Legislator Case Law & Legislation
953/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding overtime hours calculation and evidence admissibility.

Case Number 953/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by two companies against a labor court judgment concerning overtime compensation. The appellant argued the lower court failed to consider evidence regarding Saturday work hours and provided contradictory reasoning on overtime calculations. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly evaluated the evidence and that the appellant's arguments regarding omitted facts were legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(b) and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court properly evaluated evidence and the appellant's claims regarding omitted facts or contradictory reasoning are legally unfounded.

Keywords

AI generated
labor law appeal overtime hours calculation evidence admissibility contradictory reasoning Supreme Court dismissal legal costs award appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 953 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 953/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στο … εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…που εδρεύει στο … εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βερβεσό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 427/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5332/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-12-2012 αίτησή τους

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 6-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις του άρθ. 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, στην περίπτωση δε αυτήν συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, από το μετ' επίκληση προσκομιζόμενο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, με την επ' αυτού σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι την συζήτηση της αναίρεσης κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο επισπεύδουν εγκύρως οι αναιρεσείουσες με παραγγελία προς επίδοση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικ. Δούναβη, έχοντος σχετική προς τούτο (γενική) πληρεξουσιότητα, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στην δικογραφία με αριθ. … ..-3-2013 πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Χατζή. Επομένως, εφόσον αυτές, και όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον αυτού κατά την δικάσιμο αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 § 1 Κ.Πολ.Δικ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες που προσκομίσθηκαν απαραδέκτως, και δη εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Ειδικότερα, σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση (αποδεικτικού) εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, το νόμιμο δε και παραδεκτό της επίκλησης αυτού κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος ενάγων με τις ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προτάσεις του προς αντίκρουση της έφεσης των αναιρεσειουσών εναγομένων και υποστήριξη της κατ' αυτών αγωγής του με αντικείμενο αξιώσεις του για ιδιόρρυθμη και μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, νυκτερινή εργασία, υπερεργασία κ.λπ.

από την παροχή των υπηρεσιών του ως εργοδηγού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, και "5. Προσωπικά ημερολόγια των ετών 1999, 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005 (με το λογότυπο της α' εναγομένης), τα οποία μου είχε προμηθεύσει η α' εναγομένη και στα οποία καθημερινά λόγω της θέσης μου ως εργοδηγού σημείωνα με λεπτομέρειες τις εργασίες που εκτελέστηκαν, το εργατοτεχνικό προσωπικό που απασχολήθηκε, καθώς και τα φορτηγά και οι οδηγοί που απασχολήθηκαν στο έργο, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσαντες με ένορκη βεβαίωση οδηγοί των αντιδίκων και του ομίλου Γ...

και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του δικαστηρίου... (σχετ. 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15). Τα ημερολόγια αυτά τα οποία τηρούσα προκειμένου να ενημερώνω τους υπευθύνους των εργοδοτριών μου συμπληρώνονταν καθημερινά... Επίσης αποδεικνύεται χωρίς καμία αμφισβήτηση ότι τα ημερολόγια καταγράφουν καθημερινά την πρόοδο των εργασιών τον τόπο εργασίας τους μισθωτούς που απασχολήθηκαν και επιπλέον τις ώρες εργασίας πέραν των 8 που απασχολήθηκε ένας έκαστος των εργατοτεχνιτών που απασχολούνταν μαζί μου και ήμουν υπεύθυνος γι' αυτούς...

ήμουν επιφορτισμένος... να σημειώνω καθημερινά τις ώρες εργασίας πέραν των 8 που εργάσθηκε κάθε μισθωτός και εγώ... Ουδέποτε τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι πληρωθήκαμε για τις ώρες που πραγματικά απασχοληθήκαμε. Τα ανωτέρω ημερολόγια αποδεικνύουν απερίφραστα τις ώρες και ημέρες εργασίας μου όπως εκτίθενται στην αγωγή μου...

αναφέρουν ακόμη και της ημέρες ασθενείας μου... Επίσης αποδεικνύεται η εργασία μου κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές που εκτελούσα συγκεκριμένες εργασίες που αναφέρονται..." (σελ. 3 - 4). Η κατά τον τρόπο αυτόν επίκληση από τον αναιρεσίβλητο (και τότε εφεσίβλητο) των ως άνω εγγράφων, με τον οποίο ακριβώς τα είχε επικαλεσθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις ενώπιον αυτού προτάσεις του, ήταν σαφής και ορισμένη, αφού ήταν ειδική και απ' αυτήν προέκυπτε η ταυτότητά τους, ως εκ τούτου δε παραδεκτά προσκομίσθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, επομένως, ορθά και όχι παρά το νόμο έλαβε υπόψη και αυτά για την επί της ουσίας κρίση του ως προς τις ώρες της καθημερινής απασχόλησης του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, όπως ρητά διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη 5332/2012 απόφασή του.

Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου με αριθ. 1 λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 11 περ. β' και 14 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. (A) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών. Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (Β) Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων (η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα) η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης (ή αντέφεσης) που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν. (Γ) Τέλος, κατά τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.

σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).

Η παραμόρφωση πρέπει ν' αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αναπόδεικτος (ουσιαστικά αβάσιμος), εάν δεν προσκομισθούν τα αποδεικτικά έγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμόρφωσε το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Με την ένδικη από 20-12-2007 (και με αριθ.

κατ. 6528/2007) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι την 3-1-1997 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1η εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα εταιρεία ("Εργοκατασκευή Ήλιος ΑΕ"), προκειμένου να εργασθεί ως εργοδηγός, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας με οκτάωρη ημερήσια απασχόληση και έναντι του προβλεπομένου από τις οικείες ΣΣΕ μηνιαίου μισθού, ότι με έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε την 1-6-2003 μεταξύ αυτού, της ως άνω εργοδότριάς του και της 2ης εναγομένης και αναιρεσείουσας εταιρείας ...

συμφωνήθηκε να παύσει από την ημερομηνία αυτή να εργάζεται στην 1η και να παρέχει πλέον την εργασία του στην 2η εταιρεία με την ίδια ειδικότητα του εργοδηγού και υπό τους ίδιους όρους, δικαιώματα και υποχρεώσεις και ότι με τη ιδιότητα αυτή εργάσθηκε στην δεύτερη εναγομένη μέχρι την 21-12-2005, όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, ότι καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στις δύο αυτές εταιρείες εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή πέραν των νομίμων χρονικών ορίων ημερήσιας απασχόλησης των 8 ωρών και των 40 εβδομαδιαίως, τις ώρες που αναφέρονται αναλυτικά και λεπτομερώς στην αγωγή για κάθε ημέρα, καθώς και κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα Σάββατα, Κυριακές και νύκτες, χωρίς να του καταβάλουν πλήρως τα οφειλόμενα για τις αιτίες αυτές ποσά, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, ύστερα από επιτρεπτή μετατροπή του αιτήματος της αγωγής, με δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις του, σε ενμέρει καταψηφιστικό και ενμέρει αναγνωριστικό, και κατά τις εκεί λεπτομερείς διακρίσεις, αφενός ν' αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν και αφετέρου να υποχρεωθούν να του καταβάλουν για τις παραπάνω αιτίες, κατά τα εκεί λεπτομερώς εκτιθέμενα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 22-12-2005 τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 427/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν λόγω παραγραφής όλες οι αξιώσεις του ενάγοντος που αναφέρονταν στο έτος 2001 και έγινε κατά λοιπά ενμέρει δεκτή η αγωγή. (2) Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενες και αναιρεσείουσες εταιρείες άσκησαν έφεση, με τον 55ο λόγο της οποίας ειδικότερα προέβαλαν, κατά συνοπτική αναφορά των συναφών ισχυρισμών, ότι (α) ο αναιρεσίβλητος ενάγων τόσο με την από 14-1-2006 αγωγή του κατά της εταιρείας "...", τρίτης και μη διαδίκου στην δίκη αυτήν, όσο και με την από 21-2-2006 υπεύθυνη δήλωσή του είχε επικαλεσθεί εντελώς διαφορετικό, κάθε φορά, αριθμό ωρών υπερωριακής απασχόλησής του από αυτόν που επικαλέσθηκε με την ένδικη αγωγή του, κατά τα ειδικότερα και αναλυτικά εκεί εκτιθέμενα και (β) είναι προφανές ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δήθεν πραγματοποίησε τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης που περιέχονται στους ενσωματωμένους στην ένδικη αγωγή του πίνακες δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενόψει και των πιο πάνω αντιφάσεών του, από τις οποίες προκύπτει ότι χρησιμοποιεί τελείως διαφορετικό αριθμό ωρών υπερωριακής εργασίας του σε κάθε επόμενη προσφυγή του στην δικαιοσύνη, αν και αναφέρεται στο ίδιο χρονικό διάστημα απασχόλησής του, προς απόδειξη δε των ισχυρισμών αυτών (ότι δηλ.

οι αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή ώρες υπέρβασης του ωραρίου εργασίας του ενάγοντος δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα) επικαλέσθηκαν με τις επί της έφεσης αυτής προτάσεις τους και προσκόμισαν τα παραπάνω έγγραφα, δηλ. (α) την από 14-1-2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της, μη διαδίκου, εταιρείας "...." και (β) την από 21-2-2006 υπεύθυνη δήλωση (προς το ΣΕΠΕ), με βάση την οποία, κατά τα περαιτέρω εκτιθέμενα στις προτάσεις αυτές, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της πιο πάνω εταιρείας. (3) Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 5332/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, μεταξύ άλλων, δέχθηκε, ότι με την από 3-1-1997 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία προκειμένου να εργασθεί σ' αυτήν ως εργοδηγός, ότι με την από 1-6-2003 σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος, της παραπάνω εργοδότριας εταιρείας και της δεύτερης αναιρεσείουσας εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρείας συμφωνήθηκε να παύσει να παρέχει ο ενάγων τις υπηρεσίες του από 31-5-2003 στην πρώτη εναγομένη και ότι από 1-6-2003 μεταφέρεται και θα εργάζεται ως εργοδηγός στην δεύτερη εναγομένη εταιρεία, ρητώς συμφωνηθέντος ότι τα δικαιώματα που είχε ο ενάγων στην αρχική εργοδότρια εταιρεία μεταφέρονται στη νέα εργοδότρια εταιρεία, ακολούθως δε μεταξύ της δεύτερης εναγομένης (νέας εργοδότριας) και του ενάγοντος υπεγράφη η από 1-6-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η συμφωνία του ενάγοντος με αμφότερες τις ως άνω εταιρείες, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο τεχνικών εταιρειών, ήταν να εργάζεται (ως εργοδηγός) πέντε ημέρες την εβδομάδα, επί σαράντα ώρες εβδομαδιαία, από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή (έχοντας την υποχρέωση να εργάζεται και τα Σάββατα ή Κυριακές ή αργίες, κατόπιν σχετικής εντολής της εργοδότριας), έναντι μηνιαίου μισθού ίσου με τον προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ για τους εργοδηγούς χωρίς πτυχίο, ο οποίος ανερχόταν στα εκεί ποσά κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2002 μέχρι 22-12-2005) ο ενάγων παρείχε την εργασία του πέραν του συμφωνηθέντος νομίμου ωραρίου του, ειδικότερα δε πραγματοποίησε, εκτός των άλλων, τις αναλυτικά αναφερόμενες εκεί κατά μήνα ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και (από τον Οκτώβριο του 2005) υπερεργασίας (ταυτιζόμενες, σημειώνεται, στο σύνολο αριθμητικά με τις αναφερόμενες στην αγωγή ώρες υπέρβασης του καθημερινού ωραρίου εργασίας του, ανεξάρτητα από τον εκεί ειδικότερο χαρακτηρισμό της απασχόλησής του αυτής), δικαιούμενος για τις αιτίες αυτές τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, και ότι "Η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τις παραπάνω ώρες της καθημερινής απασχόλησης του ενάγοντος προκύπτει από την συνεκτίμηση του συνόλου των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων των διαδίκων...

Εξάλλου το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση από το γεγονός ότι ο ενάγων, μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, στην από 21-2-2006 υπεύθυνη δήλωσή του... που υπέβαλε στο ΣΕΠΕ Ν. Ιωνίας, αλλά και στην από 14-1-2006 προγενέστερη αγωγή του, που στρεφόταν κατά της εταιρείας με την επωνυμία "...", από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, η οποία όμως ανήκει στον ίδιο όμιλο τεχνικών εταιρειών με τις εκκαλούσες εταιρείες, ανέφερε τελείως διαφορετικό αριθμό ωρών υπερωριακής του απασχόλησης από τον αναφερόμενο στην κρινόμενη αγωγή, καθόσον όπως προκύπτει από την πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση και αγωγή, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες, σ' αυτές δεν γίνεται καμμία διάκριση του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου που πραγματοποιούσε ο ενάγων κατά τα επίδικα έτη, αλλά όλες οι ώρες που απασχολείτο αυτός, πέραν των 8 ωρών ημερησίως, χαρακτηρίζονται ως υπερωριακή του απασχόληση, ακόμη και η παρεχομένη από αυτόν εργασία κατά τα Σάββατα", με βάση δε τα παραπάνω απέρριψε ως αβάσιμο, μεταξύ άλλων, και τον ως άνω 55ο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών.

Με τον με αριθ. 2 (και τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αίτησης και σε σχέση με τις γενόμενες δεκτές με την προσβαλλομένη απόφαση ώρες απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος καθ' υπέρβαση του καθημερινού νομίμου ωραρίου εργασίας, καθώς και τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών εναγομένων, ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή ώρες υπέρβασης του ωραρίου αυτού δημιουργήθηκαν από τον ενάγοντα και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, προβάλλονται οι ειδικότερες αιτιάσεις: (Α) Ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, δηλ. (α) της από 14-1-2006 αγωγής του ενάγοντος κατά της (μη διαδίκου) εταιρείας "..." και (β) από 21-2-2006 υπεύθυνης δήλωσής του προς το ΣΕΠΕ Ν.

Ιωνίας, σε κάθε ένα από τα οποία αναφέρεται διαφορετικός, σε σχέση με την ένδικη αγωγή, αριθμός υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος, χωρίς αναφορά σε εργασία του κατά τα Σάββατα. Ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο εδώ σκέλος του από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση εγγράφων αναφερομένη σε αρνητικό της αγωγής πραγματικό ισχυρισμό, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αναπόδεικτος (ουσιαστικά αβάσιμος), διότι δεν προσκομίζονται τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα ως άνω έγγραφα, τα οποία σε κάθε περίπτωση συνεκτιμήθηκαν μαζί με τις άλλες αποδείξεις και δεν αποτέλεσαν το αποκλειστικό ή κύριο αποδεικτικό μέσο για την διαμόρφωση της επί της ουσίας κρίσης του Εφετείου. (Β) Ότι (και σε σχέση ειδικότερα με τα εκεί αναφερόμενα χρονικά διαστήματα), εφόσον το Εφετείο (α) δέχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε τις ώρες ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης που ανέφερε στην αγωγή του, στην οποία επίσης εξέθετε ότι είχε εργασθεί και κατά τις εκεί παρατιθέμενες ώρες Σαββάτου, και επιδίκασε αντίστοιχη αμοιβή γι' αυτές (ώρες υπερωριακής απασχόλησης) και (β) έκρινε ότι η διαφορά μεταξύ των ωρών της υπέρβασης του ωραρίου του ενάγοντος, που αναφέρονται στην ως άνω προγενέστερη από 14-1-2006 αγωγή του και των αντιστοίχων, ολιγοτέρων, ωρών της ένδικης αγωγής, για τις οποίες έγιναν δεκτές οι αξιώσεις του ενάγοντος και επιδικάσθηκε σ' αυτόν αμοιβή, οφείλεται στο γεγονός ότι στην προηγούμενη αυτή αγωγή ως υπερωριακή απασχόλησή του είχε χαρακτηρισθεί και η εργασία του κατά τα Σάββατα, θα έπρεπε (σε κάθε μία περίπτωση) να αφαιρέσει από τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή ώρες υπερωριακής εργασίας τις αντίστοιχες ώρες εργασίας κατά τα Σάββατα που αναφέρονταν στην προηγούμενη, πράγμα, όμως, που δεν έπραξε, ως εκ τούτου δε, επάγονται περαιτέρω οι αναιρεσείουσες (1) η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (της μη αφαίρεσης δηλ.

από τις επιδικασθείσες ώρες υπερωριακής εργασίας των αντιστοίχων στην από 14-1-2006 αγωγή ωρών εργασίας κατά τα Σάββατα) (2) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα απ' αυτές "πράγματα" και δη τον προβληθέντα με τον 55ο λόγο της έφεσής τους ισχυρισμό ότι ο ενάγων στην προηγούμενη από 14-1-2006 αγωγή του ανέφερε ότι πραγματοποίησε, κατά τους αντίστοιχους μήνες, διαφορετικό (και δη μικρότερο) σε σχέση με την ένδικη αγωγή αριθμό ωρών υπερωριακής εργασίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί: (α) Κατά το σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, διότι η αποδιδομένη έλλειψη νόμιμης βάσης αναφέρεται στην αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον αριθμό των ωρών υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος (β) Κατά το σκέλος του από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου ως αβάσιμος, καθόσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός που προβλήθηκε με τον 55ο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών, δηλ.

ότι ο αναιρεσίβλητος στην προηγούμενη αγωγή του ανέφερε ότι πραγματοποίησε διαφορετικό αριθμό ωρών υπερωριακής απασχόλησης, συνιστά άρνηση της βάσης αγωγής ως προς την σχετική αξίωση (απαραίτητο στοιχείο της οποίας αποτελεί ο αριθμός των ωρών της παρασχεθείσης υπερωριακής εργασίας), όπως άλλωστε και στο αναιρετήριο αναφέρεται, ο οποίος σε κάθε περίπτωση λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, όπως και στην αναίρεση ρητά αναφέρεται, με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή και δη των περιεχομένων σ' αυτήν ωρών υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2012 αίτηση των ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΕ" και ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 5332/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ