Supreme Court partially allows appeal against labor court award for Christmas and Easter bonuses and vacation pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court judgment awarding specific bonuses to an employee. The appellant argued the lower court contained contradictory provisions regarding the calculation of Christmas, Easter, and vacation pay, while the respondent was absent from the hearing. The court found the appeal valid only regarding the disputed bonus calculations and remitted that specific portion for retrial by a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when only specific portions of the contested decision are challenged on admissible grounds, remitting those portions for retrial while dismissing the rest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 74 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 74/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Ζλακώνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2008 αίτησή του και με τους από 29-10-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 18-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων τόσο του τρίτου (και τελευταίου, υπό το στοιχείο Γ') λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου όσο και του τρίτου (υπό το στοιχείο Γ') πρόσθετου λόγου αναιρέσεως κατά τα μέρη τους κατά τα οποία αυτοί κρίθηκαν βάσιμοι και την απόρριψη των ίδιων λόγων αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, καθώς και όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, δηλαδή τόσο όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου όσο και όλων των λοιπών πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...... της 12-5-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας ......, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού. 2.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε.
νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι, φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για το λόγο αυτόν δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος, της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου ως άνω ν. 1876/1990, οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας (επομένως και οι εξομοιούμενες με αυτές, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ίδιου νόμου, διαιτητικές αποφάσεις) δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινούς εξουσιοδοτημένους εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του εν λόγω νόμου.
Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου "με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία, δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Ειδικότερα η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύει, όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10", κατά την οποία "κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας".
Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11, "την επέκταση μπορεί να ζητήσει και αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτησή της, που υποβάλλει στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και, στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της".
Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύει μόνο έναντι, των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και περάν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι, θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους.
Την επέκταση μπορεί να ζητήσει και η αρμοδία συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτησή της προς τον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από τη χρονολογία εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού (όχι αναδρομικώς) και, στην περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει αίτηση, από τη χρονολογία υποβολής της.
Ειδικότερα, ο χρόνος διάρκειας της δεσμεύσεως από την κηρυσσόμενη ως γενικώς υποχρεωτική συλλογική σύμβαση εργασίας ταυτίζεται, με το χρόνο ισχύος της τελευταίας, αρχίζει όμως όχι από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής, αλλά από το χρόνο (χρονολογία) δημοσιεύσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία επεκτείνει την ισχύ της, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε η εν λόγω υπουργική απόφαση αποκτά νομική ισχύ.
Ακόμη, αν η κήρυξη ως υποχρεωτικής της κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε. αποφασιστεί ύστερα από αίτηση αρμόδιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 1876/1990, τότε η έναρξη της δεσμεύσεως από την επέκταση αρχίζει από τη χρονολογία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Περαιτέρω, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι "η απόφαση του διαιτητή εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση", για την κατάθεση και την έναρξη της τυπικής ισχύος, των διαιτητικών αποφάσεων, σε περίπτωση κηρύξεώς τους ως γενικώς υποχρεωτικών, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν όλες οι παραπάνω διατάξεις που αφορούν τις Σ.Σ.Ε..
Ενόψει αυτών η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.
Το στοιχείο αυτό. όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε. δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του.
Στην περίπτωση αυτήν, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.
β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τούτο όμως δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία η ισχύς της Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση, και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεώς της ως γενικώς υποχρεωτικής. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγές, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνεπάγεται το νομικά αβάσιμο της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως μη νόμιμης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 15-12-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος εξέθεσε στην αγωγή του αυτήν ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος στη ...... στις αρχές του μήνα Ιουνίου του έτους 1985, προσλήφθηκε από τον αντίδικό του, που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν επιχείρηση εκκενώσεως ακαθάρτων υδάτων, λυμάτων, εκκενώσεως βόθρων και λοιπών συναφών εργασιών, για να εργάζεται στην επιχείρηση του αυτήν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου εκκενώσεως βόθρων, ακαθάρτων υδάτων και λοιπών συναφών εργασιών, ότι κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα την οικογενειακή του κατάσταση (ως εγγάμου με τέσσερα ενήλικα τέκνα), καθώς και την προηγούμενη από το έτος 1970 προϋπηρεσία του ως οδηγού φορτηγών αυτοκινήτων, με άδεια ικανότητας οδηγού Δ' κατηγορίας και πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας, ότι εργάστηκε στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος από
την πρόσληψή του έως τις 31-12-20θ3, ότι ο αναιρεσείων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2003 του κατέβαλλε μηνιαίο μισθό κατώτερο από τον προβλεπόμενο από τις αναφερόμενες συλλογική σύμβαση εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων των κάθε φύσεως επιχειρήσεων όλης της Χώρας, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος θεωρούσε ως δεσμευτικές για τον αναιρεσειόντα εργοδότη του, ως έχουσες κηρυχθεί υποχρεωτικές, ότι κατά το εν λόγω (επίδικο) χρονικό διάστημα αφενός πραγματοποίησε τις λεπτομερώς αναφερόμενες ώρες υπερεργασίας, παράνομων υπερωριών και από 1-4-2001 και εφεξής ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως και υπερωριακής απασχολήσεως (νόμιμης και μη νόμιμης) και αφετέρου εργάστηκε κατά τα αναφερόμενα Σάββατα και Κυριακές.
Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτήν ο αναιρεσίβλητος, όπως το αίτημα της παραδεκτώς περιορίστηκε κατά ήμισυ σε αναγνωριστικό, αφενός να υπαχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει κυρίως το συνολικό ποσό των 58.408,085 ευρώ και επικουρικώς το συνολικό ποσό των 53.420,39 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, και αφετέρου να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσείων του οφείλει κυρίως και το επιπλέον συνολικό ποσό των 58.408.085 ευρώ και επικουρικώς και το επιπλέον συνολικό ποσό των 53.420,89 ευρώ, αντίστοιχα. 'Ετσι όπως είχε η ένδικη αγωγή ήταν πράγματι ορισμένη κατά την ως άνω κύρια βάση της, αφού περιέχονταν σ' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σαφής έκθεση των γεγονότων που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκησή της από τον αναιρεσίβλητο κατά του αναιρεσείοντος, ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ορισμένο αίτημα, ιδίως δε εκτίθετο στην εν λόγω αγωγή η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα και η ειδικότητα του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου, η επιχείρηση την οποία, ασκούσε ο αναιρεσείων, στην οποία εργαζόταν ο αντίδικός του, ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονταν οι αποδοχές κ.λπ, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση ποιες στην πραγματικότητα Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. οφείλονταν ή όχι τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή χρηματικά ποσά, κατά αυτεπάγγελτη εφαρμογή των εν λόγω Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., την εφαρμογή των οποίων επέσυραν τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτήν πραγματικά περιστατικά. Είναι αληθές ότι ο αναιρεσείων εργοδότης με δήλωσή του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά που τηρήθηκαν για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αμφισβήτησε ειδικά ότι αυτός και ο αντίδικός του ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατάρτισαν τις Σ.Σ.Α.
και Δ.Α. στις οποίες στηριζόταν η αγωγή πλην όμως από την ειδική αυτήν αμφισβήτηση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων-εργαζόμενος) δεν επικαλέστηκε, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, ότι αυτός και ο αντίδικός του ήταν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, δεν ανακύπτει, αοριστία της αγωγής αναφορικά με τις ένδικες αξιώσεις που εμπίπτουν στο από την 1-1-1999 έως τις 31-12-2003 ένδικο χρονικό διάστημα και αναφέρονται στο από την κήρυξη κάθε μιας από τις εν λόγω Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α. ως γενικώς υποχρεωτικής και εφεξής χρονικό διάστημα, εφόσον έκτοτε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει και δη στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η εν λόγω σύμβαση ή διαιτητική απόφαση αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της Σ.Σ.Ε.
ή προσέφυγαν στη διαιτησία, αντίστοιχα, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ίσχυε η, αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική, από το χρόνο κηρύξεώς της ως γενικώς υποχρεωτικής, κατά τα ειδικότερα πιο κάτω (στις 3η και 4η σκέψεις της παρούσας αποφάσεως) αναφερόμενα.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αγωγή δεν ήταν από τον ανωτέρω λόγο αόριστη και γι' αυτό το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό περί του αντιθέτου πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 142/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δεν έσφαλε.
Ως εκ τούτου τόσο ο πρώτος (υπό το στοιχείο Α') λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, όσο και ο δεύτερος (υπό το στοιχείο Β') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το από την ίδια διάταξη μέρος του, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής εξαιτίας αοριστίας της για τον ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, έχοντας το ως άνω σαφές και μη αντιφατικό περιεχόμενο, δεν εμφάνιζε οποιαδήποτε αοριστία εξαιτίας της υπάρξεως, δήθεν, αντιφάσεων σ' αυτήν. Επομένως ο επίσης από την αμέσως πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ τέταρτος (υπό το στοιχείο Δ') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά ένα από τα μέρη του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ακόμη, το Εφετείο με το να μην κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του αόριστη την ένδικη αγωγή για τον αμέσως πιο πάνω λόγο, δηλαδή εξαιτίας της υπάρξεως, δήθεν, αντιφάσεων σ' αυτή, δεν παραβίασε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., που ρυθμίζει το δικαίωμα στη χρήση και στην απονομή δικαιοσύνης, ακριβώς διότι η κρίση του αυτή δεν αντιτίθεται στην εν λόγω διάταξη, και έτσι δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Γι' αυτό ο τέταρτος (υπό το στοιχείο Δ') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, το Εφετείο δεν έσφαλε με το να μη δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου με βάση το ως άνω περιεχόμενο της ενείχε νομική αοριστία εξαιτίας του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ανέφερε στην αγωγή του αυτήν ότι ο ίδιος και ο αντίδικος του (αναιρεσείων) ήταν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που είχαν συνάψει την ως άνω Σ.Σ.Ε.
ή τις οποίες αφορούσαν οι προαναφερόμενες διαιτητικές αποφάσεις, αντίστοιχα, χωρίς να έχει συμπληρώσει, κατόπιν της προαναφερόμενης ειδικής αρνήσεως του αναιρεσείοντος, την αγωγή του με τις πρωτόδικες προτάσεις του κατά το σημείο τούτο. Και αυτό γιατί αρκούσε το γεγονός ότι αυτές είχαν κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτικές, ισχύοντας έτσι ως τέτοιες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην προκειμένη περίπτωση από το χρόνο της κηρύξεώς τους ως γενικώς υποχρεωτικών, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως κάθε μιας από τις εν λόγω Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ίσχυε η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο της κηρύξεώς της ως τέτοιας, κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως το Εφετείο με το να μην κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι υφίστατο νομική αοριστία της ένδικης αγωγής από τον αμέσως πιο πάνω λόγο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση των μερικότερων δικαιωμάτων που ασκήθηκαν με την αγωγή αυτήν και ως εκ τούτου δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6, 3, 9 και 11 του ως άνω ν. 1876/1990 και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Γι' αυτό ο πρώτος (υπό το στοιχείο Α') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά τα ενιαίως κρινόμενα από την τελευταία διάταξη μέρη του, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος, υπό το στοιχείο Α') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εξαιτίας της υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος του ορισμένου της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί η διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία, όπως εκτιμάται, φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, είναι οικονομική, έτσι ώστε, και υπό την εκδοχή ότι αυτή έχει παραβιαστεί, να μην ιδρύεται ο από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Υπό την εκδοχή δε ότι με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την ίδια διάταξη λόγω αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με την κρίση του Εφετείου που αναφέρεται στη νομική επάρκεια της ένδικης αγωγής ως προς το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει κατά το μέρος του αυτό να απορριφθεί, επίσης προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η με αυτόν προβαλλόμενη ως πλημμέλεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται αποκλειστικώς σε αντιφάσεις, που, κατά το λόγο αναιρέσεως, υπάρχουν στη "μείζονα" πρόταση του σχετικού νομικού συλλογισμού, οι οποίες όμως (αντιφάσεις), σύμφωνα με όσα πιο κάτω στην 5η σκέψη της παρούσας αποφάσεως ειδικότερα αναφέρονται, δεν θεμελιώνουν τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.-
3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση η παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. 'Ετσι "πράγμα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελεί και η ανύπαρκτη βάση τη αγωγής, την οποία (βάση) λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να εξεύρει τις μηνιαίες νόμιμες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, εργαζομένου στην ως άνω (στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη) επιχείρηση του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή του πρώτου, ήταν εφαρμοστέες, ως έχουσες κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές, εφαρμόζοντας τις ακολούθως:
α) Η από 12-6-1933 Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων των πάσης φύσεως επιχειρήσεων όλης της Χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 2-7-1993 με την υπ' αριθ. 11957 της 27-7/12-8-1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας - Κοιν. Ασφαλίσεων (Φ.Ε.Κ. τ. Β' 866). β) Η υπ' αριθ. 4/1999 απόφαση διαιτησίας, που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 29-3-1999 με την υπ' αριθ. 11033 της 14-4/27-5-1999 απόφαση, του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ.
τ. Β' 980). γ) Η υπ' αριθ. 11/2000, στην πραγματικότητα, απόφαση διαιτησίας (διορθωτική της Δ.Α. 8/2000), που αφορά τους ορούς αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27-4-2000 με την υπ' αριθ. 11218 της 24-5/2-6-2000 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ, τ. Β' 678). δ) Η υπ' αριθ. 14/2002 απόφαση διαιτησίας, που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 1-7-2002 με την υπ' αριθ. 14174 της 7/18-4-2003 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε,Κ.
τ.Β' 469). Και ε) η υπ' αριθ.15/2003 απόφαση διαιτησίας, που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ., που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 19-5-2003 με την υπ' αριθ.15468 της 31-7/7-8-2003 απόφαση του ίδιου Υπουργού. Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του βάση της ένδικης αγωγής που δεν περιεχόταν σ' αυτήν, εφόσον ο αναιρεσίβλητος τις ένδικες αξιώσεις του στήριζε και στις αμέσως πιο πάνω συλλογική σύμβαση εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, που είχαν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές.
Έτσι δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος (υπό το στοιχείο Β') και τρίτος (και τελευταίος υπό το στοιχείο Γ') λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά τα από τη διάταξη αυτή μέρη τους, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω το Εφετείο, επιδικάζοντας υπέρ του αναιρεσιβλήτου αξιώσεις του για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές άδειας και επιδόματα αδείας για τα χρονικά διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2003, στηρίχθηκε στη σχετική υπάρχουσα (και όχι ανύπαρκτη) βάση της ένδικης αγωγής, όπως από αυτήν προκύπτει, και έτσι δεν υπέπεσε στην ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Γι' αυτό ο τέταρτος (υπό το στοιχείο Δ') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το από την τελευταία διάταξη μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμη, το Εφετείο με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέρ του αναιρεσιβλήτου τα στην εν λόγω απόφασή του αναφερόμενα χρηματικά ποσά για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά Σάββατα και Κυριακές, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, και επιδόματα και αποδοχές άδειας δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή, αφού με αυτήν ζητούνταν τέτοια επιδίκαση.
Επομένως, ο δεύτερος (υπό το στοιχείο Β') λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α' ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
4.- Επειδή, κατά μεν την παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε η καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" (της οποίας το κείμενο παρατίθεται πιο πάνω στην 2η σκέψη της παρούσας αποφάσεως), κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μετά τη λήξη ή την καταγγελία της συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας, οι υφιστάμενοι κανονιστικοί αυτών όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του εξαμήνου που ορίζεται με την πρώτη διάταξη ως όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας μέχρις ότου αυτή λυθεί ή τροποποιηθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει και αναφέρεται στις δύο προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αποφάσεως, δεχόμενο εμμέσως πλην σαφώς ότι οι διάδικοι δεν ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, εργατικών και έργο δοτικών, αντίστοιχα, τις οποίες αφορούσαν οι εκεί αναφερόμενες συλλογική σύμβαση εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, εφάρμοσε κάθε μία από αυτές από το χρόνο κατά τον οποίο κηρύχθηκε, κατά τα πιο πάνω, υποχρεωτική μέχρι το χρόνο κατά τον οποίο κηρύχθηκε στη συνέχεια υποχρεωτική η επόμενη διαιτητική απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα.
Κρίνοντας έτσι δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990. Και, αυτό γιατί, σύμφωνα με τα παραπάνω, μετά τη λήξη της ισχύος κάθε μιας από τις εν λόγω Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση από το χρόνο κατά τον οποίο κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, και μέχρι την έναρξη της ισχύος της επομένης διαιτητικής αποφάσεως αναφορικά με τους εδώ διαδίκους (επίσης από το χρόνο της κηρύξεως της ως γενικώς υποχρεωτικής), αντίστοιχα, οι υφιστάμενοι, κανονιστικοί όροι εργασίας εξακολούθησαν να ισχύουν ως όροι της ένδικης ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως τόσο ο δεύτερος (υπό το στοιχείο Β') λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου όσο και ο ταυτόσημος δεύτερος (υπό το στοιχείο Β') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά τα ενιαίως κρινόμενα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να εφαρμόσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός τις ως άνω Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α., και μετά την πάροδο του εξαμήνου που ορίζεται με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 και μέχρι την έναρξη της ισχύος αναφορικά με τους εδώ διαδίκους της επόμενης διαιτητικής αποφάσεως και αφετέρου, ειδικότερα, την υπ' αριθ. 8/2000 διαιτητική απόφαση (στην πραγματικότητα όπως αυτή είχε διορθωθεί με την υπ' αριθ. 11/2000 διαιτητική.
απόφαση, που κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική κατά τα πιο πάνω, από 27-4-2000) μέχρι και τις 30-6-2002, δεδομένου ότι από 1-7-2002 κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική η υπ' αριθ. 14/2002 διαιτητική απόφαση, λαμβανόμενο υπόψη ότι η προηγηθείσα υπ' αριθ. 19/2001 διαιτητική απόφαση δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη υπόθεση ως μη έχουσα κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, παραβίασε (με εσφαλμένη, εφαρμογή της) την αμέσως πιο πάνω διάταξη (της παρ. 4 του άρθρου 9 ν. 1876/1990), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολο τους.
Εξάλλου, το Εφετείο με το να εφαρμόσει τις ως άνω Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. και δη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο δεν παραβίασε ούτε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 1876/1990 άλλ' ούτε και τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, με την οποία ορίζεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τη σύναψη της Σ.Σ.Ε.
έχουν δικαίωμα να συμφωνήσουν ότι αυτή θα έχει αναδρομική ισχύ. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τα παραπάνω, πράγματι, με βάση τις παραδοχές του, κάθε μία από τις εν λόγω Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. ήταν εφαρμοστέα από το χρόνο κατά τον οποίο κηρύχθηκε υποχρεωτική μέχρι το χρόνο κατά τον οποίο κηρύχθηκε στη συνέχεια υποχρεωτική η επόμενη διαιτητική απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα.
Επομένως ο δεύτερος (υπό το στοιχείο Β') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά τα ενιαίως κρινόμενα υπόλοιπα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει νααπορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Τέλος, με το υπόλοιπο μέρος του ίδιου (δεύτερου και υπό το στοιχείο Ε') πρόσθετου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, γιατί δεν αναφέρει σ' αυτήν αφενός ότι ο αναιρεσίβλητος μισθωτός και ο αναιρεσείων εργοδότης ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατάρτισαν την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ε.
και προσέφυγαν στη διαιτησία, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να εκδοθούν οι ως άνω διαιτητικές αποφάσεις, και αφετέρου τις εν λόγω συμβληθείσες οργανώσεις. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως, από, το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, και δη προεχόντως, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο την επί της υποθέσεως κρίση του στήριξε στην ιδιότητα των διαδίκων ως συμβεβλημένων στην κατάρτιση της ως άνω Σ.Σ.Ε.
και ως εκείνων που προσέφυγαν στη διαιτησία, αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα την εν λόγω κρίση του στήριξε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, στην επέκταση των εν λόγω συλλογικής συμβάσεως εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων και στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου και του επαγγέλματος που οι εν λόγω Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α. αφορούν, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη και έκδοσή τους, αντίστοιχα, κατά τα προαναφερόμενα.
5.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δηλαδή οι ελλείψεις πρέπει να υπάρχουν στην οντολογική κρίση της "ελάσσονος" προτάσεως του νομικού συλλογισμού και συγκεκριμένα στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα του υπαγωγικού συλλογισμού.
Έτσι με τον ως άνω αναιρετικό λόγο δεν ελέγχονται τα ουσιαστικά σφάλματα που συνθέτουν το νομικό συλλογισμό, αλλά οι ελλείψεις εκείνες, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί πλέον να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με το υπόλοιπο, μέρος του, δεύτερου (υπό το στοιχείο Β') λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, "διότι, ουδόλως αιτιολογεί - στοιχειοθετεί, με την αναφορά στο σκεπτικό του συγκεκριμένων περιστατικών, ότι η άνω Σ.Σ.Ε.
και οι άνω Δ.Α. (δηλαδή εκείνες που αναφέρονται στις δεύτερη και τρίτη σκέψεις της παρούσας αποφάσεως), που εφάρμοσε κατά το επόμενο έτος, έληξαν σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή καταγγέλθηκαν και δη νομίμως σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο του προηγούμενου έτους, άρα ουδόλως αιτιολογεί - στοιχειοθετεί και το αν τα συγκεκριμένα χρονικά σημεία, στα οποία εφαρμόζει αυτές (εντός του επόμενου έτους) είχε παρέλθει ή δεν είχε παρέλθει το εξάμηνο από της λύσεως ή καταγγελίας που προβλέπει η άνω διάταξη" (δηλαδή εκείνη του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1876/1990).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η με αυτόν προβαλλόμενη ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται αποκλειστικώς σε ελλείψεις, που, κατά το λόγο αναιρέσεως, υπάρχουν στη "μείζονα" πρόταση του σχετικού νομικού συλλογισμού, οι οποίες όμως (ελλείψεις) δεν θεμελιώνουν τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
6.- Επειδή στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε, δηλαδή αποφάσισε σε αίτημα έστω και με αναγνωριστική διάταξη , περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, στοιχειοθετείται ο από τη διάταξη του αριθμού 9 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ζήτησε την επιδίκαση σ' αυτόν α) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας για το έτος 1999 τα ποσά των 897, 40, 442, 40, 897, 40 και 448,70 ευρώ, αντίστοιχα, β) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας για το έτος 2000 τα ποσά των 960,64, 480,32, 960,64 και 480,32, ευρώ, αντίστοιχα, γ) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας για το έτος 2001 τα ποσά των 1.017,46, 508,73, 1.036,93 και 518,47 ευρώ, αντίστοιχα, δ) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας για το έτος 2002 τα ποσά των 1.087,16, 543,50, 1.087,16 και 543,58 ευρώ, αντίστοιχα, και ε) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας για το έτος 2003 τα ποσά των 1.137,30, 568,65, 1.137,30 και 568,65 ευρώ, αντίστοιχα.
Το Εφετείο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο (με τις αναγνωριστική και καταψηφιστική διατάξεις του) για τις αμέσως πιο πάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 19.184 ευρώ και δη " 1) για το έτος 1999 για δώρο Χριστουγέννων 1.155 ευρώ, για δώρο Πάσχα 577 ευρώ, για επίδομα άδειας 577 ευρώ και αποδοχές άδειας ευρώ 1.155 ευρώ, 2) για το έτος 2000 για δώρο Χριστουγέννων 1.163 ευρώ, για δώρο Πάσχα 531ευρώ, για αποδοχές άδειας 1.163 ευρώ και επίδομα άδειας 531 ευρώ, 3) για το έτος 2001 για δώρο Χριστουγέννων 1.427 ευρώ, για δώρο Πάσχα 713 ευρώ, για επίδομα άδειας 713 ευρώ και αποδοχές άδειας 1.427 ευρώ, 4) για το έτος 2002 για δώρο Χριστουγέννων 1.207 ευρώ, για δώρο Πάσχα 503 ευρώ, για επίδομα άδειας 603,50 ευρώ και για αποδοχές άδειας 1.207 ευρώ και 5) για το έτος 2003 για δώρο Χριστουγέννων 1.521 ευρώ, για δώρο Πάσχα 760 ευρώ, για επίδομα άδειας 760 ευρώ και αποδοχές άδειας 1.521 ευρώ".
Έτσι επιδίκασε για όλες τις πιο πάνω αιτίες χρηματικά ποσά μεγαλύτερα από όσα ζητήθηκαν με την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με εξαίρεση το επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2003, για το οποίο επιδικάστηκε το μικρότερο ποσό των 503 ευρώ (δεδομένου ότι με την ένδικη αγωγή ζητούνταν για την αιτία αυτήν το μεγαλύτερο ποσό των 568,65 ευρώ).
Επομένως ο τρίτος και τελευταίος (υπό το στοιχείο Γ') λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ τμήμα του μέρους του, που αφορά προβαλλόμενοι αιτίαση για επιδίκαση πλέον των αιτηθέντων αναφορικά με τις αμέσως πιο πάνω αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, με εξαίρεση την αξίωση για το επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2003, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατά το υπόλοιπο όμως τμήμα του ίδιου (από το άρθρο 559 αριθ.9 περ., β' ΚΠολΔ) μέρους του, που αφορά προβαλλόμενη αιτίαση για επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος αναφορικά με το επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2003, ο αμέσως πιο πάνω (3ος και υπό το στοιχείο Γ') λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε για την αιτία αυτήν επιδικάστηκε μικρότερο χρηματικό ποσό από εκείνο που ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος.
7.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 643, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3193/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95/1945 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτά ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, που οφείλεται ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.
Έτσι μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για υπερεργασία του (ή ήδη, υπό την ισχύ του άρθρου 4 του ν. 2874/2000, δηλαδή από 1-4-2001, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόλησή του), νόμιμη υπερωριακή εργασία του και επιτρεπόμενη απασχόληση του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού (βλ.
σχ. ΟλΑΠ 39-40/2002). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ' αριθ. 19040/1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα.
Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ' αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα.
Δεν περιλαμβάνονται όμως : α) Η κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1975 και το άρθρο 4 παρ. 4 και 5 του ν. 2874/2000 αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, δηλαδή τόσο η κατά τις εν λόγω διατάξεις βασική αμοιβή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη όσο και η κατά τις ίδιες διατάξεις προσαύξησα 100% και 250%, αντίστοιχα, επί της εν λόγώ βασικής αμοιβής.
Και αυτό γιατί η όλη αυτή αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, από την οποία εκείνη της αμέσως πιο πάνω βασικής αμοιβής οφείλεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 και επ., ΑΚ), ακόμη και όταν η υπερωριακή αυτή εργασία παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, αφού τούτο προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας (πρβλ.
ως άνω ΟλΑΠ 39-40/2002). β) Η αμοιβή για την εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα. Και αυτό γιατί, όπως από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει, η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κοιτά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγιο εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (βλ.
σχ. ΑΠ 1253/2002, 1331/2001). Έτσι και η αμοιβή αυτή, ακόμη και αν η εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού (πρβλ. ως άνω ΟλΑΠ 39-40/ 2002), με εξαίρεση βέβαια την ως άνω κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού για την εργασία κατά Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, η οποία, στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα, συνυπολογίζεται, ως από το νομό απευθείας οφειλόμενη, για την εξεύρεση που ύψους των παραπάνω επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, κατά τα προαναφερόμενα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, για να εξεύρει τις τακτικές η συνήθεις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου, ώστε στη συνέχεια να καθορίσει το ύψος των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών άδειας και των επιδομάτων άδειας που δικαιούνταν ο τελευταίος για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2003, αφού δέχτηκε ότι αυτός (αναιρεσίβλητος εργαζόμενος) υπαγόταν στο σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω απόφασή του σχετικώς αναφερόμενα, συνυπολόγισε, ως τακτικά επαναλαμβανόμενες, και τις παροχές για υπερεργασία, ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες, εργασία κατά Σάββατα και Κυριακές, επιδικάζοντας για τις αιτίες αυτές τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, κατά τα ειδικότερα στην πέμπτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα.
Με το να κρίνει όμως το Εφετείο ότι για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου εργαζόμενου, με βάση τις οποίες θα καθοριζόταν το ύψος των αμέσως πιο πάνω παροχών που οφείλονταν σ' αυτόν, θα έπρεπε να συνυπολογιστούν, εκτός των άλλων, και οι παροχές για παράνομες υπερωρίες (βασική αμοιβή και προσαύξηση 100%, ως πρόσθετη αποζημίωση, επί της εν λόγω βασικής αμοιβής), καθώς και για εργασία κατά τα Σάββατα παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920 και 648 του ΑΚ.
Και αυτό γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω στη μείζονα σκέψη, οι εν λόγω παροχές (για παράνομες υπερωρίες και για εργασία κατά τα Σάββατα) δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστούν για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου, με βάση τις οποίες θα έπρεπε να καθοριστεί το ύψος των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών άδειας και των επιδομάτων άδειας που δικαιούνταν αυτός για το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα.
Επομένως ο τρίτος (υπό το στοιχείο Γ') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, εξαιτίας συνυπολογισμού για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, με βάση τις οποίες θα έπρεπε να καθοριστεί το ύψος των αμέσως πιο πάνω παροχών που δικαιούνταν αυτός, και των παροχών για παράνομες υπερωρίες και γα εργασία κατά τα Σάββατα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω αντιφατικής αιτιολογίας αναφορικά με το ζήτημα που αναφέρεται στο συνυπολογισμό της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου για την εργασία τούτου κατά τα Σάββατα για την εξεύρεση, για τον αμέσως πιο πάνω λόγο, του ύψους των τακτικών ή συνήθων αποδοχών τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος όχι γιατί οι αιτιολογίες της αποφάσεως αυτής δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα επί του εν λόγω ζητήματος, έτσι ώστε να μη στηρίζουν πλημμέλεια από την τελευταία διάταξη, αλλά διότι οι αιτιολογίες αυτές στηρίζουν αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαιτίας παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κατά τα προαναφερόμενα.
8.- Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση με το ένα από τα μέρη του τέταρτου και τελευταίου (υπό το στοιχείο Δ') πρόσθετου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν ότι από δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που περιεχόταν στην ένδικη αγωγή του, αποδεικνυόταν η ένσταση του πρώτου ότι αυτός είχε εξοφλήσει τις απαιτήσεις του αντιδίκου του για τα με την εν λόγω αγωγή του ζητούμενα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές άδειας και επιδόματα άδειας για το έτος 1999.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως, από το όρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τον αμέσως πιο πάνω λόγο εφέσεως, τον ερεύνησε και τελικά, δεχόμενο, ως εκ του πράγματος, ότι δεν αποδεικνυόταν ((ούτε καν από δικαστική ομολογία) η αμέσως πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, απέρριψε το λόγο αυτόν εφέσεως ως αβάσιμο (βλ.
τα σχετικώς στις σελ. 23 και 24 της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφερόμενα). Περαιτέρω, όπως προκύπτει, από την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν περιέχεται σ' αυτήν οποιαδήποτε (δικαστική) ομολογία του τελευταίου για εξόφληση των αμέσως πιο πάνω απαιτήσεων του. 'Ετσι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του με την προσβαλλόμενη απόφασή του τέτοια, δήθεν, δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο αμέσως πιο πάνω (4ος και υπό το στοιχείο Δ') πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το από την εν λόγω διάταξη μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
9.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως, δημιουργεί δε τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (υπό το στοιχείο Δ') κατά ένα από τα μέρη του πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί από την απόφασή του αυτήν "προκύπτει ότι με το κεφάλαιο για την έκτη ημέρα (Σάββατο) επιδικάζει στον αντίδικο (αναιρεσίβλητο) αποζημίωση για την εργασία του κατά την ημέρα αυτήν κατ' εφαρμογή της 904 ΑΚ, και ότι με το κεφάλαιο για τα δώρα εορτών, επίδομα και αποδοχές άδειας επιδικάζει αυτήν την αποζημίωση ως τακτικές αποδοχές (μέρος των τακτικών αποδοχών)" και έτσι "περιέχει αντιφατικές διατάξεις".
Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα όσα αναγράφονται σ' αυτόν, και αληθή υποτιθέμενα, δεν έχουν κατά την αμέσως πιο πάνω διάταξη ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ακριβώς διότι εδώ δεν πρόκειται για αντιφατικές υπό την ως άνω έννοια διατάξεις.- 10.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι, δηλαδή κατά τον τρίτο (και τελευταίο, υπό το στοιχείο Γ') λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.
β' ΚΠολΔ τμήμα του μέρους του, ως προς το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος, και. κατά τον τρίτο (υπό το στοιχείο Γ') πρόσθετο λόγο αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρη του, ως προς τα οποία αυτός κρίθηκε βάσιμος, και συγκεκριμένα να αναιρεθεί η απόφαση αυτή μόνο κατά το μέρος της που αφορά την επιδίκαση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας του ένδικου από 1-1-1999 έως 31-12-2003 χρονικού διαστήματος.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και της μερικές ήττας κάθε διαδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς και μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την υπ' αριθ. 283/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση·- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ