Legislator Case Law & Legislation
5/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for absent parties and rejects cost argument.

Case Number 5/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding three absent defendants due to lack of valid representation at the hearing. The appellant argued the lower court erred in awarding costs without considering equitable ambiguity, but the court found this ground inadmissible under current law. Consequently, the appeal was divided, with the appeal against the first defendant rejected and the appellant ordered to pay their legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 576, 179 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must verify representation at hearings, and appeals against cost awards are generally inadmissible as they fall within the exclusive jurisdiction of the court of first instance.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal legal representation requirement costs allocation equitable ambiguity separation of proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 5 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 5/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. (M.) Ρ. (R.) του Ν. (D.), κατοίκου ..., 2) Μ. (B.) Γ. (J.) του Ν. (D.), κατοίκου ..., 3) Ο. (O.) Ρ. (R.) του Ν. (N.), κατοίκου ... και 4) Ρ. (R.) Γ. (J.) του Σ. (S.), κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νεραντζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2ος, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7670/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2016 εν μέρει οριστική και 282/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίστηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ή του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεση, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία ο ίδιος εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται για λογαριασμό τους δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από εκείνους που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται, αν οι απολειπόμενοι δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, ενώ επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους επισπεύδοντες (αναιρεσείοντες ή αναιρεσίβλητους) εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη για τους απολειπόμενους επισπεύδοντες που δεν παρίσταται και δεν εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΟλΑΠ 8/2009, ΑΠ 1681/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη σημερινή δικάσιμο, η οποία προσδιορίστηκε αυτεπάγγελτα με πράξη της Προέδρου του Τμήματος, κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, μετά από ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 20-3-2020 λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και ο πρώτος αναιρεσίβλητος.

Αντίθετα δεν παραστάθηκαν οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Από την 7.905Γ/18-4-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Δ. που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο πρώτος αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι και ότι με παραγγελία του δικηγόρου Νικολάου Νεραντζάκη, ως πληρεξουσίου αυτών, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 20-3-2020.

Από τη δήλωση που κατέθεσε ο πιο πάνω δικηγόρος για τη σημερινή δικάσιμο προκύπτει ότι παρίσταται μόνον για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δυνάμει του επικαλούμενου και νόμιμα προσκομιζόμενου από τον ίδιο από 23-7-2018 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Πόζεγκα Σερβίας Αρίλιε Ζέλικο Γιοβάντσεβιτς του χορήγησε πληρεξουσιότητα τόσο για την επίσπευση όσο και για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Δεν αποδεικνύεται όμως ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα στον ως άνω φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος και δεν τους εκπροσώπησε σήμερα, ούτε ότι αυτοί είχαν κλητευθεί νόμιμα για την αρχική δικάσιμο της 20-3-2020 από τον παριστάμενο ομόδικό τους-πρώτο αναιρεσίβλητο που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση ή την αναιρεσείουσα.

Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη από τους αναιρεσιβλήτους, να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς αυτούς και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσίβλητο, με τον οποίο συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν, ως προς τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσίβλητοι, με την από 4-11-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της αναιρεσείουσας και των Κ. Κ. και της ανώνυμης εταιρείας NUTRIART A.B.E.E." (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), ζήτησαν αποζημίωση για ζημιές που υπέστησαν κατά τη σύγκρουση του …ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών, με επιβάτες τους λοιπούς, με το … ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν η 7670/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων από μέρους των εναγόντων και της εκ των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ήτοι α) η 755/7-6-2016 οριστική για τον πρώτο ενάγοντα-πρώτο αναιρεσίβλητο και το δεύτερο ενάγοντα και εν μέρει οριστική για τις τρίτη και τέταρτη από τους ενάγοντες απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο εναγόμενος οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα … ΙΧΦ αυτοκινήτου και απορρίφθηκε ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος, επιδικάστηκαν στους ενάγοντες ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ενώ αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης για κονδύλια που αφορούσαν στις τρίτη και τέταρτη των εναγόντων και β) η 282/2-2-2018 οριστική για τις τελευταίες απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Μετά την κήρυξη όμως απαράδεκτης της συζήτησης ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη από τους αναιρεσιβλήτους και το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί μόνον κατά τους λόγους που αφορούν στον πρώτο αναιρεσίβλητο και κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της 755/2016, οριστικής για τον τελευταίο, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018).

Περαιτέρω, με τα άρθρα 12, 19 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων και πεζών. Ειδικότερα κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του επιδίκου ατυχήματος "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή .....". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του ίδιου νόμου, όπως επίσης ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο, "o οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1).

Eπιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2). Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ... κατά τις νυκτερινές ώρες (παρ. 3).

Ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του" (παρ. 7). Με το άρθρο 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 49/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη, 755/2016 οριστική για τον πρώτο αναιρεσίβλητο απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καταγνώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στον ασφαλισμένο της Κ.

Κ., οδηγό του … ΙΧΦ αυτοκινήτου και να μην καταγνώσει αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα εις βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Μ. Ρ., οδηγού του … ΙΧΕ αυτοκινήτου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 6 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3, 4 και 7 του ΚΟΚ (και των άρθρων 914 σε συνδ.

με 297, 298, 300 και 330 του ΑΚ που αν και δεν αναφέρονται αριθμητά το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου) αλλά και εκ πλαγίου, γιατί διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που ήταν κρίσιμο για το αποτέλεσμα της δίκης.

Το Εφετείο, με την πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ως άνω κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τις πρώτες πρωινές ώρες της 26ης Αυγούστου 2010 ο πρώτος ενάγων, M. R. (Μ. Ρ.), εκινείτο, οδηγών το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο του, επί του από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα ρεύματος πορείας της Εγνατίας οδού. Στο αυτοκίνητο αυτό, τύπου ΒΑΝ, που διέθετε τρεις σειρές καθισμάτων, επέβαιναν, επίσης, ο δεύτερος ενάγων, B. J. (Μ. Γ.), καθήμενος στη θέση του συνοδηγού, καθώς και οι σύζυγοι αμφοτέρων (οδηγού και συνοδηγού), O.

R. (Ο. Ρ.) και R. J. (Ρ. Γ.), τρίτη και τετάρτη των εναγόντων, άπαντες υπήκοοι …, που εκάθηντο στην τρίτη και δεύτερη, αντιστοίχως, σειρά καθισμάτων. Κατά την κίνηση του αυτή το άνω αυτοκίνητο, κινούμενο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, προσήγγισε, περί την 04.00' πρωινή ώρα της άνω ημέρας, τη χιλιομετρική θέση Α2-23Α24-01 (4+500), ακολουθούμενο από το κινούμενο στην ιδία λωρίδα πορείας υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο, ιδιοκτησίας της δευτέρας εναγομένης, που ήταν ασφαλισμένο για την εκ την κυκλοφορίας του αστική ευθύνη στη συνεναγομένη τους - ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία. Στο σημείο εκείνο το προαναφερόμενο, μονής, με κατεύθυνση προς Καβάλα, ρεύμα πορείας της Εγνατίας οδού εκτείνεται σε ευθεία γραμμή, διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 8,00 μέτρων και μία λωρίδα εκτάκτου ανάγκης (ΛΕΑ), πλάτους 3,50 μέτρων, κατά το ως άνω δε χρονικό σημείο επικρατούσαν συνθήκες νυκτός, πλην όμως υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ήταν καλοκαιρία, η ορατότητα ήταν ανεμπόδιστη, το οδόστρωμα ξηρό και η κυκλοφορία οχημάτων αραιή.

Στο τοπικό και χρονικό αυτό σημείο το ΙΧΦ αυτοκίνητο, κινούμενο με ταχύτητα ογδόντα οκτώ (88) χιλιομέτρων ανά ώρα, δηλονότι ελαφρώς υπερτέρα του εκεί προβλεπομένου για τον τύπο του ορίου των ογδόντα πέντε (85) χιλιομέτρων ανά ώρα αλλά και υπερτέρα αυτής του προπορευομένου ΙΧΕ αυτοκινήτου, από εντελώς αμελή οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του - πρώτου εναγομένου, προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του στην αριστερή τοιαύτη, κατά το οπίσθιο και πλάγιο μέρος της, του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με συνέπεια το τελευταίο να εκτραπεί της πορείας του, να κινηθεί εκτός ελέγχου προς τα δεξιά, να προσκρούσει στο μεταλλικό στηθαίο ασφαλείας και στη συνέχεια να περιστραφεί και ακινητοποιηθεί, με πρόσωπο προς Θεσσαλονίκη, κατά ένα μέρος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και κατά ένα μέρος στη ΛΕΑ, ενώ το ΙΧΦ αυτοκίνητο, συνεχίζοντας την πορεία του, ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 110,00 μέτρων από του σημείου του συμβάντος.

Λόγω της επ' αυτού προσκρούσεως του ΙΧΦ αυτοκινήτου και της, ακολούθως, προσκρούσεώς του στο στηθαίο της οδού, το ΙΧΕ αυτοκίνητο υπέστη εκτεταμένες ζημίες, ενώ κατά την, μετά την εκτροπή του, ως άνω ανώμαλη κίνησή του, οι επιβαίνοντες σε αυτό υπέστησαν τις, ως κατωτέρω, σωματικές κακώσεις. Με βάση την προπαρατεθείσα διαδρομή των γεγονότων είναι πρόδηλο για το Δικαστήριο ότι το ένδικο συμβάν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος παρεβίασε, επιδεικνύων εντελώς αμελή οδηγική συμπεριφορά, θεμελειώδεις οδηγικούς κανόνες και, ειδικότερα, τη βασική υποχρέωση κάθε οδηγού να οδηγεί το όχημά του έχοντας την προσοχή του απόλυτα συγκεντρωμένη στην οδήγηση, ώστε να έχει τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματος του και να είναι σε θέση να εκτελεί τους αναγκαίους εκάστοτε χειρισμούς, μεταξύ των οποίων και να τηρεί την αναγκαία απόσταση από τα προπορευόμενα οχήματα, όπως άλλωστε επιβάλλουν οι από τα άρθρα 6 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3, 7 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999) κανόνες.

Αποτέλεσμα της τοιαύτης αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου ήταν αυτός, αν και είχε αντιληφθεί από μεγάλη απόσταση το προπορευόμενο ΤΧΕ αυτοκίνητο, να μη συνειδητοποιήσει εγκαίρως ότι προσήγγισε επικίνδυνα σ' αυτό, ώστε ή να μειώσει εγκαίρως της ταχύτητά του ή να το υπερκεράσει, κινούμενος, δι' αριστερού ελιγμού, στην παράλληλη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, ενέργειες τις οποίες, αν τηρούσε την προαναφερθείσα προσήκουσα οδηγική συμπεριφορά και εν όψει των κατά τα άνω περιστάσεων, θα ήταν ευχερώς σε θέση να πραγματοποιήσει, με αποτέλεσμα, απολύτως αιτιωδώς συνδεόμενο με την αμελή οδηγική του συμπεριφορά, να επιπέσει, και μάλιστα χωρίς μείωση της κεκτημένης ήδη ταχύτητός του, γεγονός αποδεικνυόμενο από την μακρά απόσταση της μετά ταύτα ακινητοποιήσεώς του, στο προπορευόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο και να επέλθει η προπεριγραφείσα σύγκρουση με τα εκεί σημειούμενα αποτελέσματα.

Υπό τις προπεριγραφείσες δε συνθήκες του ενδίκου συμβάντος δεν συνετέλεσε ποσώς στην επέλευσή του πταίσμα του ενάγοντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεδομένου ότι ο τελευταίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος συνετέλεσε υπαιτία συμπεριφορά του προαναφερομένου (οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου), για το λόγο ότι αυτός, κατά παραβίαση του άρθρου 19 παρ. 4 του ΚΟΚ, εκινείτο με μεγάλη βραδύτητα και δη με ταχύτητα μεταξύ δέκα (10) και είκοσι (20) χιλιομέτρων ανά ώρα, πέραν του ότι, ένα επιβατηγό αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού, προερχόμενο από την Σερβία με προορισμό την Ασπροβάλτα Θεσσαλονίκης, δεν συνταυτίζεται με τη λογική φορά των πραγμάτων να κινείται επί της Εγνατίας οδού με την επικαλουμένη βραδύτητα, σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε αληθής, ως υποστηριζόμενος μόνο από τον εναγόμενο οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου και μη επικυρούμενος από αντικειμενικά ευρήματα ή μαρτυρία τρίτου.

Ανεξαρτήτως και πέραν τούτων και με δεδομένο ότι η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ (και εν προκειμένω αυτής του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, εφ' όσον δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 69/2011, 788/2010 ΝΟΜΟΣ), το Δικαστήριο, εν όψει των περιστάσεων και των συνθηκών του συμβάντος, κρίνει ότι, και αληθής υποτιθεμένη η από μέρους του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου παραβίαση της άνω διατάξεως του ΚΟΚ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα.

Και τούτο γιατί, όπως ο υπαίτιος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου ομολογεί στην από 31 - 1 - 2011 απολογία του στα πλαίσια της ενεργηθείσης για το ένδικο συμβάν προανακρίσεως, αντελήφθη την έμπροσθέν του και κατά την πορεία του κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου από απόσταση εκατό (100) έως διακοσίων (200) μέτρων, γεγονός που οδηγεί στην ευθεία παραδοχή ότι το ένδικο συμβάν δεν συνδέεται με την επικαλουμένη βραδυπορία του ΙΧΕ αυτοκινήτου, αλλά με την προπεριγράφείσα αμελή συμπεριφορά του εναγομένου οδηγού, ο οποίος είχε λίαν επαρκή χρόνο να εκτιμήσει την κατάσταση και να ενεργήσει καταλλήλως, είτε επιβραδύνοντας το όχημά του είτε ενεργώντας υπέρβαση του προπορευομένου ΙΧΕ αυτοκινήτου μέσω της παραλλήλου λωρίδος κυκλοφορίας της οδού.

Εξ άλλου, οι περαιτέρω ισχυρισμοί των εναγομένων ότι στην επέλευση της ενδίκου συγκρούσεως συνετέλεσαν, σε μεγάλο βαθμό ή και αποκλειστικά, και περαιτέρω υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις του ενάγοντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνιστάμενες, αφ' ενός στο γεγονός ότι, λόγω κακής συντηρήσεως του οχήματος του, δεν ήταν σε λειτουργία τα πίσω (ερυθρού χρώματος) φώτα θέσεως, με συνέπεια, εν όψει των, κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνθηκών νυκτός, να μη είναι εμφανής η παρουσία του για τους ακολουθούντες οδηγούς και, εν προκειμένω, για τον εναγόμενο οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου και αφ' ετέρου στο ότι ο ίδιος, κινούμενος επί της λωρίδος εκτάκτου ανάγκης (ΛΕΑ), εισήλθε, με αιφνίδιο αριστερό ελιγμό και χωρίς καμία, για τους ακολουθούντες οδηγούς.• προειδοποίηση, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, με συνέπεια ν' αποκλείσει την κίνηση του ακολουθούντος φορτηγού αυτοκινήτου, ο εναγόμενος οδηγός του οποίου δεν είχε περιθώρια αντιδράσεως και αποφυγής της ενδίκου συγκρούσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ως καταρριπτόμενοι, σε κάθε περίπτωση, εκ των όσων ο ίδιος ο εναγόμενος οδηγός κατέθεσε κατά την προαναφερθείσα προανακριτική απολογία του, σύμφωνα με τα οποία αντελήφθη από μακρά απόσταση τα πίσω φώτα του προπορευομένου ΙΧΕ, που σημαίνει ότι αυτά, για να είναι εμφανή από της άνω αποστάσεως, λειτουργούσαν κανονικά, ενώ, περαιτέρω, δεν κάνει καμία αναφορά, ως αιτία του συμβάντος, στην επί του παρόντος προβαλλομένη αιφνίδια και αντικανονική, ως άνω, κίνηση του προπορευομένου ΙΧΕ αυτοκινήτου, πράγμα που σημαίνει ότι τοιαύτη δεν υπήρξε, άλλως είναι προφανές ότι ο προαναφερόμενος θα είχε επικεντρώσει την απολογία του στο γεγονός αυτό, ως το προφανές αίτιο της συγκρούσεως.

Υπό τα δεδομένα αυτά, εξ άλλου, το Δικαστήριο προδήλως δεν μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετο, των ως άνω παραδοχών του, συμπέρασμα εκ της προσκομιζομένης παρά των εναγομένων και επικυρούσης τους κατά τα άνω ισχυρισμούς τους περί τις περιστάσεις επελεύσεως του ενδίκου συμβάντος από 27-6-2011εκθέσεως ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του Β.

Κ., που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού, πέραν του ότι τα συμπεράσματα της εκθέσεως αυτής, συνταχθείσης κατ' εντολή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, κρίνονται, ως εξαχθέντα μετά έτος περίπου από του συμβάντος και κατ' εκτίμηση, αποκλειστικά, των εγγράφων στοιχείων της ποινικής δικογραφίας, επισφαλή, σε κάθε περίπτωση αυτά εμφανίζονται και ως αυθαίρετα, δεδομένου ότι επιστηρίζονται στις παραδοχές ότι δεν λειτουργούσαν τα πίσω (ερυθρού χρώματος) φώτα θέσεως του προπορευομένου ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι ο οδηγός του τελευταίου ενήργησε αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει, από τη ΛΕΑ, όπου εκινείτο, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, περιστάσεις όμως που, σύμφωνα με όσα εκτενώς ανωτέρω αναφέρονται, δεν συνέτρεξαν εν προκειμένω.

Να σημειωθεί εν τέλει ότι οι ανωτέρω κρίσεις του Δικαστηρίου συνταυτίζονται με αυτές του ενταύθα Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 12947/2015 απόφασή του κήρυξε ένοχο (σε πρώτο βαθμό) τον εναγόμενο οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου, Κ. Κ., της αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου κατά συρροή σε βάρος των εναγόντων και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως εικοσιτεσσάρων (24) μηνών κατά συγχώνευση".

Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου και να απορρίψει την ένσταση αυτής περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ.

με 297, 298 και 330 του ΑΚ και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), γιατί τα περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχτηκαν και στα οποία στήριξε την ως άνω κρίση του πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους έτσι δεν παραβίασε ευθέως, ενώ ακόμη διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στο πραγματικό των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Μ. Ρ. στις 26-8-2010 και περί ώρα 04.00 οδηγούσε το …. (τύπου βαν) ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην Εγνατία οδό, στη χιλιομετρική θέση Α2-23Α24-01, με κατεύθυνση προς Καβάλα κατέχοντας τη δεξιά λωρίδα του ρεύματός του, ότι στην ίδια οδό, προς την ίδια κατεύθυνση και την αυτή λωρίδα κυκλοφορίας ακολουθούσε, με υψηλότερη ταχύτητα και δη αυτή των 88 χιλιομέτρων την ώρα και όριο εκείνο των 85 χιλιομέτρων την ώρα, το … ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κ.

Κ. και ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, ότι ο τελευταίος δεν είχε συγκεντρωμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και παρότι είχε αντιληφθεί την ύπαρξή του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην οδό από απόσταση 100-200 μέτρων και μπορούσε να μειώσει την ταχύτητά του ή να διέλθει από αριστερά του, όπως ευχερώς μπορούσε, εντούτοις συνέχισε την πορεία του, μη τηρώντας την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας, με αποτέλεσμα το φορτηγό να προσκρούσει, με τη δεξιά πλευρά του, στο πίσω και πλάγιο αριστερό τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το οποίο εξέτρεψε της πορείας του, ότι το τελευταίο αυτοκίνητο προπορευόταν κανονικά με αναμμένα τα φώτα του στη δεξιά λωρίδα του ρεύματός του χωρίς να έχει πραγματοποιήσει οποιονδήποτε ελιγμό προς τα αριστερά παρεμβαλλόμενο στην πορεία του … ΙΧΦ αυτοκινήτου και ότι δεν αποδείχθηκε κίνηση του ίδιου οχήματος (ΙΧΕ) με μεγάλη βραδύτητα που να παρεμπόδιζε την πορεία του φορτηγού.

Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί κατάγνωσης αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου Κ. Κ. και θεμελίωσης της αμέλειάς του στις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του ν. 2696/1999 που εφαρμόστηκαν και περί μη κατάγνωσης συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς τον καθορισμό της ταχύτητας του φορτηγού και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και του ατυχήματος, τη δυνατότητα του ασφαλισμένου της να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, παρότι, κατά τους ισχυρισμούς της, στην αριστερή λωρίδα εκινείτο άλλο όχημα, τη λειτουργία των φώτων του ΙΧΕ αυτοκινήτου, την κίνηση αυτού με ασυνήθιστη βραδύτητα και την πραγματοποίηση αιφνίδιο ελιγμού από τη λωρίδα έκτακτης ανάγκης προς τη δεξιά, όπου εκινείτο το φορτηγό και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς τη μη τήρηση απόστασης ασφαλείας από μέρους του οδηγού του φορτηγού, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζονται α) η ενδεδειγμένη ταχύτητα που θα επέτρεπε στον οδηγό του φορτηγού να προβεί σε επιτυχημένη αντίδραση τροχοπέδησης για την αποφυγή του ατυχήματος με βάση την απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων, β) ο χρόνος που διέθετε ο ίδιος οδηγός για να αντιδράσει και αν αυτός ήταν επαρκής για αποτελεσματική τροχοπέδηση και γ) η διεύθυνση του αποφευκτικού ελιγμού στον οποίο μπορούσε και έπρεπε να προβεί ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου και με βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι στην ίδια διεύθυνση δεν διέρχονταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, άλλα οχήματα, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά την εκτίμηση των αποδείξεων το προκύπτον από τις οποίες πόρισμα σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού και την έλλειψη συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου εκτίθεται με σαφήνεια πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθόσον το Εφετείο, ως προς τα θέματα αυτά διέλαβε, κατά τα προαναφερόμενα, σαφή, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, τα περιστατικά δε που δέχτηκε ήταν αρκετά για να θεμελιωθεί η αμελής συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη διευκρίνιση.

Όσον αφορά στις αιτιάσεις περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ΚΟΚ (περί υποχρέωσης των οδηγών να συμμορφώνονται προς τις ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας) και 19 παρ. 4 του ΚΟΚ (περί υποχρέωσης των οδηγών να μην παρεμποδίζουν την ομαλή πορεία άλλων οχημάτων κινούμενοι με ασυνήθη βραδύτητα χωρίς αποχρώντα λόγο), αυτές είναι αβάσιμες, γιατί οι προαναφερόμενες διατάξεις, υπό τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν ήταν εφαρμοστέες και ορθώς δεν εφαρμόστηκαν, έστω και αν η πρώτη, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Μετά δε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης καθίσταται άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος, αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα, σε συνάφεια με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ζητεί "αναιρουμένης τυχόν της προσβαλλόμενης απόφασης για τον παραπάνω λόγο (ως προς την υπαιτιότητα)" "να αναιρεθεί αυτή για τα επιδικασθέντα αγωγικά κονδύλια σε όλους τους αναιρεσίβλητους", καθόσον ο λόγος αυτός ασκείται επικουρικά για την περίπτωση παραδοχής του πρώτου λόγου και αναίρεσης της προσβαλλομένης, 755/2016 οριστικής για τον πρώτο αναιρεσίβλητο απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι 3ος έως και 6ος λόγοι αναίρεσης δεν ερευνώνται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις αφορούν στις 3η και 4η αναιρεσίβλητες, ως προς τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Κατά το άρθρο 176 του ΚΠολΔ ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά δε το άρθρο 178 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου κώδικα, όπως ισχύει από 1-1-2002 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2001, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας αλλά είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 του ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 1668/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη (755/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 179 και 181 του ΚΠολΔ, καταδίκασε αυτή στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ η δικαστική δαπάνη έπρεπε να συμψηφιστεί λόγω της αμφιβολίας αυτής ως προς την έκβαση της δίκης, άλλως να οριστεί σε χαμηλότερο ύψος, αφού η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και να επιδικαστεί μόνον το αναφερόμενο στο γραμμάτιο προείσπραξης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου ποσό, καθόσον δεν προσκομίστηκε κάποιο άλλο στοιχείο, όπως εργολαβικό δίκης.

Ο λόγος αυτός όσον αφορά στην αιτίαση περί μη συμψηφισμού στο σύνολό τους των δικαστικών εξόδων λόγω εύλογης αμφιβολίας της αναιρεσείουσας ως προς την έκβαση της δίκης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, μεταξύ των αναφερόμενων στο άρθρο 179 του ΚΠολΔ περιπτώσεων επιτρεπτού του συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, μετά την τροποποίηση του άρθρου αυτού με το ν. 2943/2001, δεν περιλαμβάνεται και η εύλογη αμφιβολία των διαδίκων για την έκβαση της δίκης, ενώ ως προς τις λοιπές αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εν προκειμένω, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 178 και 183 του ΚΠολΔ, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών του εξόδων, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα που να αφορά στον πρώτο αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς αυτόν, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του ίδιου αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των υπολοίπων αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-5-2018 αίτησης για αναίρεση των 755/2016 και 282/2018 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη από τους αναιρεσιβλήτους.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.

Απορρίπτει ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Μ. Ρ. την από 25-5-2018 αίτηση για αναίρεση της 755/2016 οριστικής γι' αυτόν απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ