Legislator Case Law & Legislation
904/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on labor dispute regarding mandatory collective agreements and marriage allowance interpretation.

Case Number 904/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a labor court decision regarding wage disputes. The court found errors in the application of mandatory collective agreements and the interpretation of the marriage allowance after May 2012. Consequently, the judgment was annulled in part, the case remitted for further proceedings, and the appellants ordered to pay costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a lower court judgment and remit the case for further proceedings when specific legal errors regarding the application of mandatory collective agreements or statutory interpretations are identified, while upholding the remainder of the decision.

Keywords

AI generated
labor dispute mandatory collective agreement marriage allowance partial annulment remittal for retrial legal interpretation costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 2(4) of Presidential Decree 6/28-02-2012
Collective Agreement dated 11-6-2009
Collective Agreement dated 25-1-2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 904 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 904/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστρατίου Μαυραγάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Ν., κατοίκου ..., και 2) Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2014 αγωγή των εκεί τριών εναγόντων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 1804/28-1-2014. Εκδόθηκαν η 10505/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 956/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία διορθώθηκε με την 2188/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 32/24-1-2019 αίτησή του και τους από 25-7-2019 και με αριθμό κατάθεσης 68/2-8-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 22-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 32/24-1-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 25-7-2019 και με αριθμό κατάθεσης 68/2-8-2019, δια ξεχωριστού δικογράφου ασκηθέντες, προσθέτους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η 956/13-4-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 2188/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 2-11-2015 (με αριθμό κατάθεσης 3669/3-11-2015) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφανίσθηκε η 10505/13-7-2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-1-2014 (με αριθμό κατάθεσης 1804/28-1-2014) αγωγής, και αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη ως προς τον τρίτο ενάγοντα (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη), ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τις δύο πρώτες ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) και επιδικάσθηκαν στις τελευταίες τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως μισθολογικές διαφορές, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.

Με την ίδια απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο επιδίκασης των αποδοχών του χρόνου της επίσχεσης (υπερημερίας), που είχε πρωτοδίκως επιδικασθεί και στους τρεις ενάγοντες. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144). Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 2-8-2019 (με αριθμό κατάθεσης 68/2-8-2019) και επίδοση αυτού την 7-8-2019 στις αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τις .../7-8-2019 και .../7-8-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ.

Ρ., που με επίκληση προσκομίζονται, ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες από την ορισθείσα δικάσιμο της 17-9-2019 (ΚΠολΔ 569 παρ.2). Είναι, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι παραδεκτοί (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2.Κατά τον όρο 16 της 146/1984 διαιτητικής απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών ολόκληρης της χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 10262/1985 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 17/15-1-1985) και γενικώς υποχρεωτική με την 13225/1985 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 171/1-4-1985), "...

Η προϋπηρεσία των νεοπροσλαμβανομένων εργαζομένων αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωσή τους, κατατιθέμενη κατά την πρόσληψή τους στον εργοδότη, συνοδευόμενη δε, εντός τριμήνου προθεσμίας από της προσλήψεως, από τα απαραίτητα πιστοποιητικά των εργοδοτών στους οποίους εργάσθηκαν ή κατά περίπτωση του αρμοδίου οικονομικού εφόρου.

Σε εμπρόθεσμη, δηλαδή εντός τριμήνου, από της πρόσληψης και δήλωσης προσαγωγή του πιστοποιητικού, η προϋπηρεσία λογίζεται αποδειχθείσα από της πρόσληψης και δήλωσης". Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι, εάν δεν πρόκειται για προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, οπότε ο τελευταίος οφείλει οίκοθεν να καταβάλει το νόμιμο μισθό της αντίστοιχης μισθολογικής κλίμακας, η υποχρέωση καταβολής του νόμιμου μισθού του κλιμακίου με βάση την προϋπηρεσία αρχίζει από την κατά τα παραπάνω παράδοση στον εργοδότη της υπεύθυνης δήλωσης και των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας των προηγουμένων εργοδοτών (ΑΠ 709/2006, ΑΠ 199/2004, ΑΠ 1479/2002).

Η γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας με τον τύπο που διαγράφεται στην ανωτέρω διαιτητική απόφαση, δεν μεταβλήθηκε από τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων περί των όρων αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών και ειδικότερα από την ΔΑ 45/2009 (πράξη κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας 25/2-11-2009), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρόσληψης της πρώτης αναιρεσίβλητης (24-6-2010), στο άρθρο 4 της οποίας, υπό τον τίτλο "γενική ρύθμιση", ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι όροι της 54/2008 και των προηγούμενων αυτής ομοίων συλλογικών ρυθμίσεων, εφόσον δεν τροποποιούνται με την παρούσα" (εδ.

α').

3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 7/2014, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 1420/2013).

4.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 956/2017 απόφασή του, η οποία διορθώθηκε με την 2188/2017 απόφαση αυτού, επί του ζητήματος της γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας της πρώτης ενάγουσας στον εναγόμενο εργοδότη, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η πρώτη ενάγουσα, Ε.

Τ. (ήδη 1η αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος διατηρεί βιοτεχνική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ανδρικών ενδυμάτων επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, την 24-6-2010, με την ειδικότητα της βοηθού λογιστή, αμειβόμενη με το νόμιμο μισθό τον προβλεπόμενο από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών των βιομηχανικών, βιοτεχνικών, ξενοδοχειακών, εμπορικών και των πάσης φύσεως επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων όλης της χώρας".

Ότι, κατά το χρόνο της πρόσληψής της, ήταν έγγαμη με δύο τέκνα και απόφοιτος του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του ΤΕΙ Σερρών από την 20-6-1991, γεγονότα που γνωστοποίησε στον εναγόμενο. Ότι, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι μέχρι την πρόσληψή της είχε προϋπηρεσία, ως βοηθός λογιστή, άνω των 18 ετών, από τα επικολλημένα ένσημα του ασφαλιστικού βιβλιαρίου της, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει, προκύπτει ότι αυτή εργαζόταν από την 14-1-1992 έως 31-8-1992 στην εταιρία "...

ΑΕ", από 1-9-1992 έως 31-5-1998 στην εταιρία "... Θεσσαλονίκης ΑΕ", από 13-7-1999 έως 31-3-2005 (το ορθό 31-3-2004, που αναφέρεται και στο τέλος της ίδιας σελίδας της απόφασης- 8ης σελ.) στην επιχείρηση του εναγομένου και από 10-9-2006 έως 31-12-2009 στην εταιρία "...", ήτοι είχε συνολική προϋπηρεσία 15 ετών και 6 μηνών. Ότι την ανωτέρω προϋπηρεσία η ενάγουσα γνωστοποίησε στον εναγόμενο κατά την πρόσληψή της, όπως, άλλωστε, είχε κάθε συμφέρον, αλλά και την ευχέρεια να πράξει, εφόσον κατείχε όλα τα ανωτέρω έγγραφα (βιβλιάριο ενσήμων), τα οποία αποδεικνύουν αυτή.

Ότι είναι βέβαια αληθές ότι δεν προκύπτει από το βιβλιάριο αυτό η ειδικότητα υπό την οποία απασχολείτο, ωστόσο, όπως σαφώς και κατηγορηματικώς βεβαίωσαν ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης οι μάρτυρες (αναφέρονται τρεις ονομαστικώς), οι οποίοι, λόγω της πολύχρονης προσωπικής σχέσης τους με την ενάγουσα, γνώριζαν την επαγγελματική της πορεία, αυτή (ενάγουσα) ήταν βοηθός λογιστή σε όλη την επαγγελματική της πορεία, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος, διότι συζητούσαν για τις επιχειρήσεις, στις οποίες είχε εργασθεί στο παρελθόν, καθώς και για τα σεμινάρια λογιστικής που παρακολουθούσε.

Ότι, άλλωστε, από την κοινή πείρα είναι γνωστό, ότι οι εργοδότες επιδιώκουν να γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια το παρελθόν και την προϋπηρεσία των εργαζομένων τους, ώστε να έχουν πλήρη εικόνα και των ικανοτήτων, αλλά και των ενδεχομένων προβλημάτων, που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν. Ότι, πλέον αυτών, η πρώτη ενάγουσα είχε απασχοληθεί στο παρελθόν και συγκεκριμένα από την 13-7-1999 και στην επιχείρηση του εναγομένου, όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η οποία διήρκεσε έως το Μάρτιο του 2004.

Ότι από τη σχετική έγγραφη αναγγελία προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα είχε προσληφθεί ως υπάλληλος γραφείου, πλην όμως κατέστη σαφές, από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ότι στην πραγματικότητα η βοηθός λογιστή ασκούσε και χρέη γραμματειακής υποστήριξης, αφού επρόκειτο για μία μικρή επιχείρηση, που απασχολούσε τέσσερα ή πέντε άτομα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ύπαρξης δύο διαφορετικών προσώπων, δηλαδή ενός για την εκτέλεση καθηκόντων γραμματειακής υποστήριξης και ενός άλλου για την εκτέλεση χρεών βοηθού λογιστή.

Ότι, άλλωστε, η επιχείρηση πάντοτε είχε μόνο εξωτερικό λογιστή, που επισκεπτόταν το χώρο αυτής μία φορά το μήνα προς διενέργεια εποπτείας και ελέγχου των όσων στο μεταξύ είχαν διενεργηθεί και, ως εκ τούτου, η ύπαρξη βοηθού λογιστή, ο οποίος βρισκόταν καθημερινά στις εγκαταστάσεις της, ήταν απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία αυτής.

Ότι στο πλαίσιο αυτό η πρώτη ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου ως βοηθός λογιστή όχι μόνο από την 24-6-2010 (γεγονός που δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος), αλλά και κατά το προγενέστερο διάστημα από τον Ιούλιο του 1999 (γεγονός που αυτός αρνείται), για το λόγο δε τούτο ο τελευταίος, γνωρίζοντας την ειδικότητά της, απευθύνθηκε σε αυτή εκ νέου το 2010 και την αναζήτησε, προκειμένου να του παρέχει υπηρεσίες βοηθού λογιστή και δεν απευθύνθηκε σε τρίτο πρόσωπο που είχε την εν λόγω ειδικότητα.

Ότι εφόσον επρόκειτο για προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την ίδια ειδικότητα, ο τελευταίος όφειλε οίκοθεν να καταβάλει το νόμιμο μισθό της αντίστοιχης μισθολογικής κλίμακας με βάση την προϋπηρεσία της, τουλάχιστον από την 13-7-1999, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας αυτής κατά την πρόσληψή της, την οποία, σε κάθε περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος γνώριζε, λόγω των μεταξύ τους συζητήσεων και του προσκομισθέντος βιβλιαρίου ενσήμων, ότι είχε ξεκινήσει σε πολύ προγενέστερο στάδιο, δηλαδή από τον Ιανουάριο του 1992.

Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η πρώτη ενάγουσα, κατά το χρόνο της πρόσληψής της (24-6-2010) στη βιοτεχνική επιχείρηση του εναγομένου, είχε συνολική προϋπηρεσία ως βοηθός λογιστή 15 ετών και 6 μηνών και υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές της, βάσει του μισθολογικού κλιμακίου που προέκυπτε με συνυπολογισμό και της ανωτέρω προϋπηρεσίας.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση ως προς την πρώτη ενάγουσα και επιδίκασε στην τελευταία διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων άδειας (με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή κατά μεγαλύτερο μέρος).

5.Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως τις κανονιστικές διατάξεις του όρου 16 της 146/1984 διαιτητικής απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών ολόκληρης της χώρας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΔΑ 45/2009 (στο άρθρο 4 της οποίας ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι όροι της 54/2008 και των προηγούμενων αυτής ομοίων συλλογικών ρυθμίσεων, εφόσον δεν τροποποιούνται με την παρούσα"), καθόσον δέχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα είχε προϋπηρεσία ως βοηθός λογιστή 15 ετών και 6 μηνών, γνωστοποιηθείσης στον εναγόμενο εργοδότη όχι με τις διατυπώσεις που διαγράφονται στις ανωτέρω κανονιστικές διατάξεις, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, προσέτι δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ασαφή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση: α) ενώ δέχθηκε ότι η προϋπηρεσία της πρώτης ενάγουσας ως βοηθού λογιστή γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο εργοδότη κατά την πρόσληψή της με την προσκόμιση του βιβλιαρίου ενσήμων του ΙΚΑ, όλως αντιφατικά δέχεται ότι "είναι βέβαια αληθές, ότι δεν προκύπτει από το βιβλιάριο αυτό η ειδικότητα υπό την οποία απασχολούταν", β) για το χρονικό διάστημα από 13-7-1999 έως τον Μάρτιο του 2004, ενώ δέχεται ότι είχε απασχοληθεί στην επιχείρηση του εναγομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την ειδικότητα της βοηθού λογιστή, στη συνέχεια αναφέρει ότι από τη σχετική έγγραφη αναγγελία προκύπτει ότι είχε προσληφθεί ως υπάλληλος γραφείου, αλλά στην πραγματικότητα ήταν βοηθός λογιστή, αφού επρόκειτο για μικρή επιχείρηση, που απασχολούσε τέσσερα ή πέντε άτομα και είχε εξωτερικό λογιστή, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς την κρίση αυτή παραθέτοντας συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο νομικός χαρακτηρισμός της ιδιότητάς της ως βοηθού λογιστή, ούτε διαλαμβάνει παραδοχές γιατί μία τόσο μικρή επιχείρηση, που απασχολούσε τέσσερα ή πέντε άτομα, είχε ανάγκη και βοηθού λογιστή, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές, απασχολούσε εξωτερικό λογιστή και επιπλέον δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία γιατί στην αναγγελία πρόσληψης αναφέρεται "ως υπάλληλος γραφείου", αφού προσλήφθηκε ως βοηθός λογιστή, γ) ενώ δέχεται ότι γνωστοποίησε την προϋπηρεσία της στον εναγόμενο κατά την πρόσληψή της, στη συνέχεια, κατά τρόπο αντιφατικό, αναφέρει ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η ενάγουσα ήταν βοηθός λογιστή σε όλη την επαγγελματική της πορεία, διότι συζητούσαν για τις επιχειρήσεις, στις οποίες είχε εργασθεί στο παρελθόν, καθώς και για τα σεμινάρια λογιστικής που παρακολουθούσε, χωρίς να διευκρινίζει πότε παρακολουθούσε τέτοια σεμινάρια, και δ) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν απόφοιτος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του ΤΕΙ Σερρών από 20-6-1991, χωρίς να διαλαμβάνει καμία παραδοχή περί του είδους του τίτλου σπουδών της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος. Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει το σύνολο του πληττόμενου με την αναίρεση κεφαλαίου και δη αυτό της επιδίκασης στην πρώτη αναιρεσίβλητη των εκ μισθολογικών διαφορών αξιώσεών της (οι οποίες προσδιορίσθηκαν με συνυπολογισμό και της παραπάνω προϋπηρεσίας), παρέλκει η έρευνα των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 20, 19 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, καθώς και αυτού από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, οι οποίοι αναφέρονται στο πληττόμενο ως άνω κεφάλαιο.

6.Με το ν. 1876/1990 ρυθμίσθηκαν οι "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις" και συγκεκριμένα, με το άρθρο 3 παρ.1 περ. β' ορίσθηκε ότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας.

Με το άρθρο 8 παρ.2 προβλέφθηκε ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, πλην των εθνικών γενικών ΣΣΕ, δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Με το άρθρο 9 παρ.2 και 3 καθορίσθηκε ότι η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία, αλλά τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν αναδρομική ισχύ.

Με το άρθρο 11 παρ.2 και 3 (όπως η παρ.3 ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 37 παρ.7 ν. 4024/2011), εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Εργασίας να επεκτείνει με απόφασή του και να κηρύσσει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή του επαγγέλματος τη συλλογική σύμβαση εργασίας, η επέκτασή της όμως ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Υπουργού.

Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι είναι δυνατή η κήρυξη γενικώς υποχρεωτικής μίας συλλογικής σύμβασης εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα μέλη των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, που αφορούν στους εργοδότες και στους εργαζομένους του κλάδου ή του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 56/2012), πλην όμως η επέκτασή της ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και δεν ανατρέχει σε προγενέστερο χρονικό σημείο.

Για το προηγούμενο, όμως, της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ, που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από το χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011, ΑΠ 74/2009). Εξάλλου, σύμφωνα με την "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων" (ΑΚ 361), οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007).

Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει, για την παρεχόμενη εργασία, την αμοιβή που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων, που καταρτίζουν τη ΣΣΕ, ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός.

Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 874/2018, ΑΠ 692/2014).

7.Με το άρθρο 38 παρ.1 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010, ορίζεται ότι "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση).

Η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, που αφορά τη μερική απασχόληση, οπότε η συμφωνία ισχύει ως τέτοια για πλήρη απασχόληση.

Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, κατ' άρθρο 159 ΑΚ, και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται δε ακόμη και αν εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του νομίμου τύπου. Το τεκμήριο, περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 και τέθηκε για την προστασία του εργαζομένου, δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 426/2017, ΑΠ 202/2015).

Ο εργοδότης, όμως, μπορεί να ανταποδείξει ότι η σύμβαση εργασίας αφορά μερική και όχι πλήρη απασχόληση, γιατί το τεκμήριο που θεσπίζει η ανωτέρω διάταξη είναι μαχητό. Στο ελάχιστο περιεχόμενο της σχετικής γραπτής ατομικής σύμβασης, που αφορά μερική απασχόληση, ανήκει η ρύθμιση του χρόνου εργασίας, του τρόπου κατανομής της εργασίας και των περιόδων εργασίας, καθώς και η ρύθμιση της αμοιβής.

Ενώ η παροχή της εργασίας από τον μερικώς απασχολούμενο πρέπει να είναι συνεχόμενη και να γίνεται μία φορά την ημέρα (ΑΠ 261/2016).

8.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν, δέχθηκε, σε σχέση με το ζήτημα της σύμβασης εργασίας που λειτούργησε μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και του εναγομένου, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά:

Ότι η δεύτερη ενάγουσα, Σ. Μ. (ήδη 2η αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος διατηρεί βιοτεχνική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ανδρικών ενδυμάτων επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, την 3-9-2001, ως αποθηκάριος, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην πιο πάνω επιχείρηση, αμειβόμενη με το νόμιμο μισθό τον προβλεπόμενο από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοϋπαλλήλων στις επιχειρήσεις ιματισμού, πιλοποιίας, στρωματοποιίας και εφαπλωματοποιίας όλης της χώρας".

Ότι η δεύτερη ενάγουσα παντρεύτηκε την 28-6-2003, ο δε εναγόμενος τελούσε σε πλήρη γνώση ότι αυτή ήταν έγγαμη, καθόσον ο γάμος της τελέσθηκε ενόσω εργαζόταν στην επιχείρησή του. Ότι το ημερομίσθιο της εν λόγω ενάγουσας, με βάση τις από 15-5-2008 και 11-6-2009 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοϋπαλλήλων στις επιχειρήσεις ιματισμού, πιλοποιίας, στρωματοποιίας και εφαπλωματοποιίας όλης της χώρας", που κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές με τις ΥΑ 50484/2387/8-7-2008 (ΦΕΚ Β' 1412/17-7-2008) και ΥΑ 24086/1955/24-7-2009 (ΦΕΚ Β' 1591/4-8-2009), αντίστοιχα, ανερχόταν από 1-1-2009, λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας της (7 έτη συμπληρωμένα) και της οικογενειακής της κατάστασης (έγγαμη), στο ποσό των 37,72 ευρώ [βασικό ημερομίσθιο κλίμακας 6-9, 31,44 ευρώ + επίδομα τριετίας 3,14 ευρώ + επίδομα γάμου 3,14 ευρώ = 37,72 ευρώ], ενώ από 1-5-2009 ανερχόταν στο ποσό των 39,81 ευρώ [βασικό ημερομίσθιο κλίμακας 6-9, 33,17 ευρώ + επίδομα τριετίας 3,32 ευρώ + επίδομα γάμου 3,32 ευρώ = 39,81 ευρώ].

Ότι αντί του ως άνω ημερομισθίου ο εναγόμενος, από 1-1-2009 έως 30-4-2009, της κατέβαλε το ποσό των 38,89 ευρώ ημερησίως (972,24 ευρώ μηνιαίως/ 25 ημέρες το μήνα), βάσει του οποίου υπολογίσθηκε και το επίδομα εορτών Πάσχα και, ως εκ τούτου, για το ως άνω διάστημα ουδέν ποσό της οφείλει για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών και για διαφορά επιδόματος εορτών Πάσχα 2009.

Ότι για το διάστημα, όμως, από 1-5-2009 έως 15-10-2009, που ο εναγόμενος εξακολούθησε να την αμείβει με το ίδιο ημερομίσθιο των 38,89 ευρώ, αντί του νομίμου ημερομισθίου που ήταν υψηλότερο, πρέπει να της καταβάλει τη διαφορά που ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά: α) για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των 126,50 ευρώ [39,81 ευρώ (νόμιμο ημερομίσθιο) - 38,89 ευρώ (καταβληθέν ημερομίσθιο) = 0,92 ευρώ Χ 25 ημέρες = 23,00 ευρώ Χ 5,5 μήνες = 126,50 ευρώ], β) για διαφορά επιδόματος άδειας 2009 το ποσό των 31,41 ευρώ [39,81 ευρώ (νόμιμο ημερομίσθιο) Χ 13 = 517,53 ευρώ - 486,12 ευρώ που της κατέβαλε = 31,41 ευρώ] και γ) για διαφορά επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 256,36 ευρώ [39,81 ευρώ (νόμιμο ημερομίσθιο) Χ 25 = 995,25 ευρώ + 41,46 ευρώ (995,25 Χ 0,04166 για προσαύξηση αναλογίας επιδόματος άδειας = 41,46 ευρώ) = 1.036,71 ευρώ - 780,35 ευρώ που της κατέβαλε = 256,36 ευρώ], ήτοι ο εναγόμενος οφείλει συνολικά για διαφορές αποδοχών το ποσό των 414,27 ευρώ μικτά.

Ότι η δεύτερη ενάγουσα, από το γάμο της που τελέσθηκε την 28-6-2003, απέκτησε δύο δίδυμα τέκνα την 21-3-2010. Ότι τον Οκτώβριο του 2009 έλαβε την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια κύησης και μετά τη γέννηση των τέκνων της (21-3-2010) έλαβε άδεια τοκετού και ανατροφής αυτών. Ότι το Μάρτιο του 2011 εμφανίσθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντά της, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία της, επικαλούμενος ότι δεν είχε δουλειά για την ίδια, ενόψει του ότι στη θέση της είχε προσλάβει άλλο άτομο, την Α.

Β.. Ότι ο εναγόμενος, την 1-3-2012, κάλεσε τη δεύτερη ενάγουσα να επανέλθει στα εργασιακά της καθήκοντα, η οποία και ανέλαβε εργασία, πλην όμως, αν και την εμφάνιζε στα μισθολογικά και ασφαλιστικά στοιχεία της επιχείρησης, για το διάστημα από Μάρτιο του 2012 έως και τέλη Φεβρουαρίου του 2013, ως εργαζόμενη πλήρους απασχόλησης, η οποία, δήθεν, ελάμβανε τις αντίστοιχες αποδοχές, εντούτοις στην πραγματικότητα, επικαλούμενος οικονομική δυσχέρεια, την υποχρέωνε να εργάζεται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, αμειβόμενη ως μερικώς απασχολούμενη, χωρίς ωστόσο να έχει περιβληθεί η συμφωνία αυτή περί μερικής απασχόλησης τον απαιτούμενο, κατ' άρθρο 38 παρ.3 (το ορθό παρ.1) του ν. 1892/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010, επί ποινή ακυρότητας, έγγραφο τύπο.

Ότι, έτσι, η συνδέουσα τους διαδίκους εργασιακή σύμβαση, εφόσον δεν αποδεικνύεται εγγράφως συμφωνία για μερική απασχόληση με ανάλογη μείωση των αποδοχών της δεύτερης ενάγουσας, είναι σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης, με συνέπεια αυτή να δικαιούται όλες τις νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση.

Ότι, ως εκ τούτου, η εν λόγω ενάγουσα, για το χρονικό διάστημα από 1-3-2012 έως 28-2-2013 και λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με την από 6-12-2010 ΣΣΕ "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού γραφείων βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας ετών 2010-2011", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11345/691/2011, ο νόμιμος μισθός της με βάση την προϋπηρεσία της και την οικογενειακή της κατάσταση (έγγαμη) ανερχόταν στο ποσό των 1.136,23 ευρώ (1.032,94 ευρώ βασικός μισθός κλίμακας 10-12 ετών προϋπηρεσίας + 103,29 ευρώ επίδομα γάμου), δικαιούται τα ακόλουθα ποσά:

α) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των 6.817,44 ευρώ, ήτοι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές 1.136,23 ευρώ - 568,11 ευρώ οι καταβληθείσες αποδοχές = 568,12 ευρώ Χ 12 μήνες = 6.817,44 ευρώ μικτά και β) για διαφορά αναλογίας επιδόματος εορτών Πάσχα 2012, το ποσό των 4,94 ευρώ μικτά [1.136,23 Χ 1/2 = 568,12 Χ 7,625/15 (για 61 ημέρες εργασίας από 1-3-2012 έως 30-4-2012) = 288,79 + 12,03 (288,79 Χ 0,04166) = 300,83 ευρώ - 295,89 ευρώ που καταβλήθηκαν = 4,94 ευρώ] και συνολικά το ποσό των 6.822,38 ευρώ μικτά.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη δεύτερη ενάγουσα και επιδίκασε στην τελευταία, μεταξύ των άλλων, τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά των 414,27 ευρώ για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-5-2009 έως 15-10-2009, για διαφορά επιδόματος άδειας 2009 και για διαφορά επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2009, και 6.822,38 ευρώ για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-3-2012 έως 28-2-2013 και για διαφορά αναλογίας επιδόματος εορτών Πάσχα 2012 (με την πρωτόδικη απόφαση είχαν επιδικασθεί μεγαλύτερα ποσά για τις προαναφερόμενες αιτίες).

9.Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 15-5-2008 και 11-6-2009 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοϋπαλλήλων στις επιχειρήσεις ιματισμού, πιλοποιίας, στρωματοποιίας και εφαπλωματοποιίας όλης της χώρας", που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις ΥΑ 50484/2387/8-7-2008 (ΦΕΚ Β' 1412/17-7-2008) και ΥΑ 24086/1955/24-7-2009 (ΦΕΚ Β' 1591/4-8-2009), αντίστοιχα, λαμβάνοντας υπόψη τις νόμιμες αποδοχές που καθιερώνουν οι ανωτέρω ΣΣΕ από το χρόνο ισχύος της καθεμίας και όχι από τότε που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές.

Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν περιέχει παραδοχή ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ούτε παραδοχή ότι συμφωνήθηκε η εφαρμογή τους με την ατομική σύμβαση της δεύτερης ενάγουσας, ώστε αυτές να αποκτήσουν συμβατική δύναμη (ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η εν λόγω ενάγουσα επικαλέσθηκε ότι συμφωνήθηκε η εφαρμογή τους), παραβίασε τις ανωτέρω από 15-5-2008 και 11-6-2009 ΣΣΕ, οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές από 9-6-2008 και 24-6-2009, αντίστοιχα.

Ειδικότερα, για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-5-2009 έως 15-10-2009, εφάρμοσε την από 11-6-2009 ΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 24-6-2009, ενώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 έως 24-6-2009 τύγχανε εφαρμογής η προηγούμενη από 15-5-2008 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 9-6-2008, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη (με αριθμό 6), για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ, που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από το χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής.

Επομένως, ο εξεταζόμενος πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Με τον έκτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 1892/1990, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Με την ανωτέρω κρίση και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική νομική σκέψη (με αριθμό 7), το Εφετείο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προαναφέρθηκαν, διότι, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του (με αριθμό 8), καταρτίσθηκε πράγματι μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και του εναγομένου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

10.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, έστω και αν αποτελούν λόγους έφεσης, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 574/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμό του, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε εν τοις πράγμασι τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της πλήρους απασχόλησης σε σύμβαση μερικής απασχόλησης.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε με την εξής αιτιολογία: "Από την επισκόπηση, όμως, των πρακτικών της δίκης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν προκύπτει [...] ότι έγινε προφορική πρόταση του ισχυρισμού αυτού στο ακροατήριο.

Ο εκκαλών επικαλείται ως λόγο, που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού ενώπιον του εφετείου, την ομολογία της αντιδίκου του [...]. Από την επισκόπηση όμως της αγωγής και των προτάσεων της δεύτερης ενάγουσας, προκύπτει, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ότι αυτή δεν συνομολογεί τον ανωτέρω ισχυρισμό [...].

Αντίθετα, αυτή στην αγωγή αναφέρει ρητά, ότι ο εναγόμενος την υποχρέωνε παράνομα να εργάζεται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Εφόσον, συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ομολογία της ενάγουσας, ούτε κάποιος άλλος, εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, λόγος που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, πρέπει ο σχετικός έκτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος".

Επομένως, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και ο έκτος λόγος, κατά το ως άνω δεύτερο μέρος, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (έκτος) λόγος της αίτησης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.

γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισε και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία προέκυπτε από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ότι εργαζόταν και αμειβόταν με σύμβαση μερικής απασχόλησης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, δικαστική ομολογία αυτής ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό.

11.Στο άρθρο 2 παρ.5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012 ["Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας"] και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν".

Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-2-2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ.1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ.2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν [την] 14-2-2013".

Στην παρ.3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990". Στην παρ.4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία [της].

Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-2-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ, στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες της ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ.5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 174/2019, ΑΠ 876/2018, ΑΠ 1335/2018).

12.Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, βάσει της από 6-12-2010 ΣΣΕ "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού γραφείων βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας ετών 2010- 2011", στις διατάξεις της οποίας υπάγεται το προσωπικό γραφείων (γραμματείς, υπάλληλοι γραφείου, αποθηκάριοι, εισπράκτορες, κλητήρες), που απασχολείται στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11345/691/2011 και είχε διετή διάρκεια, ο νόμιμος μισθός της δεύτερης ενάγουσας, ανερχόταν από 3-9-2011 έως 28-2-2012, βάσει της προϋπηρεσίας της (δέκα ετών συμπληρωμένων) και της οικογενειακής της κατάστασης (έγγαμη), στο ποσό των 1.136,23 ευρώ [ήτοι 1.032,94 ευρώ βασικός μισθός κλίμακας 10-12 ετών προϋπηρεσίας + 103,29 ευρώ επίδομα γάμου]. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο υπολόγισε τις οφειλόμενες στην ενάγουσα διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-3-2012 έως 28-2-2013 με βάση το σύνολο των αποδοχών της, που προέβλεπαν οι ρυθμίσεις της ως άνω από 6-12-2010 ΣΣΕ, πριν τη λήξη της ισχύος αυτής την 31-12-2011, στο συνολικό ποσό των 6.822,38 ευρώ μικτά, το οποίο και επιδίκασε, όπως ειδικότερα αναφέρονται οι σχετικές με το κεφάλαιο αυτό παραδοχές στη σκέψη με αριθμό 8 της παρούσας.

13.Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι οι κανονιστικοί όροι της από 6-12-2010 ΣΣΕ "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού γραφείων βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας ετών 2010- 2011", που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27-1-2011, καταλαμβάνουν και την ένδικη σύμβαση εργασίας και εφάρμοσε αυτήν, αντί της από 11-6-2009 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοϋπαλλήλων στις επιχειρήσεις ιματισμού, πιλοποιίας, στρωματοποιίας και εφαπλωματοποιίας όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 24-6-2009 με την ΥΑ 24086/1955/24-7-2009, παρόλο που αυτή ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, παραβίασε τις κανονιστικές διατάξεις αυτών με την εφαρμογή της πρώτης και τη μη εφαρμογή της δεύτερης.

Περαιτέρω, κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το προβλεπόμενο από την ανωτέρω ΣΣΕ επίδομα γάμου μετά την 14-5-2012, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/28-02-2012, διότι από αυτές συνάγεται ότι, μετά την 14-5-2012, η μετενέργεια των ΣΣΕ περιορίστηκε στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά, με αποτέλεσμα να οφείλεται στην ενάγουσα, βάσει της ΣΣΕ που τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση (ήτοι της από 11-6-2009 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοϋπαλλήλων ιματισμού όλης της χώρας), μόνο ο βασικός μισθός και το επίδομα τριετίας, το οποίο εμπίπτει στην έννοια του διατηρούμενου επιδόματος ωρίμανσης.

Αντίθετα, το επίδομα γάμου, δεν μετενεργεί μετά την 14-5-2012. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το μέρος που αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με τον οποίο επισημαίνονται τα ως άνω σφάλματα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

14.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει α) κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή και επιδικάσθηκαν σε αυτή διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, διαφορές επιδομάτων εορτών και διαφορές επιδομάτων άδειας, και β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη μόνο στην έκταση που καθορίζεται με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης ως προς αυτήν και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 956/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 2188/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Απριλίου 2020.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Αυγούστου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ