Legislator Case Law & Legislation
1319/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor law grounds regarding incorrect application of collective agreements on wage differences.

Case Number 1319/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a single-member court of appeal decision regarding wage difference claims. The appellants argued the lower court incorrectly applied collective agreement terms for a specific period, while the court found the lower court's application of the correct agreement was legally sound. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's reasoning and application of law were deemed correct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies the relevant collective agreement to the facts, even if the appellant claims a different provision should have been used.

Keywords

AI generated
labor law appeal wage differences collective agreement supreme court review civil procedure code appeal dismissal legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 578 of the Code of Civil Procedure
Article 83 of Law 4790/2021

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1319 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1319/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ENGIE HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (πρώην "COFELY ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ"), που εδρεύει στα Βριλήσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπακταλιά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1)Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., και 2)Ν. Τ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 424/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 4/5/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των εδαφίων α και γ της παρ.2 του άρθρου 576 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, με την παρ.2 του άρθρου 83 του Ν 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) με τίτλο "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1121/2020).

Στη προκειμένη περίπτωση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 4 Μαΐου 2017 με αριθμ. κατάθ. 27/10.7.2017 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων κατόπιν της από 10.5.2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021), σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν. 4792/2021 (ΦΕΚ 4/Α/9-4-2021) και την με αριθμό 39/12.4.2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και της εγγραφής της στο οικείο πινάκιο από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ύστερα από τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2021, λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 10969/2021 (ΦΕΚ 648/Β/20.2.2021). Κατά την ως άνω δικάσιμο (14.9.2021), κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε είχε κατατεθεί κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Από τις υπ' αριθ. 11.005/4.12.2020 και 11.007/4.12.2000 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Ηλείας Α. Γ., τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 4ης Μαΐου 2007 με αριθμ. κατάθ. 27/10.7.2017 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2021, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και το δεύτερο αναιρεσίβλητο, αντίστοιχα.

Κατά την ως άνω δικάσιμο η αίτηση αναίρεσης ματαιώθηκε, όπως προεκτέθηκε, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων. Συνακόλουθα εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από αυτό νόμιμα από τη σειρά της, η εγγραφή της οποίας στο οικείο πινάκιο με πρωτοβουλία της Γραμματέως του Τμήματος τούτου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 83 παρ.2.

Ν. 4790/2021) και δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν κληθεί νόμιμα για την αρχική δικάσιμο (23.2.2021), πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών. Με την κρινόμενη από 4 Μαΐου 2017 με αριθ. κατάθ. 27/10.7.2017 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 329/16.12.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία, αφού εξαφάνισε τη με αριθμ. 424/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε δεχθεί ως κατ' ουσία βάσιμη την από 11η Ιουλίου 2011 και με αριθμό κατάθεσης 212/2011 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ερεύνησε κατ' ουσία αυτή και, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή, επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναγραφόμενα εκεί ποσά με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 Συντάγματος, 3 παρ.1, 7 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 11 και 16 παρ.3 του Ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α/27/8.3.1990), όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, προκύπτουν (και) τα εξής: Όλες οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) και Διαιτητικές Αποφάσεις (Δ.Α.), που εξομοιώνονται με τις Σ.Σ.Ε., συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ δηλαδή επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας. Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε.

ή την έκδοση Δ.Α., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Οι Σ.Σ.Ε., που αφορούν τους εργαζόμενους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων (κλαδικές Σ.Σ.Ε.) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων (ομοιεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε.) καθώς και οι αντίστοιχες Δ.Α., δεσμεύουν, μόνο, τους εργοδότες και τους εργαζόμενους, μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε.

ή μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η Δ.Α. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, έχει τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. ή κλαδική Σ.Σ.Ε. ή αντίστοιχη Δ.Α., οπότε δεσμεύονται από αυτή και εργοδότες και εργαζόμενοι, μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν, με τις δραστηριότητές τους, να είναι μέλη αυτών (ΑΠ 737/2020, ΑΠ 149/2019, ΑΠ 931/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. παρ. 4 και 5 Ν. 1876/1990 που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και ότι "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν, μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου, ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη ισχύος της επόμενης ΣΣΕ.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι η καθιερούμενη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 9 παρ. 4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 921/2020, ΑΠ 904/2020, ΑΠ 248/2020 ΑΠ 43/2017, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 74/2009).

Συνακόλουθα, για το προηγούμενο της κήρυξης ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ, που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από το χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής ή στην περίπτωση υποβολής αίτησης για την κήρυξη αυτής ως γενικά υποχρεωτικής από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης κατ' άρθ. 11 παρ.3 Ν. 1876/1990, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 37 παρ.7 Ν. 4024/2011 (ΑΠ 904/2020, ΑΠ 248/2020, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 74/2009).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. 33/2008 Δ.Α. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΤΩΝ -ΠΕΡΙΕΛΙΓΚΤΩΝ που απασχολούνται στα ηλεκτρολογικά καταστήματα κ.λπ." (πράξη κατάθεσης 19/4.8.2008) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 4.8.2008 (χρόνος υποβολής της αίτησης της Ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος) με την ΥΑ 11982/933/19.27.3.2009 (ΦΕΚ 569/Β/27.3.2009) με συμβαλλόμενα μέρη "1.

Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας, 2. Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ), 3. Πανελλήνια Ομοσπονδία Βιοτεχνών Εγκαταστατών Συντηρητών Ανελκυστήρων (ΠΟΒΕΣΑ), 4. Σύνδεσμος Ανωνύμων Εταιρειών και ΕΠΕ, 5. Πανελλήνια Ένωση Διπλωματούχων Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΠΕΔΜΗΕΔΕ)" ορίσθηκε το πεδίο εφαρμογής της ως εξής "Στις διατάξεις της παρούσας υπάγονται οι μαθητευόμενοι, βοηθοί και τεχνίτες ηλεκτροτεχνίτες και περιελιγκτές, αρχιτεχνίτες, εργοδηγοί και πτυχιούχοι επίβλεψης ηλεκτρολόγοι καθώς και οι ραδιοηλεκτρολόγοι όλων των ειδικοτήτων και κατηγοριών του Ν. 6422/1934, όπως ισχύει σήμερα και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων, που είναι κάτοχοι των αντίστοιχων αδειών ή διπλωμάτων και εργάζονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας σε όλη τη χώρα, σε εργοδότες που είναι μέλη των εν διενέξει εργοδοτικών οργανώσεων", ενώ με το άρθρο 2 ορίσθηκε ότι οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια των εργαζομένων που υπάγονται σ' αυτή, όπως είχαν διαμορφωθεί την 1.12.2007 αυξάνονται από 1.1.2008, κατά ποσοστό 4,5%, από 1.7.2008 σε ποσοστό 4,1%, από 1.1.2009 σε ποσοστό 3% και από 1.7.2009 σε ποσοστό 3,9%.

Εξάλλου, με την από 5.11.2010 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΤΩΝ -ΠΕΡΙΕΛΙΓΚΤΩΝ ξενοδοχείων εργοληπτών και ηλεκτρολογικών καταστημάτων κ.λπ. όλης της χώρας" (πράξη κατάθεσης 60/23.12.2010) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 23.12.2010 (χρόνος υποβολής της αίτησης από την Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος) με την ΥΑ 11319/665/2011 (ΦΕΚ 1449/Β/17.6.2011) ορίσθηκε ότι οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια των εργαζομένων ηλεκτρολογικών καταστημάτων κλπ που απασχολούνται σε επιχειρήσεις και μέλη της ΓΣΕΒΕΕ και του Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών ΑΕ και ΕΠΕ, όπως είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2009 βάσει της από 30.7.2008 Δ.Α. 33/2008 εξακολουθούν να ισχύουν έως στις 30.6.2011 (όρος 2.7) και ότι η ισχύς της αρχίζει από 1.1.2010 (όρος 6.3).

Συνεπώς, εφόσον έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές οι, ως άνω, υπ' αριθ. 33/2008 ΔΑ και από 5.11.2010 ΣΣΕ, για το χρονικό διάστημα από της λήξεως της υπ' αριθμ. 33/2008 ΔΑ (31.12.2009) μέχρι την ημερομηνία κήρυξης της από 5.11.2010 ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής (23.12.2010) ισχύει η, προηγουμένως ισχύουσα, 33/2008 Δ.Α., που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική (ΑΠ 904/2020, ΑΠ 248/2020, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 74/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 324/2017).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 76/2016).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 237/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ771/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 625/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη (και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία) με την 13891/24.9.2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, ανέλαβε για τα χρονικό διάστημα από 24.9.2007 έως 23.9.2008 την υποχρέωση για τη συντήρηση των ηλεκτρομαγνητικών εγκαταστάσεων του Γενικού Νοσοκομείου Πύργου "Ανδρέας Παπανδρέου".

Η ανάθεση του ως άνω έργου έγινε μετά τη διενέργεια του με αριθμό διακήρυξης 2067/2007 δημοσίου ανοικτού διαγωνισμού του Γενικού Νοσοκομείου Πύργου. Κατόπιν αυτού η εναγόμενη προέβη στην πρόσληψη των εναγόντων (και ήδη αναιρεσίβλητων) προκειμένου αυτοί να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως ηλεκτροτεχνίτες, για τη λειτουργία και συντήρηση των Η/Μ εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού του νοσοκομείου.

Ειδικότερα τον πρώτο ενάγοντα προσέλαβε η εναγόμενη στις 24.9.2007 δυνάμει της με ίδια ημεροχρονολογία σύμβασης εργασίας, λήξη της οποίας ορίσθηκε η 31.12.2008, ενώ ο μηνιαίος μισθός συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 1.202,57 ευρώ. Το δεύτερο ενάγοντα η εναγόμενη προσέλαβε ομοίως στις 24.9.2007 δυνάμει της με ίδια ημεροχρονολογία σύμβασης εργασίας, λήξη της οποίας ορίσθηκε και στην περίπτωση αυτή η 31.12.2008, ενώ ο μηνιαίος μισθός συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 1.100 ευρώ.

Στη συνέχεια με την υπ'αριθμ. πρωτ. 21660/03.12.2008 επιστολή του το Γενικό Νοσοκομείο Πύργου αιτήθηκε την παράταση της ισχύος της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 13891/24.9.2007 σύμβασης παροχής υπηρεσιών (που είχε συνάψει κατά τα ανωτέρω με την εναγόμενη) για χρονικό διάστημα ακόμα 3 μηνών και κατόπιν αυτού ανακοίνωσε στην εναγόμενη εταιρεία την παράταση ισχύος αυτής (δηλαδή της υπ' αριθμ. 13891/24-9-2007 σύμβασης) μέχρι τις 23.4.2009.

Στις 21.1.2009 η εναγόμενη προέβη σε εκ νέου πρόσληψη των εναγόντων, δυνάμει των με ίδια χρονολογία συμβάσεων εργασίας. Σ' αυτές ορίσθηκε ως χρόνος έναρξης ισχύος τους η 21.1.2009 και ότι η λήξη τους θα επερχόταν σε κάθε περίπτωση στις 30.4.2009. Ο μηνιαίος μισθός συμφωνήθηκε για τον πρώτο ενάγοντα στο ποσό των 1.022,18 ευρώ και για το δεύτερο ενάγοντα στο ποσό των 893,62 ευρώ.

Αποδείχθηκε, στις 4.5.2009 η εναγόμενη προέβη σε εκ νέου πρόσληψη των εναγόντων, δυνάμει των με ίδια ημεροχρονολογία συμβάσεων εργασίας. Σε αυτές ορίσθηκε αναφορικά μεν ως χρόνος έναρξης τους η 24.4.2009, αναφορικά δε με το χρόνο λήξης ισχύος τους, ορίσθηκε ότι αυτή θα επέλθει χωρίς την ανάγκη καταγγελίας ή όχλησης, ταυτόχρονα με την κατά οποιονδήποτε τρόπο, από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων καταγγελία λήξη ισχύος της ανανεωθείσας ως άνω υπ'αριθμ. 13891/1.10.2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, σε κάθε περίπτωση ταυτόχρονα με την κοινοποίηση στην εναγόμενη εταιρεία εγγράφου του Νοσοκομείου Πύργου, με τον οποίο θα ανακοινώνεται η λήξη του νέου διαγωνισμού και η ανάδειξη νέου αναδόχου συντήρησης των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων αυτού.

Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 13383/2010 διακήρυξη που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 30.7.2012 το Γενικό Νοσοκομείο Πύργου προχώρησε στη διενέργεια νέου διαγωνισμού προς επιλογή αναδόχου για την ανάθεση του έργου "Συντήρηση Η/Μ Εγκαταστάσεων". Στον εν λόγω διαγωνισμό, ο οποίος διενεργήθηκε στις 22.9.2010 έλαβε μέρος και η εναγόμενη, η οποία και αναδείχθηκε τελικά ως ανάδοχος του ως άνω έργου δυνάμει της υπ' αριθμ. 18/27.5.2011 απόφασης της αναθέτουσας αρχής, υπεγράφη δε σχετικά η υπ' άριθμ. 9936/30.5.2011 σύμβαση παροχής υπηρεσιών.

Μετά ταύτα η εναγόμενη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων....... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η υπ' αριθμ. 33/2008 Διαιτητική Απόφαση "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών που απασχολούνται στα ηλεκτρολογικά καταστήματα κ.λπ." για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στον κλάδο που αφορά αυτή" που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 11982/933 ΥΑ (ΦΕΚ Β569/27.3.2009) και όρισε ότι οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια των υπαγομένων σ' αυτή εργαζομένων, δηλαδή των ηλεκτροτεχνιτών, όπως είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2008 αυξάνονται από 1.1.2009 σε ποσοστό 3% και όπως θα έχουν διαμορφωθεί στις 30.6.2009 αυξάνονται από 1.7.2009 κατά ποσοστό 3,9% (άρθρο 2 παρ.2 της Δ.Α).

Η εν λόγω Διαιτητική απόφαση σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα στην υπό στοιχείο

ΙΙ νομική σκέψη τυγχάνει εφαρμογής ως αρμόζουσα εκ του νόμου στην υπό ρύθμιση εργασιακή σχέση. Και αυτό διότι αφενός μεν η εναγόμενη όπως και η ίδια συνομολογεί είναι κατ' αρχήν εταιρεία παροχής υπηρεσιών, με σκοπό μεταξύ άλλων κατά το καταστατικό της, την με εργολαβικό αντάλλαγμα μελέτη, λειτουργία, συντήρηση και διαχείριση όλων των εγκαταστάσεων μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών, θέρμανσης, αερισμού, κλιματισμού, ψύξης, θέρμανσης κλπ, δηλαδή πρόκειται για επιχείρηση συναφή με τον κλάδο επιχειρήσεων που αφορά η ως άνω Δ.Α, αφετέρου δε οι εργαζόμενοι ως ηλεκτροτεχνίτες θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων των εργαζομένων που μετείχαν στη σύναψή της.

Επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος. Συνακόλουθα μετά την εφαρμογή της ως άνω Διαιτητικής Απόφασης από τη δημοσίευσή της (27-3-2009) Α) ο πρώτος ενάγων έχοντας δέκα χρόνια προϋπηρεσία και άδεια ηλεκτροτεχνίτη (ΟΑΕΔ), πραγματικά περιστατικά που δεν αμφισβητούνται, θα έπρεπε να λάβει μηνιαίως το ποσό των 1.503,07 για το χρονικό διάστημα από την 28-3-2009 μέχρι και την 30-6-2009 που αναλύεται ως εξής : 774,10 ευρώ (βασικός μισθός) + 232,23 ευρώ (επίδομα πολυετίας) + 154,82 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών) + 77,41 ευρώ (επίδομα ακτινοβολίας) + 14 ευρώ (επίδομα σπουδών τεχνικών σχολών) = 1.252,56 ευρώ + 20% Χ 1.252,56 ευρώ (επίδομα επικίνδυνης εργασίας).

Περαιτέρω για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2009 έως την 31-5-2011 ο μηνιαίος μισθός που θα έπρεπε να λάβει ο πρώτος ενάγων διαμορφώνεται ως εξής στο ποσό των 1.561,04 ευρώ : 804,29 ευρώ (βασικός μισθός) + 241,29 ευρώ (επίδομα πολυετίας) + 160,86 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών) + 80,43 ευρώ (επίδομα ακτινοβολίας) + 14 ευρώ (επίδομα σπουδών τεχνικών σχολών) = 1.300,87 ευρώ + 20% Χ 1.300,87 ευρώ (επίδομα επικίνδυνης εργασίας).

Β) Ο δεύτερος ενάγων έχοντας πέντε χρόνια προϋπηρεσία και άδεια ηλεκτροτεχνίτη (ΟΑΕΔ) πραγματικά περιστατικά που δεν αμφισβητούνται, βάσει της ανωτέρω Διαιτητικής Απόφασης θα έπρεπε να λάβει μηνιαίως το ποσό των 1.317,29 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 28.3.2009 μέχρι την 30.6.2009 που αναλύεται ως εξής : 774,10 ευρώ (βασικός μισθός) + 77,41 ευρώ (επίδομα πολυετίας) + 154,82 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών) + 77,41 ευρώ (επίδομα ακτινοβολίας) + 14 ευρώ (επίδομα σπουδών τεχνικών σχολών) = 1.097,74 ευρώ + 20% Χ 1.097,74 ευρώ (επίδομα επικίνδυνης εργασίας).

Περαιτέρω για το χρονικό διάστημα από την 1.7.2009 έως την 31.5.2011 ο μηνιαίος μισθός που θα έπρεπε να λαμβάνει ο δεύτερος ενάγων διαμορφώνεται ως εξής στο ποσό των 1.368,01 ευρώ : 804,29 ευρώ (βασικός μισθός) + 80,43 ευρώ (επίδομα πολυετίας) + 160,86 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών) + 80,43 ευρώ (επίδομα ακτινοβολίας) + 14 ευρώ (επίδομα σπουδών τεχνικών σχολών) = 1.140,01 ευρώ + 20% Χ 1.140,01 ευρώ (επίδομα επικίνδυνης εργασίας).

Με βάση τα ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι η εναγόμενη κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.022,18 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 933,14 ευρώ οφείλει να καταβάλει Α) στον πρώτο ενάγοντα τη μισθολογική διαφορά που προκύπτει μεταξύ των καταβληθεισών αποδοχών και των προβλεπομένων από την προαναφερόμενη Διαιτητική Απόφαση αποδοχών, ήτοι το ποσό των 480,98 ευρώ (1.503,07-1.022,18) μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 28.3.2009 έως 30.6.2009 και το ποσό των 538,86 ευρώ (1.561,04-1.022,18) μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 έως 31.5.2011) ήτοι συνολικά το ποσό των 13.836,54 ευρώ (3 Χ 480,89 + 23 Χ 538,86) νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της σύμβασης εργασίας του (ήτοι από 1.6.2011) και Β) στο δεύτερο ενάγοντα τη μισθολογική διαφορά που προκύπτει μεταξύ των καταβληθεισών αποδοχών και των προβλεπομένων από την προαναφερόμενη Διαιτητική Απόφαση αποδοχών, ήτοι το ποσό των 384,15 ευρώ (1.317,29 - 933,14) μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 28.3.2009 έως 30.6.2009 και το ποσό των 434,87 ευρώ (1.368,01 - 933,14) μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 έως 31.5.2011 ήτοι συνολικά το ποσό των 11.154,46 ευρώ (3 Χ 384,15 + 23 Χ 434,87) νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της σύμβασης εργασίας του (ήτοι από 1.6.2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η επιχείρησή της δεσμεύεται από την με αριθμ. 33/2008 Δ.Α, με την αιτιολογία ότι αποτελεί επιχείρηση συναφή με τον κλάδο επιχειρήσεων που αυτή (ΔΑ) αφορά, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3παρ.1β, 8 παρ.2, και 11 παρ. 2 και 3 του ν 1876/1990 καθότι με τα υπ' αριθμ. 13284/23-11-2007 και 22202/1452/7-4-2008 έγγραφα της Διεύθυνσης Αμοιβής Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας η Διεύθυνση αυτή έχει αποφανθεί ότι η υπ' αριθμ. 26/2007 Δ.Α. (και συνακόλουθα η διαδεχθείσα αυτή 33/2008 Δ.Α) δεν εφαρμόζεται στην επιχείρησή της.

Ο λόγος αυτός, όμως, είναι αβάσιμος καθότι η αναιρεσείουσα ως εταιρεία παροχής υπηρεσιών, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την με εργολαβικό αντάλλαγμα μελέτη, λειτουργία, συντήρηση και διαχείριση όλων των εγκαταστάσεων μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών, θέρμανσης, αερισμού, κλιματισμού, ψύξης, ύδρευσης κλπ, μπορούσε, ως ανώνυμη εταιρεία, να είναι μέλος του Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης, όσο και με την άνω δραστηριότητά της, να είναι μέλος οργάνωσης επαγγελματιών, βιοτεχνών και εμπόρων, μέλους αντίστοιχης (δευτεροβάθμιας) ομοσπονδίας που και αυτή θα είχε ενταχθεί ή θα μπορούσε να ενταχθεί ως μέλος στη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ), που, όπως προεκτέθηκε, αμφότερες οι ως άνω εργοδοτικές οργανώσεις είναι συμβαλλόμενα μέρη της υπ' αριθ. 33/2008 Δ.Α, ενώ και οι αναιρεσίβλητοι, που παρείχαν στην αναιρεσείουσα τις υπηρεσίες τους ως ηλεκτροτεχνίτες, μπορούσαν με την ως άνω ιδιότητά τους να είναι μέλη συνδικαλιστικού σωματείου ηλεκτρολόγων-ηλεκτροτεχνιτών, μέλους ή δυναμένου να ενταχθεί ως μέλους της συμβληθείσας δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας".

Συνεπώς η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία δεσμευόταν από τους κανονιστικούς όρους της υπ' αριθμ. 33/2008 Δ.Α. από την ημερομηνία κηρύξεως ως υποχρεωτικής (4.8.2008). Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η ως άνω 33/2008 Δ.Α εφαρμοζόταν στις εργασιακές συμβάσεις που είχε συνάψει η εναγόμενη ως εργοδότρια με τους ενάγοντες δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 8 παρ.2 και 11 παρ.2 και 3 του Ν. 1876/1990.

Επιπρόσθετα ο ως άνω αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος που προσάπτει πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559, για το λόγο ότι με τα υπ' αριθμ. 13284/23.11.-2007 και 22202/1452/7.4.2008 έγγραφα της Διεύθυνσης Αμοιβής Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας είχε διατυπωθεί η γνώμη ότι η υπ' αριθμ. 26/2007 Δ.Α (και συνακόλουθα η διαδεχθείσα αυτή 33/2008 Δ.Α) δεν εφαρμόζεται ως προς την αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι με το λόγο αυτό και υπό την επίφαση της ως άνω νομικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω με τον ίδιο πρώτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα προβάλλει την περαιτέρω αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση με την κρίση της αυτή υπέπεσε επί πλέον στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της ότι η επιχείρησή της δεν δεσμεύεται από την υπ' αριθμ. 33/2008 Δ.Α.

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέτασε το σχετικό με τον ισχυρισμό αυτόν λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο. Στη συνέχεια δε και σε συνάρτηση με τους ανωτέρω λόγους, με τον δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες καθότι, ενώ δέχθηκε ότι υπάγεται αυτή στις διατάξεις της υπ' αριθμ. 33/2008 Δ.Α., δεν εξειδικεύονται σ' αυτή τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνάφεια και η ομοιότητα των συνθηκών παροχής υπηρεσιών της σε σχέση με τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω Διαιτητικής Απόφασης.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς το αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η εναγόμενη μπορούσε με βάση της δραστηριότητα της ως επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και τους σκοπούς της, όπως προκύπτουν από το καταστατικό της, που είναι η με εργολαβικό αντάλλαγμα μελέτη, λειτουργία, συντήρηση και διαχείριση όλων των εγκαταστάσεων μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών, θέρμανσης, αερισμού, κλιματισμού, ψύξης, κλπ, να είναι μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων που είναι συμβαλλόμενα μέρη στην υπ' αριθμ. 33/2008 Δ.Α.

και αφετέρου ότι οι ενάγοντες ως ηλεκτροτεχνίτες μπορούσαν να είναι μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων που μετείχε στη σύναψή της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 194/2020).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 322/2011).

Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του (Ολ ΑΠ 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014).

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 336/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα υπ' αριθμ. 13284/23.11.2007 και 22202/1452/7.4.2008 έγγραφα της Διεύθυνσης Αμοιβής Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας για την απόδειξη των ισχυρισμών της περί μη υπαγωγής της στις διατάξεις της υπ' αριθμ. 33/2008 Δ.Α.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τις από 14.9.2021 προτάσεις της αναιρεσείουσας, τις οποίες ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.1), η τελευταία δεν επικαλείται ότι προσκομίζει τα ως άνω έγγραφα προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε, δε, περίπτωση από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, καθίσταται "αδιστάκτως" βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Η έλλειψη δε στην πιο πάνω απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμηση τους. Τέλος το Εφετείο, καθό μέρος επιδίκασε στους ενάγοντες διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 έως 31.5.2011 με βάση τους μισθολογικούς όρους της υπ'αριθμ. 33/2008 Δ.Α., για μεν το επιμέρους χρονικό διάστημα από 1.7.2009 έως 23.12.2010, ημερομηνία (23.12.2010) που κηρύχτηκε υποχρεωτική η από 5.11.2010 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΤΩΝ -ΠΕΡΙΕΛΙΓΚΤΩΝ ξενοδοχείων εργοληπτών και ηλεκτρολογικών καταστημάτων κ.λπ.

όλης της χώρας" (με την ΥΑ 11319/665/2011) ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις της ως άνω Δ.Α. (ΑΠ 904/2020, ΑΠ 74/2009), για το επιμέρους, όμως, χρονικό διάστημα από 24.12.2010 έως 31.5.2011 έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις της, ως άνω, από 5.11.2010 ΣΣΕ και όχι τις διατάξεις της με αριθμ. 33/2008 Δ.Α. που εφάρμοσε, όμως, κατ'αποτέλεσμα κατέληξε σε ορθό διατακτικό, καθότι τα ποσά που επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους για το ως άνω χρονικό διάστημα ως διαφορές αποδοχών μεταξύ των νομίμων αποδοχών και των καταβληθεισών από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα αποδοχών, θα ήταν ισόποσα και αν εφάρμοζε τις διατάξεις της από 5.11.2010 ΣΣΕ, δεδομένου ότι με τον με αριθμό 2.7 όρο αυτής οι βασικοί μισθοί, όπως είχαν διαμορφωθεί από 31.12.2009 βάσει της υπ' αριθμ. 33/2008 ΔΑ, παρέμειναν οι ίδιοι έως 30.6.2011.

Συνακόλουθα για το ως άνω χρονικό διάστημα από 24.12.2010 έως 31.5.2011 το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου, που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού [νομική αιτία] είναι εσφαλμένο, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου και ειδικότερα, το Εφετείο, προκειμένου να επιδικάσει τις επίδικες διαφορές αποδοχών για το διάστημα αυτό, εφήρμοσε τους μισθολογικούς όρους της υπ' αριθμ. 33/2008 ΔΑ, ενώ δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους και δεν εφήρμοσε τους μισθολογικούς όρους της από 5.10.2010 ΣΣΕ , που, πράγματι, είχαν εφαρμογή.

Επομένως, πρέπει, ύστερα από την παράθεση των ορθών, ως άνω, νομικών διατάξεων (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, ζήτημα καταδίκης της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων δεν ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, λόγω της δικονομικής απουσίας των τελευταίων (ΑΠ 1446/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Μαΐου 2017 και με αριθ. κατάθ. 27/10.7.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 329/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ