Legislator Case Law & Legislation
1309/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that failure to pay court fees does not justify appeal regarding personal arrest duration.

Case Number 1309/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the duration of his personal arrest. The appellant argued the arrest was disproportionate and violated legal requirements, but the court found no specific grounds for review. Since the appeal did not challenge the arrest's length but merely claimed financial hardship, the court ruled the appeal inadmissible under procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7 §§ 1 and 2 of Law 1544/1942; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Failure to pay court fees results in default judgment but does not create grounds for appeal unless the defendant was tried in absentia; appeals regarding personal arrest duration require specific challenges to length or proportionality, not general claims of financial inability.

Keywords

AI generated
personal arrest duration proportionality principle court fees default procedural inadmissibility Code of Civil Procedure executive measure financial hardship

Cited Legislation

AI generated
Articles 7 §§ 1 and 2 of Law 1544/1942
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of Law 2462/1997
Article 2 and 25 of the Constitution
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1309 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1309/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου- Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Ζ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λεμονιά Ζουπούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "... A.E.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Σκαλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15109/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1748/2019 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 §§ 1 και 2 του Ν.Δ. 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλόμενου κατά τα άρθρα 2 και 3 του Ν. ΓΠΟΗ'/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, η περί του οποίου διάταξη, σημειωτέον, δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ 491/2015, ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1320/2010), δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και η αγωγή απορρίπτεται κατ' ουσίαν και γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά κατ' αντιμωλία (ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 116/2016, ΑΠ 491/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 15109/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατά ένα μέρος την καταψηφιστική εξ αδικοπραξίας αγωγή της αναιρεσίβλητης με μνεία περί αναστολής της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου δυνάμει της 2110/29-9-2015 σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης.

Στη συνέχεια, το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 1748/2019 απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ερεύνησε εκ νέου την αγωγή με την επισήμανση ότι κατά τον συγκεκριμένο χρόνο το τέλος δικαστικού ενσήμου είχε καταβληθεί και τη δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ 1544/1942 γιατί " δέχθηκε την αγωγή παρότι η αναιρεσίβλητη δεν κατέβαλε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου", είναι απαράδεκτος, καθόσον αφορά μεν την εκ του αρ. 1 πλημμέλεια, διότι αναφέρεται σε παραβίαση κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, καθόσον δε ερείδεται στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ γιατί, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται απαράδεκτο της αγωγής, επί μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 204/2014, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 181/2013, ΑΠ 2365/2009).

Περαιτέρω, ως "αίτηση", στην οποία το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε μορφή, και η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν το λόγο αυτόν μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 708/2008). Στις τελευταίες αυτές αιτήσεις περιλαμβάνεται και το κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ. αίτημα αναβολής μέχρι πέρατος της ποινικής δίκης (ΑΠ 649/2009) αλλά και το κατά το άρθρο 241 παρ. 1ΚΠολΔ αίτημα αναβολής για σπουδαίο λόγο (ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1293/1993), εφόσον από το περιεχόμενο αμφοτέρων των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι το δικαστήριο αποφαίνεται χωρίς καμία δέσμευση για την παραδοχή ή μη των εν λόγω αιτήσεων.

Επομένως, οι δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση και όχι από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου) με την αιτίαση ότι απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος: α) για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη για πλαστογραφία, υπεξαίρεση, απάτη, κλοπή, παράβαση του ν.1599/1986, παραβίαση εταιρικού απορρήτου και απάτη με υπολογιστή με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα και β) για αναβολή της συζήτησης για σπουδαίο λόγο με την επίκληση "αδυναμίας προετοιμασίας του συνηγόρου του λόγω όψιμης ανάληψης των σχετικών καθηκόντων αλλά και της εκκρεμότητας συναφούς ποινικής διαδικασίας", είναι απαράδεκτοι διότι οι ως άνω διαδικαστικές πράξεις εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (AΠ 522/2012, AΠ 2301/2009).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης για αποζημίωση, που περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος (άρθρο 298 εδ. α' ΑΚ), είναι: 1) η ύπαρξη ζημίας, 2) η ζημία να προξενήθηκε παράνομα από τον δράστη, 3) ο τελευταίος να είναι υπαίτιος από δόλο ή από αμέλεια, 4) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου δράστη να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του και 5) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψής του και της ζημίας, δηλαδή η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου να ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, ικανή, κατά η συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1979/2017, ΑΠ 493/2015).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης. (ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1662/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:: "...Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία (αναιρεσίβλητη) εδρεύει στη …... εκπροσωπείται ...από την Ε. Κ...μέτοχό της κατά 97,56% ...και τον σύζυγό της Α.

Κ....κατά 2,44%...Πρόκειται ...από άποψη μετοχικής συνθέσεως για μια καθαρά οικογενειακή επιχείρηση. Τον Απρίλιο του έτους 2010, η ενάγουσα προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον εναγόμενο Μ. Ζ. (αναιρεσείοντα) ως βοηθό στο λογιστήριο της με μηνιαίο μισθό 1301,48 ευρώ πλέον των νομίμων προσαυξήσεων.

Αντικείμενο της εργασίας του ...ήταν μεταξύ άλλων η τήρηση των λογιστικών βιβλίων της ενάγουσας, η προετοιμασία και έκδοση παραστατικών (δελτίων αποστολής, τιμολογίων, αποδείξεων κλπ), η διεκπεραίωση εργασιών που σχετίζονταν με τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, εφορίες κ.λπ, η ταμειακή διαχείριση (είσπραξη λογαριασμών και εξόφληση οφειλών), η καταχώριση των παραστατικών πληρωμής και εισπράξεως, η προετοιμασία επιταγών εκδόσεως τα εταιρείας προς εξόφληση οφειλών της σε προμηθευτές και λοιπούς συνεργάτες, η υπογραφή των οποίων γινόταν είτε από την Ε.

Κ. είτε από τον Α. Κ., η είσπραξη των επιταγών και η κατάθεση των ποσών αυτών στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, η συμπλήρωση των προβλεπομένων εντύπων για διάφορες υπηρεσίες, η συστηματοποίηση των οικονομικών στοιχείων για την προετοιμασία των ετησίων οικονομικών καταστάσεων (ισολογισμών) και γενικότερα η ταμειακή διαχείριση της εταιρείας.

Ο εναγόμενος τελούσε υπό την εποπτεία του λογιστή Κ. Μ., διαχειριστή της ΕΕ με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" με την οποία η ενάγουσα είχε καταρτίσει σύμβαση έργου με αντικείμενο την γενική επίβλεψη της λειτουργίας των στοιχείων του λογιστηρίου της εταιρείας. Η παραπάνω εργασιακή σχέση του εναγόμενου με την ενάγουσα διεκόπη με υπαιτιότητα του εναγόμενου την 3-9-2012 όταν αυτός δεν επέστρεψε στην εταιρεία μετά την καλοκαιρινή άδεια που είχε λάβει και η τελευταία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση.

Τον Ιούλιο του έτους 2012 η ενάγουσα έδωσε εντολή στον ορκωτό ελεγκτή - λογιστή Γ. Β....ο οποίος είχε διενεργήσει και τον ετήσιο τακτικό έλεγχο για το έτος 2011 να προβεί σε έλεγχο για την έκδοση φορολογικού πιστοποιητικού. Στο πλαίσιο του δειγματοληπτικού ελέγχου βάσει ελεγκτικού προγράμματος, ο οποίος επεκτάθηκε σε όλα τα αντικείμενα ο ορκωτός λογιστής ζητούσε από τον εναγόμενο να του δώσει διάφορα παραστατικά τα οποία αυτός (εναγόμενος) καθυστερούσε να τα δώσει.

Με την πρόοδο του ελέγχου ο ανωτέρω ορκωτός ελεγκτής διαπίστωσε ότι οι εγγραφές που γίνονταν στην εμπορική διαχείριση διέφεραν από τις εγγραφές που γίνονταν στη γενική λογιστική με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα έξοδα και οι υποχρεώσεις στη γενική λογιστική με το ύψος της διαφοράς του ποσού μεταξύ της εμπορικής διαχείρισης και της γενικής λογιστικής.

Δηλαδή στην εμπορική διαχείριση καταχωρούνταν το ποσό που αναφερόταν πράγματι στο τιμολόγιο, ενώ όταν μεταφερόταν στη γενική λογιστική άλλαζε το ποσό και καταχωρούνταν αυξημένο. Με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα εταιρεία εμφάνιζε αυξημένες δαπάνες και μειωμένα κέρδη και κατά συνέπεια φορολογούνταν για λιγότερα κέρδη και επί πλέον συμψήφιζε τον ΦΠΑ, λόγοι οι οποίοι οδήγησαν τον ορκωτό ελεγκτή να εκδώσει το φορολογικό πιστοποιητικό με αρνητική γνώμη. ..Κατόπιν διεξοδικών ελέγχων που ενήργησε η ενάγουσα διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος έχοντας πρόσβαση στα μπλόκ επιταγών της, εξέδιδε επιταγές με εκδότρια την ενάγουσα, πλαστογραφώντας την υπογραφή της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου Ε.

Κ. και θέτοντας τη σφραγίδα της εταιρείας. Τις επιταγές... εξέδιδε είτε εις διαταγή της ενάγουσας, τις οποίες στη συνέχεια τις οπισθογραφούσε και τις εισέπραττε ο ίδιος είτε απευθείας εις διαταγή του ιδίου. .. Από τον έλεγχο που διενήργησε η ενάγουσα μετά τις διαπιστώσεις του προαναφερόμενου ορκωτού ελεγκτή περί λογιστικών ατασθαλιών προέκυψε ότι ο εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 μέχρι και την 4-3-2013 σε αδιευκρίνιστες ημερομηνίες πλαστογράφησε τις ακόλουθες τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της ενάγουσας εταιρείας συμπληρώνοντας όλα τα στοιχεία τους θέτοντας χωρίς δικαίωμα και χωρίς συναίνεση και έγκριση τη σφραγίδα της εταιρείας και πλαστή υπογραφή στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας Ε.

Κ., καθώς και ημερομηνία εκδόσεως, τόπο εκδόσεως και ποσό σε κάθε επιταγή και εκδίδοντας τις εν λόγω επιταγές άλλοτε εις διαταγή της ενάγουσας με πλαστή οπισθογράφηση προς τον εαυτό του και άλλοτε εις διαταγή του ιδίου... (παρατίθενται αναλυτικά τα στοιχεία των 34 επιταγών που πλαστογραφήθηκαν και των 3 επιταγών των οποίων τα στοιχεία νόθευσε κατ' αριθμό, χρόνο έκδοσης, ποσό , ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος που έλαβε χώρα η αντίστοιχη πράξη , ο χρόνος εμφάνισης και είσπραξης του ποσού στην πληρώτρια τράπεζα)...Κατά την εμφάνιση των παραπάνω επιταγών στις πληρώτριες τράπεζες ο εναγόμενος παρίστανε κάθε φορά ψευδώς στους υπαλλήλους της εκάστοτε αρμόδιας τράπεζας ότι η επιταγή που κάθε φορά προσκόμιζε ενώπιόν τους ήταν γνήσια, ότι ο ίδιος είναι νόμιμος κομιστής και ενεργεί με την ιδιότητα του λογιστή της ενάγουσας, ιδιότητα την οποία αυτοί (υπάλληλοι) γνώριζαν από προηγούμενες συναλλαγές και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις τους έπειθε να προβούν στην πληρωμή της επιταγής που προσκόμιζε κάθε φορά και να του παραδίδουν το χρηματικό ποσό που ενσωμάτωνε η κάθε μία επιταγή.

Με τον τρόπο αυτό εμφάνισε ο εναγόμενος όλες τις προαναφερθείσες επιταγές και με τις ίδιες κάθε φορά ψευδείς παραστάσεις έπεισε τους υπαλλήλους της εκάστοτε πληρώτριας τράπεζας να πληρώσουν αυτές. Δια της εισπράξεως των ως άνω επιταγών ο εναγόμενος προσπόρισε στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 517.621,58 ευρώ με αντίστοιχη ισόποση ζημία της ενάγουσας εταιρείας.

Το εν λόγω ποσό το χρησιμοποίησε για τη διευκόλυνση της διαβιώσεώς του και τις καθημερινές βιοτικές του ανάγκες μέσω εγχρήματων συναλλαγών του με άλλα πρόσωπα εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτό προήλθε από την ως άνω παράνομη δραστηριότητά του, ενώ μέρος του ποσού αυτού το δαπάνησε για τη συμμετοχή του σε τυχερά παίγνια.

Ο εναγόμενος, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η ως άνω παράνομη δράση του δεν καταχωρούσε τις περισσότερες από τις προαναφερθείσες επιταγές στα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας με αποτέλεσμα οποιοσδήποτε επιχειρούσε έλεγχο να μην μπορεί να διασταυρώσει τα ποσά των επιταγών που εξοφλούνταν με τις κινήσεις στους αντίστοιχους λογαριασμούς και τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης δηλαδή τα αναλυτικά καθολικά.

Προκειμένου δε να παραπλανηθεί ο έλεγχος για όσες κινήσεις επιταγών δεν εμφανίζονταν στα λογιστικά βιβλία προέβαινε σε πλασματικές καταχωρήσεις καθώς και σε νόθευση προηγούμενων λογιστικών εγγραφών και με τον τρόπο αυτό τα υπόλοιπα των λογαριασμών όπως εμφανίζονταν στα αναλυτικά καθολικά των βιβλίων της ενάγουσας συμφωνούσαν με τα αντίγραφα των λογαριασμών της τράπεζας.

Επίσης αλλοίωνε τα υπόλοιπα των προμηθευτών με δαπάνες οι οποίες είχαν σκοπίμως αλλοιωθεί συγκριτικά με τα πραγματικά υπόλοιπα. Η αλλοίωση αυτή γινόταν προκειμένου τα υπόλοιπα των προμηθευτών να εμφανίζονται κατά πολύ μεγαλύτερα ώστε να τεκμηριώνεται η έκδοση των προαναφερομένων επιταγών. Οι όλως αορίστως προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του εναγόμενου ότι "από το σύνολο των χρημάτων που εισέπραξε από τις τράπεζες από τις παραπάνω επιταγές το μεγαλύτερο μέρος το έδωσε χέρι με χέρι στην Ε.

Κ. με εντολή της οποίας όπως επικαλείται συμπλήρωσε κάποιες επιταγές, ένα μέρος το κατέθεσε κατ' εντολή της σε ατομικό λογαριασμό της στην τράπεζα Πειραιώς και ένα άλλο μέρος το διέθεσε κατόπιν εντολής της για την αποπληρωμή ατομικών της εξόδων,...ο δικαιολογητικός λόγος που του έδινε τις παραπάνω εντολές σχετιζόταν με την απόκρυψη εσόδων της εταιρείας, πληρωμή ατομικών της υποχρεώσεων και φοροδιαφυγή...

η δε Ε. Κ. έστησε ένα σενάριο για να τον ενοχοποιήσει και να δικαιολογήσει τις φορολογικές και οικονομικές ατασθαλίες της ίδιας και της εταιρείας της... ελέγχονται ως προσχηματικοί και αβάσιμοι και δεν επιρρωνύονται από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου. Η Ε. Κ. ήταν μέτοχος της εταιρείας με ποσοστό 97.56% (το υπόλοιπο 2,44% ανήκε στο σύζυγό της) και συνακόλουθα δεν υπήρχε κανείς από τον οποίο να ήθελε να αποκρύψει τις όποιες εισπράξεις από τους λογαριασμούς της εταιρείας, η δε βλάβη που προκαλούνταν από τις ενέργειες του εναγόμενου ήταν βλάβη της ιδίας.

Πέραν αυτού αν ήθελε να φοροδιαφύγει είναι βέβαιο ότι δεν θα συνεργαζόταν για το σκοπό αυτό με έναν υπάλληλο τον οποίον είχε προσλάβει λίγους μήνες πριν. Το γεγονός δε ότι δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως η εγκληματική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει ο εναγόμενος οφείλεται στα ιδιαίτερα τεχνάσματα με τα οποία αλλοίωνε την οικονομική-λογιστική εικόνα της ενάγουσας εταιρείας...

Αβάσιμος επίσης είναι και ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι οι κινήσεις που εμφανίζονται στους τραπεζικούς του λογαριασμούς είναι αποκλειστικά προϊόν των προσωρινών του κερδών από εταιρείες στοιχημάτων και ουδεμία σχέση έχουν με τις επίδικες επιταγές... Οι επίδικες καταθέσεις στους τραπεζικούς του λογαριασμούς ...είναι μέρος των χρηματικών ποσών που εισέπραξε από την πληρωμή των πλαστογραφημένων...

επιταγών , ουδεμία σχέση έχουν με τα επικαλούμενα από τον ίδιο κέρδη από τη συμμετοχή του σε τυχερά παίγνια...Οι καταθέσεις στον τραπεζικό του λογαριασμό (στο επίδικο χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 ως και τον Ιούλιο του έτους 2012 ) στην τράπεζα ... από τις εταιρείες στοιχημάτων δεν ταυτίζονται με τις επίδικες, ήτοι αυτές που αφορούν χρήματα που εισέπραξε από την πληρωμή των πλαστογραφημένων ως άνω επιταγών και τέλος ενώ ο εναγόμενος εμφανίζει τα κέρδη του από τη συμμετοχή του σε τυχερά παίγνια δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει και το συνολικό ποσό που δαπάνησε για τη συμμετοχή του στα εν λόγω παίγνια, ούτως ώστε να είναι δυνατόν να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το καθαρό κέρδος του από την ενασχόληση αυτή...

Κατά το επίδικο (δε) χρονικό διάστημα από τους προαναφερόμενους λογαριασμούς του εναγόμενου πληρώθηκαν πιστωτικές κάρτες και μεταφέρθηκαν χρήματα και εμβάσματα προς το εξωτερικό συνολικού ύψους άνω των 715.000 ευρώ, ήτοι ποσό υπερδιπλάσιο αυτού που ισχυρίζεται ότι κέρδισε το ίδιο χρονικό διάστημα. Για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα, της απάτης κατ' εξακολούθηση από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ο εναγόμενος παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσσαλονίκης και το τελευταίο με την 2301/2018 απόφασή του κατά της οποίας ασκήθηκε αυθημερόν έφεση από τον κατηγορούμενο τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών και δύο μηνών...

Συνεπεία της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου επλήγη η φήμη της ενάγουσας, η εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτήν, η εμπορική της πίστη και το εμπορικό της μέλλον γενικότερα και συνεπώς δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του το ποσό των 517.621,58 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αυτή ως άνω αιτία το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, αφού τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια, με την τέλεση αξιόποινων πράξεων, συμπεριφορά σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα σε αυτή ζημία και θεμελιώνει εντεύθεν την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η εν λόγω συμπεριφορά ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της).

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα.

Συνεπώς ο έβδομος αναιρετικός λόγος με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση αφενός ότι "αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία και προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ" αφετέρου ότι "στερείται της νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας κατά παραβίαση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος" τυγχάνει αβάσιμος.

Επιπροσθέτως, ο τέταρτος λόγος αλλά και ο αμέσως προηγούμενος (έβδομος) λόγος, κατά το μέρος που ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρ. 559 αρ.1 εδβ'ΚΠολΔ) ως προς την ερμηνεία του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ με την παραδοχή ότι υφίσταται αδικοπραξία από έναν απλό βοηθό στο λογιστήριο της εταιρείας που εμφάνισε επιταγές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ χωρίς να το γνωρίζει η εταιρεία, ενώ η Ε.

Κ. γνώριζε τα πάντα και αυτός εκτελούσε εντολές της και ότι μοναδικός σκοπός της ήταν η απόκρυψη φορολογικών κερδών", είναι απαράδεκτοι, διότι αμφότεροι αναφέρονται ευθέως στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αφορούν την ερμηνεία του ανωτέρω κανόνα δικαίου (ΑΚ 914) ούτε την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν.

Όλες δε ανεξαιρέτως οι αιτιάσεις των ως άνω λόγων, όπως και αυτές που προβάλλονται με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο, υπό την επίκληση παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί "στηρίχθηκε αποκλειστικά στις καταθέσεις όσων εξακολουθούν να είναι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης κατά παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων", ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και είναι ωσαύτως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι ο έκτος αναιρετικός λόγος, αλλά και ο έβδομος κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τους ισχυρισμούς του ότι: α) υπέγραψε διάφορα εταιρικά έγγραφα και τις επίδικες επιταγές κατ' εντολή της Κ., β) μετά την αποκάλυψη της απάτης που δήθεν διέπραξε δεν διόρθωσε (η αντίδικος) τον ισολογισμό της με σκοπό τη φοροδιαφυγή, γ) η αναιρεσίβλητη διέπραξε πληθώρα φορολογικών παραβάσεων, δ) ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν είχε κανένα λόγο να δηλώσει ψευδή αριθμό αστυνομικής ταυτότητας ή ΑΦΜ ή αριθμό τηλεφώνου, ε) το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του (αναιρεσείοντος) είναι μειωμένης αξίας", καθόσον το σύνολο των προβαλλομένων από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμών δεν αποτελούν "πράγματα" ώστε να θεμελιώσουν την ανωτέρω πλημμέλεια, αλλά επιχειρήματα του τελευταίου στο πλαίσιο της άρνησης της αδικοπρακτικής του ευθύνης και προσπάθεια (υπό την επίφαση επίκλησης της πλημμέλειας αυτής) να ελέγξει την κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, (κρίση) που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, πέραν του ότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο αναιρεσείων.

Επειδή κατά το άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση "μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες". Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και κατά το οποίο: "Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικές παράβασης (ΑΠ 1353/2011, ΑΠ 1160/2004). Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (πρβλ. Ολομ. ΑΠ 1/2009, ΑΠ 29/2020).

Συνεπώς σε περίπτωση αδικοπραξίας σύμφωνα με το προμνημονευθέν άρθρο (1047 παρ. 1ΚΠολΔ) παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ' αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, το πταίσμα του υπόχρεου, τη φερεγγυότητα αυτού, την τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει περιστάσεις.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1049 ΚΠολΔ αν αποδείχθηκε αδικοπραξία, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται να διατάξει ή όχι προσωπική κράτηση. Η κρίση δε αυτή δεν υπόκειται κατ' αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 76/2008, ΑΠ546/2011, ΑΠ788/1993), αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΑΠ785/2018), πλην όμως συνιστά λόγο αναιρέσεως η υπό του δικαστηρίου χρήση απροσφόρων στοιχείων η κριτηρίων, κειμένων εκτός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως (Α.Π1138/2019, ΑΠ 361/2016, ΑΠ1442/2003, ΑΠ554/2007).

Τέλος σημειώνεται ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ.

ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 785/2018).

Εν προκειμένω με τον όγδοο αναιρετικό λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι με την απαγγελία σε βάρος του προσωπικής κρατήσεως παραβίασε το αρθρο 11 του ν2462/1997 ευθέως και εκ πλαγίου διότι "δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την επιβολή του, δεν υφίσταται οποιαδήποτε αιτιολογία στην απόφαση γι' αυτό, καθώς και ότι είναι (το μέτρο τούτο) δυσανάλογο και καταχρηστικό".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η απαγγελθείσα προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης επιβλήθηκε λόγω αδικοπραξίας και η κρίση αυτή δεν ελέγχεται κατ' αρχήν αναιρετικά σύμφωνα με όσα στην ανωτέρω σκέψη εκτέθηκαν, εφόσον δεν προσάπτεται αιτίαση ως προς τη διάρκειά της, αλλά απλώς ο αναιρεσείων επικαλείται αορίστως ότι "αδυνατεί να καταβάλει το επιδικασθέν ποσό και ότι η εκτέλεση του μέτρου της προσωπικής κράτησης θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη προσωπική, επαγγελματική οικονομική και ηθική βλάβη", στοιχεία που δεν επαρκούν για τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ούτε και περί διαπίστωσης υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου.

Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού τα ως άνω συγκεκριμένα στοιχεία, που έλαβε υπόψη το Εφετείο στηρίζουν την κρίση αυτού για την αναγκαιότητα της απαγγελίας προσωπικής κράτησης καθώς και τη διάρκεια αυτής σε βάρος του αναιρεσείοντος, η οποία με βάση τα αυτά στοιχεία τελεί, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς μέτρο πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο, αν ληφθεί υπόψη και το ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται κατά τα λοιπά δεκτή η μη ύπαρξη εμφανών περιουσιακών στοιχείων αυτού.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2019 αίτηση του Μ. Ζ. για αναίρεση της με αριθμό 1748/2019 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ