάλλου, και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί, ότι η διάταξη περί ανέκκλητου των εκδιδόμενων επί αναγνωρίσεως δικαιούχων αποφάσεων, προσκρούει στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, και πάλι το Εφετείο αδυνατεί να επιληφθεί του σωρευόμενου κατά τα ανωτέρω αιτήματος, λόγω εκκρεμοδικίας, αφού ρητά ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα.
Και η τελευταία αυτή δικονομική ρύθμιση δεν αντιστρατεύεται τις ανωτέρω διατάξεις, διότι οι επιβαλλόμενες αρχές της δίκαιης δίκης επιβάλλουν να μην οδηγείται ο διάδικος ταυτοχρόνως σε διάφορα δικαστήρια για το ίδιο νομικό ζήτημα, με κίνδυνο, πέραν της οικονομικής επιβάρυνσης, να εκδοθούν αντιφατικές κατ' αποτέλεσμα αποφάσεις (ΑΠ 1593/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σωρευόμενο στην από 2-12-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων αίτημα για αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης που θα ορισθεί για το με ΑΚΠ ... ακίνητο, ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου, το οποίο απορρέει από την υπ' αριθμ. 279/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία το τελευταίο απέσχε να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση του Α.
Κ. του Α., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του οι νόμιμοι κληρονόμοι του (αναιρεσείοντες), ως δικαιούχου της αποζημίωσης για το ως άνω απαλλοτριωθέν ακίνητο, καθόσον έκρινε ότι τουλάχιστον τμήμα αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο Δημόσιο και επομένως αρμόδιο να αποφανθεί για το ζήτημα της κυριότητας επί του ακινήτου με ΑΚΠ ...
είναι το αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης για το με ΑΚΠ ... ακίνητο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού αδυνατούσε να επιληφθεί του θέματος της αναγνώρισης λόγω δεδικασμένου (δικονομικού), αλλά και σε κάθε περίπτωση λόγω εκκρεμοδικίας.
Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναίρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του ΚΠολΔ (άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 32/4-10-2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 140/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ε.Λ.