Legislator Case Law & Legislation
129/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding absent parties and legal rule interpretation.

Case Number 129/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal for specific appellants due to procedural inadmissibility caused by the absence of a party during the hearing. While the appeal was rejected for the majority of appellants, the court separated the case for the two excluded parties. The decision rests on the court's finding that the appeal was procedurally flawed for those specific individuals.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if a party fails to appear or participate properly, unless the absence is excused or the case is split for those absent.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal absence of party separation of case procedural defect costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 560, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 129 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 129/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ά. Κ., 2) Σ. Κ., 3) Ε. Κ., 4) Χ. Μ., 5) Β. Γ., 6) Β. Α., 7) Ε. Γ., 8) Ε. Δ., 9) Π. Δ., 10) Α. Δ., 11) Ι. Ζ., 12) Α. Κ., 13) Ε. Κ., 14) Φ. Κ., 15) Β. Μ., 16) Γ. Μ., 17) Π. Μ. , 18) Δ. Μ., 19) Θ. Μ., 20) Α. Μ., 21) Ε. Μ., 22) Σ. Π., 23) Χ. Π., 24) Γ. Σ., 25) Θ. Σ., 26) Ι. Σ., 27) Δ. Σ., 28) Θ. Σ., 29) Κ. Δ., 30) Γ. Β., 31) Δ. Κ., 32) Μ. Κ., 33) Β. Μ., 34) Ε. Μ., 35) Σ. Π., 36)Χ. Τ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσάνθης Υφαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωνσταντινίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν η 298/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5464/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.(ΑΠ 106/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 7-9-2017 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατικές διαφορές) 5464/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τη συζήτηση της υπόθεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16-10-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες, με επιμέλεια των οποίων νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχική δικάσιμο στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο (βλ.

προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ` αριθμ.7525Β/12-.9-2018 έκθεση επιδόσεως του Χ. Β. δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, εμφανίσθηκε η δικηγόρος Χρυσάνθη Υφαντή, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί όλους τους αναιρεσείοντες.

Όμως, σχετικά με την παράσταση και εκπροσώπηση των Χ. Μ., τέταρτου (4ου) και Δ. Κ., τριακοστής πρώτης (31ης) των αναιρεσειόντων, η ανωτέρω δικηγόρος δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε αντίστοιχα πληρεξούσια, από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτή έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων αυτών, ώστε νόμιμα να παρίσταται γι` αυτούς και να τους εκπροσωπεί.

Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται η χορήγηση, από τους τελευταίους, νόμιμης πληρεξουσιότητας στην εν λόγω δικηγόρο, με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ.. Επομένως, αφού οι προαναφερόμενοι αναιρεσείοντες, (4ος και 31η), οι οποίοι φέρεται ότι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως και είναι απλοί ομόδικοι με τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους, δεν προκύπτει, ότι εκπροσωπούνται νομίμως από την προαναφερόμενη δικηγόρο, πρέπει, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β` ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β` προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως και να διαταχθεί χωρισμός της υποθέσεως και η συζήτησή της ως προς του λοιπούς αναιρεσείοντες, που νομίμως παρίστανται. Μετά ταύτα, ως προς τους νομίμως εκπροσωπούμενους από την ανωτέρω δικηγόρο και παριστάμενους αναιρεσείοντες, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αναιρεσιβαλλομένης 5464/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 13 του ν.δ. 4111/1960 (Α` 163) ορίσθηκε ότι ``Χειρισταί ακτινολογικών μηχανημάτων, εμφανισταί ακτινολογικών εργαστηρίων και ραδιοφυσικοί (χειριζόμενοι ραδιοϊσότοπα) εργαζόμενοι εις ακτινολογικά εργαστήρια Νομικών Προσώπων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, Δημοτικά Ιδρύματα και πάσης φύσεως εργαστήρια, δικαιούνται πλέον της κανονικής των αδείας απουσίας και τοιαύτη επικινδύνου εργασίας, μηνιαίαν κατ` έτος.

Το επίδομα ακτινοβολίας, οριζόμενον επί του βασικού μισθού καταβάλλεται κατά την κανονικήν και μηνιαίαν επικινδύνου εργασίας άδειαν``. Η διάταξη αυτή παρέμεινε σε ισχύ για τον ιδιωτικό τομέα μέχρι τη ρητή δια νόμου κατάργησή του με το άρθρο 66 παρ. 6 του ν. 3984/2011 (Α` 150), το οποίο ορίζει τα ακόλουθα: ``Οι εργαζόμενοι στις Υπηρεσίες Υγείας του Δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, που εκτίθενται σε ιοντίζουσες ακτινοβολίες και δοσιμετρούνται σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα κανονισμό ακτινοπροστασίας με ατομικό δοσίμετρο σώματος:

α) όταν η ετήσια αθροιστική δόση ακτινοβολίας που δέχονται μετρηθεί στο 25% του μέγιστου επιτρεπόμενου ορίου που θέτει ο Κανονισμός Ακτινοπροστασίας, τον αμέσως επόμενο μήνα δύνανται να λάβουν άδεια ακτινοπροστασίας είκοσι ενός (21) συνεχών ημερών, β) όταν η ετήσια αθροιστική δόση ακτινοβολίας που δέχονται μετρηθεί στο 50% του μέγιστου επιτρεπόμενου ορίου που θέτει ο Κανονισμός Ακτινοπροστασίας, τον αμέσως επόμενο μήνα υποχρεούνται να λάβουν επιπρόσθετη άδεια ακτινοπροστασίας είκοσι ενός (21) συνεχών ημερών, γ) όταν η ετήσια αθροιστική δόση ακτινοβολίας που δέχονται μετρηθεί στο 75% του μέγιστου επιτρεπόμενου ορίου που θέτει ο Κανονισμός Ακτινοπροστασίας, τον αμέσως επόμενο μήνα υποχρεούνται να λάβουν επιπρόσθετη άδεια ακτινοπροστασίας σαράντα δύο (42) συνεχών ημερών.

Ειδικά για τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες υγείας που εκτίθενται σε ιοντίζουσες ακτινοβολίες και δοσιμετρούνται με επιπλέον δοσίμετρο χειρός ή δακτύλων οι άδειες χορηγούνται κατά τα ως άνω α`, β` και γ` λαμβάνοντας υπόψη ταυτοχρόνως και τα αντίστοιχα όρια αθροιστικών δόσεων για την άκρα χείρα. Οι διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 3 του ν.δ. 4111/1960 (Α` 163), 12 του β.δ. 993/1966 (Α` 271), 2 παρ. 2 του ν. 1821/1988 (Α` 271), 74 παρ. 1 εδάφιο 5 του ν. 2071/1992 (Α` 149), καθώς και κάθε άλλη διάταξη με την οποία προβλέπεται άδεια ακτινοπροστασίας προφύλαξης, καταργούνται``.(ΑΠ 1369/2017).

Εξάλλου, στο άρθρο 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΙΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ), στ.Β (ΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ) περ.2.4 3.1και 3.6 της ΣΣΕ του έτους 2005 " Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των ιδιωτικών κλινικών όλης της χώρας" (κωδικοποίηση.), μεταξύ αφενός της Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδος (ΟΣΝΙΕ), της οποίας (Ομοσπονδίας) είναι μέλος η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου" και αφετέρου των α) Πανελλήνιας Ένωσης Ιδιωτικών Κλινικών κλπ, ορίζεται ότι οι μισθωτοί χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων δικαιούνται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 35/% (περ.2.4 υπό τον παράτιτλο επιδόματα) και στους εργαζόμενους που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ΝΔ 4111/1960 χορηγείται και καταβάλλεται ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή (περ.3.6 υπό τον παράτιτλο λοιποί όροι).

Επίσης, στην ίδια ΣΣΕ στο άρθρο 3 κεφ. Ι ( ΣΥΝΤΗΡΗΤΕΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ), ορίζεται ότι οι μισθωτοί αυτοί που απασχολούνται με τη συντήρηση μηχανημάτων σε τμήματα ακτινοθεραπείας ή πυρηνικής ιατρικής χορηγείται από 1-1-2005 επίδομα επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 35% επί του βασικού τους μισθού(περ.2 υπό τον παράτιτλο επιδόματα) και τέλος στο υπό στ.3, υπό τον παράτιτλο λοιποί όροι ορίζεται ότι:

Άδεια επικίνδυνης εργασίας (Για τους παραπάνω μισθωτούς εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 13 παρ.3 του ΝΔ4111/1960). Οι ανωτέρω ρυθμίσεις διατηρήθηκαν για το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2010 με τις μεταγενέστερες ΣΣΕ. Από τις ανωτέρω διατάξεις των ΣΣΕ συνάγεται ότι οι μισθωτοί χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων και συντηρητές ιατρικών μηχανημάτων δικαιούνται επίδομα επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 35% ενόψει του υψηλού βαθμού επικινδυνότητας για την υγεία τους κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ότι με βάση τον κατά ρητή παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 ν.δ 4111/1960 όρο των ΣΣΕ δικαιούνται μηνιαία κατ' έτος άδεια επικινδύνου εργασίας, πλέον της κανονικής, και για την ίδια αιτία λόγω επικινδυνότητας της εργασίας, το εκεί οριζόμενο ως επίδομα ακτινοβολίας, τα οποία (μηνιαία άδεια επικίνδυνης εργασίας και επίδομα ακτινοβολίας) κατά τον κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο (1.-1-2006 έως 31-12-2010) ρυθμίζονταν και από την σε ισχύ διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν.δ. 4111/1960.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).

Στην έννοια του "κανόνα ουσιαστικού δικαίου" του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ υπάγεται και η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που έχει νομίμως καταρτιστεί από εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους των δύο πλευρών, ύστερα από ελεύθερες μεταξύ τους διαπραγματεύσεις και έχει δημοσιευθεί νομίμως, αφού στις ΣΣΕ, με τις οποίες συμπληρώνονται οι γενικοί όροι εργασίας που καθορίζονται με νόμο (άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος), ρυθμίζονται ουσιαστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις εργαζομένων και εργοδοτών.

Έτσι, η παραβίαση των ΣΣΕ από τα δικαστήρια της ουσίας, κατά την επίλυση των εργατικών διαφορών, δημιουργεί τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ.(ΑΠ 525/2018).

4. Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ότι το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο "Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο " ιδρύθηκε με το ν. 2012/1992, σε συνδυασμό με το άρθρο 34 του ν. 2072/1992, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εκτός του δημόσιου τομέα, και έχει ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών υγείας και νοσηλείας στους τομείς της καρδιολογίας-καρδιοχειρουργικής και της έρευνας.

Ότι οι ενάγοντες-ήδη αναιρεσείοντες, προσληφθέντες κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο συνημμένο στην αγωγή τους πίνακα, ο οποίος περιλαμβάνει τα ατομικά στοιχεία καθενός εξ αυτών, εργάζονται στο εναγόμενο δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του χειριστή ακτινολογικών μηχανημάτων ή συντηρητή ιατρικών μηχανημάτων.

Ότι σε όλους τους ενάγοντες, εξαιτίας του ότι αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα αιμοδυναμικά και ακτινολογικά εργαστήρια, καθώς και στα εργαστήρια πυρηνικής ιατρικής του εναγομένου, καταβάλλονται σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 27 του άρθρου 4 των ΣΣΕ και ΔΑ της ΟΣΝΙΕ (Κωδικοποίηση 2007), όλα τα προβλεπόμενα εκ των κλαδικών και επιχειρησιακών τους συμβάσεων επιδόματα και δη πέραν του επιδόματος πτυχίου, στάθμης εκπαίδευσης κλπ, καταβάλλονται επιπλέον σε αυτούς, τόσο το νοσοκομειακό επίδομα σε ποσοστό 20% επί του βασικού τους μισθού, όπως και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 18% επί του βασικού τους μισθού, ενώ ορισμένοι από αυτούς λαμβάνουν και το ειδικό επίδομα επικίνδυνης εργασίας.

Ότι οι εργαζόμενοι αυτοί απολάμβαναν κατά τον επίδικο χρόνο επιπλέον των ανωτέρω επιδομάτων τους και μειωμένο ωράριο, ανερχόμενο σε 5,5 ώρες το καλοκαίρι και 6 ώρες το χειμώνα. Ότι τα επιδόματα αυτά (επικινδύνου εργασίας, ανθυγιεινό και νοσοκομειακό) καταβάλλονται σε αυτούς τόσο κατά το χρόνο της εργασίας τους, όσο και κατά τη διάρκεια της απουσίας τους σε ετήσια (κανονική άδεια) ή στη μηνιαία άδεια επικινδύνου εργασίας (άδεια ακτινοβολίας), την οποία αυτοί δικαιούνταν δυνάμει της ήδη καταργηθείσας με το άρθρο 66 του ν.3984/2011 διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του νδ 4111/1960.

Ότι δεδομένου ότι οι ενάγοντες λάμβαναν κατά τον επίδικο χρόνο όλα τα ανωτέρω επιδόματα, ήτοι επικινδύνου εργασίας, ανθυγιεινό και νοσοκομειακό, καθώς και τις σχετικές ειδικές πρόσθετες άδειες και το μειωμένο ωράριο, δεν δικαιούνται να λάβουν το διεκδικούμενο από αυτούς ως επίδομα ακτινοβολίας της διάταξης του άρθρου 13 παρ.3 του ν.δ 4111/1960, αφού η καταβολή ενός τέτοιου επιδόματος θα ισοδυναμούσε με διπλή καταβολή του ίδιου επιδόματος..

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της εκεί εκκαλουμένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ανωτέρω στον αρ.2 της παρούσας διατάξεις.

Τούτο διότι, ενόψει των παραδοχών ότι οι ανωτέρω αναιρεσείοντες ελάμβαναν όλα τα προβλεπόμενα από τις κλαδικές και επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας επιδόματα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή εκτός από τα επιδόματα πτυχίου, στάθμης εκπαίδευσης, ανθυγιεινής εργασίας 18 % επί του βασικού μισθού και νοσοκομειακό, το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του βασικού τους μισθού, το επίδομα επικίνδυνης εργασίας ή ακτινοβολίας που αυτοί δικαιούνται ως εκ της επικινδυνότητας της εργασίας τους, το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 35% επί του βασικού τους μισθού σύμφωνα με τις σχετικές ΔΑ και ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ ορθώς το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε ότι δεν δικαιούνται το αξιούμενο, συρρέον με το καταβληθέν, για την ίδια αιτία οριζόμενο ως επίδομα ακτινοβολίας, διότι, κατά τις παραδοχές, αυτοί έλαβαν το επίδομα επικίνδυνης εργασίας ή ακτινοβολίας με βάση τις ΣΣΕ.

Το δικαστήριο της ουσίας που, έστω και με πλεοναστικές αναφορές σε μη εφαρμοστέες στην παρούσα υπόθεση νομικές διατάξεις που δεν στηρίζουν το διατακτικό και εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες που αντικαθίστανται μ' αυτές της παρούσας, κατέληξε κατ' αποτέλεσμα σε ορθό διατακτικό. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 560ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο, κατ'ορθή εκτίμηση, αποδίδεται η από τον αρ.560 αρ.1ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υπό την επίκληση εσφαλμένης μη εφαρμογής των εφαρμοστέων ΣΣΕ είναι αβάσιμος, τούτο διότι το δικαστήριο της ουσίας, υπό τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες παραδοχές του, ειδικότερα ότι το αναιρεσίβλητο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εκτός του δημόσιου τομέα ότι συνδέεται με τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι σ' αυτούς καταβάλλονται όλα τα προβλεπόμενα από τις ανωτέρω ΣΣΕ εργασίας επιδόματα ορθώς σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, δέχθηκε εφαρμογή των ΣΣΕ που αναφέρονται ανωτέρω με αρ. 2 της παρούσας απόφασης καταλήγοντας σε ορθό υπαγωγικό πόρισμα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος.

5. Σύμφωνα με τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 953/2014, ΑΠ 2234/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ειδικότερα τον επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες όρο των ΣΣΕ που ίσχυαν κατά το εν προκειμένω κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2010 " Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των ιδιωτικών κλινικών όλης της χώρας", που παρέπεμπε στην διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του νδ 4111/1960 περί χορήγησης άδειας επικίνδυνης εργασίας και επιδόματος ακτινοβολίας.

Ο με αυτό το πραγματικό δεύτερος λόγος της αιτήσεως, δεν ιδρύει την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.5 του άρθρου 560ΚΠολΔ, καθόσον ο ανωτέρω όρος της ΣΣΕ συνιστά κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν συνιστά, κατά την ανωτέρω έννοια, πράγμα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος είναι απαράδεκτος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν στην προκείμενη περίπτωση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 7-9-2017 αιτήσεως περί αναιρέσεως της 5464/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους Χ. Μ., (4) και Δ. Κ., τριακοστή πρώτη ( 31η ) των αναιρεσειόντων.

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους ανωτέρω από τους αναιρεσείοντες και την συνέχιση αυτής ως προς τους λοιπούς.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 7-9-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 5464/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

-Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ