Supreme Court dismisses appeal where lower court properly rejected a defense not raised at first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment rendered by the Single First Instance Court of Mesolonghi. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider a defense regarding the payment of claim funds, which had been re-raised during the appeal proceedings. The court ruled that since the defense was substantively rejected by the lower court for not having been properly raised at the first instance, the second ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure was unfounded. Consequently, the appeal was declared inadmissible, the case was divided among the parties, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the represented respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court properly rejects a defense not raised at first instance, as the appellate court cannot substitute its own assessment for the final judgment of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1329 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1329/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", νομίμως εκπροσωπούμενης που εδρεύει στο Μεσολόγγι Αιτωλοακαρνανίας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κρουσόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) … και 39) …, που δεν παραστάθηκαν εκτός των με α/α 3ος, 14ος, 32ος που παραστάθηκαν δια, και 33ος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παρετσόγλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-12-2015 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκεαν στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν 127/2017 και 128/2017 οριστικές αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 12/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.(ΑΠ106/2019, ΑΠ242/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 25-2-2019 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατικές διαφορές) 12/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικάσιμο, παραστάθηκαν νομίμως οι Β.
Α., Δ. Μ., Ι. Κ. και Γ. Π., αντιστοίχως τρίτος, δέκατος τέταρτος, τριακοστός δεύτερος και τριακοστός τρίτος των αναιρεσιβλήτων, ενώ οι λοιποί τριάντα πέντε αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει αν οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι ή κάποιος απ' αυτούς επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή ότι αυτοί κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τους παριστάμενους διαδίκους ή κάποιον απ' αυτούς, ούτε επίσης οι παριστάμενοι διάδικοι αποδεικνύουν την κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων με την προσκόμιση της οικείας έκθεσης επίδοσης της αίτησης αναίρεσης.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή ότι αυτοί κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από την αναιρείουσα ή τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσίβλητους με τους οποίους συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.
β` ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β` προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως και να διαταχθεί χωρισμός της υποθέσεως και η συζήτησή της ως προς του λοιπούς αναιρεσείοντες, που νομίμως παρίστανται. Μετά ταύτα, ως προς τους νομίμως παριστάμενους αναιρεσίβλητους, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αναιρεσιβαλλομένης 12/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ιδίου Κώδικα, αναίρεση επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 22/2020.
ΑΠ 157/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. 3. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ΚΤΕΛ ΑΕ, αφού παραθέτει τις διατάξεις του ν.2963/2001, άρθρο 3 αυτού, του πδ 246/2006, άρθρα 2 και 4 αυτού, συναφή με τις διατάξεις αυτές νομολογία των Δικαστηρίων της ουσίας και του Δικαστηρίου τούτου, διαλαμβάνοντας ανάλυση του κατά την εκδοχή της πραγματικού μέρους της υπόθεσης και ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι ιδιοκτήτες λεωφορείων ενταγμένων στη δύναμη αυτής τα οποία από πολλών ετών οδηγούσαν, προσάπτει στην προσβαλλομένη την παρά το νόμο απόρριψη της έφεσή της.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα, η αναφορά σε νομολογία του Δικαστηρίου επί διαφορετικών υποθέσεων, η εκτενής ανάλυση στο δικόγραφο της αναίρεσης του κατά την εκδοχή της πραγματικού μέρους της υπόθεσης και μόνη η διαλαμβανόμενη στο λόγο αυτό παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι ιδιοκτήτες λεωφορείων ενταγμένων στη δύναμη αυτής τα οποία από πολλών ετών οδηγούσαν, χωρίς αναφορά των κρίσιμων λοιπών παραδοχών, δηλ.
το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου στην 12/2019 απόφασή του για την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσής της, δεν επαρκούν ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, η ευθεία παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, που η αναιρεσείουσα επικαλείται.
4. Σύμφωνα με τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 953/2014, ΑΠ 2234/2013).
Όμως δεν στοιχειοθετείται σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997).Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αρ.5 του άρθρου 560ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την προταθείσα παραδεκτώς πρωτοδίκως ένσταση εξόφλησης των επίδικων χρηματικών ποσών, την οποία η εδώ αναιρεσείουσα είχε επαναφέρει νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο της έφεσής της.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 αρ.2), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε κατ' ουσίαν το λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης, με τον οποίο αυτή επανέφερε τον ισχυρισμό της περί εξόφλησης των αγωγικών κονδυλίων, κρίνοντας ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είχε προταθεί παραδεκτά πρωτοδίκως, ήτοι προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με καταχώριση στα οικεία πρακτικά αυτού.
Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.5 του άρθρου 560ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 5. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών. (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-2-2019 (αρ. κατ.2/2019) αίτησης αναίρεσης κατά της 12/2019 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ως προς τους: 1)Ι. Δ. του Α., 2)Φ. Σ. του Θ., 4)Λ. Ρ. του Γ., 5)Σ. Σ. του Σ., 6)Δ. Μ. του Π., 7)Γ. Β. του Χ., 8)Π. Κ. του Λ., 9)Α. Ζ. του Κ., 10)Δ. Μ. του Ε., 11)Β. Γ. του Σ., 12)Ν. Σ. του Ε., 13) Κ. Μ. του Ν., 15)Θ. Τ. του Δ., 16)Θ. Μ. του Σ., 17)Β. Γ. του Α., 18)Μ. Π. του Φ., 19)Γ. Τ. του Α., 20)Ι. Κ. του Κ., 21)Γ. Κ. του Χ., 22)Ν. Π. του Β., 23)Κ. Τ. του Α., 24)Δ. Π. του Ν., 25)Κ. Κ. του Β., , 26)Σ. Τ. του Β., 27)Ν. Α. του Χ., 28)Γ. Μ. του Α., 29)Κ. Μ. του Ι., 30) Γ. Κ. του Α., 31)Γ. Τ. του Σ., 34)Ν. Κ. του Δ., 35)Γ. Σ. του Χ., 36)Χ. Π. του Χ., 37)Α. Π. του Π., 38)Σ. Σ. του Ε. και 39)Α. Τ. του Γ..
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους και τη συνέχιση αυτής ως προς τους λοιπούς.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, ως προς τους αναιρεσείοντες Β. Α., Δ. Μ., Ι. Κ. και Γ. Π. την από 25-2-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 12/2019 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ