Legislator Case Law & Legislation
1317/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and fact-finding scope.

Case Number 1317/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed against a Third Instance Court decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court committed a diagnostic error by misinterpreting a specific document used as evidence. The court rejected this claim, ruling that the appellate court's evaluation of evidence and factual findings falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: An appeal based on the alleged distortion of evidence or the scope of fact-finding is inadmissible as it constitutes a complaint about the evaluation of facts rather than a legal error subject to review.

Keywords

AI generated
appellate review scope evidence evaluation error fact finding scope inadmissible appeal diagnostic error claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 113 of Law 4055/2012

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1317 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1317/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Α. Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Μ. Α. του Π. ή Π., κατοίκου …., 2) Π. Σ., χήρας Π. ή Π. Α., κατοίκου …., 3) Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Κ. - Λ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 5) Κ. Κ. του Ο., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Σταυριανό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Σ., ο οποίος απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 9-9-2020 κλήση των καλούντων και κληρονομήθηκε από τους καθών η κλήση: α. Μ. χήρα Α. Γ., το γένος Κ. Γ., β. Σ. Γ. του Α., και γ. Μ. Γ. του Α., απάντων κατοίκων ….., 2) Σ. χήρας Ε. Δ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ….., 3) Μ. χήρας Β. Ν., το γένος Κ. Μ., κατοίκου …., 4) Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 5) Μ. Γ., χήρας Γ. Μ., κατοίκου ….. Οι 1η και 2ος καθών η κλήση και οι 2η, 3η, 4ος και 5η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Α. Κ., ενώ η 3η καθής η κλήση Μ. Γ. του Α., δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-5-2009 αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 268/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε την από 1-5-2009 αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, 248/2013 εν μέρει οριστική, που συνεκδίκασε την από 1-5-2009 αγωγή με την από 15-10-2009 αγωγή της ήδη πέμπτης αναιρεσιβλήτου, 49/2017 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 221/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-1-2019 αίτησή τους. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 9-9-2020 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων καθών η κλήση και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-9-2020 κλήση των αναιρεσειόντων-καλούντων εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου η από 14-1-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 221/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και κατά των καθών η κλήση, ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσιβλήτου Α. Γ. του Σ..

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περιπτ. α, 287, 291 παρ 1 και 2 και 292 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντα διαδίκου.

Συνεπώς, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που απεβίωσε, δεν νομιμοποιείται να προβεί στην γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, ο σχετικός ισχυρισμός του δε, απορρίπτεται, ως αλυσιτελής, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον. Ο ίδιος, όμως, διάδικος, δηλαδή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του, μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης η οποία έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή (θανάτου), θεωρώντας, ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης σε περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το δικαίωμα της αποποίησης.

Και αυτά ανεξάρτητα από το εάν, κατά την κρίση του επισπεύδοντος (προσκαλούντος), ο κληρονόμος του αρχικού αντιδίκου του έχει ή όχι συμφέρον να συνεχίσει τη δίκη, εφόσον γι` αυτό θα αποφανθεί το δικαστήριο, μετά από ακρόαση και του τελευταίου. Η πρόσκληση, εξ άλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 973/2017, 606/2015, 1420/2005).

Στην υπό κρίση περίπτωση, από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα : Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας συνεκδικάσθηκαν : α) η από 1-5-2009 αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και των εν συνεχεία αποβιωσάντων Μ.

Α. και Κ. χήρας Μ. Α. και β) η από 15-10-2009 αγωγή της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων κατά των αυτών εναγομένων, με τις οποίες οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν την εισπραχθείσα από αυτούς, χωρίς δικαίωμα, αποζημίωση από την συντελεσθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση των αντιστοίχως σ' αυτούς ανηκόντων ακινήτων, κατά τα αναλυτικώς σ' αυτές εκτιθέμενα.

Το Δικαστήριο με την 49/2017 απόφασή του έκανε δεκτές τις αγωγές εν μέρει. Επί της ασκηθείσης από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση αυτών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, της οποίας δικάσιμος προς συζήτηση ορίστηκε αρμοδίως η 11-5-2020, ματαιωθείσης δε της συζητήσεως λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, προσδιορίστηκε οίκοθεν για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 23-11-2020.

Διαρκούσης, όμως, της διαδικασίας, και πριν την αρχική δικάσιμο προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στο παρόν δικαστήριο, την 10-5-2020, απεβίωσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος την 23-12-2019 (βλ. την με αρ. πρωτ. 4476/14-7-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ...), ο οποίος κατέλειπε την από ... ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε και καταχωρήθηκε νόμιμα (...).

Κατά τον χρόνο του θανάτου του, ο ανωτέρω μόνους πλησιέστερους συγγενείς άφησε την πρώτη των καθών η κλήση, σύζυγό του και τους λοιπούς καθών, Σ. Γ. και Μ. Γ., τέκνα του (βλ. το με αρ. πρωτ. 936/13-1-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ως άνω Δήμου). Με την προαναφερθείσα διαθήκη του ο αποβιώσας όρισε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του την σύζυγό του, πρώτη των καθών η κλήση.

Μέχρι και την 3-2-2021 ουδείς εκ των ανωτέρω αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία, (... πιστοποιητικό του Γραμματέως του ...), έχει δε, κατά τα προεκτεθέντα, παρέλθει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης (άρθρ. 292 ΚΠολΔ και 1847 περ 1 εδ α`ΑΚ). Αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και κλήση για παράσταση κατά τη δικάσιμο της 23-11-2020, οι αναιρεσείοντες επέδωσαν μόνο στους δύο πρώτους κληρονόμους του αποβιώσαντος (βλ. 8162Ε/16-9-2020 και 8163Ε/16-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Ν.

Κ.). Ματαιωθείσης της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επέδωσαν και πάλι μόνο στους δύο πρώτους εκ των ανωτέρω κληρονόμων του αποβιώσαντος αντίγραφο της ανωτέρω αναφερομένης κλήσεως προς συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες επέσπευσαν την επανάληψη της δίκης και εμπρόθεσμα προσκάλεσαν προς τούτο τους ως άνω δύο πρώτους εκ των κληρονόμων του θανόντος, αρχικά πρώτου αναιρεσίβλητου, οι οποίοι παρέστησαν κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς να αντιλέγουν.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α` και γ` του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επομένως, η έλλειψη της πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.

ΑΠ 13/2008, ΑΠ 670/2020, 1446/2019). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση, από τη σειρά του οικείου πινακίου, της από 14/1/2019 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσίβλητη Μ. Γ. χήρα Γ. Μ. εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Α. Κ., η οποία δεν προσκόμισε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη αυτή να θεωρείται δικονομικά απούσα.

Από δε τις προσκομιζόμενες 2353Γ/10-3-2020 και 8180Ε/18-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Ν. Κ., προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της προκειμένης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο αρχικά της 11-5-2020 και, μετά από ματαίωση αυτής, για τη δικάσιμο της 23-11-2020, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στην αναιρεσίβλητη.

Ακολούθως ματαιωθείσης της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ορίστηκε νέα προς συζήτηση της αιτήσεως δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, δεν έχουν καλέσει με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο την αναιρεσίβλητη αυτή για να παραστεί κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, ούτε δε επικαλούνται τέτοια κλήση αυτής, συνεπώς, ως προς αυτή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, η τρίτη των καθών η κλήση, Μ. Γ. του Α., δεν εμφανίστηκε, ενόψει δε ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτή κλήθηκε με κάποιο νόμιμο τρόπο για τη δικάσιμο αυτή, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τέτοια κλήση αυτής, πρέπει και ως προς αυτήν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αναιρέσεως.

Ενόψει δε της υφισταμένης, μεταξύ αυτής και των ομοδίκων της (ως προς την πρώτη αγωγή) αναιρεσιβλήτων, απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, ενώ ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο πρέπει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως να προχωρήσει νομίμως. Επιπρόσθετα, η καταχωρηθείσα στις, μετά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσειόντων, δήλωση ότι παραιτούνται από την με ημερομηνία 9-9-2020 κλήση τους, ως προς την ανωτέρω τρίτη των καθών η κλήση, ουδεμία έννομη συνέπεια έχει, ως μη πληρούσα τις προυποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006 ΑΠ 319/2017).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 305/2020, 70/2019, 259/2019, 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος θεμελιώνεται στην διάταξη του αρθ. 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 983 και 1710 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1193, 1195, 1199 και 1846 ΑΚ. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι, " η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1170 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1193, 1195, 1199 και 1846 ΑΚ, αποδίδοντας στους δεύτερη , τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων δικαίωμα (συγ)κυριότητος επί ακινήτου διαφορετικού από αυτό που τους προσπορίζει ο τίτλος κυριότητας που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν [η με αριθμό 801/9-7-2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λάρισας Σ.

Α., νομίμως μεταγεγραμμένη]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ως άνω πράξης αποδοχής, οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων δεν αποδέχθηκαν δικαίωμα κυριότητος κτηθέν (από τον κληρονομούμενο) πρωτοτύπως, ήτοι ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου επί διακριτού τμήματος είκοσι πέντε (25) στρεμμάτων, αλλά δικαίωμα κυριότητος κτηθέν (από τον κληρονομούμενο) παραγώγως, ήτοι ποσοστό (3/4) επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου εκτάσεως πενήντα (50) στρεμμάτων, που είχε μεταβιβασθεί λόγω πωλήσεως στον δικαιοπάροχό τους, δυνάμει του με αριθμό 22736/1-12-1962 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.

Με την εσφαλμένη αυτή κρίση της η αναιρεσιβαλλομένη έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων της υπό στοιχείο α' αγωγής, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, και τους επιδίκασε αποζημίωση απαλλοτρίωσης μεγαλύτερη από αυτή που θα τους αναλογούσε, σε περίπτωση που η αγωγή τους ήταν βάσιμη και γινόταν δεκτή σύμφωνα με τον τίτλο κυριότητος που επικαλέστηκαν, δεδομένου ότι από την απαλλοτριωθείσα έκταση που περιλαμβάνεται στα πενήντα (50) στρέμματα, το μεγαλύτερο τμήμα της βρίσκεται στο αποσπασθέν, διακριτό τμήμα των είκοσι πέντε (25) στρεμμάτων.".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα τα ακόλουθα: ''... Περαιτέρω, δυνάμει του προσκομιζομένου με αριθμό ... πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Λάρισας Δ.

Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο Γ (3) και με αριθμό 324 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου, ο πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο α' αγωγής, Α. Γ. και ο ήδη αποβιώσας, Κ. Μ., δικαιοπάροχος των λοιπών εναγοντων της υπό στοιχείο α' αγωγής, απέκτησαν, ο πρώτος το 1/4 εξ αδιαιρέτου και ο δεύτερος τα 3/4 εξ αδιαιρέτου επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός χερσότοπου εκτάσεως, κατά τον τίτλο 50 στρεμμάτων, κείμενου εντός της κτηματικής περιφέρειας του χωρίου ...

της Ομωνύμου Κοινότητας του τέως ... στη θέση ..., οριζομένου, κατά το ως άνω συμβόλαιο, γύρωθεν και εν συνόλω, ανατολικώς με αγρό αδερφών Δ. Ζ., δυτικώς με ιδιοκτησία των ιδίων (πωλητών), βορείως με την Εθνική οδό ...- ...- ... και νοτίως με ακίνητο Γ. Σ. και Σ. Ν.. Στο ακίνητο αυτό είχε συμβληθεί ως πωλητής ο Α. Α. του Δ., που ενεργούσε αφενός μεν για τον εαυτό του και αφετέρου ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος της μητέρας του, Χ., χήρας Δ.

Α. και των αδερφών του, Φ. Α. του Δ., Γ. Α. του Δ. και Α. Α. του Δ., δυνάμει των εκεί μνημονευόμενων ειδικών πληρεξουσίων. Σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο, οι πωλητές απέκτησαν το ακίνητο αυτό, αιτία κληρονομικής διαδοχής, ήτοι ως εξ αδιαθέτου μοναδικοί κληρονόμοι του αποβιώσαντος, κατά το έτος 1944, συζύγου της Χ.

Α. και πατρός των λοιπών, Δ. Α., υιού του αρχικού ιδιοκτήτη Γ. Α. Σημειώνεται ότι το προαναφερθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο συντάχθηκε σε εκτέλεση του προσκομιζομένου με αριθμό ... προσυμφώνου του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Δ. Κ., που είχε υπογράφει μεταξύ των ιδίων αντισυμβαλλομένων και στο οποίο το αγροτεμάχιο περιγράφεται ως κείμενο εντός της κτηματικής περιφέρειας του χωριού ...

της ομωνύμου Κοινότητας του τέως ... εις θέσιν "..." οριζόμενο γύρωθεν εν συνόλω, ανατολικώς με αγρό αδερφών ..., Δυτικώς με υπόλοιπον ιδιοκτησίαν ..., βορείως με την νέαν Εθνικήν οδόν ...-... και νοτίως με χαράδραν. Από τα ως άνω δύο συμβολαιογραφικά έγγραφα, προκύπτει ότι το πωληθέν ιδανικό μερίδιο αφορούσε σε διαιρετό τμήμα του αρχικού ενιαίου ακινήτου, που βρισκόταν στη θέση "...", ότι οι πωλητές του, κατιόντες του συγκυρίου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, Δ.

Α., ήταν, επίσης, λόγω κληρονομικής διαδοχής, συγκύριοι του όλου ακινήτου σε ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου, κατά τα αναλογούντα στο εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο εκάστου ποσοστά και ότι, διά της πώλησης αυτού στον πρώτο ενάγοντα της υπό στοιχείο α' αγωγής Α. Γ. και στον Κ. Μ., απεκδύθηκαν των δικαιωμάτων τους στο 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του πωληθέντος διαιρετού τμήματος 50.000 τετραγωνικών μέτρων, κατά τον τίτλο, του όλου ακινήτου τους, εξακολουθούσαν, ωστόσο, κατά το χρόνο υπογραφής του συμβολαίου, να είναι συγκύριοι κατά το ίδιο συνολικά ποσοστό του λοιπού ομόρου ακινήτου (του ίδιου δηλαδή από το οποίο απεκόπη με την πώληση το διαιρετό αυτό τμήμα).

Επίσης, από την αναφορά στο με αριθμό ... προσύμφωνο, σε όμορο ακίνητο, ιδιοκτησίας Α., αλλά και από το γεγονός ότι οι προαναφερθέντες πωλητές μεταβίβασαν λόγω πώλησης, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, προκύπτει ότι υπήρχαν και έτεροι συγκύριοι αυτού, ήτοι οι κληρονόμοι του Π. Α., ετέρου υιού του Γ. ... και ότι δεν είχε γίνει διανομή του αρχικού ακινήτου, ιδιοκτησίας Γ.

Α., μεταξύ των κληρονόμων του, ούτε μεταξύ των κληρονόμων των κληρονόμων του, ούτε είχε ο καθένας από αυτούς λάβει διαιρετό τμήμα, διότι, διαφορετικά, θα αναγραφόταν με την ιδιοκτησία ποιού ... συνόρευε το επίδικο διαιρετό τμήμα. Σημειώνεται, επίσης, ότι και στα δύο αυτά συμβολαιογραφικά έγγραφα, το ακίνητο αναφέρεται ως χερσότοπος.

Επιπρόσθετα, αναφορικά με την προαναφερθείσα μεταβίβαση, πρέπει να γίνει και η ακόλουθη επισήμανση: Παρά το γεγονός ότι στο προμνησθέν πωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ρητώς ότι στον πρώτο ενάγοντα της υπό στοιχείο α' αγωγής Α. Γ. και στον Κ. Μ., μεταβιβάστηκε ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του διαιρετού τμήματος, εντούτοις οι τελευταίοι, από τη μεταγραφή του συμβολαίου, έλαβαν στη νομή και κατοχή τους διαιρετό τμήμα, που αντιστοιχούσε στο 50% του διαιρετού - αποκοπέντος από το όλο ακίνητο, εδαφικού τμήματος και μάλιστα εν γνώσει και με τη συναίνεση όχι μόνον των αντισυμβαλλομένων τους, αλλά και των λοιπών συγκυρίων- κληρονόμων του Γ. ..., Π.

Α. και ακολούθως των κληρονόμων αυτού, μεταξύ των οποίων και της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων (βλ. κατάθεση μάρτυρος εναγομένων, συζύγου της αρχικώς 2ης εναγομένης και τεχνικού συμβούλου Κ. Κ.). Πλέον ειδικότερα, αμέσως μετά την αγορά του ακινήτου εκ μέρους των Α. Γ. και Κ. Μ., οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν σε διαιρετό τμήμα του ακινήτου "...", ευρισκόμενο στο βόρειο μέρος του ανατολικά της Εθνικής οδού.

Οι Α. Γ. και Κ. Μ., οι οποίοι εκμεταλλεύονταν λατομείο στον Τύρναβο και εμπορεύονταν οικοδομικά υλικά, αγόρασαν το συγκεκριμένο διαιρετό τμήμα-χερσότοπο, προκειμένου να εξορύξουν, με μηχανικά μέσα, πέτρα και να την μεταφέρουν είτε στο ιδιόκτητο λατομείο τους στον Τύρναβο, είτε στο όμορο λατομείο, ιδιοκτησίας ..., ττροκειμένου να την επεξεργαστούν, διά της θραύσεως της σε σπαστήρες και, ακολούθως, να την πωλήσουν στο εργοστάσιο της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζαχάρεως, με την οποία είχαν εμπορική συνεργασία.

Το ως άνω εδαφικό τμήμα, του οποίου τη νομή παρέλαβαν, περιέφραξαν, εξάλλου, με πασσάλους και σύρματα (βλ. ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων εναγόντων α' αγωγής Δ. Π. και Ε. Δ.). Περαιτέρω, μίσθωσαν και το λατομείο, που βρισκόταν στο όμορο ακίνητο του Δ. ... (βλ. και την από 10-2-1966 απόδειξη εισπράξεως του Δ. ...), προκειμένου να σπάνε εκεί την πέτρα, όταν είχε μικρές διαστάσεις (οπότε έκαναν αυτή κροκάλα επιτόπου στο μισθωμένο λατομείο), ενώ σε περίπτωση, που η πέτρα, που εξορυσσόταν, ήταν χοντρή, την μετέφεραν στα μεγάλα τριβεία, που διατηρούσαν στον Τύρναβο, προκειμένου να την επεξεργαστούν κατάλληλα και ακολούθως να την παραδώσουν στο εργοστάσιο της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζαχάρεως.

Χρησιμοποιούσαν δε για την μεταφορά της ένα χωματόδρομο, που υπήρχε στη μία πλευρά του κτήματος και χώριζε αυτό από το κτήμα του Δ. .... Γι' αυτό επέλεξαν το συγκεκριμένο διαιρετό τμήμα, διότι αυτό εξυπηρετούσε τους σκοπούς της εμπορικής τους εκμετάλλευσης και βρισκόταν σε άμεση επαφή με το όμορο μισθωμένο λατομείο.

Εντός του ως άνω διαιρετού τμήματος, για μικρό χρονικό διάστημα και πιο συγκεκριμένα από το έτος 1978 και για τρία έτη, εγκατέστησαν και επιχείρηση παραγωγής ασβεστόλιθου, για τις ανάγκες δε της συγκεκριμένης δραστηριότητας κατασκεύασαν και μία ασβεστοκάμινο, στο πάνω αριστερό μέρος του τμήματος, η οποία, άλλωστε, εμφανιζόταν ως επικείμενο στα κτηματολογικά διαγράμματα της απαλλοτρίωσης και για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, καθορίστηκε κατ' αποκοπή αποζημίωση, ποσού 1.000,00 ευρώ.

Ωστόσο, η δραστηριότητα αυτή δεν ευοδώθηκε, λόγω ακαταλληλότητας του πετρώματος (βλ. ένορκη βεβαίωση Δ. Π.). Επιπλέον, σημειώνεται ότι, ενώ το βόρειο μέρος του διαιρετού τμήματος, στο οποίο εγκαταστάθηκαν οι Κ. Μ. και Α. Γ., ήταν πετρώδες, στο μέρος, που γειτνίαζε με την Εθνική οδό υπήρχε χώμα, οι δε νέοι ιδιοκτήτες του φύτεψαν, άγνωστο πότε, πάντως, μετά το έτος 1978, ήτοι μετά την εγκατάλειψη της παραγωγής ασβεστόλιθου, αμυγδαλιές (βλ.

ανωμοτί εξέταση 1ου ενάγοντος της α' αγωγής). Τα ανωτέρω προκύπτουν επί πλέον από τις από 19-10-2009 ένορκες καταθέσεις του Κ. Ν. και του Δ. Π. ενώπιον της Πταισματοδίκη Λάρισας και την ενώπιον της Α' Ανακρίτριας από 10-1-2012 ένορκη κατάθεση του τελευταίου μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε ρητά ότι εργαζόταν στο επίδικο τμήμα, αλλά και στις άλλες επιχειρήσεις των Κ.

Μ. και Α. Γ., ως συντηρητής μηχανημάτων, καταθέσεις οι οποίες δεν αντικρούσθηκαν επαρκώς με έτερο αποδεικτικό μέσο. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό (διαιρετό τμήμα), εμβαδού, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων της υπό στοιχείο α' αγωγής, 25.000 τετρ. μέτρων, ήταν περιφραγμένο για τουλάχιστον 20 έτη μετά την αγορά του και την εγκατάσταση των Κ.

Μ. και Α. Γ., ο δε Π. Π. Α., εγγονός του Π. Α., που ήταν γιος της αρχικώς πρώτης εναγομένης, αδερφός της αρχικώς δεύτερης, πατέρας του τρίτου και σύζυγος της τέταρτης των εναγομένων και συνιδιοκτήτης τότε του ετέρου 1/2 εξ αδιαιρέτου του κτήματος των, κατά τον τίτλο, 50.000 μ2, μαζί με την μητέρα του και την αδερφή του, αρχικώς πρώτης και δεύτερης των εναγόμενων, συνεργαζόταν μαζί τους, έπαιρνε και ο ίδιος ασβέστη από αυτούς, γνωρίζοντας τα δικαιώματα των Κ.

Μ. και Α. Γ. και την εκ μέρους τους άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού και μέχρι θάνατό του, κατά το έτος 1996, ουδέποτε ενόχλησε τους Κ. Μ. και Α. Γ., ούτε προέβαλε ιδιοκτησιακά δικαιώματα στο επίδικο αυτό τμήμα, όπως άλλωστε ουδέποτε προέβαλαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στο επίδικο ακίνητο και οι λοιποί εναγόμενοι.

Συνακόλουθα, οι Κ. Μ. και Α. Γ., ασκώντας υπερεικοσαετή νομή με διάνοια αποκλειστικών συγκυριών στο συγκεκριμένο διαιρετό τμήμα του ακινήτου της αρχικής ιδιοκτησίας της οικογένειας Α., κατέστησαν συγκύριοι αυτού, ο μεν Α. Γ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και κατά το λοιπό εκ 3/4 εξ αδιαιρέτου ο Κ. Μ., με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω, το έτος 1998 απεβίωσε ο Κ. Μ. και το μερίδιό του στο ακίνητο αυτό περιήλθε στη σύζυγό του, Α. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και το υπόλοιπο στα παιδιά του Σ. Δ., Μ. Ν. και Δ. Μ., δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων της υπό στοιχείο α' αγωγής, σε έκαστο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ μετά το θάνατο της μητέρας τους, οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτος των εναγόντων κληρονόμησαν αυτή, κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής (1813§§ 1 και 3 ΑΚ) και έκαστος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει δε της με αριθμό 801/9-7-2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λάρισας Σ.

Α., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Κατέστησαν έτσι, συγκύριοι του προαναφερθέντος διαιρετού τμήματος, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους και μάλιστα αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου τους, Κ. Μ.. Το γεγονός δε ότι στην παραπάνω πράξη αποδοχής αναφέρεται ότι αποδέχονται όχι διαιρετό τμήμα αλλά ποσοστό εκ 3/4 εξ αδιαιρέτου επί εκτάσεως 50.000 τμ, δεν ασκεί επιρροή, αφού το διαιρετό τμήμα των 25.000 τμ περιλαμβάνεται στο μείζον τμήμα των 50.000 τμ.''.

Ο προεκτεθείς λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, α) ανεξαρτήτως του ότι είναι αόριστος, δοθέντος ότι για την πληρότητά του δεν εκτίθενται οι πλήρεις παραδοχές της αναιρεσιβαλομένης, υπό τις οποίες κατά την άποψη των αναιρεσειόντων συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση, αλλά παρατίθεται επιλεκτικά απόσπασμα του αποδεικτικού πορίσματος αυτής σχετικά με το δικαίωμα των δεύτερης, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, β) είναι απαράδεκτος, καθότι, από το σύνολο των εκτίθεμένων στο αναιρετήριο για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1710 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1193, 1195, 1199 και 1846 ΑΚ.

Επομένως, όσα αντίθετα ισχυρίζεται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του KΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι προλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ` ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου (ΑΠ 194/2005).

Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του KΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος. (ΑΠ 1167/2019, 1544/2017, 1414/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο που την εξέδωσε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου σ` αυτόν αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό 801/9-7-2008 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Λάρισας Σ. Α., αποδίδοντας στο εν λόγω έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, ακολούθως δε, στηρίζοντας την κρίση του, αποκλειστικά άλλως κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο αυτό κατά τον τρόπο που παραμορφώθηκε, κατέληξε στο επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες πόρισμα ότι " Το γεγονός ότι στην παραπάνω πράξη αποδοχής αναφέρεται ότι αποδέχονται όχι διαιρετό τμήμα αλλά ποσοστό εκ 3/4 εξ αδιαιρέτου επί εκτάσεως 50.000 τ.μ.

δεν ασκεί επιρροή, αφού το διαιρετό τμήμα των 25.000 τ.μ. περιλαμβάνεται στο μείζον τμήμα των 50.000 τ.μ.". Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αληθές περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο το Εφετείο αξιολογεί ειδικά, δηλαδή, δεν αποδίδεται λάθος κατά την ανάγνωση του, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, με βάση το οποίο το Εφετείο σχημάτισε το δικανικό του πόρισμα ,το οποίο είναι αντίθετο από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό.

Συνεπώς οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν αφορούν εσφαλμένη ανάγνωση και διαφορετική νοηματική απόδοση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά υπό την επίφαση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (αρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση όμως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο ,όπως ρητά βεβαιώνει στις σελίδες 19 έως 21 της απόφασης του για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης στηρίχτηκε στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, και την ανωμοτί εξέταση του πρώτου ενάγοντος, οι οποίες εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση και την με αριθμό 248/2013 συνεκκαλουμένη απόφαση και πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των διαδίκων, την από 9-4-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Βασιλείου Μίχου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση, μεταξύ των οποίων και αυτά της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας, τα οποία αφού συνεκτίμησε κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και συνεπώς το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου, όπως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες παραμορφώθηκε, με συνέπεια και για τον λόγο αυτό να μην ιδρύεται η πλημμέλεια της παραμόρφωσης εγγράφου.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπ` όψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπ` όψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340και 346 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ` όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ( ΑΠ 1120/2018).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθησαν υπ` όψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η αντιφατικότητα του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων ότι "κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι του διακριτού αποκοπέντος (από την ενιαία έκταση των 50 στρεμμάτων) τμήματος των είκοσι πέντε (25) στρεμμάτων.....προς όσα οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν και συνομολόγησαν σε προγενέστερες δηλώσεις και δικόγραφα.." και ειδικότερα, δεν ελήφθησαν υπόψη α) η από 2-2-2009 εξώδικη όχληση-δήλωση-καταγγελία-πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων, β) το δικόγραφο της από 20-7-2008 με αρ.

κατάθεσης 623/2008 αγωγής τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, γ) το δικόγραφο των προτάσεων με ημερομηνία 12-11-2008, καθώς και την από 18-11-2008 προσθήκη αυτών, που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως και δ) την με αρ. καταθέσεως 491/24-5-1983 αγωγή διανομής των ιδίων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παραδεκτώς επισκοπείται, και το σύνολο του αιτιολογικού της, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν προσέδωσε στα ανωτέρω έγγραφα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και ότι η εκτίμηση τούτων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ` όσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.ΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή ,στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Για να είναι, δε, ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή ότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 860/2018).

Επίσης, πρέπει ν` αναφέρονται ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), καθώς επίσης και οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, χωρίς να αρκούν οι περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος "αποσπασματικές" και όχι "πλήρεις" παραδοχές (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 739/2011).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 81/2020, 319/2017).

Με τους τέταρτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι: Α) 1) οι εκτιθέμενες στο αναιρετήριο παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς το συνολικό εμβαδόν του κτήματος της "...", είναι όλως αντιφατικές, αφού το τοπογραφικό διάγραμμα Ρούσση, που κατά την αναιρεσιβαλλομένη αποδίδει "το πραγματικό εμβαδόν, την έκταση και τα όρια του κτήματος" προσδιορίζει την επιφάνεια της οριοθετούμενης έκτασης σε εκατόν πενήντα τρία (153) στρέμματα, ενώ κατά την αναιρεσιβαλλομένη "η συνολική έκταση δεν ήταν 250 ή 240 στρέμματα, αλλά 100 στρέμματα".

Ακόμη, η αποδοχή από την αναιρεσιβαλλομένη του πορίσματος του πραγματογνώμονα Β. Μ., κατά το οποίο "το διαιρετό τμήμα του αρχικού ακινήτου, το οποίο μεταβιβάστηκε σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του με αριθμό 22736/1-12-1966 συμβολαιογραφικού εγγράφου....στους Κ. Μ. και Α. Γ., ήταν μόνο 31,3 στρέμματα και όχι 50 στρέμματα, όπως αναγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο....", υπονομεύεται και αμφισβητείται από τους ίδιους τους αναιρεσιβλήτους, 2) σχετικά με το ακριβές σημείο της εγκατάστασης των αναιρεσιβλήτων, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, κατά την οποία, άλλοτε μεν ο οφειοειδής χωματόδρομος αποτελούσε το φυσικό όριο του κτήματος "...", άλλοτε δε ότι η επίμαχη έκταση εκτείνεται ένθεν και ένθεν του οφειοειδούς χωματόδρομου, είναι αντιφατική και καταρρίπτεται από τα συμπεράσματα της πραγματογνωμοσύνης, την οποία η ίδια η αναιρεσιβαλλομένη αποδέχθηκε.

Β) ενώ η αναιρεσιβαλλομένη παρέλειψε να προσδιορίσει το εμβαδόν των δύο αυτοτελών τμημάτων που προέκυψαν από την άτυπη διανομή των συγκυρίων και σύμφωνα με την προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως με αριθμό πρωτοκόλλου 1011/30-9-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τοπογραφικό σχέδιο που τη συνοδεύει, του πραγματογνώμονα Δ.

Φ. του Μ., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, που διορίστηκε με αίτηση της δικαιοπαρόχου των Κ. Α.. από το τμήμα Δυτικής Κρήτης του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, το εμβαδόν του αυτοτελούς τμήματος, απαλλοτριωθέντος και μη απαλλοτριωθέντος, στο οποίο σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλομένη, εγκαταστάθηκε η πλευρά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων είναι 16.538 τ.μ., ενώ το εμβαδόν του διαιρετού, αυτοτελούς τμήματος, στο οποίο εγκαταστάθηκε η δική μας πλευρά είναι 14.230 τ.μ., η αναιρεσιμβαλλομένη εσφαλμένα και αντιφατικά αποδίδει στους τέσσερεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων, από την απαλλοτριωθείσα έκταση, μείζονα κατά δύο και πλέον στέμματα έκταση από την αποδοθείσα στους ιδίους.

Οι λόγοι όμως αυτοί, κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξαν, κατά το δοκούν, οι αναιρεσείοντες, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.

Εκτός τούτων, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, δεν αναφέρονται, για το ορισμένο τους οι συγκεκριμένοι κανόνες δικαίου, που φέρονται, από τους αναιρεσείοντες, ως παραβιασθέντες και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν κατά την εφαρμογή τους υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών, αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγος είναι απαράδεκτοι διότι, υπό το πρόσχημα της θεμελίωσής τους στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι δε αναφερόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις αφορούν σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα και δεν αποτελούν "ζητήματα", με την έννοια του εν λόγω άρθρου και συνεπώς δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠοΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του αρθρ. 559 KΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη, από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση, που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το αρθρ. 340 KΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά.

Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 451/2014, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 1417/2009). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1454/2017, ΑΠ- 700/2009, ΑΠ 949/2008).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559 KΠολΔ,για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 KΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ`αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ`αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο αποδεικτικό του πόρισμα ή όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ2/2008, ΑΠ 580/2019).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενοι, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή τήν ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 194/2005).

Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του επικαλούμενου από τους αναιρεσείοντες, αποδεικτικού μέσου της με αρ. πρωτ. 4165/10-10-2013 Βεβαίωσης της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων σχετικά με την ασβεστοκάμινο που εντοπίζεται στην επίδικη έκταση και από το οποίο προέκυπτε ότι αυτή είχε κατασκευαστεί σε χρόνο μεγαλύτερο των πενήντα ετών από την φερόμενη από τους αναιρεσιβλήτους, ως φερόμενη χρονολογία κατασκευής, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος καθόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο και ποιά αποδόθηκε σ` αυτό από το Εφετείο (ΑΠ 700/2009, ΑΠ 1592/2008, ΑΠ 949/2008).

Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι περιέχει και αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 KΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, κατά λέξη παρατιθέμενο, το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχουν ανωτέρω αναφερθεί, το Εφετείο, για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, έχει συνεκτιμήσει τούτο μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει αυτό αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Από το γεγονός όμως ότι το πόρισμα του Εφετείου είναι διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 20 KΠολΔ, αλλά πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012), και γ) να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9-9-2020 κλήσης προς συζήτηση της από 14-1-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 221/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς την τρίτη των καθών η κλήση, Μ. Γ. του Α..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-1-2019 αίτησης αναίρεσης ως προς την αναιρεσίβλητη Μ. Γ. χήρα Γ. Μ..

Δικάζει ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους την από 14-1-2019 αίτηση αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 14-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 221/2018 απόφασης του Τριμελους Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ