Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning and procedural defects under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the rejection of their claim for unspecified damages. The court ruled that the appeal was inadmissible due to vagueness and the cited legal provision was procedural rather than substantive, thus failing to establish a valid ground for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 19 of Section 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it lacks specific citations of substantive law violated and fails to clearly identify the deficiencies in the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1333 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1333/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "MERIT ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Μητσούρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Αργυρίου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 924/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 187/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, και μπορεί να γίνει είτε ρητά, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός για την αποδοχή της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 15/2008, ΑΠ 914/2015, ΑΠ 51/2015).
Τέτοια σιωπηρή αποδοχή, πάντως, δεν ενέχει καθ' εαυτήν η εκούσια συμμόρφωση του αναιρεσείοντος προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, αφού αυτή γίνεται προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και των επαγόμενων από την ίδια απόφαση έννομων συνεπειών (ΑΠ 583/2020, ΑΠ 604/2018, ΑΠ 637/ 2014, ΑΠ 914/2015).
Η νομότυπη αποδοχή της απόφασης έχει ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη, ως απαραδέκτου, του ένδικου μέσου που ασκήθηκε κατ' αυτής, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 15/2008, ΑΠ 583/2020, ΑΠ 604/2018, ΑΠ 914/2015). Εξάλλου, για την αποδοχή της απόφασης, ρητή ή σιωπηρή, που ενέχει, όπως προαναφέρθηκε, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου, απαιτείται, κατ' άρθρ. 98 εδάφ.
β' ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει τη ρητή αποδοχή της απόφασης ή που προβαίνει στην πράξη από την οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή αυτής, διαφορετικά, η (ρητή ή σιωπηρή) αποδοχή της απόφασης και, συνακόλουθα, και η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου κατ’ αυτής είναι ανίσχυρη (ΑΠ 1817/2012, ΑΠ 1273/2009, ΑΠ 1247/2009).
Ειδικά, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η αποδοχή πρέπει να γίνει από πρόσωπο που ασκεί τη διοίκησή του ή είναι εφοδιασμένο με την ειδική εξουσία να ενεργεί πράξεις αποδοχής της κρίσιμης απόφασης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ (ΑΠ 86/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του, που κατέθεσε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, προτείνει την ένσταση του απαραδέκτου της ένδικης, από 28-12-2018, αίτησης αναιρέσεως, διότι η αναιρεσείουσα, πριν από την άσκηση αυτής, αποδέχθηκε την ήδη προσβαλλόμενη 187/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών χωρίς επιφύλαξη και κατέβαλε σε αυτόν (αναιρεσίβλητο) όλα τα ποσά που του επιδικάστηκαν με την εν λόγω απόφαση (κεφάλαιο, τόκοι και δικαστική δαπάνη), μετά την έκδοση της 2843/2017 διαταγής πληρωμής, η οποία στηρίχθηκε στην πρωτόδικη απόφαση που επικύρωσε η προσβαλλόμενη, η οποία ήταν αναγνωριστική, όπως τούτο προκύπτει, κατά την άποψή του, από την από 30-5-2017 απόδειξη είσπραξης, η οποία δεν περιέχει δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ούτε υπογραφή του, καθώς και το τραπεζικό έμβασμα στον … λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που επικαλείται και προσκομίζει.
Κατ' αρχάς, ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλείται, ούτε, άλλωστε, προκύπτει από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία ότι ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας και ο νόμιμος εκπρόσωπος της , που προέβησαν στις πιο πάνω δηλωτικές σιωπηρής αποδοχής της απόφασης πράξεις, είχαν προς τούτο, ο μεν πρώτος πληρεξουσιότητα, ο δε δεύτερος ειδική εξουσία να ενεργεί πράξεις αποδοχής, η οποία απαιτείται κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, η συμμόρφωση της αναιρεσείουσας στο διατακτικό της διαταγής πληρωμής, που την υποχρέωσε να καταβάλει το ανωτέρω ποσό στον αναιρεσίβλητο, είναι προφανές ότι έγινε προς αποτροπή αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, εφόσον της επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστό της διαταγής πληρωμής, και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή παραίτησή της από το δικαίωμά της για άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά τα λοιπά, οι ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου, που εμπεριέχονται στην ίδια ένστασή του, δηλαδή ότι υπήρξε (προφορική) συμφωνία των διαδίκων να μην ασκηθεί από την αναιρεσείουσα αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης και να λυθεί εξωδικαστικά η διαφορά τους δεν αποδεικνύεται, αντίθετα αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς την καταβολή του ποσού των 50.000 ευρώ, ενώ ο αναιρεσείων με την από 27-4-2017 επιταγή προς πληρωμή ζητούσε συνολικά για κεφάλαιο, τόκους, δικαστικά έξοδα, επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, τέλος απογράφου κλπ το συνολικό ποσό των 74.539,14 ευρώ.
Πρέπει, συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την από 10-10-2013 ένδικη αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι την 1-11-2000 προσλήφθηκε από την εναγομένη και νυν εφεσίβλητη - εκκαλούσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε σ' αυτή αρχικά ως Διευθυντής του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, τα τελευταία δε έτη ως Γενικός Διευθυντής, με τις αναφερόμενες μηνιαίες αποδοχές.
Ότι την 22-6-2010 υπέβαλε την παραίτησή του από Αντιπρόεδρο και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, θέσεις τις οποίες κατείχε από το έτος 2006 παράλληλα με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του, έκτοτε δε η εναγομένη προέβη στις ειδικότερα στην αγωγή περιγραφόμενες ενέργειες, προκειμένου να επιτύχει τη λύση της υφιστάμενης μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, με τις ενέργειές της δε αυτές προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητα του κατά τον τρόπο που αναλυτικά αναφέρεται σε αυτήν.
Ότι τα ως άνω συνιστούσαν μονομερή, εκ μέρους της εναγομένης, βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης και ότι θεωρεί τις άνω ενέργειες της εναγομένης ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, την οποία απέκρουσε ρητά με την από 5-9-2020 εξώδικη δήλωσή του, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 6-9-2010 και με την οποία της δήλωσε ότι αποχωρεί οριστικά από την εργασία του και αιτείται τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ακολούθως, επέδωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στην 25-2-2011, ήτοι εντός εξαμήνου από την κατά τα ανωτέρω αποχώρησή του, την με αριθμό κατάθεσης 35748/1049/2011 όμοιου περιεχομένου αγωγή του, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή. Με βάση τα ανωτέρω και με την πρόσθετη επίκληση ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα δεν του κατέβαλε τις συμφωνημένες αποδοχές του για το μήνα Αύγουστο 2010, ζήτησε, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και κατόπιν περιορισμού ολόκληρου του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και περιέχεται στις προτάσεις του, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει:
α) το ποσό των 14.183,20 ευρώ για αποδοχές του μηνός Αυγούστου 2010, β) το ποσό των 82.735,33 ευρώ ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και γ) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, όλα δε τα ανωτέρω κονδύλια με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 924/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι αυτή ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, ότι είναι ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (187/2017), η οποία έκρινε ότι λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από μέρους της εναγομένης αυτός δικαιούται ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 39.318 ευρώ, το ποσό των 6.740,23 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Αυγούστου 2009 και το ποσό των 2.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που επήλθε στην προσωπικότητά του από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα η από 28-12-2018 αίτηση αναίρεσης (άρθρα 552,553, 556,558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ), η οποία είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 κάθε αξίωση του μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημιώσεως από απόλυσή του είναι απαράδεκτη αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών, αφότου η αξίωση κατέστη απαιτητή. Αφετηρία για την έναρξη της εξάμηνης προθεσμίας αποτελεί η ημέρα κατά την οποία η αξίωση κατέστη απαιτητή και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας η ημέρα αυτή συμπίπτει με την ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η καταγγελία.
Έτσι, στην περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης αόριστου χρόνου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 241 εδ. α' του ΑΚ, η οποία ισχύει και για την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, η προθεσμία αυτή (εξάμηνη) αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που έλαβε χώρα το γεγονός της καταγγελίας και λήγει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο επίσης άρθρο 243 ΑΚ, με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε (ΑΠ 572/2018, ΑΠ 1938/2007).
Η ως άνω προθεσμία είναι αποσβεστική και, όπως συνάγεται από τα άρθρα 279, 280 και 261 του ΑΚ, αφενός μεν, σε αντίθεση με την παραγραφή, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 1284/2010, ΑΠ 1247/2008), αφετέρου δε διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 44/2006). Εξάλλου, η αποσβεστική αυτή προθεσμία αποσκοπεί στην ανάγκη ταχείας άρσης κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη.
Όταν δε παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του ως άνω δικαιώματος. Η προθεσμία που διακόπηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για την ως άνω αξίωση αποζημίωσης, λογίζεται, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή απορριφθεί αυτή τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι (6) μηνών, οπότε η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 572/2018, ΑΠ 210/2009, ΑΠ 404/2008, ΑΠ 2074/2007).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 215, 221, 226, 229, 233, 271 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής απαιτεί διαδικασία που ολοκληρώνεται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, και την επίδοση αντιγράφου του δικογράφου τούτου στον εναγόμενο.
Η κατάθεση συνεπάγεται τις δικονομικές συνέπειες της αγωγής (εκκρεμοδικία, αμετάβλητο της δικαιοδοσίας κλπ.), η δε επίδοση τα αποτελέσματα που προβλέπονται από το ουσιαστικό δίκαιο ότι επέρχονται από την έγερσή της (ΑΠ 1521/2013). Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται μεταξύ των περιπτώσεων άσκησης αγωγής περί καταβολής ολόκληρης της αποζημίωσης και των περιπτώσεων άσκησης αγωγής περί συμπλήρωσης της ως άνω αποζημίωσης, οσάκις ο εργοδότης έχει καταβάλει εμπροθέσμως μέρος αυτής, εφόσον η ίδια η διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, η οποία ορίζει "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή το Β Δ της 16/18 Ιουλ. 1920 αποζημιώσεως ..." κατά τη γραμματική της διατύπωση αφορά αμφότερες τις περιπτώσεις καταβολής ή συμπλήρωσης της αποζημίωσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 74 παρ. 3 ν. 3863/2010, όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο.
Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι, η αξίωση του μισθωτή για την καταβολή ή συμπλήρωση της πιο πάνω αποζημίωσης, γεννάται αμέσως με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Πλην όμως, αν η αποζημίωση είναι καταβλητέα σε δόσεις, η με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 οριζομένη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία άρχεται από τότε που οι δόσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές και συνακόλουθα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, που έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 279 του ίδιου Κώδικα, και στην αποσβεστική προθεσμία.
Εφόσον ,λοιπόν, για κάθε μια από τις επί μέρους δόσεις, προβλέπεται αυτοτελής αποσβεστική προθεσμία, αρχομένη από τότε που καθίσταται απαιτητή καθεμιά απ' αυτές, συνάγεται ότι η άσκηση της αγωγής για καταβολή κάποιων δόσεων (που ως έλασσον αίτημα περιλαμβάνεται στο μείζον για την καταβολή της όλης αποζημίωσης), επιφέρει, κατά τα άρθρα 261 και 279 ΑΚ, διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας.
Οι ως άνω αποσβεστικές προθεσμίες, προσδιοριζόμενες σε μήνες, και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 ΑΚ (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθ. 144 § 1 και 145 § 2 ΚΠολΔ) αρχίζουν από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτών, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγουν με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα.
Προϋπόθεση της διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας από της εγέρσεως της πρώτης αγωγής είναι η ταυτότητα διαδίκων, καθώς και ταυτότητα ιστορικής και νόμιμης αιτίας των δύο αγωγών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκαν είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 14/2004, Ο λ Απ 3/1997). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997),αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο αν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι διάταξης ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, αφού έκρινε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "ότι η εναγομένη διέθετε στον ενάγοντα για την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων, γραφείο επιφάνειας 25 τ.μ.
περίπου στον 4° όροφο της έδρας της. Επιπλέον στη συνεδρίαση της 7-3-2001 του ΔΣ της εναγομένης αποφασίστηκε η χορήγηση στον ενάγοντα δύο εταιρικών πιστωτικών καρτών, προκειμένου να διευκολύνεται στις τρέχουσες πληρωμές και συναλλαγές της εταιρίας, ενώ του είχαν παραχωρηθεί από την τελευταία και δύο συσκευές κινητών τηλεφώνων με αντίστοιχες τηλεφωνικές συνδέσεις, εταιρικό αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του με κάλυψη των μηνιαίων εξόδων κίνησής του και, τέλος, κωδικός για τη χρήση του λογισμικού προγράμματος ΧΡΗΜΑ - PLUS, μέσω του οποίου ο ενάγων παρακολουθούσε την κίνηση των πελατών της εταιρίας και διεξήγαγε την ανατεθείσα σ' αυτόν εργασία.
Μετά την κατά τα ανωτέρω παραίτησή του από το ΔΣ της εναγομένης και ειδικότερα την 25-6- 2010, ο ενάγων, που, κατά τα προαναφερόμενα, εξακολουθούσε να συνδέεται με την εναγόμενη εταιρία με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έλαβε την ετήσια μηνιαία άδειά του αναψυχής. Ακολούθως, την 1-7-2010 παρέδωσε στον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης τα κλειδιά του γραφείου του, στο οποίο θα στεγαζόταν πλέον ο νέος Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, Α.
Μ.. Επίσης, (στον ίδιο υπάλληλο παρέδωσε και τις πιο πάνω πιστωτικές κάρτες, οι οποίες στο μεταξύ, μετά την ανωτέρω από 22-6-2010 παραίτησή του, είχαν ακυρωθεί από την εναγόμενη, καθώς και τις χορηγηθείσες σε αυτόν τηλεφωνικές συσκευές, ενώ έλαβε χώρα διακοπή των εν λόγω τηλεφωνικών συνδέσεων, τρεις εκ των οποίων, κατόπιν επικοινωνίας και συνεννόησης με την αρμόδια υπάλληλο της εταιρείας, περιήλθαν πλέον στο όνομά του.
Η διακοπή των εν λόγω τηλεφωνικών συνδέσεων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εργοδότρια εταιρεία απέκλεισε την είσοδο του ενάγοντος στο λογισμικό πρόγραμμα ΧΡΗΜΑ - PLUS, θέτοντας φραγή στον κωδικό, μέσω του οποίου ο τελευταίος είχε πρόσβαση σ' αυτό, κατέστησαν αντικειμενικά αδύνατη την παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος.
Εξάλλου, η εναγομένη μετά την κατά τα ανωτέρω παραίτηση του ενάγοντος δεν διέθεσε σ' αυτόν έτερο χώρο - γραφείο, προκειμένου να ασκεί από εκεί τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή. Αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα την επιστροφή των κλειδιών της εισόδου της έδρας της εταιρείας, τα οποία ο ενάγων παρέδωσε κατά την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία στον προαναφερόμενο υπάλληλο.
Δεν αποδείχθηκε ότι η παράδοση των κλειδιών της εισόδου έλαβε χώρα με πρωτοβουλία του ενάγοντος, σύμφωνα με τα υποστηριζόμενα από την εναγομένη περί οικειοθελούς αποχώρησής του. Αντιθέτως, από την εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς αμφοτέρων των διαδίκων συνάγεται ότι ο ενάγων επιθυμούσε την εξακολούθηση της εργασιακής του σχέσης.
Ειδικότερα, στις 7-7-2010 η εναγομένη, δια του νόμιμου εκπροσώπου της, Α. Μ., δήλωσε στον ενάγοντα τη βούλησή της να λυθεί η μεταξύ τους σχέση εξαρτημένης εργασίας, ζητώντας του, ειδικότερα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής επιστολής που προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως από τον τελευταίο, να υποβάλει οικειοθελώς την παραίτησή του "και από εργαζόμενος της MERIT Χ.Α.Ε.Π.Ε.Υ.".
Την ως άνω πρόταση της εναγομένης ο ενάγων απέκρουσε αυθημερόν με την απαντητική ηλεκτρονική επιστολή του, εμμένοντας στη σύμβαση εργασίας του και καλώντας την εναγομένη, εφόσον επιθυμούσε, να καταγγείλει νομίμως τη σύμβαση εργασίας του. Ωστόσο, η τελευταία δεν προέβη σε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας, αλλά, με τις ανωτέρω ενέργειές της προσπαθούσε να εξαναγκάσει τον ενάγοντα σε παραίτηση.
Κατόπιν των ανωτέρω και ειδικότερα στις 12-8-2010 η εναγομένη επανήλθε με νέα ηλεκτρονική επιστολή, με την οποία, δια του προαναφερόμενου Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, Α. Μ., και σε πλήρη αντίφαση με την προηγηθείσα συμπεριφορά της, όπως περιγράφεται ανωτέρω, ζητούσε από τον ενάγοντα ενημέρωση σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο θα επέστρεφε στην εργασία του, ενόψει της λήξης της άδειάς του.
Στην από 22-8-2010 απαντητική του επιστολή ο ενάγων, θεωρώντας ότι η κλήση εκ μέρους της εταίρας, προκειμένου να επιστρέψει στην εργασία του, δεν ήταν αληθινή, αλλά προσχηματική, αφού επεσήμανε την αντιφατική συμπεριφορά της εναγομένης και τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί η τελευταία, οι οποίες αποτελούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας του, επανέλαβε ότι αξιώνει την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης, σημειώνοντας ειδικότερα αυτολεξεί: "Έχω αξίωση να εργασθώ με όρους συμβατικούς, ξεκάθαρους, σε συγκεκριμένο γραφειακό χώρο, με συγκεκριμένα καθήκοντα και με τον επιβαλλόμενο σεβασμό της επαγγελματικής μου και επιστημονικής προσωπικότητας και ακεραιότητας ...
πράγμα το οποίο με ενέργειες, παραλείψεις και αστοχίες σας (θέλω να πιστεύω λόγω απειρίας) προσβάλατε". Στην επικοινωνία που ακολούθησε μεταξύ των ίδιων ως άνω, στις 24-8-2010, αφενός ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ενέμεινε στο ερώτημα περί του χρόνου επιστροφής του ενάγοντος για την τακτοποίηση εκκρεμοτήτων από τη διοίκησή του, ο δε τελευταίος επανέλαβε εν συντομία το περιεχόμενο της αμέσως προηγούμενης δήλωσής του και επιπλέον ενημέρωσε την εναγομένη σχετικά με το χρόνο επιστροφής του και την εκ νέου επικοινωνία μαζί της.
Ακολούθως, ο ενάγων επισκέφθηκε την έδρα της εταιρίας, του απαγορεύτηκε όμως η είσοδος στο χώρο των γραφείων από το φύλακα, που βρισκόταν στην είσοδο, σε εκτέλεση σχετικής εντολής της διοίκησης της εναγομένης. Εξάλλου, ενώ μέχρι και την 30-7-2010 ο ενάγων εξακολουθούσε να λαμβάνει το μηνιαίο μισθό του (ειδικότερα το υπόλοιπο που είχε απομείνει από μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2010, καθώς και του δικαιούμενου επιδόματος αδείας έτους 2010), δεν του καταβλήθηκαν οι αποδοχές του για το μήνα Αύγουστο του ίδιου έτους, που ήταν καταβλητέες, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας του, την 31 Αυγούστου.
Τελικά, (με την από 5-9-2010 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκλησή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 6-9-2010, ο ενάγων δήλωσε ρητά ότι δεν αποδέχεται την κατά τα προαναφερόμενα μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, την οποία θεωρεί ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ότι αποχωρεί οριστικά από την εργασία του από την εταιρία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του.
Θεώρησε, δηλαδή, ο ενάγων ότι η εναγομένη με την όλη έως τότε συμπεριφορά της κατήγγειλε την εργασιακή του σύμβαση, αρνούμενη οριστικά να δεχθεί την εργασία του υπό τους προ της βλαπτικής μεταβολής όρους. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι η εναγομένη με όλη την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της απέβλεπε στο να εξαναγκάσει τον ενάγοντα σε παραίτηση για να μην του καταβάλει την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Η αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του δεν ήταν έτσι οικειοθελής, όπως αβάσιμα διατείνεται η εναγομένη, αλλά απότοκος της ως άνω συμπεριφοράς αυτής.
Συνεπώς, εφόσον η πάνω συμπεριφορά της εναγομένης αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, με την οποία καταγγέλθηκε ατάκτως από την εναγομένη η σύμβαση εργασίας, ο ενάγων δικαιούται την καθοριζομένη από το άρθρο του Ν 2192/1920 αποζημίωση, καθώς και το μισθό του Αυγούστου 2010,που δεν του κατέβαλε η εναγομένη. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι παρήλθε, η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία άσκησης της αγωγής για καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού αφετηρία της εν λόγω προθεσμίας είναι η επομένη της 6-9-2010, οπότε και αποχώρησε ο ενάγων από την εργασία του, θεωρώντας την όλη συμπεριφορά της εναγομένης ως άτακτη εκ μέρους της καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης και μέχρι την επίδοση της προηγούμενης, ομοίου περιεχομένων, αγωγής του, που έγινε στις 25-2-2011, δεν παρήλθε η πιο πάνω προθεσμία.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 το άρθρου 559 ΚΠολΔ και επικουρικά η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου. Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η αγωγή είναι απορριπτέα, διότι από το χρόνο της καταγγελίας (1-7-2010, άλλως 7-7-2010) μέχρι την επίδοση της πρώτης αγωγής του αναιρεσιβλήτου σ' αυτή ( 25-2-2011), από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, αλλά άσκησε εντός εξαμήνου την υπό κρίση ομοίου περιεχομένου αγωγή, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου και επομένως το δικαίωμα του ενάγοντος για καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης έχει αποσβεσθεί, τον ισχυρισμό δε αυτόν πρόβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και με τις έγγραφες προτάσεις της και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της από 4-6-2015 έφεσής της και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ερεύνησε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό και τον αντίστοιχο λόγο έφεσης και τους απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν, δηλαδή ότι η άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε στις 6-9-2010 και όχι την 1-7-2010 ή στις 7-7-2010 και επομένως η επίδοση της πρώτης, από 24-2-2011, αγωγής του, που επιδόθηκε στις 25-2-2011, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955.
Άλλωστε, στην προκείμενη περίπτωση, που το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών, η εναγομένη εργοδότρια όφειλε να καταβάλει με την απόλυση ως αποζημίωση τις αποδοχές δύο μηνών και το υπόλοιπο ποσό της αποζημίωσης σε διμηνιαίες δόσεις. Στην περίπτωση αυτή η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από τότε που οι δόσεις κατέστησαν απαιτητές και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη την ένδικη αγωγή, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από τις 7-7-2010, οπότε η πρώτη αγωγή του ενάγοντος, που της επιδόθηκε στις 25-2-2011, ήταν απαράδεκτη διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο του εξαμήνου και επομένως δεν διέκοψε την προθεσμία αυτή και κατά συνέπεια κακώς το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την υπό κρίση αγωγή.
Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά την απόρριψη του προηγούμενου αναιρετικού λόγου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 862/2015, ΑΠ 291/2015). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του αρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/20212, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της, παρότι τον σχετικό ισχυρισμό είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και είχε επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ειδικότερα, η αοριστία της αγωγής, κατά την αναιρεσείουσα, συνίσταται στο ότι: α) δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής περιστατικά που να συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του ενάγοντος, β) δεν προσδιορίζει στο δικόγραφο της αγωγής χρονικά τα περιστατικά που κατ' αυτόν συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των συνθηκών της εργασιακής του σχέσης, γ) δεν αναφέρει τα πρόσωπα στα οποία δήθεν προσέφερε, έστω και ρηματικά, την εργασία του μετά τις 22-6-2010 και ιδίως στις 7-7-2010, δ) δεν αναφέρει περιστατικά τα οποία να συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά από μέρους των οργάνων της εναγομένης και από τα οποία προσεβλήθη η προσωπικότητα του ενάγοντος και ε) από την αόριστη περιγραφή των αποδοχών του μηνός Αυγούστου 2010, τις οποίες άλλοτε αναφέρει ως καθαρές και άλλοτε ως μικτές.
Η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο και το αίτημα που προεκτέθηκε, είναι πλήρως ορισμένη, καθότι περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία, που ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωσή της. Ειδικότερα περιλαμβάνει: 1) το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στον ενάγοντα, τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτού, τη ρητή συμφωνία των διαδίκων ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις (εισφορές ασφαλιστικών ταμείων, πλην του αναλογούντος φόρου εισοδήματος) θα καλύπτονται από την αναιρεσείουσα, το ωράριο εργασίας του και τον τόπο παροχής της εργασίας του, 2) την ανάθεση σ' αυτόν από 29-6- 2001 και πρόσθετων καθηκόντων Γενικού Διευθυντή και την τροποποίηση της αρχικής, από 1-11-2000, σύμβασης εργασίας του, τις καθαρές αποδοχές του μετά την ανάθεση των νέων καθηκόντων και τη διατήρηση του όρου ότι οι αναλογούσες σ' αυτόν ασφαλιστικές εισφορές θα καταβάλλονται από την εναγομένη κάθε μήνα στα ασφαλιστικά ταμεία, 3) κάνει αναλυτική παράθεση των αποδοχών του μηνός Αυγούστου 2010, για τον οποίο ζητεί τις μικτές αποδοχές, ανερχόμενες σε 14.183,20 ευρώ , δηλαδή τις καθαρές αποδοχές ύψους 9.959,70 ευρώ, τις ασφαλιστικές εισφορές που δεν καταβλήθηκαν στο ασφαλιστικό του ταμείο, ύψους 2.798,50 ευρώ, και το ποσό των 1.425 ευρώ που του χορηγούσε η εναγομένη σταθερά και μόνιμα κάθε μήνα, 4) ότι μετά την άρνησή του στις 7-7-2010 στο αίτημα της εναγομένης για οικειοθελή αποχώρηση, τα αρμόδια όργανα αυτής προέβησαν στις παρακάτω ενέργειες με σκοπό να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση, ήτοι παραχώρησαν το γραφείο του σε άλλο στέλεχος της εταιρείας χωρίς ενημέρωσή του, διέκοψαν την τηλεφωνική σύνδεση, αφαίρεσαν τα κινητά τηλέφωνα που του είχαν παραχωρήσει, του ζήτησαν να επιστρέψει τα κλειδιά της κεντρικής εισόδου και του γραφείου του, του αφαίρεσαν τις εταιρικές πιστωτικές κάρτες που του είχαν χορηγήσει, σφράγισαν το λογισμικό πρόγραμμα ΧΡΗΜΑ - PLUS, με την πρόσβαση και χρήση του οποίου διεξήγαγε την ανατεθείσα εργασία, οι ενέργειες δε αυτές έγιναν γνωστές σε όλο το προσωπικό της εναγομένης και στην κοινότητα των χρηματιστηριακών και επενδυτικών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς του ως επαγγελματία και ανθρώπου, 5) στις 12-8-2010 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης τον κάλεσε μετά τη λήξη της άδειάς του να του γνωστοποιήσει πότε θα επιστρέψει στα καθήκοντά του, στις 22-8-2010 τους δήλωσε ότι επιθυμεί να εργασθεί σύμφωνα με τους όρους της από 1-11-2000 σύμβασης εργασίας του, ότι η εναγομένη αρνήθηκε και δεν του κατέβαλε τις αποδοχές του Αυγούστου 2010, με αποτέλεσμα αυτός να θεωρήσει την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, όπως της γνωστοποίησε με εξώδικη διαμαρτυρία- δήλωση στις 6-9-2010 και έκτοτε δεν επανήλθε στην εργασία του και 6) αναφέρει το ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης απόλυσης, το οποίο προσδιορίζει στο ποσό των 82.735,33 ευρώ, καθώς και το αιτούμενο ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Δεν αποτελεί δε στοιχείο της αγωγής η αναφορά των προσώπων στα οποία ο ενάγων δήλωσε ρητά ότι επιθυμεί τη συνέχιση της εργασίας του, ούτε υπάρχει αοριστία ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος του Αυγούστου του 2010, όπως υποστηρίζει η εναγομένη. Επομένως, ορθά έκρινε το Εφετείο ότι είναι ορισμένη η αγωγή και δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτή και ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 455/2014), Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπουν και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 121/2014).
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι αυτή δεν έχει καμία αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν. Αντίθετα, αναφέρει η αναιρεσείουσα ότι παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί διάταξη δικονομικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέλος, το υποβαλλόμενο με το αναιρετήριο αίτημα της αναιρεσείουσας να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της επιστρέψει το συνολικό ποσό των 76.191,14 ευρώ, που αναγκάστηκε να του καταβάλει για την εξόφληση των αγωγικών του απαιτήσεων κατ' αυτής, καθόσον μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ο τελευταίος πέτυχε την έκδοση σε βάρος της της 2843/2017 διαταγής πληρωμής και, αφού της επέδωσε αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού αυτής, αναγκάστηκε να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, είναι πλέον άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πέραν του ότι αυτό είναι και μη νόμιμο, διότι η εκτέλεση έγινε βάσει της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με έρεισμα το δεδικασμένο από την αναγνωριστική απόφαση και όχι βάσει της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 789/2011, ΑΠ 1659/2007, ΑΠ 41/1992).
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2018 αίτηση για αναίρεση της 187/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ