Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise statute of limitations argument at first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a labor court judgment ordering it to pay back pay. The State argued the claim was time-barred but failed to raise this defense before the lower court. The court ruled that because the statute of limitations defense was not presented during the first instance proceedings, it is inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 6 of the Code of Civil Procedure; The defense of statute of limitations must be raised before the court of first instance, otherwise it is inadmissible on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1304 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1304/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Ξενάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 379/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 11264/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 10/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 10.5.2021 και με αριθμό κατ. 30797/51/11.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 11264/28.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 379/10.3.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 10.3.2016 και με αριθμό κατάθεσης 238/10.3.2916 έφεση του ενάγοντος (ενός εκ των αρχικώς δέκα έξι) και ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την από 6.2.2012 και με αριθμό κατ. 274/8.2.2012 αγωγή των αρχικώς δέκα έξι των εναγόντων στους οποίους περιλαμβανόταν ο ήδη αναιρεσίβλητος, ως μη νόμιμη.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας και νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος, την αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Υποχρέωσε δε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα 14.102,83 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε προς το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών και τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, στις 14 και 15 Απριλίου 2021, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 9523 και 9539/2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.
Σ., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 11.5.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.-Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ.
α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως, ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο την αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γάμου, τέκνων και προϋπηρεσίας, δηλαδή επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού.
Η ωφέλεια αυτή πάντως δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 575/2018, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΟλΑΠ 4/2021).
Εξ άλλου, ο πλουτισμός του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν ήταν σε θέση να προβεί στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Δηλαδή η εκ μέρους του πλουτίσαντος εργοδότη απασχόληση άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον πλουτισμό, αλλά λαμβάνεται υπόψη υποθετικά και μόνο για τον προσδιορισμό της αξίας της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από τη λήψη των υπηρεσιών του απασχοληθέντος μισθωτού, στο πλαίσιο της μεταξύ τους άκυρης σύμβασης εργασίας.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 575/2018, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014). Η δε παρά την απαγόρευση συνταγματικών ή άλλων διατάξεων κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου με το Δημόσιο ή με φορέα του δημοσίου τομέα, επαγόμενη την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης εργασίας κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 904 επόμ.
του ΑΚ, το Δημόσιο ή ο φορέας του ευρύτερου δημοσίου τομέα ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτούς εργασία, εκ της οποίας αυτοί κατέστησαν πλουσιότεροι (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977). Περαιτέρω, από τη διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 80 του ν.δ. 2362/19995 "Δημόσιο Λογιστικό Έλεγχος δαπανών", 3, 158, 164, 174, 180, 361, 648 επ.
και 904 Α.Κ. προκύπτει, ότι το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου συμμορφούμενα με τη διάταξη της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφάσεως, περί υποχρεώσεώς τους για προσωρινή πραγματική αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου στα ίδια με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της κατά του Δημοσίου κλπ ασκηθείσας εκ της εργασιακής μετ' αυτού σχέσης τακτικής αγωγής και αποδεχόμενα στη συνέχεια την προσφερόμενη εργασία του εργαζομένου, υποχρεούνται, εφόσον εναχθούν υπ` αυτού και δεν έχουν τηρηθεί οι θεσπιζόμενες από το άρθρο 80 του ν.δ. 2362/1995 προϋποθέσεις, σε απόδοση, σύμφωνα με το άρθρο 904 Α.Κ., ως καθιστάμενα εκ της προς αυτά παρεχόμενης εργασίας αδικαιολογήτως πλουσιότερα, της ωφελείας, η οποία συνίσταται στις αποδοχές, που θα κατέβαλε για την αυτή εργασία και με τις επικρατούσες στον τύπο της παροχής συνθήκες, δυνάμει έγκυρης συμβάσεως, σε άλλο εργαζόμενο του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανότητας (ΑΠ 1186/1997).
Εξ άλλου, η κατά το άρθρο 691 ΚΠoλΔ προσωρινή διαταγή και η αναγκαστική προς αυτή συμμόρφωση, αναγόμενες στη σφαίρα του δικονομικού δικαίου και μάλιστα στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν αποτελούν νόμιμη αιτία πλουτισμού και επομένως δεν αποκλείουν την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η θεμελίωση της οποίας και στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται με βάση τους από το ουσιαστικό δίκαιο και δη την ως άνω διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ.
τασσόμενους όρους (ΑΠ 143 και 144/2000).
3.-Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως και κατά παράβαση του άρθρου 904 του ΑΚ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, καθόσον δεν συνέτρεχαν κατά νόμο οι προϋποθέσεις βασιμότητας της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου προς λήψη των αιτουμένων μισθολογικών παροχών από την παρασχεθείσα στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον εργασία του κατά το από 10.9.2009 έως 25.10.2010 χρονικό διάστημα, ως προς την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, καθόσον α) στην παροχή εργασίας δυνάμει προσωρινής διαταγής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, β) το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλων μισθωτών με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προς κάλυψη των αναγκών του, μετά την αποχώρηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως προς το πρώτο του σκέλος, διότι όπως αναφέρεται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, η κατά το άρθρο 691 ΚΠoλΔ προσωρινή διαταγή και η αναγκαστική προς αυτή συμμόρφωση, αναγόμενες στη σφαίρα του δικονομικού δικαίου και μάλιστα στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν αποτελούν νόμιμη αιτία πλουτισμού και επομένως δεν αποκλείουν την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η θεμελίωση της οποίας και στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται με βάση τους από το ουσιαστικό δίκαιο και δη την ως άνω διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ.
τασσόμενους όρους. Ως προς το δεύτερο σκέλος του, διότι για τη γέννηση των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου προς απόδοση του πλουτισμού του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου από την παροχή σε αυτό εργασίας στο πλαίσιο λειτουργίας άκυρων συμβάσεων εργασίας, αρκούσε το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, για όσο χρονικό διάστημα αυτός πράγματι απασχολήθηκε σε αυτό και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο το εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση το αναιρεσείον από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν προέβη ή δεν θα προέβαινε σε κάθε περίπτωση στην πρόσληψη άλλων μισθωτών με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προς κάλυψη των αναγκών του. 4.-Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 197/2021, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1.1.2016 (άσκηση έφεσης 10.3.2016), "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την κατάχρηση δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1306/2009).
Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί παραγραφής της αξιώσεως, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, όπως συμβαίνει με τα άρθρα 90 παρ. 3 και 94 εδ'γ του ν. 2362/1995 ("Δημόσιο Λογιστικό - Έλεγχος δαπανών"), τα οποία ορίζουν, ότι ο χρόνος παραγραφής των αποδοχών ή κάθε άλλης φύσεως απολαβών των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου είναι δύο ετών από τη γένεσή τους, έστω και εάν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ότι η εν λόγω παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (ΑΠ 1153/2014, ΑΠ 120/2007, ΑΠ 2075/2007).
Επισημαίνεται ότι ο κανόνας περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού από αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές, αν και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια της παρ. 2 εδ. γ του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, περιλαμβάνουσα του κανόνες, με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ ΑΠ 4/2012, Ολ ΑΠ 15/2000), αλλά αφορά τις ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ του Δημοσίου και των μισθωτών αυτού (ΑΠ 826/2021, ΑΠ 32/2017, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 596/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3, 91, 93 παρ. 1 και 94 παρ. 3 του ν. 2362/1995, καθώς και των άρθρων 260 επ ΑΚ, αλλά και με πλημμελή αιτιολογία, το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο επιδίκασε εις βάρος του τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, για μισθούς υπερημερίας από το Σεπτέμβριο του 2009 έως και το Φεβρουάριο του 2010, ενώ αντιθέτως, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, έπρεπε να κρίνει ότι οι αγωγικές αξιώσεις του ανωτέρω χρονικού διαστήματος έχουν υποπέσει στη νόμιμη διετή παραγραφή και, επομένως, έπρεπε να απορρίψει την ένδικη αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο, προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του (ένσταση παραγραφής), ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτού ασκηθείσας έφεσης του αναιρεσίβλητου, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αριθμό 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο το παραδεκτό και βάσιμο του προταθέντος ισχυρισμού. 5.-Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.5.2021 και με αριθ. κατάθ. 30797/51/11.5.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 11264/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ