Legislator Case Law & Legislation
789/2011 AI generated

Supreme Court annuls judgment for procedural error but rejects request to restore status quo ante.

Case Number 789/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's judgment due to a procedural error regarding the calculation of specific allowances. While the annulment was granted, the court rejected the appellant's request to restore the case to the state before execution. Consequently, the case was remitted for retrial, and the defendants were ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment for procedural defects but must separately rule on requests to restore the status quo ante, which are inadmissible if the original dispute involved a declaratory judgment establishing a legal relationship.

Keywords

AI generated
annulment of judgment procedural error restoration of status quo declaratory judgment remittal for retrial legal costs civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 118-120 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 789 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 789/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΜΕΣΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ" (Ε.Κ.Α.Β.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρούκλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 2) Γ. Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Ε. Λ., κατοίκου ..., 5) Δ. Μ., κατοίκου ..., 6) Ι. Μ., κατοίκου ... 7) Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 8) Χ. Μ., κατοίκου ..., 9) Κ. Μ., κατοίκου ..., 10) Χ. Π., κατοίκου ..., 11) Ν. Π., κατοίκου ..., 12) Π. Π., κατοίκου ..., 13) Μ. Σ., κατοίκου ..., 14) Β. Τ., κατοίκου ..., 15) Ι. Τ., κατοίκου ..., 16) Κ. Τ., κατοίκου ..., 17) Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 18) Π. Τ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μέτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 604/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6836/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-04-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., 10619/21-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο B. Δ., 10643/23-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Κ. Γ., 10184/21-10-2009 για τον αναιρεσίβλητο Μ. Δ., 10579/17-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Μ. Ι., 10280/4-11-2009 για τον αναιρεσίβλητο Μ.

Π., 10183/21-10-2009 για τον αναιρεσίβλητο Μ. Χ.,10471/30-11-2009 για τον αναιρεσίβλητο Π. Ν., 10704/11-1-2010 για την αναιρεσίβλητη Π. Π., 10584/17-12-2009 για την αναιρεσίβλητη Σ. Μ., 10604/18-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Τ. Β., 10470/30-11-2009 για τον αναιρεσίβλητο Τ. Ι., 10181//21-10-2009 για τον αναιρεσίβλητο Τ. Κ., 10585/17-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Τ. Δ. και 10811/27-1-2010 για τον αναιρεσίβλητο Τ.

Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 27-4-2010 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους ως άνω αναιρεσίβλητους, με κλήση να παραστούν κατ' αυτήν. Οι τελευταίοι, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου της 27-4-2010 και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή τους (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο μη έχοντα πληρεξουσιότητα, δοθείσα με συμβολαιογραφική πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔικ, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Aπό την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντ., προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 15/1999).

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα (ΟλΑΠ 12/1992).

Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.

Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 13 του Ν. 2470/1997 εκδόθηκε η 2/82879/16-11-1999 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας - Πρόνοιας (ΦΕΚ 2128 Β'/8-12-1999), με την οποία χορηγήθηκε αποζημίωση ύψους 75.000 δραχμών μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-9-1999 έως 31-12-1999, στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και στους υπαλλήλους των διευθύνσεων Υγείας και Πρόνοιας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων του Νομού Αττικής, με αιτιολογία χορήγησης την ενεργοποίηση και συμμετοχή των ως άνω υπαλλήλων, για την αντιμετώπιση των ιδιαιτέρως αυξημένων αναγκών που προέκυψαν από τους σεισμούς, την άμεση διεκπεραίωση των διαδικασιών για την ανακούφιση των σεισμοπαθών και τη λήψη όλων των ενδεικνυόμενων μέτρων, καθώς επίσης και τη δημιουργία κλίματος εξαιρετικού ενδιαφέροντος για την υλοποίηση των ν. 2519/97, 2646/98 και 2716/99.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του εναγομένου και υπηρετούν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου: ο πρώτος από 21-6-1989, ως οδηγός ασθενοφόρου, ο δεύτερος από 13-8-1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο τρίτος από 30-6-1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο τέταρτος από 7-8-1989 ως μηχανοτεχνίτης αυτοκινήτου, ο πέμπτος από 18-3-1991 ως μηχανοτεχνίτης αυτοκινήτου, ο έκτος από το 1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο έβδομος από 11-8-1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο όγδοος από 9-9-1989 ως οδηγός ασθενοφόρου, ο ένατος από το 1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο δέκατος από το 1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο ενδέκατος από 28-7-1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, η δωδέκατη από 2-1-1999 ως καθαρίστρια, η δέκατη τρίτη από 11-9-1989 ως καθαρίστρια, ο δέκατος τέταρτος από 5-9-1998 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο δέκατος πέμπτος από 25-8-1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο δέκατος έκτος από το 1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, ο δέκατος έβδομος από το 1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου και ο δέκατος όγδοος από το 1989 ως πλήρωμα ασθενοφόρου, όλοι κατηγορίας Δ.Ε.

Με την υπ' αριθμ. 2/82879/0022/16-12-1999 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας - Πρόνοιας, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 7 ν. 2470/97 χορηγήθηκε αποζημίωση ύψους 75.000 δραχμών μηνιαίως για το τετράμηνο από 1-9-1999 έως 31-12-1999, συνολικού ποσού 300.000 δραχμών στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας - Πρόνοιας και στους υπαλλήλους των διευθύνσεων Υγείας - Πρόνοιας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων του νομού Αττικής, με αιτιολογία χορήγησης "η ενεργοποίηση και συμμετοχή των ως άνω υπαλλήλων, για την αντιμετώπιση των ιδιαιτέρως αυξημένων αναγκών που -προέκυψαν από τους σεισμούς, των διαδικασιών για την ανακούφιση των σεισμοπαθών και η λήψη όλων των ενδεικνυόμενων μέτρων, καθώς επίσης και η δημιουργία κλίματος εξαιρετικού ενδιαφέροντος για την υλοποίηση των ν. 2519/97, 2646/98 και 2716/99.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ότι, δεν συντρέχει λόγος κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που να επιβάλει την εξαίρεση της κατηγορίας των εναγόντων από τη χορήγηση της ως άνω παροχής ήτοι 75.000 δραχμών για 4 μήνες, διότι η συμβολή των συγκεκριμένων υπαλλήλων στην αντιμετώπιση των συνεπειών του σεισμού, και η οποία συνίσταται στη συνεχή απασχόληση τους στην μεταφορά και την περίθαλψη των θυμάτων ήταν κοινώς γνωστή, ώστε να μην δικαιολογείται η εξαίρεση τους από τις ρυθμίσεις της ως άνω υπουργικής απόφασης.

Πρέπει συνεπώς, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας να χορηγηθεί και σε αυτούς το επίδομα που προβλέπεται από την προαναφερόμενη Υπουργική Απόφαση για τις λοιπές κατηγορίες των υπαλλήλων του Υπουργείου Υγείας - Πρόνοιας. Επομένως, συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας, οι ενάγοντες, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (1-9-1999 έως 31-12-1999) δικαιούνται την, ως άνω, μηνιαία αποζημίωση.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. β' Συντάγματος, 13 του Ν. 2470/1997 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας 2/82879/0022/16.11.1999 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών - Υγείας και Πρόνοιας, που δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση.

Διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι το Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών.

Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη ειδική αποζημίωση, απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών. Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση ο αιτών μπορεί να ζητήσει, επί χρηματικής παροχής, να του επιστραφούν το κεφάλαιο, οι τόκοι επί του κεφαλαίου τους οποίους κατέβαλε, καθώς και τα δικαστικά έξοδα, τα έξοδα της επιταγής και της παραγγελίας προς εκτέλεση.

Η αίτηση επαναφοράς πρέπει να είναι σαφής, ορισμένη, να περιέχει τα από τα άρθρα 118 -120 ΚΠολΔικ προβλεπόμενα στοιχεία και επί χρηματικής παροχής πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή το ζητούμενο χρηματικό ποσό που ο αναιρεσείων κατέβαλε. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο της αρχικής διαφοράς ήταν η διάγνωση με αναγνωριστική απόφαση μιας έννομης σχέσεως, η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη.

Έτσι δεν μπορεί να ζητηθεί η απόδοση καταβληθέντος χρηματικού ποσού σε εκτέλεση διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση αναγνωριστική απόφαση, αφού, η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό διαφορετικό και ανεξάρτητο από την εν λόγω απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το αναιρετήριο, υποβάλλει το αίτημα "να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των καταβληθέντων χρηματικών ποσών σε εκτέλεση και για την εξόφληση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπ' αριθμ. 6836/2008". Η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων, ενόψει και του ότι η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, είναι, προεχόντως, απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6.836/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ