Appeal dismissed because the appellant failed to substantiate the statute of limitations defense with specific facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Fifth Chamber Court of Larissa's decision in a public works contract dispute. The appellant, a municipal water company, argued the claim was time-barred but only cited the start and duration of the limitation period without providing the factual basis required by the law. The court ruled that since the lower court had already examined the merits and accepted the claim, the appellant failed to prove the essential facts necessary to establish the defense of limitation. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 77(6) of Law 3669/2008 and Article 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the statute of limitations requires the appellant to substantiate the defense with specific facts, not merely reference the timeline.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 826 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 826/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ (Δ.Ε.Υ.Α.) ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ" και διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Υ.Α.Κ." που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Σταμόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΤΕΝΑ ΑΤΕΒΕ - ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ - ΔΟΜΙΚΗ ΑΡΤΑΣ ΑΤΕ - ΙΟΝΙΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Πτολεμαΐδα Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κεφαλίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 281/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/12/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 9/3/2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 281/2015 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δίκασε, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν.1418/1984 "περί Δημοσίων Έργων", όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.3 του Ν.2940/2001 και κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 77 του Ν. 3669/2008, την από 15-5-2012 και με αριθμό κατάθεσης 489/31-05-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας κατά της αναιρεσείουσας Δημοτικής Επιχείρησης.
Η παραπάνω ενάγουσα Κοινοπραξία στην από 15-5-2012 αγωγή της προς το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας εξέθεσε ότι με την με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-09-2005 σύμβαση που κατήρτισε με την εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Επέκταση Δικτύων Ύδρευσης - Αποχέτευσης Καρδίτσας Α' Φάση", σύμφωνα με τις τιμές και τους όρους του τιμολογίου προσφοράς, με συνολικό προσφερόμενο ποσό 9.096.437,60 ευρώ, ενώ με την με αριθμό πρωτ.
…/…-8-2007 συμπληρωματική σύμβαση ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών της συμπληρωματικής σύμβασης του έργου "Αποχετευτικό Δίκτυο Ακαθάρτων Υδάτων Δήμου Χαλάστρας", σύμφωνα με τις τιμές και τους όρους του τιμολογίου προσφοράς και του 1ου πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Νέων Μονάδων Εργασιών, με συνολικό ποσό 2.500.000 ευρώ.
Ότι κατασκεύασε και παρέδωσε ολόκληρο το έργο στην εναγομένη, η δε πληρωμή του εργολαβικού της ανταλλάγματος θα επραγματοποιείτο, σύμφωνα με την σύμβαση, με βάση λογαριασμούς - πιστοποιήσεις που θα συντάσσονταν κατά την πρόοδο των εργασιών του υπό εκτέλεση έργου και ήσαν πληρωτέοι εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή τους, υπέρβαση δε της προθεσμίας αυτής περιήγαγε την εναγομένη σε υπερημερία, χωρίς όχληση και γεννούσε υποχρέωσή της για πληρωμή τόκων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 εδ.α' και δ' του ΠΔ 166/2003.
Ότι στα πλαίσια εκτέλεσης της σύμβασης συνέταξε και υπέβαλε στην εναγομένη προς πληρωμή τους λογαριασμούς - πιστοποιήσεις, 29ο στις 15-5-2006, ποσού 129.987,64 ευρώ, εκτός ΦΠΑ, ο οποίος εξοφλήθηκε στις 7-12-2006, τον 30ο στις 16-11-2007, ποσού 46.594,43 ευρώ (εκτός ΦΠΑ), ο οποίος εξοφλήθηκε στις 31-12-2007, τον 1ο λογαριασμό της πρώτης συμπληρωματικής σύμβασης, στις 2-6-2006, ποσού 319.772,81 ευρώ (εκτός ΦΠΑ), ο οποίος εξοφλήθηκε τμηματικά στις 29-12-2006, στις 4-4-2007, στις 1-10-2007, στις 8-12-2017 και στις 17-1-2008, καθώς και τον 2ο λογαριασμό, στις 3-1-2007 ποσού 50.217,39 ευρώ (εκτός ΦΠΑ), ο οποίος εξοφλήθηκε στις 17-1-2008.
Οτι η εναγομένη, κατά τα παραπάνω και χωρίς υπαιτιότητα της ενάγουσας, εξόφλησε εκπρόθεσμα τους λογαριασμούς - πιστοποιήσεις και οφείλει τόκους, από την επομένη ημέρα κάθε καθυστέρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003, το οποίο ενσωμάτωσε στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 2000/35/ΕΚ.
Ότι το συνολικό ποσό των οφειλομένων τόκων υπερημερίας ανέρχεται σε 32.004,34 ευρώ, κατά τους υπολογισμούς που γίνονται στο δικόγραφο της αγωγής. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό, νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή. Το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ως νόμιμη, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί τοκοδοσίας, θεμελιουμένη στις διατάξεις των άρθρων 681 επ., 361 ΑΚ, 53 παρ.9 του Ν.3669/2018, 30 Ν. 3516/2005, 4 παρ.1 και 4 του Π.Δ 166/2003.
Στη συνέχεια την ερεύνησε στην ουσία της και αφού έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις ήσαν η από 10-12-2002 σύμβαση, προυπολογισμού προσφοράς 5,189,843,01 ευρώ και η με αριθ. πρωτ…./….-4-2006 συμπληρωματική σύμβαση, ποσού 370,000 ευρώ, την έκανε δεκτή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.004,34 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ.1, 2 Κ.Πολ.Δ) δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 57/1990, ΑΠ 629/2019, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 25/2019).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ για εσφαλμένη εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τον κανόνα ότι η μη, συνυποβολή με το λογαριασμό βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας δεν προκαλεί υπαιτιότητα του, οφειλέτη κυρίου του έργου ως προς την καθυστέρηση εξόφλησης και έτσι τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.
Ειδικότερα διατείνεται, ότι όπως προέβαλε και με τις προτάσεις της στο Εφετείο, η ανάδοχος κοινοπραξία προσκόμισε με μεγάλη καθυστέρηση τις βεβαιώσεις ασφαλιστικής ενημερότητας προς το Ι.Κ.Α και για το λόγο αυτό οι επίδικοι λογαριασμοί εξοφλήθηκαν με καθυστέρηση, από υπαιτιότητα της αναδόχου, έτσι ώστε να μην έχει καταστεί υπερήμερη αυτή (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) και να μην οφείλει τόκους.
Ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε, θεωρώντας προφανώς, αφενός ότι δεν συνέτρεχε υποχρέωση της αναδόχου κοινοπραξίας να συνυποβάλει με κάθε λογαριασμό τις βεβαιώσεις ασφαλιστικής ενημερότητας στο Ι.Κ.Α και αφετέρου ότι η μη υποβολή τους δεν ανέστειλε την υποχρέωση του κυρίου του έργου να εξοφλήσει τους λογαριασμούς.
Ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πέραν του ότι για την θεμελίωσή του δεν εκτίθενται καθόλου οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή της έλλειψης υπαιτιότητας της αναδόχου Κοινοπραξίας, που κατέστησε την εναγομένη - αναιρεσείουσα υπερήμερη και υπόχρεη στην καταβολή των σχετικών τόκων, κατά το διατακτικό της απόφασης, δεν αναφέρονται και οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν.
IV. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Δικαστήριο της ουσίας το αναιρετικό σφάλμα επίσης από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενο στην μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 90 παρ.1 και 91 του Ν.2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και Ελέγχου των δαπανών του Κράτους" καθώς και του άρθρου 75 παρ.6 του Ν.3669/2018, τις οποίες το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει και να αχθεί σε κρίση περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι ως Δημοτική Επιχείρηση απολαύει όλων των δικαστικών, διοικητικών και δικονομικών προνομίων του Δημοσίου και, άρα, η ένδικη αξίωση είχε στο σύνολό της υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.1 του Ν. 2362/1995, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου, λαμβανομένη δε υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατά τα άρθρο 94 του παραπάνω νόμου.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ.6 του Ν. 3669/2008, η συντέλεση της οριστικής παραλαβής αποτελεί την αφετηρία της παραγραφής των απαιτήσεων του αναδόχου από την εργολαβική σύμβαση που δεν έχουν ήδη παραγραφεί. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι με τις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο πρόβαλε ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, αναφέροντας ότι η 10-6-2006 ήταν η ημερομηνία παραλαβής του έργου και οι αξιώσεις της αναδόχου Κοινοπραξίας είχαν σε κάθε περίπτωση υποπέσει σε παραγραφή με το πέρας του ημερολογιακού έτους 2011, πριν την άσκηση της αγωγής, όλα δε τα πραγματικά στοιχεία (ημερομηνίες υποβολής του έργου και άσκησης της αγωγής) αναφέρονταν στις προτάσεις της και στα λοιπά δικόγραφα, προέκυπταν δε και από το φάκελο της δικογραφίας.
Ότι το Εφετείο όφειλε και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει εάν η ένδικη αξίωση είχε παραγραφεί, παρά δε το γεγονός ότι υποβλήθηκε και σχετική ένσταση, τούτο αντιπαρήλθε σιγή τον σχετικό ισχυρισμό και απέρριψε κατ' αποτέλεσμα την ένσταση παραγραφής, την οποία, επικουρικά και με την δυσμενή για την αναιρεσείουσα εκδοχή ότι η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου εξοφλήθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί, έπρεπε να κάνει δεκτή μερικά, διότι έχουν υποπέσει σε παραγραφή οι αξιώσεις τόκων υπερημερίας για τον 29ο λογαριασμό που εξοφλήθηκε την 7-12-2006, καθώς και για τον 1ο λογαριασμό της 1ης Σ.Σ.Ε, κατά το μεγαλύτερο μέρος του που εξοφλήθηκε στις 29-12-2006.
Ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον πάσχει από διττή αοριστία και συγκεκριμένα: 1) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται, σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασής του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 49/2014, ΑΠ 2004/2009, ΑΠ 1401/2008).
Τούτο ισχύει και για τις παραγραφές του άρθρου 90 Ν. 2362/1995, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν υπάγονται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ διότι δεν αφορούν τη δημόσια τάξη, αλλά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών (ΑΠ 32/2017, ΑΠ 1321/2015). Έτσι και για τις παραγραφές αυτές, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτά και νόμιμα (ΑΠ 1900/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό (ένσταση) περί παραγραφής όπως τον είχε προτείνει στο Δικαστήριο της ουσίας, αλλά αρκείται μόνο στην αναφορά της αφετηρίας και της διάρκειας του χρόνου παραγραφής, παραπέμποντας και δη γενικά, για τα πραγματικά περιστατικά που κατά τα λοιπά τον θεμελιώνουν, στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, στα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα και στο φάκελο της δικογραφίας. 2) Εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας προέβη στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και την έκανε δεκτή, η αναιρεσείουσα, για την θεμελίωση του δεύτερου αυτού λόγου της αίτησης, δεν παραθέτει καθόλου τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση και στήριξαν το διατακτικό της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν ερευνήθηκε ο ισχυρισμός περί παραγραφής και, άρα, αν συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των επικαλουμένων παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να εκτιμηθεί ότι ιδρύει αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, για μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι το άρθρο 77 παρ.6 του Ν. 3669/2008, δεν περιλαμβάνει μεταξύ των αναιρετικών λόγων, κατά των αποφάσεων του πολιτικού Εφετείου και αυτόν από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (Ήδη με το άρθρο 377 παρ.1 περίπτωση 31 του Ν. 4412/2016 καταργήθηκε ο Ν. 3669/2008, πλην των άρθρων 80 έως 110, τα οποία παραμένουν σε ισχύ μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του άρθρου 83 και με το άρθρο 175 παρ.1 (Ν. 4412/2016), όπως αντικ.
με το άρθρο 21 Ν. 4491/2017, κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης, ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο διοικητικό Εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται το έργο).
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υποβάλλει σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, διότι η αναιρεσείουσα απολαμβάνει των δικαστικών και δικονομικών προνομίων που παρέχονται στο Δημόσιο (άρθρ.276 και 281 του Ν.3463/2006), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2015 και με αριθμό κατάθεσης 82/2015 αίτηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) Καρδίτσας", για αναίρεση της με αριθμό 281/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)