Legislator Case Law & Legislation
1328/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding court costs while dismissing other grounds due to absent defendants.

Case Number 1328/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against the Second Instance Court's decision, specifically regarding court costs. The defendants failed to appear or be properly represented during the hearing, prompting the Court to examine the case ex officio. Consequently, the appeal on costs was accepted, reversing the lower court's ruling on expenses, while the appeal on the merits was dismissed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the case ex officio if a party fails to appear or is improperly represented, and it may partially allow an appeal regarding procedural costs while dismissing other grounds if the substantive issue remains unresolved.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure ex officio examination court costs partial appeal absence of parties legal expenses State appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(4) of the Code of Civil Procedure
Article 535(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1997
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1328 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1328/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ανακάλεσε την από 14-3-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., για τον εαυτό τους ατομικά και ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους Μ. Κ. του Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολιπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και σε καταφατική περίπτωση το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 5/2021, Ολ ΑΠ 7/2019, ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4247/12-11-2021 και 4312/29-11-2020 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών, στο Εφετείο Αθηνών Μ.

Μ. και στο Εφετείο Πατρών Α. Κ., αντίστοιχα, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκε, στις αναιρεσίβλητες.

Επομένως, εφόσον οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από το αναιρεσείον, παρά την απουσία των άνω αναιρεσιβλήτων.

Με την κρινόμενη από 29/09/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 117/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία είχε δεχθεί τυπικά και απορρίψει κατ'ουσίαν την ασκηθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έφεση κατά της αριθμ. 102/2018 οριστικής απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η ασκηθείσα από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες αναγνωριστική τoυ επίδικου ακινήτου αγωγή τους και το σωρευόμενο αίτημα διόρθωσης εσφαλμένης (πρώτης) κτηματολογικής εγγραφής.

Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). Α. Από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθ.11 β' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα. (ΑΠ561/2008, ΑΠ1402/2008, ΑΠ 620/2007, ΑΠ 848/06).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ., η ομολογία του διαδίκου προφορική ή γραπτή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, αντικείμενο δε της ομολογίας μπορεί να είναι όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη απόδειξης (ΑΠ1573/2007, ΑΠ620/2007, ΑΠ 956/2004).

Εφόσον δε από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει τέτοια ομολογία, την οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, ο από το άρθρο 559 αρ. 11β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος. Τέλος, σε περίπτωση που το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς σε ομολογία που δεν υφίσταται, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11β' ΚΠολΔ μόνο η τελευταία αιτιολογία (ΑΠ894/2011), αλυσιτελείς δε είναι και οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ713/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.β' Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι, αν και στις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο δικόγραφο της εφέσεώς του, διέλαβε, << ότι το επίδικο δεν είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα στα βιβλία δημοσίων κτημάτων ούτε αποτελεί δασική έκταση, διατήρησε δε ρητή επιφύλαξη για τα δικαιώματά του (Δημοσίου) από άλλη αιτία, και αρνήθηκε τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγής, ερειδόμενης στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, παρά ταύτα το Εφετείο συνήγαγε ομολογία αυτού>>.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον άνω πρώτο αναιρετικό λόγο: <<Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." εντός της κτηματικής περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας ...

του Δήμου Κεφαλληνίας, έχει έκταση 928,95 τ.μ. και σύμφωνα με την κτηματογράφηση 966 τ.μ., φέρει ΚΑΕΚ .../0/0 και εντός αυτού υφίστανται ένα ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 97,56 τ.μ. και μία ισόγεια οικία επιφάνειας 87,86 τ.μ. με υπόγειο επιφάνειας 87,86 τ.μ. Το ως άνω ακίνητο αποτυπώνεται στο από μηνός Οκτωβρίου του έτους 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ν.

Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγουσες, με τα στοιχεία ............... Το ένδικο ακίνητο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Μ. Κ. του Α., πατέρα των εναγουσών, με άτυπη δωρεά εν ζωή από τον πατέρα του και αληθή κύριο του ένδικου ακινήτου, Ά. Κ. του Μ., το έτος 1976 και έκτοτε ο ίδιος το κατείχε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και το νεμόταν με καλή πίστη από το έτος 1976 μέχρι και το 2010, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ανωτέρω ακινήτου πράξεις νομής.

Συγκεκριμένα, κατοικούσε μόνιμα με την οικογένειά του στην ανωτέρω οικία και λειτουργούσε το ως άνω κατάστημα ως φούρνο, επισκεύαζε τα ανωτέρω κτίσματα, επιτηρούσε τα όρια του ακινήτου του και καθάριζε το οικόπεδό του. Στις 05 - 02 - 2010 απεβίωσε ο Μ. Κ. του Α., χωρίς να αφήσει διαθήκη και άφησε ως κληρονόμους του τους πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς του, ήτοι την σύζυγό του Σ.

χήρα Μ. Κ., το γένος Δ. Σ., και τις θυγατέρες του και ενάγουσες, Ε. σύζυγο Γ. Κ., το γένος Μ. Κ. και Δ. Κ. του Μ., κατά ποσοστό επί του ένδικου ακινήτου 2/8 εξ αδιαιρέτου την πρώτη από αυτές και 3/8 εξ αδιαιρέτου την δεύτερη και την τρίτη εξ αυτών. Οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την ως άνω κληρονομιά δυνάμει της με αριθμό .../2011 Πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μιχαήλ Ευθυμίου, η οποία καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ένδικου ακινήτου που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο ...

υπό τον όρο του άρθρου 7α του Ν. 2664/1998, με αριθμό καταχώρησης .../23 - 07 - 2012. Στη συνέχεια, η Σ. χήρα Μ. Κ., το γένος Δ. Σ. μεταβίβασε δυνάμει του με αριθμό 15.818/2011 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μιχαήλ Ευθυμίου, που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ένδικου ακινήτου που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο ...

υπό τον όρο του άρθρου 7α του ν.2664/1998 αριθμό καταχώρησης 478/23 - 07 - 2012, το ποσοστό ιδιοκτησίας της επί του ένδικου ακινήτου (2/8 εξ αδιαιρέτου) κατά ίσα μέρη σε καθεμία από τις ενάγουσες. Με αυτό τον τρόπο οι ενάγουσες κατέστησαν η καθεμία συγκυρία του ένδικου ακινήτου από τους αληθείς κυρίους αυτού κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

Περαιτέρω, οι ενάγουσες προέβησαν στη σύσταση καθέτου διηρημένης ιδιοκτησίας, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, 1 επ. του Ν.3741/1929 και 1 επ. του Ν.Δ. 1024/1971, επί του ενιαίου ακινήτου δυνάμει της με αριθμό .../2011 Πράξη σύστασης κάθετης διηρημένης ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μιχαήλ Ευθυμίου, που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ένδικου ακινήτου που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο Αργοστολιού υπό τον όρο του άρθρου 7α του Ν. 2664/1998, με αριθμό καταχώρησης 479/23 - 07 - 2012.

Ειδικότερα, επί του ενιαίου ένδικου ακινήτου οι ενάγουσες συνέστησαν δύο αυτοτελείς, ανεξάρτητες και διηρημένες κάθετες ιδιοκτησίες διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, 1 επ. του Ν.3741/1929 και 1 επ. του Ν.Δ. 1024/1971, οι οποίες περιγράφονται ως εξής: (Α) Το τμήμα του οικοπέδου εντός του οποίου βρίσκεται η ισόγεια οικία επιφάνειας 87,86 τ.μ.

και μετά του υπογείου 87,86 τ.μ., καθώς και των κτισμάτων που θα ανεγερθούν στο μέλλον, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 73/100, το οποίο αποτυπώνεται στο από μηνάς Οκτωβρίου του έτους 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ν. Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγουσες, με τα στοιχεία ..............

και (Β) Το τμήμα του οικοπέδου εντός του οποίου βρίσκεται το ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 97,56 τ.μ. καθώς και των κτισμάτων που θα ανεγερθούν στο μέλλον, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 27/100, το οποίο αποτυπώνεται στο από μηνός Οκτωβρίου του έτους 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ν.

Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγουσες, με τα στοιχεία ............. Περαιτέρω, η δεύτερη ενάγουσα μεταβίβασε στην πρώτη ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../2011 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μιχαήλ Ευθυμίου, που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ένδικου ακινήτου που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο Αργοστολιού υπό τον όρο του άρθρου 7α του Ν. 2664/1998, με αριθμό καταχώρησης 480/23 - 07 - 2012, το ποσοστό συνιδιοκτησίας της επί της υπό στοιχείο Α κάθετης ιδιοκτησίας, ήτοι ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και με τον τρόπο αυτό η πρώτη ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία της υπό στοιχείο Α κάθετης ιδιοκτησίας με ποσοστό συνιδιοκτησίας 73/100 επί του όλου ενιαίου ένδικου ακινήτου.

Αντίστοιχα, η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../2011 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μιχαήλ Ευθυμίου, που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ένδικου ακινήτου που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο Αργοστολιού υπό τον όρο του άρθρου 7α του Ν. 2664/1998, με αριθμό καταχώρησης 481/23 - 07 - 2012, το ποσοστό συνιδιοκτησίας της επί της υπό στοιχείο Β κάθετης ιδιοκτησίας, ήτοι ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και με τον τρόπο αυτό η δεύτερη ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία της υπό στοιχείο Β κάθετης ιδιοκτησίας ποσοστό συνιδιοκτησίας 27/100 επί του όλου ενιαίου ένδικου ακινήτου.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η αρχική εγγραφή του ένδικου ακινήτου στα κτηματολογικό βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αργοστολιού με δικαιούχο κυριότητας "άγνωστο ιδιοκτήτη" είναι εσφαλμένη και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του Μ. Κ. και ακολούθως και των εναγουσών ως κληρονόμων του. Το εναγόμενο δεν αρνείται ειδικά κανένα από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δηλώνει ότι δεν προβάλλει δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο δεν είναι καταχωρημένο στη μερίδα του, ότι δεν είναι δασικό και δεν είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και (α) να αναγνωριστεί ότι ο Μ. Κ. του Α., όσο ζούσε, ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." εντός της κτηματικής περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας ...

του Δήμου Κεφαλληνίας, έκτασης 928,95 τ.μ. και σύμφωνα με την κτηματογράφηση 966 τ.μ., με ΚΑΕΚ .../0/0 και εντός αυτού υφίστανται ένα ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 97,56 τ.μ. και μία ισόγεια οικία επιφάνειας 87,86 τ.μ. με υπόγειο επιφάνειας 87,86 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο από μηνός Οκτωβρίου του έτους 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ν.

Π., με τα στοιχεία.......>>. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της κυριότητας των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, η αναφορά δε που ακολουθεί το αποδεικτικό αυτό πόρισμα, ότι το εναγόμενο δεν αρνείται ειδικά κανένα από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δηλώνει ότι δεν προβάλλει δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο δεν είναι καταχωρημένο στη μερίδα του, ότι δεν είναι δασικό και δεν είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα είναι πλεοναστική, ενόψει του ότι δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ως αλυσιτελής.

Β. Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 366/ 2017, ΑΠ 358/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/ 1987, << 1.

Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελάχιστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς (ήτοι 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, 300 ευρώ). 2.

Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή. 3. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους>>.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α' του ν. 3086/2002, περί Οργανισμού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάστασης των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του, <<1. Στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ) ανήκει η νομική υποστήριξη του Κράτους. Στην υποστήριξη αυτή περιλαμβάνονται, ιδίως:

α) η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου.......>>, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3086/2002, <<Οι εργασίες του Ν.Σ.Κ. διεξάγονται από: α) την Κεντρική Υπηρεσία, β) τα Γραφεία Νομικών Συμβούλων, γ) τα Ειδικά Γραφεία Νομικών Συμβούλων, δ) τα Δικαστικά Γραφεία, ε) τους δικηγόρους του Δημοσίου, όπου δεν λειτουργούν Γραφεία Νομικών Συμβούλων ή Δικαστικά Γραφεία και στ) τους δικηγόρους αλλοδαπής>>.

Τέλος, κατά τη παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 3086/2002 <<Στην έδρα κάθε Περιφέρειας, εκτός της Περιφέρειας Αττικής (Αθήνα, Πειραιά), Κεντρικής Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη) και Βορείου Αιγαίου (Μυτιλήνη), καθώς και στις πόλεις Αγρίνιο, Αλεξανδρούπολη, Βέροια, Βόλο, Έδεσσα, Ηράκλειο, Ιωάννινα, Καβάλα, Καλαμάτα, Κατερίνη, Κοζάνη, Κομοτηνή, Κόρινθο, Λαμία, Λάρισα, Λειβαδιά, Μεσολόγγι, Ναύπλιο, Πάτρα, Πολύγυρο, Πύργο, Ρέθυμνο, Ρόδο, Σέρρες Σπάρτη, Σύρο, Τρίκαλα, Χαλκίδα και Χανιά, λειτουργούν Δικαστικά Γραφεία του Ν.Σ.Κ.

Δικαστικά Γραφεία λειτουργούν επίσης σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές σύμφωνα με ειδικές για αυτά διατάξεις>> (ΑΠ938/2019). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και το ύψος της, τα ακόλουθα: <<......

ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε υπέρ των εναγουσών πλήρη και όχι μειωμένα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττηθέντος Δημοσίου, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 22 παρ. 1, 3 ν. 3693/57, μόνο στα νομικά πρόσωπα, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις μείωσης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου, στην προκειμένη δε περίπτωση η νομική υπηρεσία του Δημοσίου δεν αποδείχθηκε ότι διεξήχθη από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, αλλά (αντίθετα) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Κεφαλληνίας, Νίκη Χριστοφοράτου και επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης>>.

Δοθέντος όμως ότι, κατά τα προεκτεθέντα, αφενός η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Ελληνικού Δημοσίου ανήκει πάντοτε στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και αφετέρου το τελευταίο (ΝΣΚ) δεν διατηρεί Δικαστικό Γραφείο στην πόλη του ..., όπου έχει την έδρα του το Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεπώς οι εργασίες τούτου (ΝΣΚ) διεξάγονται από δικηγόρους του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου η ως άνω, περί μειωμένων δικαστικών εξόδων, διάταξη ισχύει και για δίκες διεξαγόμενες κατά τον ανωτέρω τρόπο (ΑΠ1630/2018,ΑΠ366/2017).

Συνεπώς, το Εφετείο που αποφάνθηκε διαφορετικά, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και ως προς την επιβολή της δικαστικής δαπάνης, χωρίς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, κατά τον βάσιμο περί τούτου δεύτερο (και τελευταίο), από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, ο οποίος θα πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, που αφορά τη διάταξη της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάστηκε στις ενάγουσες με την ανωτέρω 102/2018 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, την οποία το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο εξεκάλεσε με τον σχετικό δεύτερο λόγο (και τελευταίο) της από 15-10-2018 εφέσεώς του.

Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, κατά το μέρος της αυτό, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η, κατά το περιεχόμενο, διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ1630/2018, ΑΠ1444/2018,ΑΠ 358/2017).

Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν η άνω έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη 102/ 2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, κατά το περί δικαστικών εξόδων κεφάλαιό της αλλά και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την περί δικαστικής δαπάνης διάταξή της, ενόψει του ότι η έφεση γίνεται δεκτή κατ'ουσίαν και, αφού δικασθεί κατά τούτο η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των εναγουσών, του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και οι εφεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που αντίστοιχα υπέβαλαν, (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ'άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ. β' ν. 3693/1957 (ΑΠ1630/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθμ. 117/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαιο, ήτοι κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται κατ' ουσίαν την από 15-10-2018 έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 102/ 2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.

Καταδικάζει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Καταδικάζει τις εφεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΑΙ Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ